«Κατά το μέτρο της
έλλειψης υπάρχει και ο φόβος· γιατί εκείνος που είναι χωρίς φόβο έχει γεμίσει
από αγάπη»[1],
διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης. Αὐτό ἔχει ἐφαρμογή στήν ἀγάπη πρός τόν
πλησίον: ὅποιος ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του δέν τόν φοβᾶται πλέον. Ἀφορᾶ ὅμως
ουσιαστικότερα την πρός τόν Θεό ἀγάπη πού ἀποκλείει όλες τις μορφές τοῦ ἐγκόσμιου
φόβου καί ἰδιαίτερα τό φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση[2].
Μέσω τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος δέχεται «κάποια δύναμιν πεποιθήσεως», πού
νικά κάθε φόβο[3].
Ενώνεται μ ̓ Αὐτόν στόν Ὁποῖο ὑποτάσσονται τα πάντα καί τίποτε δέν μπορεῖ νά
τόν βλάψει[4].
Από τώρα και στο ἑξῆς, μέ τήν ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ, σε στενή σχέση μέ τό Θεό, ἀπομακρυσμένος
ἀπ' ὅλα τά γήϊνα, τά ἐξωτερικά ἤ τά ἐσωτερικά, – πού μπορεῖ νά ὑποδαυλίσουν τό
φόβο –, καί ἀπολαμβάνει τά πνευματικά ἀγαθά, τά ὁποῖα δέν εἶναι δυνατόν νά τοῦ
τά λεηλατήσει ἤ νά τοῦ ἀφαρπάσει κάποιος. Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος παρατηρεῖ: «Όσο
βρίσκεσαι μαζί με τους ανθρώπους, να περιμένεις θλίψεις και κινδύνους και
επιθέσεις από τους νοητούς ανέμους· όταν όμως φτάσεις σε εκείνα που σου έχουν
ετοιμαστεί, τότε θα είσαι άφοβος.[5]».
Πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ ὡστόσο, ὅτι ἂν ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά τείνει στη
θεραπεία του πάθους τοῦ φόβου, δέν πρέπει πάντως ν' ἀπορρίπτει κάθε φόβο από
την ψυχή του, διότι «δεν είναι κάθε φόβος πάθος»[6].
Υπάρχει ὁ ἐνάρετος φόβος, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο, ὡς μέσο
σωτηρίας, καί τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες ὀνομάζουν γιά τό λόγο τοῦτο «σωτήριον φόβον»
χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καί ἄλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ὁ συγκεκριμένος φόβος συνιστά
αὐτό πού ἡ ἀσκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θεοὔ». Ὁ φόβος-πάθος πρέπει νά ἐξαφανίζεται
καί νά παραχωρεῖ τή θέση του στόν ἐνάρετο φόβο. Καί οἱ δύο μορφές του
θεμελιώνονται πραγματικά στήν ἴδια φυσική τάση του ἀνθρώπου να φοβάται[7].
Στην πρώτη περίπτωση ὅμως ἀναφέρεται σ' αὐτό τόν κόσμο, ἀντί ν' ἀναφέρεται στο
Θεό, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τῆς ἴδια τῆς φύσης του. Εναπόκειται στόν ἄνθρωπο
νά τή μεταστρέψει καί νά τήν κατευθύνει καί πάλι πρός τό Θεό. Οἱ δύο φόβοι ἀποκλείουν
ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἐπειδή θεμελιώνονται στήν ἴδια ροπή: Ο φόβος-πάθος ἀποβάλλει
το φόβο του Θεοῦ καί ὁ τελευταῖος, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀποκτᾶ, ἀποβάλλει τον
πρώτο. Να γιατί ἕνα ἀπό τά κύρια φάρμακα τοῦ φόβου πάθους εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ
πού, ὅταν βαθμιαῖα αὐξάνει στόν ἄνθρωπο, περιορίζει τό πάθος καταλαμβάνοντας τή
θέση του. Ἔτσι ὁ Σειράχ διαπιστώνει: «Ἐκεῖνος ποὺ φοβεῖται τὸν Κύριον, δὲν θὰ
φοβηθῇ τίποτε ἄλλο καὶ δὲν θὰ δειλιάσῃ πρὸ οὐδενός, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ Κύριος
εἶναι ἡ ἐλπίς του.» (Σοφ. Σειρ. 34,14). Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στή
συνάφεια αὐτή, χαρακτηρίζει ὡς «ἄφοβον φόβον» τήν «τελείαν τοῦ θανάτου αἴσθησιν»,
πού ἐκτοπίζει κάθε ἄλλο φόβο ἀπό τόν ἄνθρωπο], ὑπενθυμίζοντας το φόβο τοῦ Θεοῦ
γράφει ὅτι ὁ φόβος τοῦτος ἀποβάλλει κάθε ἄλλο φόβο[8]. Ὁ ἴδιος
παρατηρεῖ ἐπιπλέον: «Όποιος έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθεί μόνο τον δικό
του Δεσπότη· ενώ εκείνος που δεν τον φοβάται ακόμη, πολλές φορές φοβάται και τη
σκιά του.[9]».
Ὁ Ἀββᾶς Σεραπίων ἐπισημαίνει ὅτι «Ο άνθρωπος, αν προσέχει ενώπιον του Θεού με
φόβο κάθε ώρα, τίποτε από τον εχθρό δεν μπορεί να τον εκφοβίσει.[10]».
Από την πλευρά του ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Αυτός που
φοβάται τον Θεό δεν φοβάται τις ορδές των δαιμόνων ούτε τις ασθενικές επιθέσεις
τους, αλλά ούτε και τις κακές απειλές των ανθρώπων.[11]».
Ο φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώδης ἀρετή ἀπό πολλές ἐπόψεις.
Στήν Ἁγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις γιά τήν ἀρετή αυτή[12]· οἱ Πατέρες
πάλι παρουσιάζουν ὡς προϋπόθεση σωτηρίας τό νά τή διαθέτει ὁ ἄνθρωπος[13].
Ὁ Ἅγιος Κασσιανός γράφει ὅτι ἀρχή τῆς σωτηρίας μας καί τῆς σοφίας μας ἀποτελεῖ,
σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, «ὁ φόβος τοῦ Κυρίου»[14]. Καί ὁ Ἅγιος
Βαρσανούφιος ἀναφέρει: «Εάν δεν φανερώσουμε με έργα τη μνήμη του φόβου του Θεού
και την κατάνυξη που προέρχεται από αυτήν, κατακρινόμαστε.[15]». Ἀπό τήν
πλευρά του, ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ βεβαιώνει: «Αρχή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ
φόβος τοῦ Θεοῦ»[16].
[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 30, 10.
[2] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.
[3] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.
[4] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστολή, 137.
[5] . ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 8.
[6] ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματεῖς, 2, 8, 40.1.
[7] Στοιχεῖο πού ἐπιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθῶμεν τόν Κύριον ὡς τά θηρία». Ἡ διατύπωση αυτή χρησιμοποιεῖται ἰδιαί τερα από δύο ἀπό τούς μεγαλύτερους δασκάλους τῆς ἄσκησης: τούς Ἁγίους Μακάριο Αἰγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αἰθίοπες Πατέρες 417) καί Ἰωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ, 1, 27). Βλ. ἐπίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή, XV, 127.
[8] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 6, 11. Πρβλ. 16.
[9] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 10. Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 100.
[10] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων, 3.
[11] ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα, 1, 68. Πρβλ. 69.
[12] Γιά τήν Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22- 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β ́ Κορ. 5,117,1. Ἐφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α ́ Πέτρ. 1,17 2,17. Αποκ. 14,7 15,4 19,5.
[13] Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ λογή, Εὐπρέπιος, 6.
[14] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De
institutis coenobiorum, 4, 43.
[15] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 397.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου