Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Συνάντηση της Ουκρανικής Εκκλησίας (OCU) με αντιπροσωπεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών



Ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Επιφάνιος, ως νυν πρόεδρος του Πανουκρανικού Συμβουλίου Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων (UCCRO), στις 15 Ιουλίου 2026, συμμετείχε σε συνάντηση των μελών του με αντιπροσωπεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών με επικεφαλής τον Γενικό Γραμματέα, Πάστορα Δρ. Τζέρι Πίλεϊ.

Τον Προκαθήμενο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας συνόδευε ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων, Μητροπολίτης Μπίλα Τσέρκβας Ευστράτιος.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Μακαριώτατος καλωσόρισε τα μέλη της αντιπροσωπείας στην Ουκρανία και τα ενημέρωσε για τις συνέπειες της ρωσικής ένοπλης επιθετικότητας κατά της Ουκρανίας, τονίζοντας τα πολυάριθμα ανθρώπινα θύματα μεταξύ του άμαχου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, καθώς και τις μεγάλης κλίμακας καταστροφές εκκλησιών και θρησκευτικών κτιρίων.

Συγκεκριμένα, έγινε αναφορά στις πρόσφατες σημαντικές ζημιές που προκλήθηκαν στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Λαύρας των Πετσέρσκ του Κιέβου ως αποτέλεσμα ρωσικής επίθεσης.

Ο Μητροπολίτης Επιφάνιος τόνισε ότι, παρά όλες τις δοκιμασίες, ο ουκρανικός λαός παραμένει αδάμαστος και συνεχίζει να αγωνίζεται για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του κράτους του. Κάλεσε επίσης τη διεθνή κοινότητα να συνεχίσει να υποστηρίζει και να προσεύχεται για την Ουκρανία και ευχαρίστησε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών για τη συνεπή θέση και τις δηλώσεις του υπέρ του κράτους μας.

Ξεχωριστά, ο Μακαριώτατος Επίσκοπος γιόρτασε την 30ή επέτειο του Πανουκρανικού Συμβουλίου Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων, τονίζοντας ότι επί τρεις δεκαετίες ενώνει εκπροσώπους διαφορετικών ομολογιών και θρησκευτικών οργανώσεων με σκοπό την κοινή υπηρεσία στην κοινωνία και την υποστήριξη του ουκρανικού κράτους, ιδίως σε συνθήκες πλήρους πολέμου.

Από την πλευρά του, ο Γενικός Γραμματέας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, Δρ. Τζέρι Πίλεϊ, σημείωσε ότι η επίσκεψη της αντιπροσωπείας αποτελεί έκφραση αλληλεγγύης προς τον ουκρανικό λαό. Εξέφρασε θαυμασμό για την ανθεκτικότητα του ουκρανικού λαού, σημείωσε τον σημαντικό ρόλο της διαθρησκευτικής συνεργασίας στην Ουκρανία στην παροχή βοήθειας στα θύματα του πολέμου και συνεχάρη το WCCiRO για την 30ή επέτειό του.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, τα μέλη της αντιπροσωπείας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών επιβεβαίωσαν την ακλόνητη υποστήριξή τους προς την Ουκρανία, καταδίκασαν τη ρωσική επιθετικότητα ως παράνομη, ανήθικη και εντελώς απαράδεκτη και τόνισαν το απαράδεκτο της χρήσης της θρησκείας από τη Ρωσία για τη δικαιολόγηση του πολέμου. Διαβεβαίωσαν επίσης ότι θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν τον ουκρανικό λαό και να προωθούν τη διάδοση αληθών πληροφοριών σχετικά με τα γεγονότα στην Ουκρανία.

Τα μέλη του Πανουκρανικού Συμβουλίου Εκκλησιών και Θρησκευτικών Οργανώσεων, με τη σειρά τους, μοιράστηκαν το όραμά τους για την κατάσταση στην Ουκρανία υπό τη ρωσική επιθετικότητα, μίλησαν για την καταστροφή εκκλησιών, τον διωγμό του κλήρου από τους κατακτητές, τα βάσανα των αμάχων και των παιδιών, και παρουσίασαν επίσης την κοινωνική, ανθρωπιστική, εκπαιδευτική, ιερατική και φιλανθρωπική υπηρεσία των Εκκλησιών και των θρησκευτικών οργανώσεων.

Μετά τη συνάντηση, μέλη της αντιπροσωπείας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών επισκέφθηκαν την κατοικία του Προκαθημένου της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας – το Μητροπολιτικό Μέγαρο, όπου πραγματοποιήθηκε ξεχωριστή συνάντηση, στην οποία συμμετείχαν ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Μπίλα Τσέρκβα Ευστράτιος και ο Επίσκοπος Μακαρίβ Ραφαήλ.


Υπηρεσία Τύπου της Μητροπόλεως Κιέβου
της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (OCU)




Μήπως έρχεται σήμερα το τέλος του κόσμου;

 

– Σχετικά με το τέλος του κόσμου, στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα παρατηρούνται δύο τάσεις: είτε μια ευλαβική σιωπή είτε μια σκοτεινή, συχνά υπερβολικά ενθουσιώδης προσδοκία, κατά την οποία οι άνθρωποι φεύγουν στα δάση, στις σπηλιές, εγκαταλείπουν τη φυσιολογική ζωή και αρνούνται ακόμη και τα διαβατήριά τους. Γιατί;

– Ιστορικά, τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι ώστε ήδη η πρώτη γενιά των χριστιανών, δηλαδή οι Απόστολοι και οι άμεσοι μαθητές τους, ζούσαν με την έντονη προσδοκία της σύντομης Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. Αυτή η Παρουσία προαναγγελλόταν στην Καινή Διαθήκη, πρωτίστως στα Ευαγγέλια του Μάρκου, του Ματθαίου και του Λουκά, και νοούνταν ως το «ἔσχατον», δηλαδή το τέλος αυτού του κόσμου. Όχι όμως ως ένα απόλυτο τέλος που θα επέφερε την καταστροφή ολόκληρης της δημιουργίας, αλλά ως τη μεταμόρφωση και την αναγέννησή της. Γι’ αυτό και η προσδοκία των χριστιανών δεν ήταν καθόλου ζοφερή, αλλά γεμάτη αισιοδοξία. Ο Απόστολος Παύλος ήδη στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς Επιστολή (Α΄ Θεσ. 1:2-10), απευθυνόμενος σε ανθρώπους που είχαν επιστρέψει από την ειδωλολατρία, λέγει: «ἐπεστρέψατε πρὸς τὸν Θεὸν ἀπὸ τῶν εἰδώλων, δουλεύειν Θεῷ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ καὶ ἀναμένειν τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν οὐρανῶν, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν». Εδώ βλέπουμε ότι αμέσως μετά το κήρυγμα του μονοθεϊσμού ο Απόστολος θέτει στη δεύτερη θέση τη διδασκαλία περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, περί της αναμονής του αναστημένου και δοξασμένου Κυρίου. Αυτό όμως δεν είναι μόνο κατάσταση εσχατολογικής προσδοκίας, αλλά και κατάσταση εσχατολογικής υπάρξεως. Είναι κάτι που διαπερνά ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Τι είναι το τέλος, τι είναι το έσχατον; Είναι το όριο, το πέρας! Και όλα όσα βρίσκονται πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου, αυτού του χώρου και αυτού του χρόνου, τα ονομάζουμε υπερβατική πραγματικότητα. Είναι η άλλη, η θεία πραγματικότητα. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της Αποκαλύψεως: εκεί ο Απόστολος Ιωάννης αρχικά βρίσκεται πάνω στη γη, στη νήσο Πάτμο, όπου ήταν εξόριστος· κατόπιν όμως «ἐν Πνεύματι» (δηλαδή σε κατάσταση εκστατικής εμπειρίας) ανυψώνεται μέσα από τις ανοιγμένες πύλες του ουρανού, ανεβαίνει στον ουρανό και το βλέμμα του στρέφεται από τον ουρανό προς τη γη. Εισέρχεται στην υπερβατική σφαίρα, πέρα από το έσχατον, πέρα από τα όρια του δικού μας χώρου και χρόνου.
Και ποια ήταν τα πρώτα λόγια του Ιησού Χριστού, όταν, μετά το Βάπτισμα και τον πειρασμό στην έρημο, άρχισε να κηρύττει; «Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. 1:15). Αυτά είναι τα πρώτα λόγια Του που κατέγραψαν οι Ευαγγελιστές. Και αν τα αποδώσουμε ακριβέστερα, θα ακούγονταν ως εξής: ιδού, εκπληρώθηκε η προθεσμία που όρισε ο Θεός και ήδη τώρα ήλθε η Βασιλεία των Ουρανών (στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται ρήμα σε παρακείμενο), μετανοείτε και πιστεύετε σε αυτό το Ευαγγέλιο, σε αυτήν την Καλή Αγγελία. Και ποια είναι η «Καλή Αγγελία»; Ότι η Βασιλεία του Θεού είναι ήδη εδώ, ότι ήδη ζούμε στο έσχατον. Διότι εκεί όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί όπου ζω μαζί Του, όπου είμαι ενωμένος μαζί Του, εκεί δεν ζω πλέον μόνο μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά και μέσα στον υπερκόσμιο κόσμο· έτσι περνώ πέρα από το έσχατον.
Αυτό εκφράζεται θαυμάσια σε ορισμένα χωρία της Καινής Διαθήκης. Για παράδειγμα, όταν ο Απόστολος Παύλος λέγει στα πνευματικά του τέκνα: «Έχετε ήδη ζωοποιηθεί εν Χριστώ, ήδη ζείτε εν Χριστώ, ήδη βρίσκεστε στους ουρανούς!» Πώς στους ουρανούς; Αφού εγώ βρίσκομαι στη γη! — Και λοιπόν; Είμαστε και στη γη και στους ουρανούς! — Μα έχουμε ακόμη να σωθούμε! — Μα τι λέτε; Έχετε ήδη σωθεί! (βλ. Ρωμ. 3:24). Είστε ήδη τέλειοι! (βλ. Α΄ Κορ. 2:6). Από την άλλη όμως, η σωτηρία μας βρίσκεται ακόμη στο μέλλον (βλ. Ρωμ. 8:23), η τελειότητα είναι ακόμη μπροστά μας (βλ. Φιλιπ. 3:12)! Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια, φαινομενικά παράδοξα, χωρία, τα οποία όμως επιλύονται εύκολα λογικά. Διότι στη σωτηρία συνυπάρχουν δύο όψεις. Η μία είναι αντικειμενική, ανεξάρτητη από εμάς, και η άλλη υποκειμενική, εξαρτώμενη από εμάς. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό με ένα παράδειγμα: ένας άνθρωπος βρίσκεται στη φυλακή. Δεν είναι ελεύθερος. Κάθεται στο κελί του, περιορισμένος από τοίχους και κάγκελα, όπως όλοι μας είμαστε περιορισμένοι από την αμαρτωλή μας φύση. Και ξαφνικά εκδίδεται προεδρικό διάταγμα: του απονέμεται χάρη! Τι συμβαίνει τότε; Έρχεται ο δεσμοφύλακας, ανοίγει την πόρτα του κελιού μου και μου λέγει: είσαι ελεύθερος! Όμως, για να πραγματοποιήσω αυτή την ελευθερία μου, αυτή τη σωτηρία μου, πρέπει ακόμη να κάνω μερικά βήματα έξω από το κελί. Τότε μόνο θα έχω σωθεί πραγματικά και η ελευθερία μου θα έχει γίνει πραγματικότητα.
Δηλαδή μπορώ να ζω συγχρόνως και εδώ και στο έσχατον, πραγματοποιώντας το σταδιακά μέσα στη δική μου ζωή και στη δική μου κατάσταση.
Οι πρώτοι χριστιανοί ζούσαν με την άμεση προσδοκία της σύντομης Παρουσίας του Χριστού. Όμως ο χρόνος περνούσε και οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη. Έγινε φανερό ότι το τέλος δεν θα ερχόταν σύντομα, και τότε εμφανίστηκαν αυτές οι δύο σύγχρονες τάσεις: από τη μία, κάποιοι άρχισαν να προσπαθούν να υπολογίσουν την ημερομηνία της Παρουσίας και να επινοούν διάφορες φανταστικές θεωρίες, παρά όλες τις αποστολικές και εκκλησιαστικές προτροπές. Ήδη τον 1ο αιώνα ο Απόστολος Παύλος αναγκάζεται να γράψει: «Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν οὐ χρείαν ἔχετε γράφεσθαι ὑμῖν, ἀδελφοί· αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» (Α΄ Θεσ. 5:1-2), δηλαδή απροσδόκητα· δεν μπορεί να προβλεφθεί. Η άλλη τάση ήταν πιο νηφάλια: η ιστορία συνεχίζεται, επομένως πρέπει να ζούμε, να ζούμε σύμφωνα με τον Χριστό, να ζούμε μέσα στην ιστορία, χωρίς να βασανιζόμαστε για το τέλος, αλλά να ζούμε έτσι ώστε να το συναντήσουμε με αξιοπρέπεια, όποτε κι αν έρθει.
Νομίζω ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική θέση αντανακλά την τάση της πνευματικής νηφαλιότητας. Όσο για την πρώτη τάση, παρόλο που με τον καιρό απέκτησε περιθωριακό χαρακτήρα, φαίνεται πως θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι τη συντέλεια του αιώνος. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μεταξύ των σημείων που θα προαναγγείλουν το τέλος, αναφέρει την εμφάνιση ψευδοπροφητών και ψευδοχρίστων, καθώς και ανθρώπων σε κατάσταση θρησκευτικής έξαρσης, οι οποίοι θα λέγουν: «εδώ είναι ο Χριστός», «εκεί είναι ο Χριστός» (βλ. Μάρκ. 13:21). Επομένως, δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο σε όλα αυτά.
Χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτής της «έξαρσης» και της υστερίας εμφανίζονται συνήθως σε περιβάλλοντα θεολογικά αμόρφωτα, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε την Αγία Γραφή ούτε τις ερμηνείες της. Αρκεί να πούμε ότι οι αντιλήψεις τους για το τέλος του κόσμου είναι επαρχιακές και τοπικές. Ας υποθέσουμε ότι συμβαίνει κάτι σε μια συγκεκριμένη χώρα, σε μια πόλη ή ακόμη και σε ένα χωριό: πείνα, σεισμός· αμέσως αυτό εκλαμβάνεται ως το τέλος του κόσμου. Η Αγία Γραφή όμως μας μιλά για το οριστικό τέλος, για ένα τέλος που έχει κοσμικό χαρακτήρα.

– Και τα γεγονότα της Αποκαλύψεως; Πρέπει να θεωρούμε τις καταστροφές, τη διάλυση ηπείρων και βουνών ως πραγματικές προφητείες που θα εκπληρωθούν κυριολεκτικά;

– Όχι, αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Η  Αποκάλυψη δεν είναι ιστορικό βιβλίο ούτε περιέχει ιστορικές προβλέψεις. Είναι γραμμένη σε ένα σύνθετο λογοτεχνικό είδος. Πρώτον, ανήκει στην αποκαλυπτική γραμματεία, δηλαδή περιγράφει εσχατολογικά γεγονότα. Όμως καθετί που είναι εσχατολογικό δεν μπορεί να περιγραφεί με τη δική μας γλώσσα, με γήινους όρους. Γι' αυτό ολόκληρη η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι από την αρχή έως το τέλος συμβολική, και πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί κανείς όλες αυτές τις λεπτές νύξεις και τους κώδικες που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της, για να αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται.
Η Αποκάλυψη είναι ένα βαθύτατα θεολογικό βιβλίο. Ποια είναι η βασική του ιδέα; Την εκφράζει ήδη η πρώτη πρόταση του βιβλίου: «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» (Αποκ. 1:1-3). Τι αποκαλύπτεται στην Αποκάλυψη; Αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί ένα από τα σπουδαιότερα αιτήματα της προσευχής «Πάτερ ἡμῶν»: «ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».
Γνωρίζουμε ότι πάνω στη γη βασιλεύει το κακό. Είναι το βασίλειο του σατανά, το βασίλειο της αμαρτίας. Στον ουρανό όμως βασιλεύει η Βασιλεία του Θεού, η βασιλεία της χάριτος. Πώς λοιπόν η Βασιλεία των Ουρανών θα γίνει και βασιλεία της γης; Αυτό ακριβώς εξηγεί η Αποκάλυψη. Η Αποκάλυψη μιλά επίσης για τον ρόλο της Εκκλησίας: τι πρέπει να κάνουμε ώστε να πραγματοποιηθεί η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη.
Για τους πρώτους αναγνώστες η Αποκάλυψη ήταν ένα βιβλίο παρηγοριάς, που μιλούσε για το τέλος αυτού του πονηρού κόσμου και για την εγγύτητα της σωτηρίας στη Βασιλεία του Θεού, με το πέρασμα του χρόνου τόσο το έσχατον όσο και τα γεγονότα που περιγράφονται στην Αποκάλυψη άρχισαν να γίνονται αντιληπτά ως κάτι φοβερό και ανεπιθύμητο. Οι πρώτοι αναγνώστες έστρεφαν το βλέμμα τους στον σκοπό προς τον οποίο οδηγεί το βιβλίο: ο Θεός θα βασιλεύσει και θα πραγματοποιήσει ό,τι έχει σχεδιάσει. Οι μεταγενέστερες γενιές άρχισαν να βλέπουν μόνο τις φρικτές εικόνες, γεγονός που αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την παλαιοδιαθηκική αντίληψη για την «Ημέρα του Κυρίου», για το έσχατον, το οποίο εκεί παρουσιάζεται ακριβώς ως κάτι τρομακτικό. «Οὐαὶ τοῖς ἐπιθυμοῦσι τὴν ἡμέραν Κυρίου!... σκότος καὶ οὐ φῶς» (Αμώς 5:18-20). Το ίδιο συμβαίνει και στον Ζαχαρία, και στον Ησαΐα. Εδώ όμως βλέπουμε τη λαμπροφόρο Ιερουσαλήμ, το στεφάνι της χαράς!

– Οι δυτικές ερμηνείες στηρίζονταν σε μια «ρεαλιστική» κατανόηση των προφητειών της Αποκαλύψεως;

– Υπήρξαν διάφορες ερμηνείες: άλλες περισσότερο πνευματικές και άλλες κυριολεκτικές, οι οποίες περίμεναν, για παράδειγμα, να εμφανιστεί πραγματική ακρίδα. Αυτό όμως σημαίνει ότι κανείς δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτε από την Αποκάλυψη! Το βιβλίο αυτό είναι βαθύτατα συμβολικό. Το να περιμένει κανείς πραγματικές ακρίδες είναι σαν να κοιτάζει μια εικόνα και, αν εκεί απεικονίζεται, ας πούμε, ένας άνθρωπος με σπαθί — όπως απεικονίζεται ο Απόστολος Παύλος — να νομίζει ότι ο Απόστολος κυκλοφορούσε πράγματι συνεχώς στη Ρώμη κρατώντας σπαθί. Πρόκειται για συμβολισμό!

– Δηλαδή ολόκληρο το δράμα της Αποκαλύψεως, το οποίο παρουσιάζεται ως αφήγηση, πρέπει να γίνεται κατανοητό ως «εικόνα» του εσχάτου και όχι ως ιστορική διήγηση...

– Ως λεπτότατη θεολογία, εκφρασμένη με τη μορφή μιας αφήγησης που περιγράφει την πραγματική, υπαρκτή κατάσταση του κόσμου.
Η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι η γλώσσα των συμβόλων, μέσω της οποίας επιχειρείται να περιγραφεί, όσο είναι δυνατόν, το απερίγραπτο. Τα σύμβολα αυτά προέρχονται, πρώτα απ' όλα, από την Παλαιά Διαθήκη — υπάρχουν εκατοντάδες υπαινιγμοί προς αυτήν, κυρίως προς τα προφητικά βιβλία. Ο συγγραφέας της Αποκαλύψεως έχει επίγνωση ότι βρίσκεται στην κορύφωση όλων των προφητειών και χρησιμοποιεί ενεργά τη συμβολική γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης. Η δεύτερη, αν και μικρότερη, πηγή συμβόλων είναι, έμμεσα βεβαίως, η ειδωλολατρική μυθολογία. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και οι θρησκευτικοπολιτικοί μύθοι που αντανακλούν, για παράδειγμα, τη λατρεία του αυτοκράτορα.
Οι κατακλυσμοί που προηγούνται του εσχάτου στην Αποκάλυψη δεν είναι κάποιες μοναδικές μελλοντικές συμφορές. Είναι οι συμφορές μέσα στις οποίες ζει ήδη ο κόσμος και τις οποίες βιώνει καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας του.
Δείτε τι συμβαίνει εκεί. Ο Ιωάννης ανεβαίνει στον ουρανό — αυτό συμβαίνει στο τέταρτο κεφάλαιο. Στο πέμπτο κεφάλαιο βλέπει στα χέρια του Θεού ένα βιβλίο σφραγισμένο με επτά σφραγίδες. Το κύριο περιεχόμενο αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η Βασιλεία του Θεού. Όμως αυτό αποτελεί μυστήριο. Και όσο δεν ανοίγονται όλες οι σφραγίδες, το βιβλίο δεν μπορεί να ανοιχθεί ούτε να πραγματοποιηθεί το μυστήριό του. Ο Ιωάννης λοιπόν κλαίει, επειδή κανείς δεν μπορεί να ανοίξει τις σφραγίδες. Τότε όμως ένα από τα αγγελικά όντα του λέγει: μη κλαις, διότι ιδού — και του δείχνει τον Αμνό — Εκείνος είναι άξιος να ανοίξει το βιβλίο και να πραγματοποιήσει όσα είναι γραμμένα μέσα του. Κατόπιν ο Αμνός, δηλαδή ο Χριστός, αρχίζει να ανοίγει τις σφραγίδες. Είναι προφανές ότι όλα αυτά είναι συμβολικά. Μετά το άνοιγμα κάθε σφραγίδας συμβαίνουν ορισμένα γεγονότα. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι, μόλις ανοίξει και η έβδομη σφραγίδα, το βιβλίο θα ανοίξει, θα διαβαστεί και θα πραγματοποιηθεί το περιεχόμενό του. Όμως... δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Ανοίγεται η έκτη σφραγίδα και εμφανίζονται επτά άγγελοι που σαλπίζουν με τις σάλπιγγές τους, και με κάθε ήχο της σάλπιγγας λαμβάνουν χώρα ορισμένες διεργασίες πάνω στη γη. Όταν φαίνεται ότι θα σαλπίσει και ο έβδομος άγγελος και πλέον όλα θα ολοκληρωθούν, πάλι δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Μετά την έκτη σάλπιγγα εμφανίζονται επτά βροντές, έτοιμες να βροντήξουν, και κάτι φοβερό φαίνεται πως πρόκειται να συμβεί στη γη...
Προσέξτε ακόμη κάτι. Με το άνοιγμα των σφραγίδων συμβαίνουν γεγονότα που συνοδεύουν πάντοτε την ανθρώπινη ιστορία: πόλεμος, πείνα, ασθένειες, λοιμός. Και χάνεται το ένα τέταρτο της γης. Ακούγονται οι επτά σάλπιγγες, ακολουθούν νέες «πληγές», αλλά τότε χάνεται το ένα τρίτο. Η ιστορία αυτή καθεαυτή δεν είναι το ουσιώδες. Ποιο είναι λοιπόν το θεολογικό νόημα αυτών των πληγών; Ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνετιστούν και να μετανοήσουν. Όλα αυτά τα παθήματα έχουν σωτηριολογικό σκοπό.
Και οι επτά σάλπιγγες ηχούν, αλλά δεν φέρνουν την ανακούφιση. Κάποιοι αλλάζουν, όμως οι υπόλοιποι εξακολουθούν να μη μετανοούν για τα έργα των χειρών τους. Τι πρέπει να γίνει; Αποστέλλονται οι επτά βροντές. Σύμφωνα με την αποκαλυπτική παράδοση, τώρα θα έπρεπε να αφανιστεί ήδη το ένα δεύτερο της ανθρωπότητας και το άλλο μισό να μετανοήσει. Όμως τότε εμφανίζεται ένας άγγελος, ο οποίος λέγει στον Ιωάννη: «Μη γράψεις όσα είπαν οι επτά βροντές· δεν θα βροντήσουν». Δηλαδή όλες αυτές οι τιμωρίες αποδεικνύονται μάταιες· δεν οδηγούν τους ανθρώπους σε μετάνοια. Χρειάζονται άλλοι τρόποι συνετισμού.
Και τότε εμφανίζεται πλέον το ανοικτό βιβλίο, το οποίο ο άγγελος δίνει στον Ιωάννη και προστάζει να προφητεύσει εκ νέου. Όχι όμως με τις παλιές προφητείες, αλλά με καινούργιες! Εδώ πρέπει να κάνουμε μία παρένθεση. Στην Αποκάλυψη υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θεολογικό μοτίβο, που συγκρίνει τις παλαιές προφητείες με τη νέα εκπλήρωσή τους. Έτσι, όταν στο πέμπτο κεφάλαιο ο Ιωάννης κλαίει, ένας από τους ανώτερους αγγέλους του λέγει, δείχνοντας τον Αμνό: «Ἰδοὺ ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα· αὐτὸς ἐνίκησε καὶ δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὸ βιβλίον» (Αποκ. 5:5-6). Πρόκειται για υπαινιγμό στην παλαιοδιαθηκική προφητεία περί του λέοντος από τη φυλή του Ιούδα, η οποία βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου της Γενέσεως, όταν ο Ιακώβ δίνει τις τελευταίες ευλογίες στους γιους του. Ευλογεί τον γιο του Ιούδα και του απευθύνει την προφητεία (Γεν. 49:9-10), η οποία ήδη από την αρχαιότητα θεωρούνταν μεσσιανική. Από εκεί προήλθε και η αντίληψη ότι ο Μεσσίας θα προέλθει από τη φυλή του Ιούδα. Θα είναι ο νικητής Μεσσίας, ο οποίος με το ξίφος στο χέρι θα εξοντώσει τους ειδωλολάτρες και θα υψώσει επάνω τους τον λαό του Θεού.
Όταν όμως ο άγγελος λέγει στον Ιωάννη: «Κοίτα, ο λέων...», ο Ιωάννης δεν βλέπει λιοντάρι, αλλά Αμνό! Ακούμε «λέων», αλλά βλέπουμε Αμνό! Αυτό το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στην Αποκάλυψη: ακούμε ένα πράγμα, αλλά βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Ακούμε τις αρχαίες εθνικιστικές και τρομακτικά μιλιταριστικές προφητείες, αλλά βλέπουμε ότι όλα πραγματοποιούνται εντελώς διαφορετικά. Οι προφητείες εκπληρώνονται, αλλά τρόπον τινά αντίστροφα. Ο Μεσσίας δεν είναι το λιοντάρι που θα σκοτώνει, αλλά ο Αμνός «ὡς ἐσφαγμένος», ο οποίος ο ίδιος θα θανατωθεί!
Στη συνέχεια, στο έβδομο κεφάλαιο, γίνεται λόγος για εκείνους που θα σωθούν. Ακούμε τον αριθμό των σωζομένων. Είναι εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες από όλες τις φυλές του Ισραήλ· απαριθμούνται οι στρατιές του Ισραήλ που πορεύονται σε ιερό πόλεμο. Αυτό ακούει ο Ιωάννης. Τι βλέπει όμως; Κοιτάζει και βλέπει αναρίθμητο πλήθος σωσμένων ανθρώπων, που κανείς δεν μπορεί να καταμετρήσει, από κάθε φυλή και γλώσσα, να στέκονται... κρατώντας βάγια φοινίκων! Όχι αυτόματα όπλα, αλλά βάγια φοινίκων ενώπιον του Θρόνου. Ακούμε «το υπόλοιπο του Ισραήλ», αλλά βλέπουμε «όλους τους ανθρώπους της γης». Εδώ το παλαιό αντικαθίσταται από το νέο.
Και τότε, στο ενδέκατο κεφάλαιο, εμφανίζεται η προφητεία για τους δύο μάρτυρες, δηλαδή για το τι ακριβώς πρέπει να γίνει ώστε να μετανοήσει ο λαός. Βλέπουμε ότι οι άνθρωποι δεν μετανοούν εξαιτίας των καταστροφών και των τιμωριών, αλλά εξαιτίας του κηρύγματος και της μαρτυρίας της Εκκλησίας, η οποία δίδει μαρτυρία και προφητεύει. Και αυτό αποτελεί για εμάς μία πολύ σημαντική προειδοποίηση, διότι δεν βλέπουμε γύρω μας μια τέτοια Εκκλησία που να μαρτυρεί με ομόνοια. Και γι' αυτό επίσης μας προειδοποιεί η Αποκάλυψη.



Αρχιμανδρίτου Ιαννουαρίου Ίβλιεφ



ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Ἡ γλώσσα τῆς Ἀποκάλυψης


Ἂς ἔλθουμε τώρα στὸ πολὺ κρίσιμο θέμα ποὺ εἶναι ἡ γλώσσα τῆς Ἀποκάλυψης. Οι μεγάλες παρεξηγήσεις ὀφείλονται στὴ μὴ κατανόηση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ἐπειδὴ χάσαμε τη σχέση μας μὲ αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτική» γλώσσα. Ὅταν γράφεται τὸ βιβλίο, αὐτὴ ἡ γλώσσα, αὐτὸς ὁ τρόπος γραφῆς, εἶναι γνωστὸς καὶ οἰκεῖος στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, όχι μόνο στοὺς Ἰουδαίους συγγραφεῖς, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐθνικοὺς συγγραφείς. Ήδη ἀπὸ τὸν 2ο π.Χ. αἰώνα ἔχουν ἀρχίσει νὰ παρουσιάζονται κείμενα που προσπαθοῦν νὰ περιγράψουν γεγονότα πολὺ δυνατά, ἰδίως γεγονότα ποὺ ἔχουν άμεση σχέση μὲ τὸ βίωμα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ καταστάσεις μεταφυσικού περιεχομένου, μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχουν ἀποκαλυπτικὸ χαρακτήρα, δηλαδή μυστικό χαρακτήρα (μυστικὸ μὲ τὴν ἔννοια τῆς μυήσεως σε κάτι ἄρρητο). Χρησιμοποιοῦν τὸ σχῆμα τῆς ὑπερβολῆς καὶ δημιουργοῦν εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀναγνώσιμες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὶς ἀντιλαμβάνονται. Θὰ δώσω ἕνα παράδειγμα: Ὁ Ἰώσηπος εἶναι ἕνας ἱστορικὸς ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς ποὺ ἔζησε στὴν αὐλὴ τῆς Ρώμης καὶ ὑπηρέτησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία. Αναλαμβάνει να γράψει την ἱστορία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου, ὅπως ὀνομάστηκε ἡ ἐπανάσταση τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, ποὺ ξεκίνησε γύρω στο 64 μ.Χ. καὶ κατέληξε στην καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων τὸ 70 μ.Χ. ἀπὸ τὸν ρωμαῖο στρατηγὸ καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορα Τίτο. Ὁ Ἰώσηπος, λοιπόν, διηγεῖται τὰ γεγονότα που προηγήθηκαν, τὰ κατὰ τὴν πολιορκία καὶ τις συνέπειες. Σὲ ἕνα σημεῖο περιγράφει την κατάσταση κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἱερουσαλήμ:

«Τὸν γοῦν ἄθλιον δῆμον οἱ μὲν ἀπατεῶνες καὶ καταψευδόμενοι τοῦ θεοῦ τηνικαῦτα παρέπειθον, τοῖς δ ̓ ἐναργέσι καὶ προσημαίνουσι τὴν μέλλουσαν ἐρημίαν τέρασιν οὔτε προσεῖχον οὔτ ̓ ἐπίστευον, ἀλλ ̓ ὡς ἐμβεβροντημένοι καὶ μήτε ὄμματα μήτε ψυχὴν ἔχοντες τῶν τοῦ θεοῦ κηρυγμάτων παρήκουσαν, τοῦτο μὲν ὅτε ὑπὲρ τὴν πόλιν ἄστρον ἔστη ρομφαία παραπλήσιον καὶ παρατείνας ἐπ' ἐνιαυτὸν κομήτης, τοῦτο δ ̓ ἡνίκα πρὸ τῆς ἀποστάσεως καὶ τοῦ πρὸς τὸν πόλεμον κινήματος ἀθροιζομένου τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτήν, ὀγδόη δ' ἦν Ξανθικοῦ μηνός, κατὰ νυκτὸς ἐνάτην ὥραν τοσοῦτο φῶς περιέλαμψε τὸν βωμὸν καὶ τὸν ναόν, ὡς δοκεῖν ἡμέραν είναι λαμπράν, καὶ τοῦτο παρέτεινεν ἐφ ̓ ἡμίσειαν ώραν»
[1]

[= Τὸν δυστυχισμένο λαὸ λοιπὸν παραπλανοῦσαν τότε οἱ ἀπατεῶνες καὶ ψευδοκήρυκες τοῦ Θεοῦ, καὶ μήτε πρόσεχε, μήτε πίστευε στὰ ὁλοφάνερα σημεία ποὺ προμηνούσαν τη μελλοντικὴ ἐρήμωση, ἀλλὰ σὰν κεραυνοβολημένοι καὶ σὰ νὰ μὴν εἶχαν ούτε μάτια οὔτε ψυχή, ἄκουσαν λανθασμένα τὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ. Την φορά, ὅταν πάνω ἀπὸ τὴν πόλη στάθηκε ἕνα ἀστέρι παρόμοιο με ρομφαία καὶ ἕνας κομήτης ἔμεινε στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο. Την άλλη ὅταν πρὶν ἀπὸ τὴν ἐξέγερση καὶ τὴν ἀναταραχὴ ποὺ ὁδήγησε στον πόλεμο, καθώς μαζευόταν ὁ λαὸς γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν ἀζύμων, στὶς ὀκτώ τοῦ μηνὸς Ξανθικοῦ κατὰ τὴν ἔνατη ὥρα τῆς νύχτας, τόσο φῶς περιέλαμψε τὸν βωμὸ καὶ τὸν ναό, ποὺ νόμιζε κανεὶς πὼς ἦταν μέρα όλόλαμπρη, καὶ αὐτὸ κράτησε γιὰ μισὴ ὥρα (κατὰ μετάφραση Ἰγνατίου Σακαλή)].

Τέτοιες εικόνες συναντᾶμε καὶ σὲ ἄλλα κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἐννοῶ τῶν τεσσάρων αἰώνων: 2ος π.Χ. ἕως καὶ 2ος μ.Χ. αἰῶνες.
Πρέπει ἐπίσης ἐδῶ νὰ σημειώσω ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸ αὐτὸ διάστημα ἔχουμε ἀρκετὲς γνωστὲς ἀποκαλύψεις, δηλαδὴ βιβλία μὲ ἀποκαλυπτικά περιεχόμενο, ποὺ φέρουν διάφορα ὀνόματα, συνήθως ἱερῶν προσώπων. ὅπως παλαιῶν προφητῶν, ἀποστόλων, διδασκάλων κ.ἄ..[2]
Ποιὰ εἶναι λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀποκαλυπτική γλώσσα; Χρησιμοποιώντας εἰκόνες μὲ ὑπερβολή, ὅπως εἴπαμε ἤδη, προσπαθεῖ νὰ περιγράψει καταστάσεις εσωτερικὲς τοῦ ἀνθρώπου τὶς ὁποῖες δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλύσει λογικὰ ἕνας συγγραφέας. Ἐὰν μάλιστα λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι γραμμένο κατά μεγάλο μέρος σὲ ποιητικό ρυθμό, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀποκαλυπτικὴ γλώσσα βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν ποιητικὴ γλώσσα, τὸν πρῶτο πυρήνα καὶ τὴν πρώτη μάνα ποὺ γεννάει τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ περιγράψει μιὰ κατάσταση, μιὰ πραγματικότητα, τὴν ἴδια τὴν ἱστορία, κυρίως ὅμως τὶς ἐνδιάθετες καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Σε αὐτὴ τὴ γλώσσα λοιπόν, σὲ αὐτὸ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ἰδίωμα, ἀναλαμβάνει ὁ συγγραφέας, ποὺ μᾶς ἔχει παραδώσει άλλα τέσσερα συγγράμματα (ἐννοῶ τὸ μεγάλο σύγγραμμα ποὺ λέγεται Εὐαγγέλιο καὶ τὶς τρεῖς ἐπιστολές του), νὰ μᾶς περιγράψει μία κατάσταση. Επιμένω στὴν ἔκφραση: μία κατάσταση.



[1] Φλαβίου Ἰωσήπου. Περὶ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πολέμου, 6, 288-290.

[2] Αναφέρω, ἐνδεικτικά, μερικά «ψευδεπίγραφα» ἔργα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε ἀντίστοιχες ἐνδιαφέρουσες μελέτες: Αποκάλυψις Μωυσέως (ή Α ́ καὶ Β' βιβλίο Αδάμ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου Αποκάλυψις Θωμᾶ (5ος μ.Χ. αι. - Γνωστικό) Αποκάλυψις Πέτρου (2ος αι., μετὰ τὸ 150)· ἐπίσης Αποκάλυψις Πέτρου (3ος αι., Γνωστικό) Ανάληψις Μωυσέως· Α ́, Β', Γ' Ενώχ Διαθήκη δώδεκα Πατριαρχών Γ' καὶ Δ' βιβλία ιουδαϊκῶν Σιβυλλῶν (ἀπὸ 14 συνολικὰ βιβλία)· Ἀποκάλυψις Βαρούχ κ.ά.




ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Περί Γ.Ο.Χ., αποτειχίσεως και της «μοναδικής οδού»

 

Μας έστειλαν επίσης ένα άρθρο το οποίο δημοσιεύθηκε στο Facebook (εδω).
Ο συγγραφέας του άρθρου ουσιαστικά παραδέχεται την αντίφαση του π. Θεόδωρου γράφοντας:

«Από τη μία ο π. Θ. Ζ. λέει: "δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους", αλλά από την άλλη εύχεται "να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν" (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για "ίδρυση νέας εκκλησίας" (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την "υγιή μερίδα" της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά».

όπως επισημάναμε και εμείς χθες, με τη διαφορά ότι προτείνει στους αποτειχισμένους πως:

«η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης), δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη».

Να τονίσουμε βέβαια ότι προσωπικά δεν μας αρέσουν όροι όπως «μοναδική οδός» και παρεμφερείς εκφράσεις, διότι έχουμε κακές εμπειρίες από τέτοιου είδους όρους... Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα δεν είναι αυτό.

Αναφέρει ο συγγραφέας:

«Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται».


Σύμφωνα με τη συλλογιστική του συγγραφέως, «
Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη» και αυτή είναι: «Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία...» 

Και παρακάτω παρουσιάζει προτάσεις οι οποίες εφαρμόσθηκαν έτη πίσω από τους Γ.Ο.Χ., όπως επί παραδείγματι:

«Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο (σ.σ. εννοεί του Σεβ. Αρτεμίου) αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο,».....«Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια»...... «η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές»..... «Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη».

Ενώ λοιπόν αποδέχεται τις παραπάνω πραγματικότητες, 
δεν προτείνει στους αποτειχισμένους να ενταχθούν στην ήδη υπάρχουσα Σύνοδο Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, η οποία υπάρχει εδώ και πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα. Αντιθέτως, παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου, η οποία βρίσκεται μάλιστα σε άλλη χώρα.
Η θέση αυτή δημιουργεί μία εμφανή αντίφαση.
Από τη μία παραδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας αλλά αποτελεί την υγιή μερίδα της Ιεραρχίας. Από την άλλη, δεν θεωρεί την ήδη υπάρχουσα Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. ως πιθανή εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους γι αυτό και δεν την προτείνει.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από τη στιγμή που ο ίδιος έχει επανειλημμένως υπερασπισθεί τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας μέσα από σχόλιά του στο ιστολόγιό μας.
Πολλάκις έχει σχολιάσει στο ιστολόγιό μας, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την Ορθοδοξία τους.
Αν οι Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας (ανήκουν στην Σύνοδο που προΐσταται ο Αρχ. Καλλίνικος) είναι Ορθόδοξοι, τότε αποτελεί και η αντίστοιχη Σύνοδος που ανήκουν εκκλησιολογική λύση για τους αποτειχισμένους.
Παρά ταύτα, όταν αναζητεί λύση για τους αποτειχισμένους, αποσιωπά πλήρως την ύπαρξη της Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» τη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου.
Από τη στιγμή που αποδέχεται ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν αποτελεί ίδρυση νέας Εκκλησίας, με δικό του σχόλιο σε παρένθεση (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.) αναγνωρίζει ουσιαστικά και το εκκλησιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν οι Γ.Ο.Χ..
Με την παραπάνω παραδοχή καταρρίπτεται ουσιαστικά το γνωστό επιχείρημα ότι οι Γ.Ο.Χ. ίδρυσαν δήθεν «νέα Εκκλησία». Εφόσον στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται νέα Εκκλησία, τότε δεν υπάρχει καμία διαφορά.
Έπειτα από ένδεκα ολόκληρα έτη από τη μονομερή και αντικανονική αλλαγή του εορτολογίου, Ορθόδοξοι Επίσκοποι αποτειχίσθηκαν, ανέλαβαν τον αγώνα των παλαιοημερολογιτών και αποτέλεσαν την υγιή μερίδα της τότε Ιεραρχίας που αντέδρασε στην καινοτομία και στην συνέχεια οι Ρώσοι της Διασποράς ανανέωσαν τον αγώνα των Παλαιοημερολογιτών με νέες χειροτονίες.
Προκύπτει όμως από το ίδιο του το άρθρο ότι η επιχειρηματολογία του δεν εφαρμόζεται με το ίδιο μέτρο σε όλες τις περιπτώσεις.
Ενώ αναγνωρίζει ότι η αποτείχιση Ορθοδόξων Επισκόπων δεν συνιστά ίδρυση νέας Εκκλησίας και ενώ υπερασπίζεται δημοσίως τους Γ.Ο.Χ. Ινδονησίαςπαρακάμπτει πλήρως την ύπαρξη της Ελληνικής Συνόδου των Γ.Ο.Χ. και παρουσιάζει ως «μοναδική οδό» την ένταξη στην Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου.

Κατά την ταπεινή μας άποψη η ασυνέπεια και η δική του αντίφαση είναι εμφανής.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ