Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

«Ἀποκτῆστε τὴν εὐχέρεια τοῦ νὰ ζεῖτε ὡς κατ' ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ...» (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)



«Ἔχουμε τὸν πολυεύσπλαχνο Σωτήρα Κύριό μας ἕτοιμο πάντα νὰ μᾶς βοηθήσει. Σὲ Αὐτὸν νὰ στρέφετε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς σας. Ἀποκτῆστε τὴν εὐχέρεια τοῦ νὰ ζεῖτε ὡς κατ' ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο σημαίνει να θυμάστε ἀδιαλείπτως τὸν ἁπανταχοῦ παρόντα καὶ παντεπόπτη Θεὸ καὶ νὰ διάγετε ἀναφορικὰ μὲ τοὺς λογισμούς, τὰ συναισθήματα καὶ τὰ ἔργα σας κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἁρμόζει ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ νὰ ἔχετε ὡς μοναδική ἐνασχόληση, ὥσπου η συνείδησή σας καὶ ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουν ἕνα σῶμα. Ἂν ἐπιτύχετε σε αὐτό, τότε δὲν θὰ σᾶς χρειαστεί καμιά συμπληρωματική νουθεσία. Θὰ ἐπέλθει ὁ φόβος Θεοῦ καὶ θὰ ἀρχίσει να βάζει σε σειρὰ τὰ πάντα».
(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)
Το κείμενο αυτό του Οσίου Θεοφάνους δεν είναι απλώς μία ηθική προτροπή να θυμόμαστε τον Θεό αλλά περιγράφει ολόκληρη τη μέθοδο της ορθόδοξης πνευματικής ζωής. Δείχνει πώς ο άνθρωπος περνά από την εξωτερική τυπική θρησκευτικότητα στην εσωτερική κοινωνία με τον Θεό.
Το πρώτο που λέγει είναι:
«Ἔχουμε τὸν πολυεύσπλαχνο Σωτήρα Κύριό μας ἕτοιμο πάντα νὰ μᾶς βοηθήσει. Σὲ Αὐτὸν νὰ στρέφετε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς σας.»
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αλήθεια. Η πνευματική ζωή δεν αρχίζει από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Δεν μας λέγει πρώτα να παλέψουμε μόνοι μας, να γίνουμε καλύτεροι ή να διορθώσουμε τον εαυτό μας. Μας υπενθυμίζει ότι ο Χριστός είναι ήδη παρών και έτοιμος να βοηθήσει. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Θεός απουσιάζει αλλά ότι ο νους μας στρέφεται παντού εκτός από Εκείνον. Ο άνθρωπος μπορεί να θυμάται όλη την ημέρα τις υποχρεώσεις του, τις ειδήσεις, τα προβλήματα, τις αδικίες που υπέστη, ακόμη και τα πνευματικά του κατορθώματα, αλλά να ξεχνά τον Θεό. Γι' αυτό ο Όσιος δεν λέγει απλώς «να πιστεύετε», αλλά «να στρέφετε τους οφθαλμούς του νοός και της καρδίας». Δηλαδή ολόκληρος ο εσωτερικός άνθρωπος να αποκτήσει νέο κέντρο.
Έπειτα συνεχίζει:
«Ἀποκτῆστε τὴν εὐχέρεια τοῦ νὰ ζεῖτε ὡς κατ' ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.»
Αυτή είναι ίσως η πιο σύντομη περιγραφή της νήψεως. Δεν σημαίνει ότι ο Θεός μας παρακολουθεί ως αστυνομικός που καταγράφει παραβάσεις. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος αποκτά τόσο έντονη την αίσθηση της θείας παρουσίας, ώστε τίποτε πλέον δεν γίνεται έξω από αυτήν.
Οι περισσότεροι άνθρωποι αλλάζουν συμπεριφορά ανάλογα με το ποιος τους βλέπει. Άλλος είναι ο εαυτός τους μέσα στην Εκκλησία, άλλος στην εργασία, άλλος στο σπίτι και άλλος όταν μένουν μόνοι. Ο άγιος όμως μιλά για μια ενιαία ζωή. Να ζει κανείς πάντοτε σαν να βρίσκεται μπροστά στον Θεό, γιατί πράγματι πάντοτε βρίσκεται μπροστά Του.
Κατόπιν εξηγεί τι σημαίνει αυτό πρακτικά:
«Νὰ διάγετε ἀναφορικὰ μὲ τοὺς λογισμούς, τὰ συναισθήματα καὶ τὰ ἔργα σας κατὰ τὸν τρόπο ποὺ ἁρμόζει ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ Θεοῦ.»
Παρατηρούμε ότι αρχίζει από τους λογισμούς και όχι από τα έργα. Αυτό είναι ολόκληρη η ορθόδοξη ασκητική. Η αμαρτία δεν αρχίζει όταν κινείται το χέρι ή η γλώσσα. Αρχίζει όταν ο νους δώσει συγκατάθεση στον λογισμό. Αν θεραπευθεί η ρίζα, θεραπεύονται και οι καρποί.
Πολλοί ασχολούνται μόνο με την εξωτερική συμπεριφορά. Θέλουν να φαίνονται σωστοί. Ο άγιος όμως μεταφέρει όλη τη μάχη στο εσωτερικό του ανθρώπου. Εκεί γεννιέται η υπερηφάνεια, η κατάκριση, η φιλαυτία, η φιλοδοξία και κάθε πάθος.
Στη συνέχεια λέγει κάτι εξαιρετικά σημαντικό:
«Αὐτὸ νὰ ἔχετε ὡς μοναδική ἐνασχόληση.»
Δεν λέγει μία από τις πολλές ασχολίες αλλά την μοναδική. Δεν εννοεί φυσικά ότι ο άνθρωπος θα εγκαταλείψει την εργασία, την οικογένεια ή τις καθημερινές του υποχρεώσεις. Εννοεί ότι μέσα σε όλες αυτές θα υπάρχει μία σταθερή εσωτερική εργασία: η μνήμη του Θεού. Αυτό ακριβώς δίδασκαν οι Πατέρες όταν μιλούσαν για την αδιάλειπτη προσευχή. Δεν πρόκειται για συνεχή προφορά λέξεων, αλλά για μία διαρκή κατεύθυνση του ανθρώπου προς τον Θεό.
Και έπειτα έρχεται η κορυφαία φράση:
«Ὥσπου ἡ συνείδησή σας καὶ ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουν ἕνα σῶμα.»
Δεν σημαίνει ότι η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται θεία. Σημαίνει ότι η συνείδηση καθαρίζεται τόσο πολύ, και τότε ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αναρωτιέται συνεχώς: «Άραγε αυτό επιτρέπεται; Είναι αμαρτία; Είναι σωστό;» διότι αποκτά πνευματικό αισθητήριο. Όπως το υγιές μάτι ξεχωρίζει αμέσως το φως από το σκοτάδι, έτσι και η καθαρή συνείδηση αρχίζει να διακρίνει σχεδόν αβίαστα το θέλημα του Θεού, γι' αυτό και ο άγιος καταλήγει:
«Ἂν ἐπιτύχετε σε αὐτό, τότε δὲν θὰ σᾶς χρειαστεῖ καμιὰ συμπληρωματικὴ νουθεσία.»
Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αληθινή μνήμη Θεού, τότε αρχίζει να ενεργεί μέσα του ο φόβος του Θεού, όχι ως τρόμος τιμωρίας, αλλά ως βαθιά συναίσθηση της παρουσίας Του και τότε, όπως λέγει ο Όσιος Θεοφάνης, «θα αρχίσει να βάζει σε σειρά τα πάντα». όχι διότι έγινε σοφότερος, αλλά επειδή έπαψε να έχει οδηγό το δικό του θέλημα και άφησε τον ίδιο τον Θεό να κυβερνήσει την καρδιά του και αυτή είναι η ουσία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής! Ούτε συσσώρευση γνώσεων, ούτε εξωτερική ευσέβεια, αλλά αδιάλειπτη μνήμη του Θεού, από την οποία γεννώνται η καθαρότητα του νου, η ειρήνη της καρδιάς και η διάκριση.

Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (6ο μέρος)

Στήν παραβολή τοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου, ὁ τελευταῖος, εὑρισκόμενος στόν Ἅδη, μπορεῖ νά ἀντικρίσει τόν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στους κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ μπορεῖ νά κάνει διάλογο μαζί του (Λκ. 16,33). Το περιστατικό αὐτό μᾶς κάνει νά ἀναρωτηθοῦμε ἐάν πρόκειται γιά μιά κατ' ἐξαίρεση κατάσταση και μιά γνώση πού ἀποκαλύφθηκε, ὅπως ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι[1], ἤ γιά μιά συνήθη κατάσταση, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἄλλοι, ἀποτελώντας ἔτσι μία ἀπό τίς πηγές μαρτυρίου γιά ὅσους εὑρίσκονται στόν Ἅδη.
Σύμφωνα μέ τήν ἀποκάλυψη πού ἔκανε στον Μακάριο Αἰγύπτου μία ψυχή, ἡ ὁποία εὑρίσκετο στόν Ἅδη, δίπλα ἀπό πολύ ἁμαρτωλούς, οἱ ψυχές ἐκεῖ τελοῦν σέ κατάσταση ἀπομονώσεως, στερούμενες μεταξύ τους σχέσεων στην συνήθη κατάσταση αὐτῶν, ἐνῶ δέν μποροῦν νά δοῦν ἡ μία τήν ἄλλη. Ἡ κατάσταση αὐτή ἀποτελεῖ μιά ἐπιπρόσθετη πηγή βασάνων καί δέν μπορεῖ να γίνει ὑποφερτή παρά μόνο χάρις στις προσευχές τῶν ζώντων πού τούς ἐπιτρέπουν να βλέπονται μεταξύ τους μόνο μερικῶς. «Ὅσο ἀπομακρυσμένος εἶναι ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ (Ησ. 55,9), τόσο εἶναι καί τό πῦρ πού ὑπάρχει ἀπό κάτω μας, ἐνῶ ἐμεῖς εὑρισκόμαστε μέσα του ἀπό τά πόδια ὥς τό κεφάλι. Κανείς μας δέν μπορεῖ νά δεῖ κάποιον ἄλλον κατά πρόσωπο, ἀφοῦ τό πρόσωπο τοῦ καθενός μας εἶναι κολλημένο στην πλάτη κάποιου ἄλλου. Ὅταν προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς, τότε καθένας μας μπορεῖ νά δεῖ μέρος τοῦ προσώπου τοῦ ἄλλου. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνακούφισή μας». Ἡ ἀδυναμία να αντικρίσουν τό πρόσωπο ἄλλων ἀνθρώπων ἐκφράζει με συμβολικό τρόπο το κλείσιμο στόν ἑαυτό μας, τόν εγωκεντρισμό, τήν ἄγνοια καί τήν ἀμοιβαία ἀπάθεια, τήν ἀγάπη τοῦ Ἐγώ (φιλαυτία) και, συνεπῶς, τήν ἔλλειψη αγάπης γιά τόν ἄλλον που προξενεῖται ἀπό τήν ἁμαρτία καί εἶναι συστατικό στοιχεῖο αὐτῆς. Ὅταν ἡ κατάσταση αὐτή ἀποκαλυφθεῖ στόν ἄνθρωπο ἀμέσως μετά τόν θάνατό του στην πλήρη φύση της. -ἤτοι ἡ ἀρνητική πνευματικότητα-, ἀφοῦ πρόκειται για παραβίαση της πρώτης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ καί ἀντίθεση στη φύση καί τό θέλημά Του, ἀποτελεῖ γιά τόν τεθνεῶτα πηγή φρικτῶν βασάνων.
Ἐντελῶς διαφορετική εἶναι ἡ κατάσταση τῶν ψυχῶν στόν Παράδεισο, ἀφοῦ αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀμοιβαία ἀγάπη, διά τῆς ὁποίας οἱ ψυχές ὁμοιάζουν στον Θεό καί συμμετέχουν τῶν ἀγαθῶν Του, ἀποτελώντας ἔτσι πηγή εὐδαιμονίας. Ἡ ἀγάπη αυτή συνδέεται άρρηκτα με μια βαθύτερη ἀμοιβαία γνώση, ὑπερφυσική, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ὑπό τό θεῖο φῶς. Ὁ Αγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἐπικαλεῖται ευρέως αὐτήν τήν άμοιβαία γνώση τῶν δικαίων, ἀποδεικνύοντας μάλιστα μέ ποιόν τρόπο βασίζεται στον Θεό και στις σχέσεις μεταξύ των προσώπων τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ἀπορρίπτοντας ὅσους πιστεύουν ἐσφαλμένα ὅτι ὅσοι καταφέρουν νά δοῦν ὅραμα τόν Θεό παραμένουν ἀπομονωμένοι σε κατάσταση εκστάσεως καί ἄγνοιας ὅσων τους περιβάλλουν:
«Προς εκείνους που λένε ότι οι άγιοι δεν βλέπουν ούτε γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αλλά βλέπουν μόνο τον Θεό, επειδή δήθεν είναι ολόκληροι ενωμένοι μαζί Του με όλες τις αισθήσεις τους, θα μπορούσε να απαντήσει ο ίδιος ο Θεός και να πει: "Με γνωρίσατε, άνθρωποί μου; Είδατε το φως μου; Με δεχθήκατε μέσα σας; Γνωρίσατε από προσωπική εμπειρία τις ενέργειες του Αγίου μου Πνεύματος ή όχι;" Εκείνοι, νομίζω, δεν θα τολμήσουν να Του απαντήσουν: "Ναι, Δέσποτα." Αν όμως το πουν, τότε θα τους απαντήσει: "Πώς λοιπόν, αφού έχετε αποκτήσει εμπειρία αυτών των πραγμάτων, λέτε ότι εκείνοι που πρόκειται να έχουν μέσα τους Εμένα δεν θα γνωρίζουν ο ένας τον άλλον; Εγώ είμαι ο αψευδής Θεός, ο αληθινός Θεός, ο άγιος Θεός, Αυτός που κατοικεί μέσα στους αγίους. Πώς λοιπόν κατοικώ μέσα τους; Όπως είπα ότι Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε Εμένα, έτσι και Εγώ θα κατοικώ σε όλους τους αγίους, και όλοι οι άγιοι θα κατοικούν μέσα σε Εμένα." Και θα προσθέσει ακόμη: "Αφού λοιπόν Εγώ είμαι μέσα στους αγίους μου και οι άγιοί μου μέσα σε Εμένα, και Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα μου και ο Πατέρας μου μέσα σε Εμένα, και όπως ο Πατέρας γνωρίζει Εμένα και Εγώ γνωρίζω τον Πατέρα, είναι ολοφάνερο ότι και οι άγιοι γνωρίζουν Εμένα και Εγώ γνωρίζω τους αγίους· και, κατά τον ίδιο τρόπο, οι άγιοι οφείλουν να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον."... Εάν λοιπόν οι άγιοι έχουν γίνει όμοιοι με τον Θεό και θα γνωρίσουν τον Θεό τόσο όσο ο Θεός γνώρισε εκείνους, και όπως ο Πατέρας γνωρίζει τον Υιό και ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα, έτσι πρέπει και οι άγιοι να βλέπουν και να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Ακόμη και όσοι ποτέ δεν είχαν δει ο ένας τον άλλον σωματικά σε αυτόν τον κόσμο, τότε θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Πώς λοιπόν δεν ντρέπεστε να μιλάτε, να ερευνάτε και να διδάσκετε για πράγματα που δεν γνωρίζετε, σαν να έχετε ήδη αποκτήσει γνώση ακόμη και των υπέρτερων από εμάς μυστηρίων και σαν να έχετε οριστεί από τον Θεό διδάσκαλοι; Διότι, όπως ποτέ ο Πατέρας δεν θα αγνοήσει τον Υιό ούτε ο Υιός τον Πατέρα, έτσι και οι άγιοι, αφού έχουν γίνει κατά χάριν θεοί επειδή κατοικεί μέσα τους ο Θεός, δεν θα αγνοήσουν ποτέ ο ένας τον άλλον. Αντίθετα, θα βλέπουν τη δόξα ο ένας του άλλου, καθώς και τη δική τους, όπως ο Υιός βλέπει τη δόξα του Πατέρα και ο Πατέρας τη δόξα του Υιού. Επομένως, όσοι λένε ότι οι άγιοι, όταν αξιωθούν της θεωρίας του Θεού, ούτε θα βλέπουν ούτε θα γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, πραγματικά βαδίζουν στο σκοτάδι. Δεν έχουν γίνει μέτοχοι της κοινωνίας με τον Θεό, ούτε της θεωρίας και της αληθινής γνώσεώς Του, και μιλούν και διαβεβαιώνουν πράγματα τα οποία ούτε γνωρίζουν ούτε είδαν ποτέ.»[2]

 


[1] Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά θάνατον, σ. 80. 99. Βλ. ἐπί παραδείγματι C. ANDRONIKOF, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι μεταξύ πάντων τῶν τεθνεώτων «ὑπάρχει μια ἐπικοινωνία ἄνευ χωροχρονικῶν ὁρίων» («La dormition comme type de mort chrétienne», σ. 27).

[2] Traites ethiques I.12





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ