Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὁ Χριστός θά ἔλθει στα ἔσχατα τῶν χρόνων «μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος» (Μτθ. 25,31 24,27), βασιλεία κατά τήν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θα ζήσουν αἰωνίως σε μία οριστική πλέον κατάσταση.
Ἡ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων κηρύχτηκε ἀπό τούς Προφῆτες Ἠσαΐα (26,19), Δανιήλ (12,2-3) και κυρίως τόν Ἰεζεκιήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐντυπωσιακή προφητεία (37,1-14) διαβάζεται κατανυκτικά στούς ὀρθόδοξους ναούς στο τέλος τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου[1]. Κηρύχτηκε ἐπίσης ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό (Μκ. 12,25-26· Ιω. 5,25-29 11,25) καί τούς Ἀποστόλους του (Πρ. 4.2· 17,31-32 23,6 24,14-16 Ρωμ. 6,5. Α' Θεσ. 4,13-18 Ἑβρ. 6,2 11,35). Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ πρώτη πραγμάτωση αὐτῆς, γι' αὐτό ἄλλωστε ὁ Χριστός ἀποκαλεῖται ὁ «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1,18. Αποκ. 1,5), «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων» (Α ́ Κορ. 15,20- 23), ὄντας συγχρόνως ἡ πηγή, τό θεμέλιο καί ἡ βεβαιότητα τῆς Ἀναστάσεως (Α' Κορ. 15,12-22). Οἱ ἀναστάσεις νεκρῶν πού ἐπιτελέσθηκαν ἀπό τόν Κύριο (Μτθ. 9,23-25 Λκ. 7,11-15· Ιω. 11,17-44), ἀλλά καί ἐξ ὀνόματός Του καί διά τῆς χάρης Του ἀπό τούς Ἀποστόλους (Πρ. 9,36-42) καί τούς Ἁγίους εἶναι οἱ προγεύσεις και προτυπώσεις αὐτῆς[2]. Μολονότι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπέθαναν ἐκ νέου, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού θά ἀναστηθοῦν στά ἔσχατα δέν θά πεθάνουν ξανά, ἀφοῦ ὁ θάνατος θα συντριβεῖ ὁριστικά ἀπό τόν Χριστό (Α' Κορ. 15,26).


Ὁ χρόνος καί οἱ τρόποι τῆς Ἀναστάσεως.


Ἡ Ἀνάσταση θα λάβει χώρα κατά την Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ (Μτθ. 24,29-31 Μκ. 13,24-27 Λκ. 21,25-27), σε χρόνο πού γνωρίζει (Μτθ. 24,36) καί θά ἀποφασίσει γι' αὐτόν μόνο ὁ Θεός. Είναι διά τοῦ Χριστοῦ (Α' Θεσ. 4,14), σύν. Αὐτῷ (Α' Θεσ. 4,14) καί ἐν αὐτῷ (Α' Κορ. 15,22) καί διά τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ρωμ. 8,11)[3], πού ὁ Θεός θα δώσει ζωή στους τεθνεῶτες (Ρωμ. 8,11).
Δέν γνωρίζουμε τον τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά γίνει ἡ Ἀνάσταση, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὅλα αὐτά εἶναι ἀξιοθαύμαστα καί ἀγνοοῦμε τόν τρόπο πραγματοποιήσεώς τους, ἐνῶ γιά τόν Δημιουργό εἶναι κάτι πολύ εὔκολο καί προφανῶς ἁπλό γιά νά πραγματοποιηθεί[4]. Η διαδικασία της Αναστάσεως περιγράφεται ἀπό τόν προφήτη Ιεζεκιήλ μέ παραστατικό και συμβολικό τρόπο. Αὐτό ὅμως δέν συνεπάγεται ὅτι καί ἡ Ἀνάσταση θά ἔχει συμβολικό χαρακτήρα. Οἱ Ἀπολογητές τῶν πρώτων αἰώνων, ἀντιμετωπίζοντας τις κριτικές πού ἄσκησαν ἐπί τῆς ἐν λόγῳ διδασκαλίας ἄλλες θρησκείες, ὑπογράμμισαν ὅτι γιά τόν Χριστιανισμό ἡ Ἀνάσταση εἶναι πραγματική καί δέν ἔχει συμβολικό χαρακτήρα, ἐνῶ συγχρόνως ὅτι πρόκειται γιά ἀνάσταση τοῦ σώματος καί ὄχι ἐσωτερικῆς καί πνευματικῆς μορφῆς, ἀφορῶσα μόνο τό πνεῦμα τῶν πιστῶν. Πρίν ὅμως ἀπό αὐτούς, ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀναπτύξει μία ἐκτενή ἐπιχειρηματολογία γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἐάν δέν ὑπῆρχε ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τότε ἡ πίστη μας θά ἦταν κενή περιεχομένου (Α' Κορ. 15,1-18). Στα ρεύματα τοῦ σκεπτικισμοῦ πού διαπέρασαν τόν Χριστιανισμό τῆς Δύσεως κατά τον 20ο αι., καί ἰδιαίτερα στην τάση «ἀπομυθοποιήσεως» πού ἐπιχειρήθηκε ἀπό κάποιους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες θεολόγους, ἰδιαίτερα τόν R. Bultmann, μπορεῖ νά ἀντιπαρατεθεῖ αὐτούσια ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν Πατέρων[5], ἀφοῦ τά κύρια ἐπιχειρήματα τῆς σύγχρονης κριτικῆς εἶναι ταυτόσημα μέ αὐτά πού ἀναπτύχθηκαν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἀπό τους πολέμιους τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Σὲ αὐτούς πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος, τα στοιχεῖα τοῦ ὁποίου ὄχι μόνο ἔχουν διαλυθεί, αλλά καί φθαρεῖ καί σχεδόν ἐξαφανισθεῖ εἶναι ἀδύνατη, οἱ Πατέρες ἀντιτείνουν ὅτι γιά τόν παντοδύναμο Θεό ὅλα εἶναι δυνατά. Καί ὅτι εἶναι πιό εὔκολο γι' Αυτόν νά ἀποκαταστήσει κάτι πού ὑπῆρξε καί νά τό μεταμορφώσει, παρά νά τό δημιουργήσει, ὅπως δημιούργησε ὅλη τήν πλάση, ἐκ τοῦ μηδενός[6]. Όπως γράφει ὁ Τερτυλλιανός, εἴτε ὁ Θεός δημιούργησε ὅλα τά πλάσματα ἐκ τοῦ μηδενός, ὁπότε μπορεῖ νά βγάλει ἀπό τό μηδέν τό σῶμα πού εἶχε ἐπιστρέψει σέ αὐτό, εἴτε τά ἔπλασε μέ βάση κάποιο ἄλλο υλικό, ὁπότε μπορεῖ νά ἀνακαλέσει την σάρκα από κάπου ἀλλοῦ, ὁπουδήποτε καί ἄν αὐτή ἐνταφιάσθηκε[7]


(συνεχίζεται)


[1]  Ἡ Ἀνάσταση

[2]  Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XXXVIII.

[3] ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΛΥΩΝΟΣ, Démonstration de la foi apostolique, 42.

[4] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, 1, 10.

[5] Βλ. εἰδικότερα ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν· ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection.

[6]  Βλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ, Απολογία πρώτη, 19. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Πρὸς Αὐτόλυκον, Α ́, 8 ́ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΙ-ΙΧ· ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XI-XII. LVII· Ἀποστολικές Διαταγές, V, 7, 2. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατηχήσεις, Δ ́, 30· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, Α', 5. 7· 10· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Π ραμυθία ἐπί θανάτῳ, Β', 2-3 Υπόμνημα εἰς τήν πρώτην πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολήν, Ζ ́, 2-3. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ ́, 27- ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Ὁδηγός, 92.

[7] De la résurrection, XI.

 


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top