– Σχετικά με το τέλος του κόσμου, στην Ορθόδοξη Εκκλησία σήμερα παρατηρούνται δύο τάσεις: είτε μια ευλαβική σιωπή είτε μια σκοτεινή, συχνά υπερβολικά ενθουσιώδης προσδοκία, κατά την οποία οι άνθρωποι φεύγουν στα δάση, στις σπηλιές, εγκαταλείπουν τη φυσιολογική ζωή και αρνούνται ακόμη και τα διαβατήριά τους. Γιατί;

– Ιστορικά, τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι ώστε ήδη η πρώτη γενιά των χριστιανών, δηλαδή οι Απόστολοι και οι άμεσοι μαθητές τους, ζούσαν με την έντονη προσδοκία της σύντομης Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. Αυτή η Παρουσία προαναγγελλόταν στην Καινή Διαθήκη, πρωτίστως στα Ευαγγέλια του Μάρκου, του Ματθαίου και του Λουκά, και νοούνταν ως το «ἔσχατον», δηλαδή το τέλος αυτού του κόσμου. Όχι όμως ως ένα απόλυτο τέλος που θα επέφερε την καταστροφή ολόκληρης της δημιουργίας, αλλά ως τη μεταμόρφωση και την αναγέννησή της. Γι’ αυτό και η προσδοκία των χριστιανών δεν ήταν καθόλου ζοφερή, αλλά γεμάτη αισιοδοξία. Ο Απόστολος Παύλος ήδη στην Α΄ προς Θεσσαλονικείς Επιστολή (Α΄ Θεσ. 1:2-10), απευθυνόμενος σε ανθρώπους που είχαν επιστρέψει από την ειδωλολατρία, λέγει: «ἐπεστρέψατε πρὸς τὸν Θεὸν ἀπὸ τῶν εἰδώλων, δουλεύειν Θεῷ ζῶντι καὶ ἀληθινῷ καὶ ἀναμένειν τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἐκ τῶν οὐρανῶν, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν». Εδώ βλέπουμε ότι αμέσως μετά το κήρυγμα του μονοθεϊσμού ο Απόστολος θέτει στη δεύτερη θέση τη διδασκαλία περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, περί της αναμονής του αναστημένου και δοξασμένου Κυρίου. Αυτό όμως δεν είναι μόνο κατάσταση εσχατολογικής προσδοκίας, αλλά και κατάσταση εσχατολογικής υπάρξεως. Είναι κάτι που διαπερνά ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Τι είναι το τέλος, τι είναι το έσχατον; Είναι το όριο, το πέρας! Και όλα όσα βρίσκονται πέρα από τα όρια αυτού του κόσμου, αυτού του χώρου και αυτού του χρόνου, τα ονομάζουμε υπερβατική πραγματικότητα. Είναι η άλλη, η θεία πραγματικότητα. Για παράδειγμα, στο βιβλίο της Αποκαλύψεως: εκεί ο Απόστολος Ιωάννης αρχικά βρίσκεται πάνω στη γη, στη νήσο Πάτμο, όπου ήταν εξόριστος· κατόπιν όμως «ἐν Πνεύματι» (δηλαδή σε κατάσταση εκστατικής εμπειρίας) ανυψώνεται μέσα από τις ανοιγμένες πύλες του ουρανού, ανεβαίνει στον ουρανό και το βλέμμα του στρέφεται από τον ουρανό προς τη γη. Εισέρχεται στην υπερβατική σφαίρα, πέρα από το έσχατον, πέρα από τα όρια του δικού μας χώρου και χρόνου.
Και ποια ήταν τα πρώτα λόγια του Ιησού Χριστού, όταν, μετά το Βάπτισμα και τον πειρασμό στην έρημο, άρχισε να κηρύττει; «Πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. 1:15). Αυτά είναι τα πρώτα λόγια Του που κατέγραψαν οι Ευαγγελιστές. Και αν τα αποδώσουμε ακριβέστερα, θα ακούγονταν ως εξής: ιδού, εκπληρώθηκε η προθεσμία που όρισε ο Θεός και ήδη τώρα ήλθε η Βασιλεία των Ουρανών (στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται ρήμα σε παρακείμενο), μετανοείτε και πιστεύετε σε αυτό το Ευαγγέλιο, σε αυτήν την Καλή Αγγελία. Και ποια είναι η «Καλή Αγγελία»; Ότι η Βασιλεία του Θεού είναι ήδη εδώ, ότι ήδη ζούμε στο έσχατον. Διότι εκεί όπου βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός, εκεί όπου ζω μαζί Του, όπου είμαι ενωμένος μαζί Του, εκεί δεν ζω πλέον μόνο μέσα σε αυτόν τον κόσμο αλλά και μέσα στον υπερκόσμιο κόσμο· έτσι περνώ πέρα από το έσχατον.
Αυτό εκφράζεται θαυμάσια σε ορισμένα χωρία της Καινής Διαθήκης. Για παράδειγμα, όταν ο Απόστολος Παύλος λέγει στα πνευματικά του τέκνα: «Έχετε ήδη ζωοποιηθεί εν Χριστώ, ήδη ζείτε εν Χριστώ, ήδη βρίσκεστε στους ουρανούς!» Πώς στους ουρανούς; Αφού εγώ βρίσκομαι στη γη! — Και λοιπόν; Είμαστε και στη γη και στους ουρανούς! — Μα έχουμε ακόμη να σωθούμε! — Μα τι λέτε; Έχετε ήδη σωθεί! (βλ. Ρωμ. 3:24). Είστε ήδη τέλειοι! (βλ. Α΄ Κορ. 2:6). Από την άλλη όμως, η σωτηρία μας βρίσκεται ακόμη στο μέλλον (βλ. Ρωμ. 8:23), η τελειότητα είναι ακόμη μπροστά μας (βλ. Φιλιπ. 3:12)! Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν πάρα πολλά τέτοια, φαινομενικά παράδοξα, χωρία, τα οποία όμως επιλύονται εύκολα λογικά. Διότι στη σωτηρία συνυπάρχουν δύο όψεις. Η μία είναι αντικειμενική, ανεξάρτητη από εμάς, και η άλλη υποκειμενική, εξαρτώμενη από εμάς. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό με ένα παράδειγμα: ένας άνθρωπος βρίσκεται στη φυλακή. Δεν είναι ελεύθερος. Κάθεται στο κελί του, περιορισμένος από τοίχους και κάγκελα, όπως όλοι μας είμαστε περιορισμένοι από την αμαρτωλή μας φύση. Και ξαφνικά εκδίδεται προεδρικό διάταγμα: του απονέμεται χάρη! Τι συμβαίνει τότε; Έρχεται ο δεσμοφύλακας, ανοίγει την πόρτα του κελιού μου και μου λέγει: είσαι ελεύθερος! Όμως, για να πραγματοποιήσω αυτή την ελευθερία μου, αυτή τη σωτηρία μου, πρέπει ακόμη να κάνω μερικά βήματα έξω από το κελί. Τότε μόνο θα έχω σωθεί πραγματικά και η ελευθερία μου θα έχει γίνει πραγματικότητα.
Δηλαδή μπορώ να ζω συγχρόνως και εδώ και στο έσχατον, πραγματοποιώντας το σταδιακά μέσα στη δική μου ζωή και στη δική μου κατάσταση.
Οι πρώτοι χριστιανοί ζούσαν με την άμεση προσδοκία της σύντομης Παρουσίας του Χριστού. Όμως ο χρόνος περνούσε και οι γενιές διαδέχονταν η μία την άλλη. Έγινε φανερό ότι το τέλος δεν θα ερχόταν σύντομα, και τότε εμφανίστηκαν αυτές οι δύο σύγχρονες τάσεις: από τη μία, κάποιοι άρχισαν να προσπαθούν να υπολογίσουν την ημερομηνία της Παρουσίας και να επινοούν διάφορες φανταστικές θεωρίες, παρά όλες τις αποστολικές και εκκλησιαστικές προτροπές. Ήδη τον 1ο αιώνα ο Απόστολος Παύλος αναγκάζεται να γράψει: «Περὶ δὲ τῶν χρόνων καὶ τῶν καιρῶν οὐ χρείαν ἔχετε γράφεσθαι ὑμῖν, ἀδελφοί· αὐτοὶ γὰρ ἀκριβῶς οἴδατε ὅτι ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτὶ οὕτως ἔρχεται» (Α΄ Θεσ. 5:1-2), δηλαδή απροσδόκητα· δεν μπορεί να προβλεφθεί. Η άλλη τάση ήταν πιο νηφάλια: η ιστορία συνεχίζεται, επομένως πρέπει να ζούμε, να ζούμε σύμφωνα με τον Χριστό, να ζούμε μέσα στην ιστορία, χωρίς να βασανιζόμαστε για το τέλος, αλλά να ζούμε έτσι ώστε να το συναντήσουμε με αξιοπρέπεια, όποτε κι αν έρθει.
Νομίζω ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική θέση αντανακλά την τάση της πνευματικής νηφαλιότητας. Όσο για την πρώτη τάση, παρόλο που με τον καιρό απέκτησε περιθωριακό χαρακτήρα, φαίνεται πως θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι τη συντέλεια του αιώνος. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μεταξύ των σημείων που θα προαναγγείλουν το τέλος, αναφέρει την εμφάνιση ψευδοπροφητών και ψευδοχρίστων, καθώς και ανθρώπων σε κατάσταση θρησκευτικής έξαρσης, οι οποίοι θα λέγουν: «εδώ είναι ο Χριστός», «εκεί είναι ο Χριστός» (βλ. Μάρκ. 13:21). Επομένως, δεν υπάρχει τίποτε το καινούργιο σε όλα αυτά.
Χαρακτηριστικό είναι ότι τα φαινόμενα αυτής της «έξαρσης» και της υστερίας εμφανίζονται συνήθως σε περιβάλλοντα θεολογικά αμόρφωτα, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε την Αγία Γραφή ούτε τις ερμηνείες της. Αρκεί να πούμε ότι οι αντιλήψεις τους για το τέλος του κόσμου είναι επαρχιακές και τοπικές. Ας υποθέσουμε ότι συμβαίνει κάτι σε μια συγκεκριμένη χώρα, σε μια πόλη ή ακόμη και σε ένα χωριό: πείνα, σεισμός· αμέσως αυτό εκλαμβάνεται ως το τέλος του κόσμου. Η Αγία Γραφή όμως μας μιλά για το οριστικό τέλος, για ένα τέλος που έχει κοσμικό χαρακτήρα.

– Και τα γεγονότα της Αποκαλύψεως; Πρέπει να θεωρούμε τις καταστροφές, τη διάλυση ηπείρων και βουνών ως πραγματικές προφητείες που θα εκπληρωθούν κυριολεκτικά;

– Όχι, αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Η  Αποκάλυψη δεν είναι ιστορικό βιβλίο ούτε περιέχει ιστορικές προβλέψεις. Είναι γραμμένη σε ένα σύνθετο λογοτεχνικό είδος. Πρώτον, ανήκει στην αποκαλυπτική γραμματεία, δηλαδή περιγράφει εσχατολογικά γεγονότα. Όμως καθετί που είναι εσχατολογικό δεν μπορεί να περιγραφεί με τη δική μας γλώσσα, με γήινους όρους. Γι' αυτό ολόκληρη η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι από την αρχή έως το τέλος συμβολική, και πρέπει να γνωρίζει και να κατανοεί κανείς όλες αυτές τις λεπτές νύξεις και τους κώδικες που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας της, για να αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται.
Η Αποκάλυψη είναι ένα βαθύτατα θεολογικό βιβλίο. Ποια είναι η βασική του ιδέα; Την εκφράζει ήδη η πρώτη πρόταση του βιβλίου: «Ἀποκάλυψις Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἣν ἔδωκεν αὐτῷ ὁ Θεὸς δεῖξαι τοῖς δούλοις αὐτοῦ ἃ δεῖ γενέσθαι ἐν τάχει» (Αποκ. 1:1-3). Τι αποκαλύπτεται στην Αποκάλυψη; Αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί ένα από τα σπουδαιότερα αιτήματα της προσευχής «Πάτερ ἡμῶν»: «ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».
Γνωρίζουμε ότι πάνω στη γη βασιλεύει το κακό. Είναι το βασίλειο του σατανά, το βασίλειο της αμαρτίας. Στον ουρανό όμως βασιλεύει η Βασιλεία του Θεού, η βασιλεία της χάριτος. Πώς λοιπόν η Βασιλεία των Ουρανών θα γίνει και βασιλεία της γης; Αυτό ακριβώς εξηγεί η Αποκάλυψη. Η Αποκάλυψη μιλά επίσης για τον ρόλο της Εκκλησίας: τι πρέπει να κάνουμε ώστε να πραγματοποιηθεί η Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη.
Για τους πρώτους αναγνώστες η Αποκάλυψη ήταν ένα βιβλίο παρηγοριάς, που μιλούσε για το τέλος αυτού του πονηρού κόσμου και για την εγγύτητα της σωτηρίας στη Βασιλεία του Θεού, με το πέρασμα του χρόνου τόσο το έσχατον όσο και τα γεγονότα που περιγράφονται στην Αποκάλυψη άρχισαν να γίνονται αντιληπτά ως κάτι φοβερό και ανεπιθύμητο. Οι πρώτοι αναγνώστες έστρεφαν το βλέμμα τους στον σκοπό προς τον οποίο οδηγεί το βιβλίο: ο Θεός θα βασιλεύσει και θα πραγματοποιήσει ό,τι έχει σχεδιάσει. Οι μεταγενέστερες γενιές άρχισαν να βλέπουν μόνο τις φρικτές εικόνες, γεγονός που αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την παλαιοδιαθηκική αντίληψη για την «Ημέρα του Κυρίου», για το έσχατον, το οποίο εκεί παρουσιάζεται ακριβώς ως κάτι τρομακτικό. «Οὐαὶ τοῖς ἐπιθυμοῦσι τὴν ἡμέραν Κυρίου!... σκότος καὶ οὐ φῶς» (Αμώς 5:18-20). Το ίδιο συμβαίνει και στον Ζαχαρία, και στον Ησαΐα. Εδώ όμως βλέπουμε τη λαμπροφόρο Ιερουσαλήμ, το στεφάνι της χαράς!

– Οι δυτικές ερμηνείες στηρίζονταν σε μια «ρεαλιστική» κατανόηση των προφητειών της Αποκαλύψεως;

– Υπήρξαν διάφορες ερμηνείες: άλλες περισσότερο πνευματικές και άλλες κυριολεκτικές, οι οποίες περίμεναν, για παράδειγμα, να εμφανιστεί πραγματική ακρίδα. Αυτό όμως σημαίνει ότι κανείς δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτε από την Αποκάλυψη! Το βιβλίο αυτό είναι βαθύτατα συμβολικό. Το να περιμένει κανείς πραγματικές ακρίδες είναι σαν να κοιτάζει μια εικόνα και, αν εκεί απεικονίζεται, ας πούμε, ένας άνθρωπος με σπαθί — όπως απεικονίζεται ο Απόστολος Παύλος — να νομίζει ότι ο Απόστολος κυκλοφορούσε πράγματι συνεχώς στη Ρώμη κρατώντας σπαθί. Πρόκειται για συμβολισμό!

– Δηλαδή ολόκληρο το δράμα της Αποκαλύψεως, το οποίο παρουσιάζεται ως αφήγηση, πρέπει να γίνεται κατανοητό ως «εικόνα» του εσχάτου και όχι ως ιστορική διήγηση...

– Ως λεπτότατη θεολογία, εκφρασμένη με τη μορφή μιας αφήγησης που περιγράφει την πραγματική, υπαρκτή κατάσταση του κόσμου.
Η γλώσσα της Αποκαλύψεως είναι η γλώσσα των συμβόλων, μέσω της οποίας επιχειρείται να περιγραφεί, όσο είναι δυνατόν, το απερίγραπτο. Τα σύμβολα αυτά προέρχονται, πρώτα απ' όλα, από την Παλαιά Διαθήκη — υπάρχουν εκατοντάδες υπαινιγμοί προς αυτήν, κυρίως προς τα προφητικά βιβλία. Ο συγγραφέας της Αποκαλύψεως έχει επίγνωση ότι βρίσκεται στην κορύφωση όλων των προφητειών και χρησιμοποιεί ενεργά τη συμβολική γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης. Η δεύτερη, αν και μικρότερη, πηγή συμβόλων είναι, έμμεσα βεβαίως, η ειδωλολατρική μυθολογία. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται και οι θρησκευτικοπολιτικοί μύθοι που αντανακλούν, για παράδειγμα, τη λατρεία του αυτοκράτορα.
Οι κατακλυσμοί που προηγούνται του εσχάτου στην Αποκάλυψη δεν είναι κάποιες μοναδικές μελλοντικές συμφορές. Είναι οι συμφορές μέσα στις οποίες ζει ήδη ο κόσμος και τις οποίες βιώνει καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας του.
Δείτε τι συμβαίνει εκεί. Ο Ιωάννης ανεβαίνει στον ουρανό — αυτό συμβαίνει στο τέταρτο κεφάλαιο. Στο πέμπτο κεφάλαιο βλέπει στα χέρια του Θεού ένα βιβλίο σφραγισμένο με επτά σφραγίδες. Το κύριο περιεχόμενο αυτού του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η Βασιλεία του Θεού. Όμως αυτό αποτελεί μυστήριο. Και όσο δεν ανοίγονται όλες οι σφραγίδες, το βιβλίο δεν μπορεί να ανοιχθεί ούτε να πραγματοποιηθεί το μυστήριό του. Ο Ιωάννης λοιπόν κλαίει, επειδή κανείς δεν μπορεί να ανοίξει τις σφραγίδες. Τότε όμως ένα από τα αγγελικά όντα του λέγει: μη κλαις, διότι ιδού — και του δείχνει τον Αμνό — Εκείνος είναι άξιος να ανοίξει το βιβλίο και να πραγματοποιήσει όσα είναι γραμμένα μέσα του. Κατόπιν ο Αμνός, δηλαδή ο Χριστός, αρχίζει να ανοίγει τις σφραγίδες. Είναι προφανές ότι όλα αυτά είναι συμβολικά. Μετά το άνοιγμα κάθε σφραγίδας συμβαίνουν ορισμένα γεγονότα. Θα περίμενε λοιπόν κανείς ότι, μόλις ανοίξει και η έβδομη σφραγίδα, το βιβλίο θα ανοίξει, θα διαβαστεί και θα πραγματοποιηθεί το περιεχόμενό του. Όμως... δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Ανοίγεται η έκτη σφραγίδα και εμφανίζονται επτά άγγελοι που σαλπίζουν με τις σάλπιγγές τους, και με κάθε ήχο της σάλπιγγας λαμβάνουν χώρα ορισμένες διεργασίες πάνω στη γη. Όταν φαίνεται ότι θα σαλπίσει και ο έβδομος άγγελος και πλέον όλα θα ολοκληρωθούν, πάλι δεν συμβαίνει τίποτε τέτοιο! Μετά την έκτη σάλπιγγα εμφανίζονται επτά βροντές, έτοιμες να βροντήξουν, και κάτι φοβερό φαίνεται πως πρόκειται να συμβεί στη γη...
Προσέξτε ακόμη κάτι. Με το άνοιγμα των σφραγίδων συμβαίνουν γεγονότα που συνοδεύουν πάντοτε την ανθρώπινη ιστορία: πόλεμος, πείνα, ασθένειες, λοιμός. Και χάνεται το ένα τέταρτο της γης. Ακούγονται οι επτά σάλπιγγες, ακολουθούν νέες «πληγές», αλλά τότε χάνεται το ένα τρίτο. Η ιστορία αυτή καθεαυτή δεν είναι το ουσιώδες. Ποιο είναι λοιπόν το θεολογικό νόημα αυτών των πληγών; Ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνετιστούν και να μετανοήσουν. Όλα αυτά τα παθήματα έχουν σωτηριολογικό σκοπό.
Και οι επτά σάλπιγγες ηχούν, αλλά δεν φέρνουν την ανακούφιση. Κάποιοι αλλάζουν, όμως οι υπόλοιποι εξακολουθούν να μη μετανοούν για τα έργα των χειρών τους. Τι πρέπει να γίνει; Αποστέλλονται οι επτά βροντές. Σύμφωνα με την αποκαλυπτική παράδοση, τώρα θα έπρεπε να αφανιστεί ήδη το ένα δεύτερο της ανθρωπότητας και το άλλο μισό να μετανοήσει. Όμως τότε εμφανίζεται ένας άγγελος, ο οποίος λέγει στον Ιωάννη: «Μη γράψεις όσα είπαν οι επτά βροντές· δεν θα βροντήσουν». Δηλαδή όλες αυτές οι τιμωρίες αποδεικνύονται μάταιες· δεν οδηγούν τους ανθρώπους σε μετάνοια. Χρειάζονται άλλοι τρόποι συνετισμού.
Και τότε εμφανίζεται πλέον το ανοικτό βιβλίο, το οποίο ο άγγελος δίνει στον Ιωάννη και προστάζει να προφητεύσει εκ νέου. Όχι όμως με τις παλιές προφητείες, αλλά με καινούργιες! Εδώ πρέπει να κάνουμε μία παρένθεση. Στην Αποκάλυψη υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θεολογικό μοτίβο, που συγκρίνει τις παλαιές προφητείες με τη νέα εκπλήρωσή τους. Έτσι, όταν στο πέμπτο κεφάλαιο ο Ιωάννης κλαίει, ένας από τους ανώτερους αγγέλους του λέγει, δείχνοντας τον Αμνό: «Ἰδοὺ ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα· αὐτὸς ἐνίκησε καὶ δύναται νὰ ἀνοίξῃ τὸ βιβλίον» (Αποκ. 5:5-6). Πρόκειται για υπαινιγμό στην παλαιοδιαθηκική προφητεία περί του λέοντος από τη φυλή του Ιούδα, η οποία βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου της Γενέσεως, όταν ο Ιακώβ δίνει τις τελευταίες ευλογίες στους γιους του. Ευλογεί τον γιο του Ιούδα και του απευθύνει την προφητεία (Γεν. 49:9-10), η οποία ήδη από την αρχαιότητα θεωρούνταν μεσσιανική. Από εκεί προήλθε και η αντίληψη ότι ο Μεσσίας θα προέλθει από τη φυλή του Ιούδα. Θα είναι ο νικητής Μεσσίας, ο οποίος με το ξίφος στο χέρι θα εξοντώσει τους ειδωλολάτρες και θα υψώσει επάνω τους τον λαό του Θεού.
Όταν όμως ο άγγελος λέγει στον Ιωάννη: «Κοίτα, ο λέων...», ο Ιωάννης δεν βλέπει λιοντάρι, αλλά Αμνό! Ακούμε «λέων», αλλά βλέπουμε Αμνό! Αυτό το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στην Αποκάλυψη: ακούμε ένα πράγμα, αλλά βλέπουμε κάτι διαφορετικό. Ακούμε τις αρχαίες εθνικιστικές και τρομακτικά μιλιταριστικές προφητείες, αλλά βλέπουμε ότι όλα πραγματοποιούνται εντελώς διαφορετικά. Οι προφητείες εκπληρώνονται, αλλά τρόπον τινά αντίστροφα. Ο Μεσσίας δεν είναι το λιοντάρι που θα σκοτώνει, αλλά ο Αμνός «ὡς ἐσφαγμένος», ο οποίος ο ίδιος θα θανατωθεί!
Στη συνέχεια, στο έβδομο κεφάλαιο, γίνεται λόγος για εκείνους που θα σωθούν. Ακούμε τον αριθμό των σωζομένων. Είναι εκατόν σαράντα τέσσερις χιλιάδες από όλες τις φυλές του Ισραήλ· απαριθμούνται οι στρατιές του Ισραήλ που πορεύονται σε ιερό πόλεμο. Αυτό ακούει ο Ιωάννης. Τι βλέπει όμως; Κοιτάζει και βλέπει αναρίθμητο πλήθος σωσμένων ανθρώπων, που κανείς δεν μπορεί να καταμετρήσει, από κάθε φυλή και γλώσσα, να στέκονται... κρατώντας βάγια φοινίκων! Όχι αυτόματα όπλα, αλλά βάγια φοινίκων ενώπιον του Θρόνου. Ακούμε «το υπόλοιπο του Ισραήλ», αλλά βλέπουμε «όλους τους ανθρώπους της γης». Εδώ το παλαιό αντικαθίσταται από το νέο.
Και τότε, στο ενδέκατο κεφάλαιο, εμφανίζεται η προφητεία για τους δύο μάρτυρες, δηλαδή για το τι ακριβώς πρέπει να γίνει ώστε να μετανοήσει ο λαός. Βλέπουμε ότι οι άνθρωποι δεν μετανοούν εξαιτίας των καταστροφών και των τιμωριών, αλλά εξαιτίας του κηρύγματος και της μαρτυρίας της Εκκλησίας, η οποία δίδει μαρτυρία και προφητεύει. Και αυτό αποτελεί για εμάς μία πολύ σημαντική προειδοποίηση, διότι δεν βλέπουμε γύρω μας μια τέτοια Εκκλησία που να μαρτυρεί με ομόνοια. Και γι' αυτό επίσης μας προειδοποιεί η Αποκάλυψη.



Αρχιμανδρίτου Ιαννουαρίου Ίβλιεφ



ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top