Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (5)

 

Η αδυναμία ενός παντοδύναμου Θεού

Η ιδέα ενός παντοδύναμου Θεού περιορίζεται από τις ατέλειες κάθε προκατασκευασμένου σχήματος. Το κακό γίνεται ένα είδος σκιάς που ενισχύει το φως, ένα αναπόφευκτο ελάττωμα της δημιουργίας, το οποίο ο Θεός ανέχεται χωρίς να αναγνωρίζει τον εαυτό Του ως υπεύθυνο γι’ αυτό...
Η περικοπή της προς Φιλιππησίους επιστολής (2, 6-11) αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της αληθινής αλλοτρίωσης του Θεού από τον ίδιο Του τον εαυτό:
«Αλλ’ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών... γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού». Η θεία παντοδυναμία «κενώνεται» εκουσίως, παραιτείται από κάθε δύναμη, αλλά κυρίως από τη βούληση για δύναμη. Το «ήλθα για να σας διακονήσω» εκφράζει μια ριζική ετερότητα σε σχέση με τις ανθρώπινες αντιλήψεις. Ο Θεός είναι πολύ περισσότερο από Αλήθεια, διότι με την Ενανθρώπηση γίνεται Άλλος, εκκενώνοντας τον εαυτό Του.
Η παντοδυναμία εκείνου του manikos eros — του «παράφορου» ή «τρελού έρωτα» του Θεού — δεν αρκείται μόνο να καταστρέψει το κακό και τον θάνατο, αλλά, ακόμη περισσότερο, τα προσλαμβάνει: «θανάτω θάνατον πατήσας». Το φως Του αναβλύζει από μια Αλήθεια σταυρωμένη και αναστημένη.
Μπροστά στον πόνο των αθώων, των παιδιών που γεννιούνται με βαριές αναπηρίες, των παράλογων δυστυχημάτων, μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποδοθεί στον Θεό η υπερπαράδοξη έννοια μιας ανίκητης αδυναμίας. Η μόνη επαρκής απάντηση είναι να πούμε ότι «ο Θεός είναι αδύναμος», ότι δεν μπορεί παρά να υποφέρει μαζί μας και ότι ο πόνος είναι «ο άρτος που ο Θεός μοιράζεται με τους ανθρώπους». Αδύναμος βεβαίως, όχι ως προς την τυπική παντοδυναμία Του, αλλά ως προς την Αγάπη, για χάρη της οποίας παραιτείται ελεύθερα από τη δύναμή Του. Αυτή η αδυναμία εκφράζει, κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, την «τρελή αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο».
Ο φοβερός και απαθής Θεός ορισμένων θεολόγων, χαμένων μέσα στις έννοιες της Παλαιάς Διαθήκης, αποδεικνύεται στην πραγματικότητα Πατέρας που υποφέρει:
«Ο Πατέρας είναι η Αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η σταυρωμένη Αγάπη, το Άγιο Πνεύμα είναι η ανίκητη δύναμη του Σταυρού». Μυστήριο της σταυρωμένης Αγάπης, λουσμένο στο φως του πασχαλινού πρωινού· «αδυναμία» που θριαμβεύει επί του θανάτου και του άδη. 
Το μυστήριο αυτό είχε ήδη προαισθανθεί το μυστικό ρεύμα της ιουδαϊκής σκέψεως. Ο ραββίνος Μπαρούχ προσπαθεί να δείξει ότι ο Θεός είναι σύντροφος της εξορίας, ένας εγκαταλελειμμένος μοναχικός, ένας άγνωστος ξένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Μια ημέρα, ο εγγονός του έπαιζε κρυφτό με ένα άλλο παιδί. Κρύφτηκε, αλλά το άλλο παιδί δεν θέλησε να τον ψάξει και έφυγε. Το παιδί, κλαίγοντας, πήγε να παραπονεθεί στον παππού του. Τότε ο ραββίνος Μπαρούχ αναφώνησε, με δάκρυα και ο ίδιος στα μάτια: «Το ίδιο λέει και ο Θεός: Εγώ κρύβομαι, αλλά κανείς δεν έρχεται να Με αναζητήσει...»
Ή ένα άλλο, εξίσου συγκλονιστικό ρητό: «Το θείο έλεος είναι η μετάνοια του Θεού». Με αυτήν την έννοια μπορεί να γίνει λόγος για την «αδυναμία» του Θεού.
Ένας άγιος είπε κάποτε σε ένα παιδί: «Βλέπεις, αν μπορούσες να παίξεις με τον Θεό, αυτό θα ήταν το πιο θαυμαστό πράγμα που έγινε ποτέ. Όλοι Τον παίρνουν τόσο σοβαρά, ώστε μας φαίνεται πως κοντά Του πεθαίνεις από ανία... Παίξε με τον Θεό, παιδί μου. Είναι ο ύψιστος σύντροφος του παιχνιδιού...»
Η αδυναμία του Θεού αντιστοιχεί στην ανθρώπινη αδυναμία. Ο άγιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για τον μαθητή του, ο οποίος είχε αρνηθεί τον Χριστό. Ο Κύριος τού εμφανίσθηκε και του είπε: «Δεν γνωρίζεις ότι εκείνος Με αρνήθηκε;» Καθώς όμως ο άγιος σπλαχνιζόταν ακόμη περισσότερο και προσευχόταν θερμότερα για τον μαθητή του, ο Κύριος τού είπε: «Παΐσιε, έγινες ένα μαζί Μου εξαιτίας της αγάπης που έχεις...»


Το μυστήριο της σιωπής

Τι μπορείς να πεις σε έναν άθεο που ζητά αποδείξεις; Ένα μόνο πράγμα: μόλις ο άνθρωπος εισέλθει στον εαυτό του, ανακαλύπτει ξανά την αληθινή σιωπή και αισθάνεται μια προσμονή που έρχεται από τον «Πατέρα, ο βλέπων εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6, 6). Ο Πατέρας μιλά μέσω του Υιού, μέσω του Λόγου. Αυτός ο Λόγος δεν κατακλύζει τον άνθρωπο, αλλά απλώς μαρτυρεί την εγγύτητά Του: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω» (Αποκ. 3, 20).
Εδώ έχουμε κάτι απείρως μεγαλύτερο από κάθε απόδειξη: μια εκκωφαντική βεβαιότητα, μια ακλόνητη σιγουριά. Ο Θεός υπάρχει, είναι παρών· «ο φίλος του Νυμφίου ακούει τη φωνή Του και η χαρά του είναι μεγάλη». Ο Ιησούς ζητεί από τους μαθητές Του να χαίρονται δεχόμενοι αυτή τη μεγάλη χαρά, της οποίας οι λόγοι βρίσκονται πέρα από τον άνθρωπο, επειδή ανήκουν στην αντικειμενική ύπαρξη του Θεού, δηλαδή στην τριαδική μακαριότητα. Ο Θεός λέει: «Αγάπη αιωνία ηγάπησά σε» (Ιερ. 31, 3), και: «ως χαίρει νυμφίος επί νύμφη, ούτως χαρήσεται επί σοι ο Θεός σου» (Ησ. 62, 5).
Η σιωπή είναι η περίοδος της αναμονής πριν από τα Χριστούγεννα, χρόνος προσδοκίας «ενώ είναι ακόμη νύχτα», επαγρύπνηση για το απρόσμενο· διότι, όπως λέει ο Ηράκλειτος: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα συναντήσεις το ανέλπιστο». Όταν λείπει η ελπίδα, το στόμα αποκτά τη γεύση του μηδενός· όμως η απόγνωση βρίσκεται ήδη στο κατώφλι της ελπίδας. Φαίνεται ότι ο Χριστός είπε σε έναν σύγχρονο γέροντα: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι». Μόνον η σιωπή μπορεί να μας κάνει να κατανοήσουμε τον λόγο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «Η αγάπη του Θεού και η αγάπη του ανθρώπου είναι οι δύο όψεις μιας ολοκληρωμένης αγάπης». Η σιωπή σκεπάζει τη γη της ειρήνης με έναν αμέτρητο ψίθυρο: «Δέξου με λοιπόν, Κύριε, γιατί όλα είναι δικά Σου, αρχίζοντας από εμένα».
Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λύνει το δίλημμα ανάμεσα στον ενεργητικό και τον θεωρητικό βίο λέγοντας: «Απόκτησε εσωτερική ειρήνη και ησυχία, και τότε πλήθη ανθρώπων θα σωθούν μαζί σου». Οι Πατέρες λέγουν ότι ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους «εν σιωπή». Γι’ αυτό ο Θεός καθοδηγεί τους σιωπηλούς, ενώ οι άγγελοι γελούν με όσους ταράζονται αδιάκοπα. «Κύριος πολεμήσει υπέρ υμών, υμείς δε σιωπήσετε» (Έξ. 14, 14). Μια ιδιαίτερη σιωπή, η οποία είναι και αυτή ένας αγώνας για την καθαρότητα και τη διαφάνεια εκείνων των καρδιών που είναι ικανές να γνωρίσουν και να χαρούν τη νίκη του Θεού. «Και έκλεισε Κύριος ο Θεός την κιβωτόν έξωθεν του Νώε» (βλ. Γεν. 7, 16), ώστε η ησυχία του να τον προετοιμάσει για τη σύναψη της Διαθήκης. Το ίδιο συνέβη και με τον Ιωνά ή τον Ιώβ, των οποίων ο Κύριος «σκέπασε τα χείλη» (Ιώβ 40, 4), ώστε να δεχθούν πιο άξια το Ρήμα, τον ζωοποιό Λόγο.
Στην Αποκάλυψη (8, 1) παρουσιάζεται η σιωπή όλων των ουρανίων Δυνάμεων ενώπιον των εσχάτων αποκαλύψεων. Όταν ο Ζαχαρίας έχασε τη φωνή του και έγινε σιωπηλός, όλος ο λαός κατάλαβε ότι ο Θεός του είχε εμφανισθεί (Λουκ. 1, 20-22).
Ο Ιππόλυτος Ρώμης, περιγράφοντας τη χειροτονία, αναφέρει ότι κατά την «επίθεση των χειρών» ζητείται από όλους να σιωπούν, propter descensum Spiritus («εξαιτίας της καθόδου του Πνεύματος»). Τη στιγμή της καθόδου του Αγίου Πνεύματος, όλοι σιωπούν.
Μια μεγάλη σιωπή περιβάλλει τον κόσμο τη Μεγάλη Παρασκευή. Αφού αναγγέλλεται ο θάνατος του Θεού, ο κόσμος μοιάζει να βυθίζεται στη σιωπή του Μεγάλου Σαββάτου.
Κατά τους Πατέρες, πριν λάβεις τις διδασκαλίες του Λόγου, πρέπει να μάθεις να ακούς τη σιωπή Του, την οποία ο Ισαάκ ο Σύρος ονομάζει «γλώσσα του μέλλοντος αιώνος». Εδώ η σιωπή σε καθιστά εσωτερικά μέτοχο του Λόγου. Μια μετοχή που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει παρά μόνο σιωπώντας. Μέσα σε μια τέτοια σιωπή και στη βασιλική ελευθερία του πνεύματός του, ο άνθρωπος καλείται να απαντήσει στο στοιχειώδες ερώτημα: ποιος είναι ο Θεός; Και τότε ο Γρηγόριος Νύσσης ψιθυρίζει μόλις ακουστά: «Εσύ, η αγάπη της ψυχής μου...».


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ





 


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή



Εισαγωγικό σημείωμα

Κάποιο βράδυ της προτελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η νεαρή Ρωσίδα Α.Ι. Κουγκούσεβα, καλεσμένη σε ετήσια χοροεσπερίδα, στροβιλιζόταν ανέμελα στην πίστα μιας αίθουσας χορού. Εκεί, ξαφνικά και παράδοξα, είχε μιαν αστραπιαία «θέα» της αθανασίας της ψυχής. Η νοερή εκείνη όραση την έκανε μέσα σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα όχι μόνο του χορού της, μα και όλων των επίγειων πραγμάτων.

Στην καρδιά της τότε γεννήθηκε ένα αίσθημα αποστροφής για καθετί κοσμικό. “Είναι αυτό φυσιολογικό, ή μήπως αποτελεί νοσηρή ανάσχεση της επιθυμίας για μιαν ευτυχισμένη ζωή στον κόσμο;”, έγραφε μετά τη συγκλονιστική εμπειρία της στον όσιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894)[1], με τον οποίο η ευσεβής οικογένεια της διατηρούσε πνευματικούς δεσμούς. Το ερώτημά της έγινε η αφορμή μιας αλληλογραφίας με θέμα την πνευματική ζωή, τους αναγκαίους όρους της και τον τρόπο προσαρμογής της ψυχής στις αρχές της.

Οι ογδόντα επιστολές του οσίου Θεοφάνους προς τη νέα εκείνη, που έγινε τελικά μοναχή, συνεκδόθηκαν αργότερα και κυκλοφορήθηκαν ως βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο πραγματικά συναρπαστικό, καθώς στις σελίδες του η ζωντάνια και η χάρη του επιστολογραφικού λόγου συνδυάζονται έξοχα με το παραδείσιο άρωμα του ορθόδοξου αγιοπνευματικού ήθους.

 


[1] Βιογραφικά στοιχεία του οσίου μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην έκδοση: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Απάνθισμα Επιστολών, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2011, σελ. 11-14.

 

 

1. Αλληλογραφία με θέμα την πνευματική ζωή

Πριν φύγεις για τη Μόσχα, συμφωνήσαμε να αλληλογραφήσουμε, για να εξετάσουμε τι είναι αυτό που σου χρειάζεται περισσότερο. Περίμενα, φυσικά, ότι θα μ’ ενημέρωνες για το τι έκανες και πως τακτοποιήθηκες. Περίμενα, περίμενα… και περιμένω ακόμα. Τόσος καιρός πέρασε, και είδηση καμιά δεν έχω. Έπαθες τίποτα; Μήπως δεν είσαι καλά στην υγεία σου; Η Παναγία να σε σκεπάζει. Μήπως άλλαξε κάτι μέσα σου; Η μήπως φοβάσαι ότι η αλληλογραφία μας θα με κουράσει;

Αν συμβαίνει το τελευταίο, βγάλ’ το από το νου σου. Δεν μου είναι κουραστικό να γράφω για πνευματικά ζητήματα. Απεναντίας, μάλιστα, αυτό μου δίνει πολλή ευχαρίστηση, καθώς είναι κάτι το διαφορετικό μέσα στη στερεότυπη καθημερινότητα μου. Όταν δεν το κάνω, νιώθω πίστεψε με ζημιωμένος. Ναι, έτσι ακριβώς νιώθω, μολονότι δεν θα προσπαθήσω να το εξηγήσω.

Δεν είναι ώρα τώρα για να σε συμβουλέψω. Μόνο θα σε παρακαλέσω: Γράψε μου. Μην περιμένεις, βέβαια, από μένα καμιά μεγάλη σοφία. Απλώς θα εξετάσουμε μαζί τις πλευρές της ζωής που είναι άξιες λόγου. Αυτό θα σε ωφελήσει πολύ, γιατί θα ξυπνήσει μέσα σου τη μνήμη του πνευματικού κόσμου. Και τότε ίσως η προσοχή σου να επικεντρωθεί σ’ αυτόν τον κόσμο με θέρμη και ιδιαίτερη ενεργητικότητα. Να το καλό που θα προκύψει! Γιατί τα όποια προβλήματα μας προέρχονται σχεδόν πάντα όχι τόσο από κακή θέληση και μοχθηρή καρδιά, όσο από έλλειψη ζήλου και ενδιαφέροντος για όσα είναι άξια της προσοχής μας.

Γράψε μου.

 

2. Ευθύτητα και ειλικρίνεια στην αλληλογραφία. Η ματαιότητα της κοσμικής ζωής

Έκανα ένα σωρό υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, και τώρα αποδεικνύεται πως ήταν αδιάθετη η γιαγιά σου. Γιαγιά: μια θριαμβική λέξη! Για τα εγγόνια δεν υπάρχει μέρος πιο ζεστό από την αγκαλιά της γιαγιάς. Και για τη γιαγιά δεν υπάρχουν πλάσματα πιο αγαπητά από τα καλά της εγγόνια. Ας ευχαριστούμε τον Θεό γι’ αυτό,

Να παραστέκεσαι στη γιαγιά σου. Και ν’ ακούς με προσοχή ότι λέει. Οι γερόντισσες έχουν σοφία αποκτημένη από τις εμπειρίες και τους μόχθους της ζωής. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, συχνά μας δίνουν με απλά λόγια μαθήματα τόσο σοφά, που ποτέ δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε από τα βιβλία, ακόμα κι αν ψάχναμε ολόκληρες βιβλιοθήκες.

Δικαιολογημένα, επομένως, καθυστέρησες να μου γράψεις. Θα έπρεπε, ωστόσο, να υποβληθείς σ’ ένα επιτίμιο, μικρό έστω, για να διορθωθείς. Μα θαρρώ πως θα ποθήσεις περισσότερο τη διόρθωση σου, αν, αντί να σε επιτιμήσω, σε ευχαριστήσω τόσο για το ότι μου έγραψες, όσο και για όσα μου έγραψες. Έτσι, λοιπόν, σ’ ευχαριστώ!

Υπόσχεσαι να είσαι ειλικρινής. Ωραία! Η ευθύτητα είναι η σπουδαιότερη και αναγκαιότερη προϋπόθεση μιας αλληλογραφίας σαν τη δική μας. Αλλιώς δεν θα υπήρχε καν λόγος να την αρχίσουμε. Γράφε πάντα ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές. Γράφε ότι έχεις στο νου σου και φρόντιζε να διατυπώνεις με πληρότητα τα ερωτήματα σου. Μόνο έτσι μπορούν να βρεθούν λύσεις, λύσεις που θα γίνουν αποδεκτές αβίαστα από την ψυχή σαν το νερό της βροχής που πίνει η διψασμένη γη.

Αυτή είναι η πιο απλή μέθοδος τόσο για ν’ αποκτήσουμε όσο και για να συγκρατήσουμε σταθερά στο νου μας οποιεσδήποτε ιδέες, προπάντων εκείνες που ρίχνουν φως σε ζητήματα για τα οποία πρέπει να έχουμε μέσα μας μια ξεκάθαρη εικόνα.

Ποια θα ήταν η ωφέλεια, αν σου έγραφα για κάποιο θέμα, τη στιγμή που εσένα σε απασχολεί ίσως ένα άλλο; Σκέψου δυο ανθρώπους που συνομιλούν με τις πλάτες τους γυρισμένες, και ο καθένας περιγράφει ότι έχει μπροστά στα μάτια του. Ε, τέτοια περίπου θα ήταν και η δική μας συζήτηση. Τι συζήτηση, δηλαδή; Κούφια λόγια!

Έχουμε ήδη καταλήξει, νομίζω, στο ότι δεν μας ενδιαφέρουν οι αφηρημένες έννοιες, τα σχέδια και οι θεωρίες. Θ΄ ασχοληθούμε με περιστατικά της καθημερινής ζωής. Κι έτσι θα προχωρήσουμε βήμα-βήμα.

Γράφεις, λοιπόν: “Τα έχω χάσει. Δυο μέρες περίπου σεργιανάω στην πόλη. Πήγα πρώτα στο θέατρο, ύστερα σε μια γιορτή, μετά σ’ ένα πάρτι. Τι σόι κόσμος είν’ αυτός, με τα τόσα πράγματα που συζητούν, με τις τόσο αντιφατικές γνώμες που έχουν για το καθετί, με τους τόσο διαφορετικούς τρόπους; Όλα μου είναι ξένα. Ποτέ δεν θα μπορέσω να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου μέσα σ’ έναν τέτοιο συρφετό”.

Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκες σε παρόμοιο περιβάλλον. Θα το συνηθίσεις. Η εντύπωση που αποκόμισες ήταν ένα απόλυτα φυσικό επακόλουθο της ήσυχης και απλής οικογενειακής ζωής σου στο χωριό. Εκεί διαμορφώθηκε η αντίληψη και η κρίση σου για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, τι σωστό και τι λαθεμένο στη ζωή, μολονότι δεν ξέρω τι ακριβώς έχει διατηρηθεί μέσα σου από το παρελθόν. Δεν είναι απίθανο, πάντως, στο βάθος της ψυχής σου να υπάρχει μια συμπάθεια γι’ αυτά τα πράγματα. Ίσως επιθυμείς να τα ξαναγευθείς, όσο κι αν επιφανειακά τα αποδοκιμάζεις.

Η ζωή, που ένα μικρό μέρος της αντίκρισες ήδη, έχει στοιχεία αποχαυνωτικά. Και όσοι ζουν έτσι, βλέπουν ότι όλα δεν είναι όπως φαίνονται. Έλα, όμως, που έλκονται από τη ζωή αυτή! Έλκονται όπως ένας ναρκομανής, που, μολονότι ξέρει που θα καταλήξει, παίρνει τη δόση του σαν μανιακός, περιφρονώντας τα πάντα – ή μάλλον την παίρνει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο!

Πώς είσαι; Μήπως σε τραβάει ακόμα εκείνος ο τόπος; Μήπως θα σου άρεσε να ζήσεις έτσι; Σκιαγράφησε μου, σε παρακαλώ, μια μικρή εικόνα. Και να είσαι ειλικρινής, όπως υποσχέθηκες.

 

3. Η κενότητα και η μονομέρεια της κοσμικής ζωής

Πόση χαρά μου έδωσες με την απάντηση σου! “Δεν με τραβάει καθόλου μια τέτοια ζωή. Απεναντίας μου προξενεί αηδία. Πριν περάσει μια μέρα, ένιωθα τσακισμένη. Η ψυχή μου ήταν μαραζωμένη, γεμάτη μελαγχολία. Δεν μπορούσα καλά-καλά να κρατηθώ στα πόδια μου. Με πολλή δυσκολία συνήλθα”.

Γιατί, λοιπόν, δεν μου τα έγραψες αυτά στο προηγούμενο γράμμα σου; Με τη σιωπή σου μ’ έκανες να υποθέσω χίλια δυο πράγματα, ακόμα και πως έλιωνες ίσως από κάποιον κρυφό ερωτικό καημό.

Ο Θεός να δώσει, ώστε να παραμείνει για πάντα μέσα σου αυτή η διάθεση, η απόρριψη της κοσμικής ζωής και των απολαύσεων της. Υπάρχει, όμως, και ή πιθανότητα να την αγαπήσεις. Αν θέλεις ν’ αποφύγεις αυτόν τον κίνδυνο, θα πρέπει να μείνεις μακριά από μια τέτοια ζωή. Γιατί μπορεί τη δεύτερη φορά να σου φανεί λιγότερο βλαβερή, λιγότερο δυσάρεστη την τρίτη φορά, ακόμα λιγότερο και μετά την τρίτη, δεν θα σου φαίνεται πια καθόλου άσχημη.

Είναι, βλέπεις, σαν τη βότκα: Με το πρώτο ποτήρι, λένε, σπας μόνο τους φραγμούς• με το δεύτερο, πετάς στα ύψη σαν αετός• και μετά το τρίτο, δεν κάνεις πια τίποτ’ άλλο παρά να γεμίζεις το ποτήρι σου…

Τι συμβαίνει, όταν επισκεφθεί κανείς μια καπνοβιομηχανία; Τα μάτια του τσούζουν, η μύτη του τρέχει, η αναπνοή του κόβεται. Όσοι όμως εργάζονται εκεί, δεν αισθάνονται απολύτως τίποτα. Μα κι ο επισκέπτης, αφού μείνει στο χώρο του εργοστασίου για ένα μικρό διάστημα, δεν σφίγγει πια τα μάτια του, δεν φτερνίζεται, δεν βήχει τόσο πολύ. Και ύστερ’ από κάμποση ώρα, προσαρμόζεται απόλυτα στο περιβάλλον. Πρόσεξε, λοιπόν, μη σου συμβεί κάτι παρόμοιο!

Πρόλαβες, όμως, μιαν  ερώτηση μου. “Δεν νομίζω”, λες, “ότι θα συμβιβαστώ ποτέ με μια τέτοια ζωή. Για τι, εξετάζοντάς την προσεκτικά, διαπιστώνω πως δεν πρόκειται για ζωή. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά έχω μέσα μου την ακλόνητη πεποίθηση ότι αυτή είναι η αλήθεια. Βλέπω κίνηση και θόρυβο, ζωή όμως όχι. Και η ραπτομηχανή μου κινείται. Κάνει κι αυτή θόρυβο. Τι λογής ζωή, όμως, έχει μέσα της;”.

Το κοφτερό μυαλουδάκι σου κατέβασε μιαν  έξοχη ιδέα. Τώρα μπορώ να θεωρήσω πως η κατάσταση σου γεννάει πολλές ελπίδες. Τα αισθήματα, βέβαια, είναι ασταθή, αλλάζουν. Όταν όμως, μια σημαντική και θεμελιώδης ιδέα έρχεται να στηρίξει ένα αίσθημα, τότε αυτό ισχυροποιείται, για να ισχυροποιήσει με τη σειρά του και την ιδέα. Έτσι και τα δυο μαζί γίνονται σαν ένα φρούριο. Και, για να έρθουμε στη δική σου περίπτωση, πως θα υψωθεί και θα οχυρωθεί αυτό το φρούριο;

Πρώτα – πρώτα, αν κατανοήσεις σε βάθος το γιατί μια τέτοια ζωή ουσιαστικά δεν είναι ζωή. Αν συνεχίσουμε το διάλογο μας, τότε, στην κατάλληλη ώρα, θα σου το εξηγήσω με κάθε λεπτομέρεια. Προς το παρόν όμως, σου λέω τούτο μόνο: Δεν είναι ζωή, γιατί δεν καλύπτει και δεν καλλιεργεί όλες τις πλευρές του ανθρώπου, αλλά μονάχα ένα μικρό μέρος τους, και μάλιστα το πιο ασήμαντο. Δεν αγγίζει καν το κέντρο της φύσεως του ανθρώπου.

Η ανθρώπινη φύση, και συνακόλουθα η ανθρώπινη ζωή, είναι σύνθετη και πολυμερής. Έχει τη σωματική, τη διανοητική και την πνευματική της πλευρά. Καθεμιά, πάλι, από τις πλευρές αυτές έχει τις δυνάμεις της, τις ανάγκες της και τους τρόπους της. Έχει ακόμα την ενάσκηση και την ικανοποίηση όλων αυτών των στοιχείων.

Όταν, λοιπόν, όλες οι δυνάμεις μας είναι σε ενέργεια και όλες οι ανάγκες μας ικανοποιούνται, τότε μόνο ζούμε πραγματικά. Όταν αντίθετα, ένα μικρό μόνο μέρος των δυνάμεών μας ενεργεί και ένας μικρός μόνο αριθμός των αναγκών μας ικανοποιείται, ζωή δεν υπάρχει μέσα μας. Και ξέρεις γιατί;

Είναι απλό: Όλα τα στοιχεία, όλες οι δυνάμεις που διαθέτει ή ανθρώπινη φύση, πρέπει να λειτουργούν σαν μια ενότητα, σε ομαλή συνεργασία και αλληλεξάρτηση όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη ραπτομηχανή σου, που βρίσκεται σε κίνηση όταν όλα τα τμήματα της κινούνται. Σταμάτα τη λειτουργία ενός εξαρτήματος, και η μηχανή ακινητοποιείται. Δεν «ζει».

Μα και ο άνθρωπος δεν ζει, όταν το καθετί μέσα του δεν βρίσκεται σε κίνηση, σε ενέργεια. Με τη μόνη διαφορά, ότι η αδράνεια της «ζωής» μιας μηχανής, η διακοπή δηλαδή της λειτουργίας της, γίνεται αμέσως αντιληπτή, ενώ η αδράνεια της ζωής του ανθρώπου είναι αφανής και αθέατη. Και ο άνθρωπος βρίσκεται σε αδράνεια, δεν ζει αληθινά, όταν μια μόνο πλευρά της ζωής του λειτουργεί και ελάχιστες μόνο ανάγκες του ικανοποιούνται. Τότε είναι ακριβώς σαν μια μηχανή σε ακινησία, μόνο που αυτό, όπως είπα, δεν φαίνεται.

Ποιες δυνάμεις και ποια όργανα χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο που ζει μια κοσμική ζωή; Χρησιμοποιούνται τα χέρια, τα πόδια, η γλώσσα, τα μάτια, τ’ αυτιά, η όσφρηση, η αφή, η μνήμη, η φαντασία, η νοημοσύνη… Τα περισσότερα απ’ αυτά αντιπροσωπεύουν την κατώτερη πλευρά του ανθρώπου, την πλευρά που είναι κοινή στον άνθρωπο και στα ζώα.

Η ζωή των ζώων εξαντλείται στην ικανοποίηση μιας μόνο ανάγκης. Το διαπιστώνει κανείς εύκολα, αν παρατηρήσει τις προβατίνες με τ’ αρνάκια τους να βόσκουν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Πέρα απ’ αυτές τις δυνάμεις, όμως, υπάρχουν στον άνθρωπο δυο-τρία ακόμα «στρώματα» δυνάμεων μ’ έναν κεντρικό άξονα.

Για σένα, τώρα, μπορεί μια τέτοια μονόπλευρη ζωή να είναι αληθινά ζωή; Η διαίσθηση σου ήδη σε πληροφόρησε ότι δεν είναι. Θα σου φανερώσω τον κυριότερο λόγο για τον οποίο πραγματικά δεν είναι.

Ίσως να μην τον βλέπεις ακόμα τόσο καθαρά, θα τον διακρίνεις όμως σε γενικές γραμμές. Τις λεπτομέρειες θα τις αντιληφθείς με τον καιρό. Γιατί πιστεύω ότι καθετί σπουδαίο και μεγάλο, καθετί πραγματικά ωφέλιμο, προκύπτει από την ίδια τη συγκρότηση της φύσεως του ανθρώπου και συντελεί στην εκπλήρωση του προορισμού της.

Για να ζούμε, λοιπόν, αληθινά, είναι απαραίτητο να ζούμε με τον τρόπο που καθόρισε ο Θεός, όταν μας έπλασε. Αν δεν ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, μπορώ αδίσταχτα να πω, ότι δεν ζούμε καθόλου. Σε παρακαλώ να αρκεστείς προς το παρόν σ’ αυτό μονάχα.

 

4. Στέρηση της ελευθερίας, υποκρισία και εγωισμός: μόνιμα χαρακτηριστικά της κοσμικής ζωής

Στο προηγούμενο γράμμα μου δεν αναφέρθηκα σε κανένα από τα ζητήματα που είχες θέσει, γι’ αυτό σου στέλνω τώρα μια συμπληρωματική επιστολή.

«Άλλο ένα πράγμα που παρατηρώ», γράφεις, «είναι το πως τρέχουν όλοι με κομμένη ανάσα πέρα δώθε, κυνηγώντας, θαρρείς, κάτι που ποτέ δεν καταφέρνουν να πιάσουν. Τι φασαρία, τι αναβρασμός, τι πήγαιν’ έλα είν’ εκείνο που βλέπω, όποτε περνάω από πολυσύχναστο δρόμο! Διαπιστώνω, όμως, ότι το ίδιο συμβαίνει και στα σπίτια, ίσως και μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Τα ’χω χαμένα! Μπορεί κανείς, αλήθεια, να ζει μ’ αυτόν τον τρόπο;…

»’Παρατηρώ, επίσης, το πως καταναγκάζουν και καταπιέζουν ο ένας τον άλλο. Κανένας δεν έχει τη δική του βούληση. Κανένας δεν είναι ελεύθερος. Δεν τολμάς να ντυθείς όπως θα ’θελες, να φερθείς όπως θα ’θελες, να πεις ότι θα ’θελες. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις από τους υπόλοιπους. Ότι κάνουν, επιβάλλεται από έναν άγραφο νόμο, ένα νόμο στον οποίο όλοι υποτάσσονται, ένα νόμο, ωστόσο, που κανένας δεν ξέρει το πως καθιερώθηκε, μα ούτε και το πως να τον αποφύγει. Μ΄ αυτόν τον τρόπο αλληλοβασανίζονται. Δεν τολμάς ν’ ακούσεις κανέναν – τι θλιβερό!

»’Εγώ, π.χ., τα καταφέρνω στο τραγούδι. Όταν μπορώ να τραγουδήσω, τότε το τραγούδι είναι πραγματική απόλαυση και για μένα και για τους ακροατές. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που, είτε μπορώ είτε όχι, αναγκάζομαι να τραγουδήσω. Και το κάνω, γιατί το επιβάλλει ο «νόμος» της ευγένειας. Η άρνηση μου θα είναι αντίθετη σ’ αυτόν το «νόμο».

»Έτσι, λοιπόν, τραγουδάω, μολονότι μου είναι αφόρητο: Το στήθος μου τσακίζεται, αλλά πιέζομαι, για να δείξω ότι τραγουδάω με κέφι. Το έχω παρατηρήσει και σε άλλους αυτό. Ε, να ποια είναι η ελευθερία μας! Εξωτερικά όλοι φαινόμαστε ελεύθεροι άνθρωποι• ελεύθεροι, που είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα!

»Με αφορμή αυτή την παρατήρηση, άρχισα να εξετάζω συστηματικά, αν οι άνθρωποι κάνουν με την καρδιά τους όλα όσα κάνουν. Και το αποτέλεσμα; Δεν ξέρω αν πέφτω έξω͵ αλλά τίποτα δεν είδα να γίνεται με ειλικρινήεγκαρδιότητα και αυθόρμητη διάθεση. Κενές αβρότητες, πρόθυμες τάχα εξυπηρετήσεις, εκφράσεις αλληλοθαυμασμού και αλληλοεκτιμήσεως μα όλα συμβατικά και επιφανειακά.

»Πίσω από τη βιτρίνα, κάτω από την εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά, την τόσο λεπτή και ευγενική, κρύβεται ένα εντελώς διαφορετικό πνεύμα, ένα πνεύμα, που, αν ερχόταν ποτέ στο φως, θα διαπιστώναμε ότι στην πραγματικότητα όχι μόνο λεπτό δεν είναι, μα ούτε καν υποφερτό.

»’Τελικά, λοιπόν, τι αποδεικνύεται; Ότι οι κοσμικές συγκεντρώσεις μας δεν είναι παρά συναθροίσεις ηθοποιών που υποκρίνονται. Τι κωμωδία!

»Τη μεγαλύτερη έκπληξη, όμως, μου την προξενεί η γενική ψυχρότητα που βλέπω γύρω μου. Πώς μπορούν να δείχνουν όλοι ότι είναι φίλοι μεταξύ τους, έτοιμοι να προσφέρουν στους άλλους ακόμα και το πουκάμισο τους, βαθύτερα όμως να έχουν τόση ψυχρότητα;»’.

Οι διαπιστώσεις σου είναι απόλυτα σωστές. Δεν έχω τίποτα να προσθέσω σε όσα γράφεις. Όλα τούτα, πάντως, παρατηρήθηκαν και καταγράφηκαν από πολύ παλιά, για να τ’ αντιμετωπίσουμε προετοιμασμένοι. Αιώνες πριν, ο άγιος Μακάριος ο Μέγας περιέγραψε την ακαταστασία, την πολύβουη κίνηση και το μάταιο κυνηγητό της επίγειας ζωής, που το γεύθηκες ήδη.

«Οι κάτοικοι της γης», γράφει ο άγιος, «και τα τέκνα του κόσμου τούτου μοιάζουν με το σιτάρι μέσα στο κόσκινο. Έτσι κοσκινίζονται και οι ψυχές με τους άστατους κοσμικούς λογισμούς, την ακατάπαυστη ταραχή των γήινων πραγμάτων και τις πολύπλοκες υλικές φροντίδες. Ο σατανάς ταρακουνάει με το κόσκινο, δηλαδή με τις επίγειες μέριμνες, ολόκληρο το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων.

»Μετά το προπατορικό αμάρτημα, αφότου δηλαδή ο Αδάμ αθέτησε την εντολή του Θεού και βρέθηκε κάτω από την εξουσία του διαβόλου, ο άρχοντας του σκότους κοσκινίζει με ακατάπαυστους απατηλούς λογισμούς τους ανθρώπους, χτυπώντας τους στα τοιχώματα του κόσκινου αυτής της γης.

Όπως, δηλαδή, το κόσκινο ταρακουνάει και περιστρέφει και χτυπάει το σιτάρι, έτσι και ο διάβολος, αιχμαλωτίζοντας με τα γήινα πράγματα τις ψυχές των αμαρτωλών απογόνων του Αδάμ, τις ταράζει, τις αναστατώνει, τις ξεσηκώνει και τις παρασύρει σε μάταιους λογισμούς, σε αισχρές επιθυμίες και σε κοσμικούς δεσμούς, εξαπατώντας τες και ξελογιάζοντας τες ακατάπαυστα.

»Ο Κύριος είχε μιλήσει προφητικά στους αποστόλους του για τον μελλοντικό τους πειρασμό: “Ο σατανάς ζήτησε να σας δοκιμάσει σαν το σιτάρι στο κόσκινο. Εγώ, όμως, προσευχήθηκα στον Πατέρα μου να μη σας εγκαταλείψει η πίστη σας”.

Η ρήση και απόφαση, άλλωστε, που εξαγγέλθηκε από το Δημιουργό στον Κάιν, είναι ξεκάθαρη: ‘‘Θα στενάζεις και θα τρέμεις και θα χτυπιέσαι πάνω στη γη”. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, μεταφορικά, με όλους τους αμαρτωλούς.

»Νιώθουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα μέσα στους άστατους λογισμούς της δειλίας, μέσα στο φόβο, τη σύγχυση, την επιθυμία, την ηδονή γιατί ο άρχοντας του κόσμου τούτου πειράζει όσους δεν έχουν αναγεννηθεί από τον Θεό, περιστρέφοντας άστατα, σαν το σιτάρι μέσα στο κόσκινο, τους λογισμούς τους, προκαλώντας τους αίσθημα ανασφάλειας και παγιδεύοντας τους με κοσμικές απάτες, σαρκικές ηδονές, φόβους και συγχύσεις».

Να οι δικές σου παρατηρήσεις από μιαν  άλλη σκοπιά! Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους. Είναι, όμως, αδύνατον ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος, αν δεν υιοθετήσει και την αντίστοιχη διαλεκτική μέθοδο.

Σου ζητάω, λοιπόν, ν’ αποδεχθείς την αντίληψη που εκφράζει ο άγιος Μακάριος, γιατί αγγίζει την ουσία του θέματος και θα σου χρησιμεύσει ως ανασχετικός παράγοντας απέναντι στη γοητεία της κοσμικής ζωής.

Για να μάθεις πιο πολλά, αλλά και για να εξοικειωθείς περισσότερο μ’ αυτή τη συλλογιστική μέθοδο, διάβασε, αν θέλεις, ολόκληρη την πέμπτη ομιλία του αγίου Μακαρίου.

Από την πλευρά μου θα ήθελα να προσθέσω τούτο μόνο: Το ασταμάτητο κυνηγητό και το ανικανοποίητο όλων απ’ όλα σχετίζεται μ’ εκείνο ακριβώς που σου έγραψα στο προηγούμενο γράμμα μου, ότι δηλαδή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μ’ έναν τέτοιο τρόπο ζωής κάθε πλευρά η ανάγκη της ανθρώπινης φύσεως.

Σου το εξηγώ με απλά λόγια: Μια ανικανοποίητη ανάγκη, λ.χ. η πείνα, απαιτεί ικανοποίηση, κι έτσι σπρώχνει τον άνθρωπο στην αναζήτηση τροφής. Όσο εκείνος κινείται μέσα σε πλαίσια όπου δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθεί η πείνα του, αυτή δεν καταστέλλεται. Απεναντίας, μάλιστα, θεριεύει. Έτσι, όμως, ούτε και το κυνήγι της τροφής σταματάει.

Να, κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους που ζουν μέσα στο πνεύμα του κόσμου τούτου. Ακατάπαυστα αναζητούν τροφή για την πεινασμένη τους ψυχή. Αλλά μάταια. Ο εχθρός τους έχει τυφλώσει, και δεν συναισθάνονται την πλάνη τους: Έχουν πάρει λάθος δρόμο, ακολουθούν λάθος κατεύθυνση. Έτσι βασανίζονται μέσα στ’ αδιέξοδα και πνίγονται μέσα στο σκοτάδι.

Κανένας δεν μπορεί να τους ανοίξει τα μάτια. Τρέχουν πέρα-δώθε σαν άγρια θηρία και βρυχώνται σαν τα λιοντάρια, που τριγυρνούν στη ζούγκλα αναζητώντας κάτι να καταβροχθίσουν.

Όσο για τις άλλες πλευρές της κοσμικής ζωής που ανέφερες, θα έλεγα πως είναι αναπόφευκτες. Πώς να το κάνουμε; Αυτή είναι η ζωή του μεταπτωτικού ανθρώπου, που χαρακτηρίζεται πρωταρχικά από την υπερηφάνεια, τον εγωισμό.

Ο κύριος στόχος και η βασική επιδίωξη του ανθρώπου είναι η ικανοποίηση του εγωισμού του, ενώ όλοι οι άλλοι και όλα τ’ άλλα αποτελούν όργανα και μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Έτσι ο καθένας προσπαθεί, έμμεσα ή άμεσα, να επιβάλει τις επιθυμίες του στους άλλους.

Είναι αυτό που πολύ σωστά αποκάλεσες “τυραννία”. Δεν έχει σημασία το πόσο έντεχνα καμουφλάρουμε τις επιθυμίες μας, γεγονός είναι ότι πίσω τους στέκει πάντα ο εγωισμός, που πασχίζει να μας μπλέξει στα θελήματα του ή να μας χρησιμοποιήσει ως όργανα του. Ο στόχος του είναι τούτος: Να μας εξαπατήσει, να μας παραπλανήσει. Και χρησιμοποιεί ένα απατηλό τέχνασμα: τη συγκάλυψη των σφαλμάτων, δηλαδή το κουκούλωμα τους, όπως θα λέγαμε, και όχι την επανόρθωση τους.

Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή δεν διορθώνουμε αλλά κρύβουμε τον κακό εαυτό μας, δεν σταματάει ποτέ η ιδιοτελής χρησιμοποίηση του ανθρώπου από το συνάνθρωπο του. Και γι’ αυτό παρατηρείται αυτή η γενική ψυχρότητα, επειδή ο καθένας κλείνεται στο καβούκι του, φροντίζει για το συμφέρον του και δεν μπορεί να χαρίζει ζεστασιά, τη ζεστασιά της αληθινής, της ανυπόκριτης, της ανυστερόβουλης αγάπης.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι θα συναντήσεις αρκετούς ευγενικούς ανθρώπους, ανθρώπους που καλοπιάνουν και κολακεύουν τους άλλους, αγγίζοντας τις καρδιές τους βαθιά και άμεσα. Πρόκειται για το τελευταίο υπόλειμμα ενός αισθήματος με το οποίο προικίστηκε ο άνθρωπος, του αισθήματος της συγγένειας και της ομοιότητας με τους συνανθρώπους του.

Κι αυτό ακόμα, όμως, συχνά μπαίνει αλίμονο! – στην υπηρεσία του εγωισμού, που το χρησιμοποιεί ως το πιο πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο πραγματοποιήσεως των επιδιώξεων του. Ξέρω έναν τέτοιον άνθρωπο. Καλύτερα να είναι κανείς απροκάλυπτα εγωιστής, παρά γλοιώδης κόλακας σαν κι αυτόν.

Λίγοι είναι σε θέση να αντιληφθούν τους κρυφούς σκοπούς αυτών των ανθρώπων. Σε ευεργετούν και σε εξυπηρετούν, αλλά για να σε υποχρεώσουν δέκα φορές περισσότερο. «Μα πως είναι δυνατόν;», θα απορήσεις. «Κάθε άνθρωπος αγωνίζεται να είναι έντιμος. Και όποιος δεν το κάνει, τον εαυτό του βλάπτει».

Πραγματικά, έτσι είναι. Μόνο που αυτή η εντιμότητα, αυτός ο καθωσπρεπισμός, είναι το προσωπείο του εγωισμού. Ο καθένας κοιτάει να μην κηλιδωθεί, να μην εκτεθεί. Και για το σκοπό αυτό επιτρέπονται οι πιο ανέντιμες πράξεις, ότι μπορεί ν’ αρπάξει και να κρύψει κανείς από τους άλλους.

Ίσως ακόμα θ’ ακούσεις, ή και έχεις ήδη ακούσει, να λένε για κάποιον πως είναι εγωιστής. Μη νομίσεις ότι εκείνοι που τον κατηγορούν δεν είναι. Απλά και μόνο καταδικάζουν όποιον δεν επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει αντικείμενο εκμεταλλεύσεως ή να χρησιμοποιηθεί σαν άβουλο όργανο των εγωιστικών επιδιώξεων των κατηγόρων του. Οι τελευταίοι, συνεπώς είναι οι αληθινοί εγωιστές.

Έχω ακούσει κάτι τέτοιους να κατηγορούν και τους μοναχούς για εγωισμό. Λένε πως οι μοναχοί αφήνουν τον κόσμο από φιλαυτία. Ταλαίπωροι καλόγεροι! Νηστεύετε, αγρυπνείτε, δουλεύετε υπάκουα νύχτα-μέρα, κόβοντας το θέλημα σας και νεκρώνοντας κάθε γήινη φιλοδοξία, για να σας λένε από πάνω και εγωιστές! Αυτό φτάνει για να καταλάβεις, τι αξία έχουν οι κρίσεις και επικρίσεις των κοσμικών ανθρώπων. Θα το πω έξω από τα δόντια: Τολμάει ο γάιδαρος να πει τον πετεινό κεφάλα!

Ξαναδιαβάζοντας όσα έχω γράψει ως εδώ, διαπιστώνω πως ήμουν αυστηρός με την κοσμική ζωή. Ωστόσο, δεν παίρνω πίσω ούτε μια λέξη. Ίσως να μην έγραφα ότι έγραψα, αν δεν ήθελα να προσέξεις και ν’ αντιληφθείς πέρα για πέρα το σκοτάδι του κόσμου. Δεν είχα, πάντως, καμιά πρόθεση να σε επηρεάσω, αφού εσύ πρώτη έκανες παρόμοιες διαπιστώσεις.

Περιμένω, όμως, να ρωτήσεις: «Πώς ακριβώς, λοιπόν, πρέπει να είναι ένας άνθρωπος;”. Σ’ αυτό θα προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε στη συνέχεια της αλληλογραφίας μας. Προς το παρόν σου λέω τούτο μόνο: Το να κρατηθείς μακριά από τον κόσμο είναι, βέβαια, αδύνατο. Αρνήσου όμως, όσο είναι δυνατό, να μπεις μέσα στον κυκεώνα της κοσμικής ζωής.

Και όταν παρά τη θέληση σου, σε κάποια περίπτωση αναγκαστείς, φέρσου σαν να μην ήσουν εκεί: Βλέπε δίχως να βλέπεις και άκου δίχως ν’ ακούς. Τα μάτια σου, δηλαδή, ας αδιαφορούν για ότι βλέπουν, και τ’ αυτιά σου ας μη δίνουν σημασία σ’ ότι ακούνε. Φαινομενικά να συμπεριφέρεσαι όπως και οι άλλοι. Να είσαι τίμια και ειλικρινής. Φύλαξε, όμως, την καρδιά σου από συμπάθειες και θέλγητρα. Προσοχή προπάντων σε τούτο; Φύλαξε την καρδιά σου!

Έτσι θα βρίσκεσαι στον κόσμο μόνο σωματικά, όχι και ψυχικά, εκπληρώνοντας την αποστολική παραγγελία : «… και όσοι ασχολούνται με τα εγκόσμια, ας ζουν σαν να μην ασχολούνται καθόλου μ’ αυτά» (Α΄ Κορ. 7:31). Θα βρίσκεσαι, δηλαδή, σε επαφή με τον κόσμο και͵ όποτε είναι ανάγκη, θα συμμετέχεις σε εκδηλώσεις της κοσμικής ζωής. Εφόσον, όμως, κρατάς την καρδιά σου σε απόσταση, δεν θα κάνεις κακή χρήση αυτής της ζωής.

Μ΄ άλλα λόγια, δεν θα συμμετέχεις στην κοσμική ζωή επειδή το επιθυμείς, αλλά μόνο επειδή θα σε υποχρεώνουν κάποιες αναπόφευκτες περιστάσεις.

Σε κούρασα με το γράμμα μου. Εσύ, όμως, με ανάγκασες να το κάνω. Σου ζητώ να ξαναδιαβάσεις προσεκτικά όσα έγραψα, προπάντων τις τελευταίες αράδες.


Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (4)

Το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος δεν σημαίνει ότι ο ίδιος είναι η αιτία της σωτηρίας του, αλλά ότι ο Θεός ο ίδιος δεν μπορεί να εξαναγκάσει την αγάπη του. Η πίστη λέει: «Πρόσφερε τον πεπερασμένο σου εαυτό, για να λάβεις ως αντάλλαγμα τον Λόγο»· «δώσε το αίμα σου και λάβε το Πνεύμα». Από την αρχή, η απάντηση βρίσκεται μέσα στην εμπειρία της πίστεως· η απλή επίκληση του ονόματος του Θεού φέρνει παρόντα Εκείνον που είναι άγνωστος και συγχρόνως γνωστός μέσα στο μυστήριο κάθε ημέρας.
Οι «αποδείξεις» είναι ανεπαρκείς, διότι ο Θεός είναι το μόνο κριτήριο της δικής Του Αλήθειας. Το αληθινό νόημα του οντολογικού επιχειρήματος είναι ότι, σε κάθε σκέψη περί Θεού, ο ίδιος ο Θεός σκέπτεται τον εαυτό Του μέσω του ανθρώπινου πνεύματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να επινοήσει την πίστη, ότι η προέλευσή της δεν είναι αυθαίρετη, αλλά ότι αποτελεί δώρο που ο Θεός προσφέρει σε όλους, για να φανερώσει την απεραντοσύνη Του μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Σύμφωνα με τους Πατέρες, το Άγιο Πνεύμα είναι ένα υποστατικό Δώρο, και αν ζητούμε τον ερχομό του Πατέρα, δεν απορριπτόμαστε ποτέ, διότι μια άρνηση θα αντέφασκε προς την ίδια τη φύση του Πνεύματος: «Ο Πατέρας θα δώσει σε εκείνον που προσεύχεται το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος», λέει ο Κύριος.

Ελευθερία και κόλαση

Η Βίβλος απαντά στη διατύπωση του αθεϊσμού «αν υπάρχει ο Θεός, ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος» με τη διακήρυξη: «αν υπάρχει ο άνθρωπος, τότε ο Θεός δεν είναι πλέον ελεύθερος». Και αν ο άνθρωπος μπορεί να πει «Όχι» στον Θεό, ο Θεός δεν μπορεί να πει «Όχι» στον άνθρωπο, διότι — κατά τον απόστολο Παύλο — «εν αυτώ το ναι και εν αυτώ το αμήν» (βλ. Β΄ Κορ. 1, 19-20). Είναι το «Ναι» της Διαθήκης, την οποία ο Χριστός ανανεώνει επάνω στον Σταυρό. Έτσι, το «είμαι ελεύθερος» σημαίνει: «ο Θεός υπάρχει». Ο ίδιος ο Θεός εγγυάται την ελευθερία της αμφιβολίας, ώστε να μη βιάζει τις συνειδήσεις.
Ο Θεός δημιούργησε τη «δευτερεύουσα ελευθερία» και αναλαμβάνει το ύψιστο ρίσκο μιας αναδυόμενης ελευθερίας, ικανής να Τον νικήσει, να Τον οδηγήσει στον θάνατο και στον άδη. Αφήνεται συνειδητά να θανατωθεί, για να χαρίσει στους φονείς Του τη συγχώρηση και την ανάσταση. Η παντοδυναμία Του συνίσταται στο να κατοικεί μέσα στην ανθρώπινη ελευθερία, με τίμημα την απόκρυψη της ίδιας Του της προγνώσεως και με σκοπό να διαλέγεται με τον άλλον. Ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο μέχρι αυτό το άπειρο πάθος, που αναμένει μια ελεύθερη απάντηση, όπως και την ελεύθερη δημιουργία μιας κοινωνίας υπάρξεως ανάμεσα στον Θεό και το παιδί Του. Το πατερικό απόφθεγμα λέει: «Όλα είναι δυνατά στον Θεό, εκτός από το να εξαναγκάσει τον άνθρωπο να Τον αγαπήσει». Η παντοδυναμία του Θεού Τον καθιστά Ζωοποιό Σταυρό, ως τη μοναδική απάντηση στη δίκη που του ασκεί ο αθεϊσμός εξαιτίας της ελευθερίας και του κακού. «Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας». Αυτό σημαίνει ότι και η κόλαση βρίσκεται μέσα στους ανθρώπους, πράγμα που εκφράζει με τον δικό του τρόπο και ο Μαρσέλ Ζουαντό: «Μόνος μου θα μπορούσα να υψώσω εναντίον του Θεού μια αυτοκρατορία απέναντι στην οποία και ο ίδιος ο Θεός θα ήταν ανίσχυρος: την κόλαση... Αν ο άνθρωπος δεν κατανοεί την κόλαση, σημαίνει ότι δεν κατάλαβε τίποτε από την ίδια του την καρδιά...» Είναι η κόλαση όλων των απελπισμένων, που εξερευνούν τα βάθη του Σατανά προβάλλοντας τις βλασφημίες τους προς έναν άδειο ουρανό. Όμως ακόμη και η κολασμένη απελπισία μαραίνεται ενώπιον του Χριστού, ο οποίος προσέλαβε προσωπικά τη σιωπή του Θεού: «Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27, 46). Σε αυτό το επίπεδο τοποθετείται η απαίτηση της κόλασης, η οποία προέρχεται από την ελευθερία του ανθρώπου να αγαπήσει τον Θεό. Η ίδια αυτή ελευθερία γεννά και την κόλαση, διότι μπορεί κανείς να πει: «να μη γίνει το θέλημά Σου», και ο ίδιος ο Θεός δεν έχει τίποτε να αντιτάξει απέναντι σε μια τέτοια επιθυμία.
Ο Θεός θέλει η ελευθερία να Τον απορρίψει να μην έχει όρια. Η μοίρα της ανθρώπινης ελευθερίας εξαρτάται από αυτήν ακριβώς την ανασταλτική επιλογή. Αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, η κόλαση της θείας αγάπης, η ουράνια διάσταση της κόλασης, το θείο όραμα του ανθρώπου βυθισμένου στο σκοτάδι των μοναξιών του. Η «τρομοκρατική» και «σωφρονιστική» αντίληψη περί Θεού πρέπει επειγόντως να διορθωθεί. Δεν είναι πλέον δυνατόν να πιστεύει κανείς σε έναν αμείλικτο και απαθή Θεό. Το μόνο μήνυμα που μπορεί να αγγίξει τον σημερινό άθεο είναι το μήνυμα του Χριστού που κατέρχεται στον άδη. Όσο βαθύτερη είναι η κόλαση μέσα στην οποία βρίσκονται ήδη οι άνθρωποι, τόσο βαθύτερη θα είναι και η αναμονή του Χριστού. Διότι ο Χριστός δεν ζητά από τον άνθρωπο ούτε αρετή, ούτε ηθικισμό, ούτε τυφλή υποταγή, αλλά μια κραυγή αγάπης και εμπιστοσύνης που αναδύεται από τα βάθη της κόλασης όπου βρίσκεται. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να πέσει στην απελπισία, αλλά στον Θεό, ο οποίος δεν απελπίζεται ποτέ. Ο άγιος Αντώνιος έλεγε ότι, αν υπάρχει κόλαση, υπάρχει μόνο για τον ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι η κόλαση δεν είναι ποτέ «για τους άλλους» και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο θεωρητικού λόγου ή καταδίκης των συνανθρώπων μας.

 

 


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ