Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου προσδιορίζει τὸ περιεχόμενό του, ὀνομάζοντάς το «Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1,1), ἢ «λόγους προφητείας» ― «οἱ ἀκούοντες τοὺς λόγους τῆς προφητείας» (1,8), «ὁ τηρῶν τοὺς λόγους τῆς προφητείας τοῦ βιβλίου τούτου» (22,7). Στὸ Εὐαγγέλιο διαβάζουμε ὅτι τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κρυπτὸ τὸ ὁποῖο δὲν θὰ φανερωθεῖ: «οὐδὲν γάρ ἐστι κεκαλυμμένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται» (Ματθ. 10,26), καί: «οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ ἐὰν μὴ φανερωθῇ, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν» (Μάρκ. 4,22). Ἡ ἀντίληψη τῆς βιβλικῆς παράδοσης εἶναι ὅτι ὑπάρχουν κρυπτά, μυστικὰ ἢ μυστήρια, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ γίνονται φανερὰ στοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ μὲ ἄνωθεν βοήθεια καὶ κηρύσσονται στὸν λαὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως «ἀποκάλυψη» εἶναι ἡ φανέρωση ὅσων δὲν βλέπονται καὶ δὲν ἀκούονται μὲ τὶς δυνατότητες ποὺ διαθέτει ὁ ἄνθρωπος. Θυμίζω τὴν ἀποστροφὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού, μιλώντας ἐμμέσως γιὰ τὸν ἑαυτό του, μᾶς περιγράφει μιὰ ὑπερβατικὴ γνώση καὶ ἐμπειρία, ὅταν εἶδε πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἐκφράσει, «ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Β΄ Κορ. 12,4), δηλαδὴ πράγματα τὰ ὁποῖα μάτι ἀνθρώπου δὲν τὰ βλέπει, αὐτὶ ἀνθρώπου δὲν τ’ ἀκούει καὶ στὸ στοχασμὸ τοῦ ἀνθρώπου δὲν μποροῦν νὰ ἔλθουν, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α΄ Κορ. 2,9). Ἐὰν μάλιστα δεχθοῦμε τὴ θέση τῶν Πατέρων ὅτι ἡ γνώση τοῦ ἀκτίστου δὲν εἶναι ἐφικτὴ μὲ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα (εἴτε τὴ θέση τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου: «[Θεὸν] φρᾶσαι μὲν ἀδύνατον, νοῆσαι δὲ ἀδυνατώτερον» (Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος Θεολογικὸς Β´, 4,5), εἴτε τὴ θέση τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: «ἄπειρον τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, 4,2.), ποὺ εἶναι στάση ζωῆς γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τότε τὸ θέμα «ἀποκάλυψη τῶν κρυπτῶν» μπαίνει σὲ ἄλλο ἐπίπεδο• καὶ αὐτὸ τὸ ἄλλο ἐπίπεδο εἶναι νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴ γνώση ὡς σχέση. Ἡ σχέση φανερώνει τὸ κρυπτό, ἡ σχέση ὄχι ἡ ἀφηρημένη ἀλλὰ ἡ σχέση ἡ προσωπική, ὅπως ἔχει ἐπισημάνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν• ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. […] βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον• ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην» (Α´ Κορ. 13,9-12).
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Ὅλη ἡ εὐαγγελικὴ παράδοση, ὅλη ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας βασίζεται πάνω στὴ σχέση μὲ ἕνα πρόσωπο, τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ κατ᾽ ἐπέκταση μὲ κάθε πρόσωπο, ἐξαιρέτως μάλιστα μὲ καθέναν ποὺ φέρει τὴ σφραγίδα δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ μὲ κάθε βαπτισμένο μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Πιλάτος ρωτάει τὸν Χριστὸ τί εἶναι ἀλήθεια, αὐτὸ τὸ μεγάλο ἐρώτημα ποὺ ἀπασχολεῖ στοὺς αἰῶνες ὅλους τοὺς μεγάλους πνευματικοὺς δασκάλους, «τί ἐστιν ἀλήθεια», ὁ Χριστὸς δὲν ἀπαντάει, γιατὶ στὴ γλώσσα τοῦ Πιλάτου, δηλαδὴ στὴ γλώσσα τοῦ κόσμου τούτου, δὲν ὑπάρχει δυνατότητα ἀπαντήσεως τοῦ ἐρωτήματος. Τὴν ἀπάντηση, ποὺ δὲν δίνει στὸν Πιλάτο, τὴν ἔχει δώσει στοὺς μαθητές του. Ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν Χριστό, ἑπομένως γιὰ τὴν Ἐκκλησία, εἶναι ἐνυπόστατη, εἶναι πρόσωπο, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6). Ἐὰν αὐτὸ δὲν τὸ ἀντιληφθοῦμε, θὰ βρισκόμαστε σὲ μιὰ σύγχυση ὅσον ἀφορᾶ τὸ περιεχόμενο τῆς γνώσης, ποτὲ δὲν θὰ γνωρίσουμε τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνώση. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ πείρα μᾶς λέει ὅτι ἡ γνώση εἶναι σχέση ἐν προσώποις. Ἡ κορυφαία σχέση μὲ τὸν Χριστό, μὲ τὸν Θεό, καὶ οἱ ἐπιμέρους σχέσεις μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Γνωρίζω κάτι κατὰ τὸ ποσοστὸ ποὺ σχετίζομαι μὲ αὐτό, ποὺ ἔχω σχέση μὲ αὐτό.
(συνεχίζεται)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου