Ὁ τρόπος ὑπάρξεως τοῦ
σώματος θά εἶναι διαφορετικός ἀπό αὐτόν τοῦ ἐπιγείου βίου
Τό ἀναστημένο σῶμα θά εἶναι
τό ἴδιο, ἀλλά συγχρόνως και διαφορετικό. Γιά νά τό διατυπώσουμε πιό ἁπλά, θα
διατηρήσει τήν ἴδια οὐσία, τήν ἴδια σύσταση ή φύση, ἀλλά θά ἔχει διαφορετικό
τρόπο ὑπάρξεως. Γιά νά χρησιμοποιήσουμε τήν ὁρολογία τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ,
θά ἔχει μέν τόν ἴδιο «λόγο φύσεως», αλλά διαφορετικό «τρόπο ὑπάρξεως». Ὁ
Τερτυλλιανός ἐξηγεῖ ὅτι ἕνα πρᾶγμα μπορεῖ νά ἀλλάζει και να παραμένει ὡς πρός
τήν οὐσία του τό ἴδιο, ὅπως ἄλλωστε συμβαίνει και μέ τόν ἄνθρωπο ως σύνολο,
στον χρόνο τοῦ παρόντος κόσμου, ὁ ὁποῖος παραμένει ὡς πρός τήν οὐσία του ὁ ἴδιος,
καίτοι ἀλλάζει ἀπό πολλές ἀπόψεις, ὅπως ἐπί παραδείγματι ὡς πρός τήν ἐμφάνιση,
τό πάχος, τήν ὑγεία, την κατάσταση, τήν ἡλικία, τίς δραστηριότητες, τούς
κανόνες ζωῆς, τή συμπεριφορά, χωρίς ποτέ να χάνει την ταυτότητα τοῦ ἀνθρώπου
πού εἶναι, χωρίς δηλ. νά γίνεται κάποιος ἄλλος. Δέν παύει δηλαδή παρά τίς ἀλλαγές
νά εἶναι ὁ ἴδιος, δέν γίνεται κάποιος ἄλλος, ἀλλά ἁπλῶς ὑπάρχει μέ διαφορετικό
τρόπο. Παρομοίως, καί στήν Ἀνάσταση εἶναι δυνατόν νά ἀλλάξει, να μεταμορφωθεῖ,
νά ἀνανεωθεί, χωρίς ὅμως νά μεταβάλει τήν οὐσία του. Αὐτό πού ἀλλάζει στην Ἀνάσταση,
ὅπως ἀναφέρει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ Τερτυλλιανός, δέν εἶναι ἡ φύση, ἀλλά ἡ κατάσταση[1].
Παρομοίως, καί ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος ἀναφέρει ὅτι διά τῆς Ἀναστάσεως ὁ Χριστός μᾶς εἰσάγει
σε μία νέα πραγματικότητα[2].
Ὀλίγες αναφορές έχουμε σχετικά με τον τρόπο υπάρξεως τοῦ σώματος μετά την
Ανάσταση. Ορισμένες ἐξ αὐτῶν εἶναι καινοδιαθηκικές καί ἀναφέρονται στον Χριστό
μετά την Ανάστασή Του καί εἶναι σημαντικές, ἀφοῦ τό σῶμα μας θα έχει τήν ἴδια
φύση μέ τό δικό Του[3].
Σε αυτές διαπιστώνουμε ότι τὸ σῶμα του ὑπερβαίνει τους νόμους της φύσεως,
εισερχόμενο μέσῳ «θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταί συνηγμένοι» (Ἰω.
20,19), ἤ πάλι γινόμενο αἴφνης ἀόρατο (Λκ. 24,31). Ακόμη καί ὅταν λαμβάνει
τροφή δίπλα από τούς μαθητές του (Λκ. 24,41-43), δέν τό κάνει ἐξ ἀνάγκης, αλλά
για λόγους οἰκονομίας, προκειμένου να μην σκεφτούν ὅτι πιθανόν πρόκειται για φάντασμα
πού τούς παρουσιάσθηκε (Μκ. 6,49 Λκ. 24,37), ὅπως ἄλλωστε τονίζει καί τό ἑωθινόν
τοῦ πλαγίου β' ἤχου τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς: «Μετά την έγερση έδειξες τους
Μαθητές τρομαγμένους, γιατί νόμιζαν πως βλέπουν πνεύμα· όμως κατέπαυσες την
ταραχή της ψυχής τους, δείχνοντάς τους τα χέρια και τα πόδια σου· αλλά, επειδή
ακόμη δεν πίστευαν, έλαβες και τροφή.»[4].
Ἐν τούτοις, οἱ ἀναφορές αὐτές δέν ἔχουν παρά μόνο σχετική ἀξία, ἀφοῦ ὁ Χριστός,
πρό τῆς Ἀναλήψεως του, κινεῖται στό πλαίσιο τοῦ παρόντος κόσμου. Στον μέλλοντα
κόσμο, οἱ καταστάσεις ὑπάρξεως θά εἶναι διαφορετικές καί τό σῶμα θά
συμπεριφέρεται διαφορετικά, μέ ἕναν τρόπο πού δέν γνωρίζουμε με βάση τις
συνθήκες τῆς σημερινῆς ὑπάρξεώς μας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προϊδεάζει σχετικά μέ τό πῶς θά εἶναι τό ἀναστημένο σῶμα,
ὑπογραμμίζοντας την διαφορά του μέ τό σημερινό ἐπίγειο σῶμα μας: «Οὐ πᾶσα σάρξ
ή αυτή σάρξ, ἀλλά ἄλλη μέν ἀνθρώπων, ἄλλη δέ σάρξ κτηνῶν, ἄλλη δέ ἰχθύων, ἄλλη
δέ πετεινῶν, καί σώματα ἐπουράνια, και σώματα ἐπίγεια· ἀλλ ̓ ἑτέρα μέν ἡ τῶν ἐπουρανίων
δόξα, ἑτέρα δέ ἡ τῶν ἐπιγείων. ἄλλη δόξα ηλίου, καί ἄλλη δόξα σελήνης, καί ἄλλη
δόξα ἀστέρων· ἀστήρ γάρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ. οὕτω καί ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν.
σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρε ται ἐν
δόξῃ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται
σῶμα πνευματικόν. ἔστι σῶμα ψυχικόν, καί ἔστι σῶμα πνευματικόν. οὕτω και γέγραπται· ἐγένετο ὁ πρῶτος ἄνθρωπος Αδάμ εἰς ψυχήν ζῶσαν· ὁ ἔσχατος Αδάμ εἰς πνεῦμα
ζωοποιοῦν· ἀλλ' οὐ πρῶτον τό πνευματικόν, ἀλλά τό ψυχικόν, ἔπειτα τό
πνευματικόν. ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ.
οἷος ὁ χοϊκός, τοιοῦτοι καί οἱ χοϊκοί, καί οἷος ὁ ἐπουράνιος, τοιοῦτοι καί οἱ ἐπουράνιοι.
καί καθώς ἐφορέσαμεν τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου.
Τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὅτι σάρξ καί αἷμα βασιλείαν Θεοῦ κληρονομῆσαι οὐ
δύνανται, οὐδέ ἡ φθορά τήν ἀφθαρσίαν κληρονομεῖ. ἰδού μυστήριον ὑμῖν λέγω·
πάντες μέν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα, ἐν ἀτόμῳ, ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ,
ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ, και οἱ νεκροί ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καί ἡμεῖς
ἀλλαγησόμεθα. δεῖ γάρ τό φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καί τό θνητόν τοῦτο
ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν»[5]
(Α' Κορ. 15,39-53). Ἐν κατακλείδι, λαμβάνοντας ὑπ' ὄψιν τίς δύο κατηγορίες
αναφορῶν, μποροῦμε νά συμπεράνουμε ὅτι τό ἀναστημένο σῶμα θά εἶναι σῶμα
πνευματικό, ανεξάρτητο από τούς ἰσχύοντες περιορισμούς, υλικούς, χρονικούς καί
τοπικούς, ἕνα σῶμα δυνατό, ἄφθαρτο καί αἰώνιο.
Οἱ Πατέρες υἱοθετοῦν καί ἀναπτύσσουν περαιτέρω τίς καινοδιαθηκικές αυτές
αναφορές. Ἐν πρώτοις, παρουσιάζουν την Ἀνάσταση ὡς «ἀποκατάσταση τῆς ὅλης
υπάρξεως»[6],
κατά τὴν ὁποία τό σῶμα καί ἡ ψυχή ἑνώνονται ἐκ νέου καί τό σῶμα ἀναπλάθεται
πλήρως[7].
Ο Γρηγόριος Νύσσης θεωρεῖ ὅτι ἔχουμε μιά ἀνάπλαση τοῦ σώματος στην παραδεισιακή
του κατάσταση. Υποστηρίζει ὅτι «ἡ Ἀνάσταση δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τήν ἀνάπλαση
τῆς φύσεώς μας στήν ἀρχέγονη κατάστασή της»[8].
Πράγματι, ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεως θα οδηγήσει ἐκ νέου τή φύση τοῦ ἀνθρώπου
στήν ἀρχέγονη κατάστασή της. Το αναστημένο σῶμα θά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τυχόν
αναπηρίες και ἐλαττώματα[9],
που κληρονομήσαμε μετά την πτώση, καί θά ἀποκασταθεῖ στήν προπτωτική του
ακεραιότητα[10].
Ἡ ἀποκατασταθεῖσα αὐτή ἀκεραιότητα δέν θά ἀπωλέσει κάτι, ἀπό τή στιγμή πού ὅ,τι
εἶχε χάσει τό σῶμα θά τοῦ ἐπιστραφεί[11]. Επιπλέον, τό σῶμα
δέν θά ὑπόκειται πλέον στούς φυσικούς νόμους, ὅπως συμβαίνει στόν ἐπίγειο βίο, ἀφοῦ
δέν θά γνωρίζει πλέον περιορισμούς, ἀνάγκες και δεσμεύσεις που συνδέονται μέ
τόν παρόντα κόσμο[12].
Θα καταστεί μάλιστα τόσο λεπτό, πού δέν θά φαίνεται πλέον ὡς ὑλικό[13].
Συνεπῶς, θά λάβει μία μορφή, παρόμοια μέ αὐτήν τῆς ψυχῆς[14], ἀλλά δέν θά εἶναι
ψυχικό, θά εἶναι πνευματικό σῶμα[15].
Δέν θά εἶναι πλέον εἰκόνα τοῦ γήινου, ἀλλὰ τοῦ οὐράνιου (Α' Κορ. 15,49),
καθιστάμενο ἔτσι ἀπαθές[16]
καί ἄφθαρτο[17],
ἐλεύθερο ἀπό φυσικές ανάγκες (π.χ. πεῖνα, δίψα, ὕπνο)[18], ἀπό ἀσθένειες[19],
φυσικά έλαττώματα[20],
ἀδυναμίες[21]
καί ὁποιαδήποτε μορφή φθορᾶς[22].
Επιπλέον, θά εἶναι ἀθάνατο[23],
ἀφοῦ ὁ θάνατος ἔχει συντριβεῖ ὁριστικά ἀπό τόν Χριστό. Ἡ ἀφθαρσία καί ἡ ἀθανασία
δεν παρουσιάζονται ὡς ἰδιότητες πού ἀποδίδονται στὸν ἄνθρωπο λόγῳ ἀκεραιότητας ἢ
ὡς ἀνταμοιβή, ἀλλά ὡς μέσα εντάξεως σε μια κατάσταση πού δέν γνωρίζει φθορά ή
τέλος[24],
εἴτε ἡ κατάληξη εἶναι εὐτυχής είτε δυστυχής[25]. Διά τῆς Ἀναστάσεως,
τὸ σῶμα θὰ ἑνωθεί καθ' ὁλοκληρίαν μέ τήν ψυχή και μαζί της θα καταστεί διαυγές
γιά τίς θεῖες ἐνέργειες.
[1] Ενθ. ανωτ. LVII.
[2] Λόγοι ἀσκητικοί, 85.
[3] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Υπόμνημα εἰς τήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολήν, ΙΓ ́, 2.
[4] Περί τοῦ ἀναστημένου σώματος τοῦ Χριστοῦ, βλ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ, Κατά αἱρέσεων, Γ', PG 42, 817 ΑΒ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Εορ τοδρόμιον, Βενετία 1836, σ. 484 και 594.
[5] Κάθε σάρκα δὲν εἶναι ἡ ἴδια ἡ σάρκα. Ἀλλ’ ἄλλη μὲν εἶναι ἡ σάρκα τῶν ἀνθρώπων, ἄλλη δὲ ἡ σάρκα τῶν κτηνῶν, ἄλλη δὲ τῶν ψαριῶν, καὶ ἄλλη τῶν πτηνῶν. Ὑπάρχουν καὶ σώματα ἐπουράνια καὶ σώματα ἐπίγεια. Ἀλλ’ ἄλλη βεβαίως εἶναι ἡ λαμπρότης τῶν ἐπουρανίων σωμάτων, καὶ ἄλλη τῶν ἐπιγείων. Ἄλλη ἡ λαμπρότης τοῦ ἡλίου, καὶ ἄλλη ἡ λαμπρότης τῆς σελήνης, καὶ ἄλλη ἡ λαμπρότης τῶν ἄστρων. Ἐπίσης ἄστρο ἀπὸ ἄστρο διαφέρει σὲ λαμπρότητα. Ἔτσι καὶ μὲ τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν. Ὡς ἄλλος σπόρος τὸ σῶμα σπείρεται φθαρτό, ἀνασταίνεται ἄφθαρτο·Σπείρεται ἄδοξο, ἀνασταίνεται ἔνδοξο· σπείρεται ἀνίσχυρο, ἀνασταίνεται ἰσχυρό·σπείρεται σῶμα ζωικό, (σῶμα ἁπλῶς μὲ φυσικὴ ζωή), ἀνασταίνεται σῶμα πνευματικό (σῶμα μὲ ὑπερφυσικὴ ζωὴ καὶ δόξα). Ὑπάρχει σῶμα ζωικό, καὶ ὑπάρχει σῶμα πνευματικό. Γι’ αὐτὸ (ὡς πρὸς τὸ πρῶτο σῶμα) καὶ εἶναι γραμμένο· Ἔγινε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, ὄν μὲ ζωή. Ὁ τελευταῖος Ἀδὰμ (ὁ Χριστὸς) ἔγινε πνεῦμα, ποὺ μεταδίδει ζωὴ (διότι μέσα στὸ σῶμα του κατῴκησε τὸ αἰώνιο πνεῦμα, ἡ θεότης· διότι, μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀνθρώπινη φύσι τοῦ Χριστοῦ ἑνώθηκε ὀργανικὰ μὲ τὴ θεία φύσι, μὲ τὸν Κύριο ἀπὸ τὸν οὐρανό). Ἀλλὰ δὲν εἶναι πρῶτα τὸ πνευματικὸ σῶμα, ἀλλὰ τὸ ζωικό, καὶ ἔπειτα τὸ πνευματικό. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος εἶναι ἀπὸ τὴ γῆ, χωματένιος. Ὁ δεύτερος ἄνθρωπος εἶναι ὁ Κύριος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ (ὁ ὁποῖος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύσι). Μὲ τὸν χωματένιο ὁμοιάζουν οἱ χωματένιοι (οἱ μὴ ἀναγεννημένοι), καὶ μὲ τὸν ἐπουράνιο ὁμοιάζουν οἱ ἐπουράνιοι (οἱ ἀναγεννημένοι). Καὶ ὅπως φορέσαμε τὴ μορφὴ τοῦ χωματένιου (τὴ φθαρτὴ καὶ θνητή), ἔτσι θὰ φορέσωμε καὶ τὴ μορφὴ τοῦ ἐπουρανίου (τὴν ἄφθαρτη καὶ ἀθάνατη). Διαβεβαιώνω δὲ γιὰ τοῦτο, ἀδελφοί, ὅτι δηλαδὴ ἡ σάρκα καὶ τὸ αἷμα (αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ὅπως εἶναι τώρα, χωρὶς ν’ ἀλλάξουν) δὲν δύνανται νὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, οὔτε ἡ φθορὰ κληρονομεῖ τὴν ἀφθαρσία. Ἰδοὺ λέγω σὲ σᾶς ἕνα μυστήριο· Ὅλοι μὲν δὲν θὰ κοιμηθοῦμε (δὲν θὰ πεθάνωμε), ὅλοι ὅμως θὰ μεταμορφωθοῦμε, σὲ μιὰ στιγμή, σ’ ὅσο χρειάζεται ν’ ἀνοιγοκλείσῃ τὸ μάτι, ὅταν ἠχήσῃ ἡ τελευταία σάλπιγγα. Διότι θὰ δοθῇ παράγγελμα μὲ οὐρανία σάλπιγγα, καὶ οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν ἄφθαρτοι, καὶ ὅσοι τότε θὰ εἴμεθα ζωντανοὶ θὰ μεταμορφωθοῦμε. Αὐτὸ τὸ φθαρτὸ σῶμα πρόκειται νὰ ἐνδυθῇ ἀφθαρσία καὶ αὐτὸ τὸ θνητὸ σῶμα νὰ ἐνδυθῇ ἀθανασία.
[6] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LVII. Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τό «ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τά πάντα», 3.
[7] Βλ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ, Ὁμιλίαι (coll. II), ΧΙ, 1· ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ, Λόγοι ἀσκητικοί, 85· ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, I, 4.
[8] . ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχῆς καί
ἀναστάσεως, 133. Πρβλ. Εἰς Πουλχερίαν λόγος ἐπικήδειος, PG 46, 877. Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la
resurrection, LVII.
[9] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De
la resurrection, LVII.
[10] Ἔνθ ̓ ἀν.,
LVII. Πρβλ.
XXXIV.
[11] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De
la resurrection, LVII.
[12] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος πρός τούς πενθοῦντας, PG 46, 532 536· Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, 132· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Triades, I, 3, 36.
[13] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Triades pour la défense des saints hésychastes, I, 3. 36. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτην πρός Κορινθίους ἐπιστολή, ΜΑ'. Αὐτό δέν ἔχει καμία σχέση μέ μή χριστιανικές θεωρίες περί αἰθέριου ἤ ἀστρικοῦ σώματος.
[14] Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Μυσταγωγία, Ζ.
[15] Βλ. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, I, 4-5.
[16] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, Χ, 6· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, 132· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Παραμυθία ἐπί θανάτῳ, Ι, 6.
[17] Βλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ, Ἀπολογία πρώτη, ΙΘ'· ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, Ι', 5-6 ΙΣΤ ́, 2-3 ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LVI LVII LVIII· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, 132- 133 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλίαι περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως, Η· Παραμυθία ἐπί θανάτῳ, Ι, 6· Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτην πρός Κορινθίους ἐπιστολήν, ΜΑ'· ΜΒ, 2· Ὁμιλίαι εἰς τήν δευτέραν προς Κορινθίους ἐπιστολήν, Ι· ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ, Ἐπιστολαί, 607· ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ, Λόγοι ἀσκητικοί, 85· ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ορθοδόξου Πίστεως, IV, 27. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, I. 3-4.
[18] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Λόγος παραινετικός εἰς Θεόδωρον, Ι, 11- ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, I, 5.
[19] Βλ. ΑΜΜΩΝΑ, Ἐπιστολαί, Ι, 2· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Παραμυθία ἐπί θανάτῳ, Α. 6. Λόγος παραινετικός εἰς Θεόδωρον, Α', 11.
[20] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LVIII ΑΜΜΩΝΑ, Ἐπιστολαί, 1, 2 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους ἐπιστολήν, ΜΑ', 1 1, 1-2.
[21] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LVIII ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμι λίαι εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους ἐπιστολήν, ΜΑ ́.
[22] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος προς τους πενθοῦντας, PG 46, 532 536· ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, 1, 5.
[23] BA. TEPTYΛΛIANOY, De la résurrection, XLII, 5. LV LVI. LVIII. M. ANTΩΝΙΟΥ, Επιστολαί, Δ', 1· ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατηχήσεις. Δ', 30 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς τό «ὅταν ὑποταγῇ αὐτῷ τά πάντα». Γ'. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως. Η· Παραμυθία ἐπί θανάτῳ, Α ́, 6· Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους, ΜΒ ́, 2· ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ, Επιστολαί, 607. ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Traités éthiques, I, 4.
[24] Πρβλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, L.
[25] Περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως, Η ́.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου