Ἂς ἔλθουμε τώρα στὸ πολὺ κρίσιμο θέμα ποὺ εἶναι ἡ γλώσσα τῆς Ἀποκάλυψης. Οι μεγάλες παρεξηγήσεις ὀφείλονται στὴ μὴ κατανόηση αὐτῆς τῆς γλώσσας, ἐπειδὴ χάσαμε τη σχέση μας μὲ αὐτὴ τὴν ἀποκαλυπτική» γλώσσα. Ὅταν γράφεται τὸ βιβλίο, αὐτὴ ἡ γλώσσα, αὐτὸς ὁ τρόπος γραφῆς, εἶναι γνωστὸς καὶ οἰκεῖος στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὄχι μόνο στοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, όχι μόνο στοὺς Ἰουδαίους συγγραφεῖς, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἐθνικοὺς συγγραφείς. Ήδη ἀπὸ τὸν 2ο π.Χ. αἰώνα ἔχουν ἀρχίσει νὰ παρουσιάζονται κείμενα που προσπαθοῦν νὰ περιγράψουν γεγονότα πολὺ δυνατά, ἰδίως γεγονότα ποὺ ἔχουν άμεση σχέση μὲ τὸ βίωμα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ καταστάσεις μεταφυσικού περιεχομένου, μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχουν ἀποκαλυπτικὸ χαρακτήρα, δηλαδή μυστικό χαρακτήρα (μυστικὸ μὲ τὴν ἔννοια τῆς μυήσεως σε κάτι ἄρρητο). Χρησιμοποιοῦν τὸ σχῆμα τῆς ὑπερβολῆς καὶ δημιουργοῦν εἰκόνες. Οἱ εἰκόνες εἶναι ἀναγνώσιμες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὶς ἀντιλαμβάνονται. Θὰ δώσω ἕνα παράδειγμα: Ὁ Ἰώσηπος εἶναι ἕνας ἱστορικὸς ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς ποὺ ἔζησε στὴν αὐλὴ τῆς Ρώμης καὶ ὑπηρέτησε τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐξουσία. Αναλαμβάνει να γράψει την ἱστορία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ πολέμου, ὅπως ὀνομάστηκε ἡ ἐπανάσταση τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, ποὺ ξεκίνησε γύρω στο 64 μ.Χ. καὶ κατέληξε στην καταστροφὴ τῶν Ἱεροσολύμων τὸ 70 μ.Χ. ἀπὸ τὸν ρωμαῖο στρατηγὸ καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορα Τίτο. Ὁ Ἰώσηπος, λοιπόν, διηγεῖται τὰ γεγονότα που προηγήθηκαν, τὰ κατὰ τὴν πολιορκία καὶ τις συνέπειες. Σὲ ἕνα σημεῖο περιγράφει την κατάσταση κατὰ τὴν πολιορκία τῆς Ἱερουσαλήμ:

«Τὸν γοῦν ἄθλιον δῆμον οἱ μὲν ἀπατεῶνες καὶ καταψευδόμενοι τοῦ θεοῦ τηνικαῦτα παρέπειθον, τοῖς δ ̓ ἐναργέσι καὶ προσημαίνουσι τὴν μέλλουσαν ἐρημίαν τέρασιν οὔτε προσεῖχον οὔτ ̓ ἐπίστευον, ἀλλ ̓ ὡς ἐμβεβροντημένοι καὶ μήτε ὄμματα μήτε ψυχὴν ἔχοντες τῶν τοῦ θεοῦ κηρυγμάτων παρήκουσαν, τοῦτο μὲν ὅτε ὑπὲρ τὴν πόλιν ἄστρον ἔστη ρομφαία παραπλήσιον καὶ παρατείνας ἐπ' ἐνιαυτὸν κομήτης, τοῦτο δ ̓ ἡνίκα πρὸ τῆς ἀποστάσεως καὶ τοῦ πρὸς τὸν πόλεμον κινήματος ἀθροιζομένου τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν τῶν ἀζύμων ἑορτήν, ὀγδόη δ' ἦν Ξανθικοῦ μηνός, κατὰ νυκτὸς ἐνάτην ὥραν τοσοῦτο φῶς περιέλαμψε τὸν βωμὸν καὶ τὸν ναόν, ὡς δοκεῖν ἡμέραν είναι λαμπράν, καὶ τοῦτο παρέτεινεν ἐφ ̓ ἡμίσειαν ώραν»
[1]

[= Τὸν δυστυχισμένο λαὸ λοιπὸν παραπλανοῦσαν τότε οἱ ἀπατεῶνες καὶ ψευδοκήρυκες τοῦ Θεοῦ, καὶ μήτε πρόσεχε, μήτε πίστευε στὰ ὁλοφάνερα σημεία ποὺ προμηνούσαν τη μελλοντικὴ ἐρήμωση, ἀλλὰ σὰν κεραυνοβολημένοι καὶ σὰ νὰ μὴν εἶχαν ούτε μάτια οὔτε ψυχή, ἄκουσαν λανθασμένα τὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ. Την φορά, ὅταν πάνω ἀπὸ τὴν πόλη στάθηκε ἕνα ἀστέρι παρόμοιο με ρομφαία καὶ ἕνας κομήτης ἔμεινε στὸν οὐρανὸ γιὰ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο. Την άλλη ὅταν πρὶν ἀπὸ τὴν ἐξέγερση καὶ τὴν ἀναταραχὴ ποὺ ὁδήγησε στον πόλεμο, καθώς μαζευόταν ὁ λαὸς γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν ἀζύμων, στὶς ὀκτώ τοῦ μηνὸς Ξανθικοῦ κατὰ τὴν ἔνατη ὥρα τῆς νύχτας, τόσο φῶς περιέλαμψε τὸν βωμὸ καὶ τὸν ναό, ποὺ νόμιζε κανεὶς πὼς ἦταν μέρα όλόλαμπρη, καὶ αὐτὸ κράτησε γιὰ μισὴ ὥρα (κατὰ μετάφραση Ἰγνατίου Σακαλή)].

Τέτοιες εικόνες συναντᾶμε καὶ σὲ ἄλλα κείμενα τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, ἐννοῶ τῶν τεσσάρων αἰώνων: 2ος π.Χ. ἕως καὶ 2ος μ.Χ. αἰῶνες.
Πρέπει ἐπίσης ἐδῶ νὰ σημειώσω ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸ αὐτὸ διάστημα ἔχουμε ἀρκετὲς γνωστὲς ἀποκαλύψεις, δηλαδὴ βιβλία μὲ ἀποκαλυπτικά περιεχόμενο, ποὺ φέρουν διάφορα ὀνόματα, συνήθως ἱερῶν προσώπων. ὅπως παλαιῶν προφητῶν, ἀποστόλων, διδασκάλων κ.ἄ..[2]
Ποιὰ εἶναι λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀποκαλυπτική γλώσσα; Χρησιμοποιώντας εἰκόνες μὲ ὑπερβολή, ὅπως εἴπαμε ἤδη, προσπαθεῖ νὰ περιγράψει καταστάσεις εσωτερικὲς τοῦ ἀνθρώπου τὶς ὁποῖες δὲν μπορεῖ νὰ ἀναλύσει λογικὰ ἕνας συγγραφέας. Ἐὰν μάλιστα λάβουμε ὑπόψη μας ὅτι τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης εἶναι γραμμένο κατά μεγάλο μέρος σὲ ποιητικό ρυθμό, καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἀποκαλυπτικὴ γλώσσα βγαίνει μέσα ἀπὸ τὴν ποιητικὴ γλώσσα, τὸν πρῶτο πυρήνα καὶ τὴν πρώτη μάνα ποὺ γεννάει τὴν εἰκόνα γιὰ νὰ περιγράψει μιὰ κατάσταση, μιὰ πραγματικότητα, τὴν ἴδια τὴν ἱστορία, κυρίως ὅμως τὶς ἐνδιάθετες καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Σε αὐτὴ τὴ γλώσσα λοιπόν, σὲ αὐτὸ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ἰδίωμα, ἀναλαμβάνει ὁ συγγραφέας, ποὺ μᾶς ἔχει παραδώσει άλλα τέσσερα συγγράμματα (ἐννοῶ τὸ μεγάλο σύγγραμμα ποὺ λέγεται Εὐαγγέλιο καὶ τὶς τρεῖς ἐπιστολές του), νὰ μᾶς περιγράψει μία κατάσταση. Επιμένω στὴν ἔκφραση: μία κατάσταση.



[1] Φλαβίου Ἰωσήπου. Περὶ τοῦ ἰουδαϊκοῦ πολέμου, 6, 288-290.

[2] Αναφέρω, ἐνδεικτικά, μερικά «ψευδεπίγραφα» ἔργα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἔχουμε ἀντίστοιχες ἐνδιαφέρουσες μελέτες: Αποκάλυψις Μωυσέως (ή Α ́ καὶ Β' βιβλίο Αδάμ εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου Αποκάλυψις Θωμᾶ (5ος μ.Χ. αι. - Γνωστικό) Αποκάλυψις Πέτρου (2ος αι., μετὰ τὸ 150)· ἐπίσης Αποκάλυψις Πέτρου (3ος αι., Γνωστικό) Ανάληψις Μωυσέως· Α ́, Β', Γ' Ενώχ Διαθήκη δώδεκα Πατριαρχών Γ' καὶ Δ' βιβλία ιουδαϊκῶν Σιβυλλῶν (ἀπὸ 14 συνολικὰ βιβλία)· Ἀποκάλυψις Βαρούχ κ.ά.




ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top