Σάββατο 25 Ιουλίου 2026

Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (5ο μέρος)

 

Ὅπως γράφει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὁ ἐπίγειος θάνατος, ἤτοι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν κατάστρέφει τη σχέση τοῦ πιστοῦ μέ τήν Ἐκκλησία, δέν τόν ἀποξενώνει ἀπό τήν κατάστασή του καί τήν οἰκεία θέση πού ἐπέχει σέ αὐτήν, οὔτε τόν διαχωρίζει πλέον ἀπό τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας»[1]. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται συγχρόνως ἀπό τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς κεκοιμημένους, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦν ἀπό κοινοῦ τὸ σῶμα Χριστοῦ. Ζῶντες και κεκοιμημένοι εὑρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους, ὅπως ἀκριβῶς οἱ ζῶντες μεταξύ τους καί οἱ κεκοιμημένοι μεταξύ τους. Μία ἀπό τίς ἐκφράσεις τῆς κοινωνίας αὐτῆς εἶναι ἡ «κοινωνία ἁγίων» καί ἡ ἀμοιβαία προσευχή. Ὁ Νικόλαος Καβάσιλας προχωρά σε μια βαθύτερη πραγματικότητα, ἀφοῦ θεωρεῖ ὅτι οἱ κεκοιμημένοι πιστοί συμμετέχουν ἀοράτως καί μυστικῶς στη θεία Κοινωνία, δίπλα από τοὺς ζῶντες:

«ΜΓ'. «Μαζί μέ ὅσα ἐλέχθηκαν πρέπει νὰ ἐξετάσωμε καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα. Πραγματικὰ ἡ θεία καὶ ἱερὰ αὐτὴ τελετή φαίνεται να ἁγιάζη διπλᾶ. Ἕνας τρόπος εἶναι ἡ μεσιτεία· διότι τὰ δῶρα, προσφερόμενα σ ̓ αὐτόν, μὲ τὴν προσφορὰ αὐτὴ καθ ̓ ἑαυτή ἁγιάζουν αὐτοὺς ποὺ προσφέρουν καὶ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους προσφέρουν, καὶ καθιστοῦν τὸν Θεὸ ἵλεω σ ̓ αὐτούς. Ὁ ἄλλος τρόπος εἶναι ἡ μετάληψις, ἀφοῦ μᾶς γίνεται ἀληθινὴ βρῶσις και πόσις, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου. Από τούς τρόπους τούτους ὁ μὲν πρῶτος ἀποβαίνει κοινός καὶ σὲ ζωντανούς καὶ σὲ νεκρούς· διότι ἡ θυσία προσφέρεται καὶ γιὰ τὶς δύο τάξεις. Ὁ δὲ δεύτερος εἶναι ἐφικτός μόνο στους ζωντανούς· διότι οἱ νεκροὶ δὲν μποροῦν πλέον να τρώγουν καὶ νὰ πίνουν. Τότε λοιπόν; Γι' αὐτὸ οἱ νεκροί οὔτε ἁγιάζονται μὲ αὐτὸν τὸν ἁγιασμὸ ἀπὸ τὴ μετάληψι καὶ εἶναι στὸ σημεῖο αὐτὸ κατώτεροι ἀπὸ τοὺς ζωντανούς; Καθόλου. Διότι ὁ Χριστὸς μεταδίδει τὸν ἑαυτό του καὶ σ ̓ αὐτοὺς μὲ τὸν τρόπο ποὺ αὐτὸς γνωρίζει. Καί γιά ν' ἀποδειχθῆ αὐτό, ἂς κυττάξωμε καὶ τὰ αἴτια τοῦ ἁγιασμοῦ, γιά νά ἰδοῦμε ἂν δὲν εἶναι ὅπως τῶν ζωντανῶν οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν. Ποιά εἶναι τά αἴτια τοῦ ἁγιασμοῦ; 'Αραγε τὸ νὰ ἔχωμε σώμα, να τρέξωμε στην τράπεζα, νά λάβωμε τὰ ἅγια στα χέρια, νὰ τὰ δεχθοῦμε στο στόμα, να φάγωμε, να πιοῦμε; Καθόλου. Διότι πολλοὶ ποὺ εἶχαν τὰ παραπάνω καὶ ἔτσι προσῆλθαν στα μυστήρια οὔτε ἐκέρδισαν πλέον τίποτε καὶ ἔφυγαν σὰν ὑπεύθυνοι μεγαλυτέρων κακῶν. Αλλά ποιά εἶναι τά αἴτια τοῦ ἁγιασμοῦ στους ἁγιαζομένους; Καὶ ποιά εἶναι αὐτὰ ποὺ ζητεῖ ἀπὸ μᾶς ὁ Θεός; Κάθαρσις ψυχῆς, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, πίστις, ἐπιθυμία τοῦ μυστηρίου, προθυμία πρὸς μετάληψι, ὁρμὴ γεμάτη φλόγα, τρέξιμο μὲ δίψα. Αὐτὰ εἶναι ποὺ προσελκύουν τοῦτον τὸν ἁγιασμὸ καὶ μὲ αὐτὰ εἶναι ἀνάγκη οἱ προσερχόμενοι νὰ μετέχουν τοῦ Χριστοῦ καὶ χωρὶς αὐτὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατο. Αλλ' ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι σωματικά, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν ψυχὴ μόνο. Τίποτε λοιπὸν δὲν ἐμποδίζει νὰ ἐπιτυγχάνουν αὐτὰ καὶ τῶν νεκρῶν οἱ ψυχές, ὅπως τῶν ζωντανῶν. Εάν λοιπόν οἱ μὲν ψυχὲς εἶναι ἑτοιμασμένες καὶ παρασκευασμένες γιὰ τὸ μυστήριο, ὁ δὲ Κύριος ποὺ ἁγίασε καὶ ἐτέλεσε πάντοτε θέλει νὰ ἁγιάζη καὶ κάθε φορὰ ἐπιθυμεῖ νὰ μεταδίδη ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, τί εἶναι αὐτό πού ἐμποδίζει την μετουσία; Ασφαλώς τίποτε. Θὰ ἠμποροῦσε ὅμως νὰ εἰπῆ κανείς· ἐὰν κάποιος ἀπὸ τοὺς ζωντανούς ἔχη τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀναφέρθηκαν στην ψυχή, δεν προσέρχεται δὲ στα μυστήρια, θὰ λάβη παρ ̓ ὅλα αὐτὰ τὸν ἀπό ἐκεῖ ἁγιασμό; Ὄχι ὁ καθένας, ἀλλὰ ὅσοι δὲν μποροῦν νὰ προσέλθουν σωματικῶς ὅπως οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν, σὰν αὐτοὺς «πού περιπλανῶνται στὶς ἐρημίες καὶ στὰ ὄρη και στα σπήλαια καὶ στὶς ὀπὲς τῆς γῆς», ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ ἰδοῦν θυσιαστήριο καὶ ἱερέα. Γι' αὐτοὺς ὁ Χριστὸς ἑτοίμασε τοῦτον τὸν ἁγιασμὸ ἀφανῶς. Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερό; Από τό ὅτι εἶχαν ζωή μέσα τους, ἐνῶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἔχουν παρά μόνο ἂν μετεῖχαν σ ̓ αὐτὸ τὸ μυστήριο. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε· «ἐὰν δὲν φάγετε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίετε τὸ αἷμα του, δὲν ἔχετε ζωή μέσα σας». Καὶ γιὰ νὰ σημάνη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἔστειλε ἀγγέλους σὲ πολλοὺς ἁγίους γιὰ νὰ τοὺς φέρουν τὰ δῶρα. Ἂν δὲ δὲν προσέλθη στην τράπεζα, ἐνῶ μπορεῖ, αὐτὸς εἶναι τελείως ἀδύνατο νά ἐπιτύχη τὸν ἁγιασμό ἀπό αὐτὰ τὰ δῶρα ὄχι ἁπλῶς διότι δὲν προσῆλθε, ἀλλὰ διότι δεν προσῆλθε ἐνῶ ἠμποροῦσε καὶ μὲ αὐτὸ φανερώνει ὅτι ἔχει ἔρημη τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὶς ἀγαθὲς διαθέσεις που χρειάζονται γιὰ τὰ μυστήρια.
Πραγματικά ποιά ὁρμὴ καὶ προθυμία πρὸς τὴν τράπεζα ἔχει αὐτός πού, ἐνῶ μπορεῖ εὔκολα να τρέξη πρὸς αὐτήν, δὲν θέλει; Ποιά πίστις πρὸς τὸν Θεὸ ὑπάρχει σ' αὐτὸν ποὺ δὲν φοβεῖται τὴν ἀπειλὴ ποὺ εὑρίσκεται στοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, σ ̓ αὐτοὺς ποὺ περιφρονοῦν τὸ δεῖπνο τοῦτο; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ πιστευθῆ ὅτι ἀγαπᾶ αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ λαμβάνει, ἐνῶ μπορεῖ νά τό λάβη; Γι' αὐτὸ δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο, ἂν ὁ Χριστὸς μεταδίδη ἀπὸ αὐτὴν τὴν τράπεζα σε ψυχὲς ποὺ ἔχουν ἀπολυθῆ ἀπὸ τὰ σώματα, ἐφ ̓ ὅσον δὲν ἔχει νὰ τοὺς κατηγορήση καμμία τέτοια πονηρία. Ἐκεῖνο βέβαια εἶναι παράδοξο καί ὑπερφυσικό, τὸ νὰ φάγη ἀπὸ τὸ ἀκήρατο σῶμα ἄνθρωπος που συζῆ μὲ τὴ φθορά, ἐνῶ τὸ νὰ μεταλάβη ἀθάνατος οὐσία, ἡ ψυχή, ἀπὸ τὸ ἀθάνατο, μὲ τὸν κατάλληλο σ' αὐτὴν τρόπο, τί θαυμαστό εἶναι; Ἐὰν δὲ εὑρῆκε τρόπο να πραγματοποιήση αὐτὸ τὸ παράδοξο καὶ ὑπερφυσικὸ μὲ τὴν ἄφατη φιλανθρωπία καὶ τὴν ἀπόρρητη σοφία, πῶς νὰ μὴ πιστευθῆ ὅτι ἐνεργεῖ τὸ εὔλογο καὶ τὸ λογικό;».

ΜΣΤ'. «Οι γυμνές ἀπό σώματα ψυχές πλεονεκτοῦν σὲ ἁγιασμό ἀπό αὐτὲς ἐκείνων ποὺ ζοῦν σὲ σώματα· διότι καθαρίζονται καὶ λαμβάνουν ἄφεσι ἁμαρτιῶν διὰ τῶν εὐχῶν τῶν ἱερέων καὶ τῆς μεσιτείας τῶν δώρων, ὅπως καὶ τῶν ζωντανῶν. Δὲν ἀμαρτάνουν ὅμως καθόλου οὔτε προσθέτουν νέα ἐγκλήματα στα παλαιά, όπως συμβαίνει μὲ τοὺς περισσοτέρους ζωντανούς, ἀλλὰ μόνο ἢ εἶναι ἀπαλλαγμένες ἀπό κάθε ευθύνη ή ἔστω εἶναι πάντοτε στερημένες τῶν ἁμαρτημάτων· καὶ ἔτσι εἶναι καλύτερα προετοιμασμένες γιὰ τὴν μετουσία τοῦ Σωτῆρος, ὄχι μόνο ἀπό τούς περισσότερους ποὺ ζοῦν στὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἴδιες, ἂν ἐζοῦσαν στὸ σῶμα. Καὶ αὐτὸ τὸ ἴδιο ἄλλωστε, τὸ ὅτι εἶναι γυμνές ἀπὸ σῶμα, τὶς ἐπιτρέπει νὰ εἶναι πολὺ ἐπιτηδειότερες πρός τή μετουσία τῶν μυστηρίων ἀπὸ ὅσο ἠμποροῦσε νὰ εἶναι ἐάν ἦσαν ἐνδυμένες σῶμα. Πραγματικά, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶναι πολλὲς καὶ διάφορες οἱ κατοικίες, γιὰ νὰ τιμηθῆ κάθε βαθμὸς ἀρετῆς καὶ μὴ μείνη τίποτε ἄμισθο ἀπὸ τὸν δίκαιο καὶ φιλάνθρωπο κριτή, ὅπως οἱ ἄξιοι τῶν μεγαλυτέρων βραβείων καὶ οἱ τέλειοι καὶ τῆς τελείας μακαριότητος κληρονόμοι, ὁ Παῦλος καὶ οἱ ἰσάξιοί του, ἀπολαύουν αὐτῆς καθαρώτερα μετὰ τὸ θάνατο παρά όταν εὑρί σκωνται στὸν βίο τοῦτο, ἔτσι καὶ τὴ μέτρια ἀνάπαυσι εἶναι εὔλογο νὰ ἐπιτυγχάνουν ὅσοι εἶναι τοποθετημένοι σ' αὐτὴν καλύτερα ὅταν ἀπέλθουν ἀπό ἐδῶ παρὰ ὅταν ζοῦν μὲ τὸ σῶμα. Αποδείχθηκε λοιπὸν ὅτι κάθε ἀνάπαυσις ψυχῶν καὶ κάθε βραβεῖο ἀρετῆς, καὶ μικρό καί μεγάλο, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ τοῦτο τὸ ποτήριο, μεταλαμβανόμενα ἀξίως ἀπό κάθε κατηγορία ανθρώπων, τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς. Γι' αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐκάλεσε δεῖπνο τὴν ἀπόλαυσι τῶν ἁγίων στο μέλλον, γιὰ νὰ δείξη ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει τίποτε περισσότερο ἀπὸ αὐτὴ τὴν τράπεζα. Ἔτσι ἡ θεία ἱερουργία τῆς εὐχαριστίας εἶναι καὶ γιὰ τοὺς ἀποθανόντας, ὅπως γιὰ τοὺς ζωντανούς· καὶ ὅπως ἐκεῖνοι ἁγιάζονται διπλᾶ, ὅπως ἔχει λεχθῆ, καὶ αὐτοὶ ἁγιάζονται καὶ δὲν εἶναι κατώτεροι σε καμμιὰ ἀπὸ τὶς δύο περιπτώσεις ἀπέναντι τῶν ζωντανῶν οἱ ἀποθανόντες, ἀλλ ̓ ἀντιθέτως ἀπό μερικές πλευρές εἶναι ἀνώτεροι»[2].



[1] Ανατομία προβλημάτων τῆς πίστεως, σ. 122-123.

[2] ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ, ΜΓ΄-ΜΣΤ΄




ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ