Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Τα γεγονότα των Κεραμειών Χανίων (1ο μέρος)





ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ''Παρατηρητής '' Χανίων, 1934





ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
















Ο Παράδεισος δεν είναι τόπος, είναι σχέση με τον Θεό - Ἅγιος Ισαάκ ο Σύρος

Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο βαθύς θεολόγος της αγάπης του Θεού, λέγει ότι ο παράδεισος δεν είναι τόπος, αλλά κατάσταση της ψυχής. Από την στιγμή που ο άνθρωπος ανοίξει την καρδιά του στην παρουσία του Θεού, έστω και λίγο, έχει ήδη γευθεί τον παράδεισο. Και ομοίως, όποιος απομακρύνεται από την αγάπη, από την συγχώρηση, από την προσευχή, γεύεται ήδη την κόλαση. Ο Θεός δεν μας προσκαλεί σε έναν τόπο, αλλά σε μία σχέση. Δεν θα πάμε κάπου μετά θάνατον, θα σταθούμε όπως έχουμε γίνει μέσα από τη σχέση μας με τον Θεό. «Ο παράδεισος δεν είναι γεωγραφία, αλλά εμπειρία», όπως λέγει ο Άγιος, «ο άνθρωπος που έχει αγάπη εντός του, εκεί είναι ο παράδεισος». Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το τέλος του κόσμου για να γνωρίσουμε τον Θεό, μπορούμε από τώρα να γευθούμε την αιώνια ζωή εάν αγαπήσουμε αληθινά. Όταν η ψυχή ζει με ταπείνωση, προσευχή και ελπίδα στο έλεος του Θεού, έχει ήδη μέσα της την ειρήνη του παραδείσου. Όπως η άνοιξη αρχίζει αθόρυβα μέσα στον χειμώνα, έτσι και ο παράδεισος αρχίζει αθόρυβα μέσα στην καρδιά που μετανοεί.
Κατά τον Άγιο Ισαάκ, ο παράδεισος είναι η αγάπη του Θεού, όπως βιώνεται από την ψυχή που καθαρίστηκε. Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αληθινή αγάπη, τότε γίνεται ένας με το φως, όπως ο σίδηρος που γίνεται πυρακτωμένος μέσα στη φωτιά. Ο Θεός δεν χαρίζει τόπους ή βραβεία, χαρίζει την ίδια Του την ύπαρξη, την αγάπη Του. Γι' αυτό και ο Άγιος Ισαάκ λέγει, «Όποιος έχει γευθεί έστω και μίαν σταγόνα της αγάπης του Θεού, θα καταλάβει τι σημαίνει παράδεισος. Η ψυχή που αγαπά όλους, ακόμη και τους εχθρούς της, έχει γίνει κατοικητήριον του Θεού». Εκεί ο φόβος εξαφανίζεται, η κατάκριση παύει και η ειρήνη γίνεται φυσική αναπνοή. Ο παράδεισος, λοιπόν, δεν είναι ανταμοιβή για τους καλούς, αλλά η φυσική εμπειρία εκείνων που έμαθαν να αγαπούν όπως ο Θεός αγαπά. Ο άνθρωπος που μισεί, ακόμα και εν μία σταγόνι, δεν μπορεί να αντέξει το φως του παραδείσου, γιατί το φως ελέγχει καθετί σκοτεινό μέσα του. Η αγάπη είναι η μόνη θερμοκρασία που μπορεί να ζήσει η ψυχή στην αιωνιότητα.|
Ο Θεός είναι παντού, αλλά η ψυχή βιώνει ό,τι έχει μέσα της. Ένα από τα βαθύτερα ρητά του Αγίου Ισαάκ λέγει, «Ο άνθρωπος φέρει μέσα του και τον παράδεισο και την κόλαση». Όταν η ψυχή γεμίσει από ταπείνωση και ευχαριστία, όλος ο κόσμος γίνεται για αυτήν παράδεισος. Όταν γεμίσει από θυμό, φιλαυτία και κατάκριση, όλα γίνονται κόλαση. Ο Θεός δεν μετακινείται, είναι πανταχού παρών, όμως η ψυχή βλέπει όπως έμαθε να βλέπει. Αν έμαθε να βλέπει μέσα από την αγάπη, βλέπει παντού την χάρη, αν έμαθε να βλέπει μέσα από το πάθος, βλέπει παντού το σκοτάδι. Εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη αλήθεια, ότι η αιωνιότης δεν θα αλλάξει την ψυχή, η ψυχή θα αποκαλυφθεί όπως έγινε. Όποιος ζει από τώρα με αγάπη, προσευχή και συγχώρηση, θα συνεχίσει αιώνια να ζει με αυτήν την ειρήνη. Όποιος ζει από τώρα με θυμό, αδιαφορία και σκληρότητα, θα συνεχίσει να βιώνει την έλλειψή του ως φωτιά. Όπως ο ήλιος είναι ο ίδιος για όλους, αλλά άλλος δροσίζεται και άλλος καίγεται, έτσι και η Θεία Παρουσία θα είναι η ίδια για όλους. Άλλος θα χαίρεται και άλλος θα τυραννιέται, ανάλογα με την καρδία του.
Ο Άγιος Ισαάκ γράφει ότι ο Θεός δεν καταδικάζει. Η αγάπη του ενεργεί ως χαρά ή ως πόνος, ανάλογα με την έξιν της ψυχής. Ο ίδιος ο Θεός που χαροποιεί τους δικαίους, βασανίζει τους αμετανόητους, όχι επειδή θέλει να τους βασανίσει, αλλά επειδή η ψυχή τους δεν αντέχει το φως. Η αγάπη του Θεού είναι φωτιά, λέγει ο Άγιος, και η φωτιά αυτή ή θερμαίνει ή καίει, ανάλογα με το υλικό που αγγίζει. Αν η ψυχή είναι καθαρή, η φωτιά γίνεται φως, αν είναι γεμάτη άχυρα παθών, η ίδια φωτιά γίνεται κάψιμο, επομένως ο Θεός δεν αλλάζει, αλλά εμείς διαλέγουμε τι γευόμαστε από την παρουσία Του. Όπως λέγει ο Άγιος, ο Θεός είναι η πηγή της ζωής, αλλά ο αμαρτωλός, αποκομμένος από την πηγή, έχει μέσα του τον θάνατον. Η αποξένωση από την αγάπη, είναι η αρχή κάθε πνευματικής φθοράς.
Στην ορθόδοξη ασκητική παράδοση, ο Παράδεισος δεν κατακτάται με έργα αρετής, αλλά με ταπείνωση. Ο Άγιος Ισαάκ διδάσκει ότι η ταπείνωση, είναι η στολή του Θεού. Εκείνος που την ενδύεται, ζει ήδη με τον Θεό. Όταν η ψυχή παύσει να υπερηφανεύεται, τότε ανοίγει ο ουρανός μέσα της. Ο υπερήφανος δεν μπορεί να αγαπήσει, βλέπει μόνο τον εαυτό του, ο ταπεινός όμως, βλέπει παντού τον Θεό. Όπως ο καθρέπτης χρειάζεται καθαρή επιφάνεια, για να αντικατοπτρίσει το φως, έτσι και η ταπεινή ψυχή γίνεται καθρέπτης του Θεού. Όσο πιο βαθιά ταπεινώνεται, τόσο πιο πολύ αναπαύεται στην αγάπη. Ο Άγιος λέγει ότι η ταπείνωση, είναι η πύλη του Παραδείσου, γιατί ανοίγει τον δρόμο για κάθε άλλη αρετή, και κυρίως για την αληθινή γνώση του Θεού, που είναι πάντοτε γνώση αγάπης.
Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος μιλά για μια βαθιά ειρήνη, η οποία δεν εξαρτάται από τις συνθήκες, αλλά από την παρουσία. Όταν η ψυχή βρει τον Θεό, αναπαύεται, όταν τον χάσει, αγωνιά, όσο κι αν τα έχει όλα. Η ειρήνη αυτή είναι το πνευματικό άρωμα του Παραδείσου. Όταν προσευχόμαστε, αν ακόμη και για λίγο νιώσουμε ότι ο Χριστός είναι εκεί, αυτό είναι πρόγευση της αιωνιότητος. Όταν συγχωρούμε, όταν συγκρατούμε τον θυμό, όταν κλαίμε από μετάνοια, η ψυχή γεμίζει με ανάπαυση. Εκείνη η ανάπαυση είναι η ζωή του Παραδείσου.
Ο Άγιος Ισαάκ γράφει ότι η καρδία που έμαθε να ησυχάζει, δεν φοβάται πλέον τον θάνατον, διότι έχει ήδη εισέλθει στην ζωή. Εκεί στην ησυχία, ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι ο Θεός δεν είναι ιδέα, αλλά πρόσωπο, και ότι ο Παράδεισος είναι κοινωνία αγάπης, όχι άνεση. Όπως ο Παράδεισος είναι η σχέση με τον Θεό, έτσι και η κόλαση είναι η έλλειψη σχέσεως. Δεν είναι ένας τόπος φωτιάς, όπως τον φαντάζονται μερικοί, αλλά η εσωτερική μοναξιά της ψυχής, που δεν αγαπά πια. Ο Άγιος Ισαάκ περιγράφει την κόλαση ως την οδύνη της ψυχής, όταν απομακρυνθεί από τον αγαπημένον. Η ψυχή δημιουργήθηκε για να ζει εν Θεώ, όταν ζει άνευ Θεού, νιώθει όπως το ψάρι που βγήκε από το νερό. Ακόμη και αν όλα τα έχει, θα ασφυκτιεί, γιατί θα είναι έξω από την πηγή του οξυγόνου. 


ΠΗΓΗ


 


 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος του Πέρμ

Ένας ιερέας μας διηγήθηκε ότι είχε συλληφθεί από τους κομμουνιστές και είχε σταλεί σε στρατόπεδο καταναγκαστικών έργων για τους χειρότερους εγκληματίες της πόλης Τομπόλσκ. Ανάμεσα στους κρατουμένους βρίσκονταν δύο πρώην μέλη της Τσέκα του Περμ, ο Ντομπέλας και ο Παντέρνις, αμφότεροι Λετονοί. Σύμφωνα με τη μαρτυρία τους, ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος είχε εκτελεστεί διά τυφεκισμού κατόπιν αιτήματος των εργατών. Και οι δύο είχαν λάβει μέρος στη δολοφονία.
Ο Αρχιεπίσκοπος είχε επικρίνει δριμύτατα το κομμουνιστικό διάταγμα που διέταζε τον χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Αφού διάβασε την εγκύκλιο της Πανορθόδοξης Συνέλευσης της Μόσχας για το θέμα αυτό, ο Αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος έδωσε εντολή στον Αρχιδιάκονο να αναθεματίσει τους κομμουνιστές.
Στις 3 Ιουνίου του 1918 ο ιεράρχης πληροφορήθηκε τα σχέδια της συλλήψεώς του από έναν τυχαίο ακροατή τους. Αποφάσισε, ωστόσο, να μην εγκαταλείψει την επαρχία, αλλά να παραμείνει στη θέση του, ανάμεσα στο ποίμνιό του, και, αν ήταν θέλημα του Κυρίου, να μαρτυρήσει γι' Αυτόν.
Ενημέρωσε τους συνεργάτες του. Έστειλαν στο καμπαναριό του Καθεδρικού Ναού τον μοναχό Μιχαήλ με την εντολή να σημάνει συναγερμό με τις καμπάνες τη στιγμή της συλλήψεως.
Την ίδια νύχτα, μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα, όλο το τετράγωνο, στο οποίο βρισκόταν το επισκοπείο, κυκλώθηκε από στρατιώτες. Είχαν φέρει μιαν άμαξα με γρήγορα άλογα, με την οποία θα έβγαζαν τον αρχιεπίσκοπο από την πόλη το συντομότερο δυνατό και θα τον οδηγούσαν στη γειτονική πόλη Μοτοβίλιχα.
Μέσα στο σκοτάδι μερικές φιγούρες πλησίασαν την εξώπορτα της αρχιερατικής κατοικίας. Ήταν κλειδωμένη. Την ξήλωσαν και μπήκαν. Χτύπησαν την άλλη πόρτα. Άνοιξε ο θυρωρός.

-Πού είναι ο Ανδρόνικος;

-Πάνω.

Μερικοί οπλισμένοι στρατιώτες έμειναν εκεί. Ανέβηκαν μόνο τρεις άνδρες, ο πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ Μάλκωφ, ο αστυνομικός διευθυντής της Περμ Ιβάντσενκο και ο βοηθός του αστυνομικού διευθυντή της Μοτοβίλιχα, Ζουζγκώφ. Ο δεσπότης αγρυπνούσε μαζί με δύο κληρικούς.

-Ποιος από σας είναι ο αρχιεπίσκοπος Ανδρόνικος; τους ρώτησαν.

-Εγώ είμαι, απάντησε ήρεμα ο ιεράρχης.

Τη στιγμή εκείνη οι καμπάνες του Καθεδρικού Ναού σήμαναν συναγερμό. Ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί, και η καμπανοκρουσία σταμάτησε.
Πρόσταξαν τον αρχιεπίσκοπο να τους ακολουθήσει δίχως χρονοτριβή. Εκείνος υπάκουσε αδιαμαρτύρητα. Σε λίγα λεπτά έμπαινε στην άμαξα, που περίμενε μπροστά στην εξώπορτα, μ' ένα τριμμένο ράσο, έναν καλογερικό σκούφο, το αρχιερατικό του εγκόλπιο και το ραβδί του στο χέρι. Δίπλα του κάθησε ο Ζουζγκώφ και απέναντί του ένας από τους επιτρόπους. Αμέσως η άμαξα κίνησε για τη Μοτοβίλιχα.
Οι στρατιώτες στο μεταξύ συνέλαβαν όσους βρήκαν στο επισκοπείο: τον αρχιμανδρίτη Παχώμιο, τον διάκονο Ευλόγιο, τον φύλακα, τον θυρωρό και τον κλητήρα. Τους μετέφεραν όλους αρχικά στην Εκτελεστική Επιτροπή και έπειτα στη φυλακή. Σύντομα, όμως, τους άφησαν ελεύθερους, αφού πρώτα τους πειθανάγκασαν να υποσχεθούν ενυπόγραφα ότι δεν θα μιλούσαν σε κανέναν για τη σύλληψη του αρχιεπισκόπου.
Η άμαξα σταμάτησε στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα για αλλαγή αλόγων. Κατέβασαν τον δεσπότη και τον έκλεισαν σ' ένα γραφείο. Τότε τηλεφώνησε ο πρόεδρος της Επιτροπής Εργατών της Μοτοβίλιχα Μιάσνικωφ και ζήτησε να τον περιμένουν. Άλλωστε, η μέρα είχε ήδη χαράξει. Η κίνηση, που είχε αρχίσει στους δρόμους, φόβιζε τους επίδοξους φονιάδες του αρχιεπισκόπου.
Όταν σε λίγο ήρθε ο Μιάσνικωφ, ανακοίνωσε στους αστυνομικούς πως αποφασίστηκε η αναβολή της εκτελέσεως. Το γνωστοποίησαν στον ιεράρχη, αλλά εκείνος δεν το πίστεψε.

-Γνωρίζω ότι θα με εκτελέσουν, είπε με βεβαιότητα....

Στις 5 Ιουνίου το βράδυ έγινε η μεταφορά του ιεράρχη στην Περμ και η παράδοσή του στην Εκτελεστική Επιτροπή....
Όλη την ημέρα της 6ης Ιουνίου του 1918 ο αρχιεπίσκοπος την πέρασε κλεισμένος στο κρατητήριο της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περμ. Τον φρουρούσαν κόκκινοι στρατιώτες ιδιαίτερα σκληροί, που τον χλεύαζαν και τον έβριζαν ασταμάτητα.
Το βράδυ τον έφεραν στο γραφείο για ανάκριση. Για πολλή ώρα ο πρόεδρος της Επιτροπής Μάλκωφ και το μέλος της Σίβκωφ τον βομβάρδιζαν με ερωτήσεις. Δεν απάντησε σε καμία. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και προσευχόταν ακατάπαυστα. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένες η ειρήνη και η ανδρεία...
Οι ανακριτές, βλέποντας ότι έχαναν τον καιρό τους, τον έστειλαν πάλι στο κρατητήριο. Η εκτέλεσή του ανατέθηκε στους αστυνομικούς Ουβάρωφ και Πλατούνωφ και σε τρεις Λιθουανούς.
Στη μία η ώρα μετά τα μεσάνυχτα έβγαλαν τον ιεράρχη από το κρατητήριο. Τότε πετάχτηκε από το υπόγειο ο Ζουζγκώφ και ζήτησε από τον Πλατούνωφ να τον πάρουν μαζί τους, γιατί ήθελε να παραβρεθεί «στην ταφή του Ανδρόνικου». Ο Πλατούνωφ του είπε ν' ανέβει στην άμαξα και να καθήσει δίπλα στον αρχιεπίσκοπο.
Στον δρόμο ο ιεράρχης ήταν καλοδιάθετος. Κάποια στιγμή γύρισε στον Ζουζγκώφ και του παραπονέθηκε ήρεμα:

-Στο Αστυνομικό Τμήμα της Μοτοβίλιχα μου φέρθηκαν καλύτερα. Εκεί δεν με χλεύαζαν...

Αντί γι' άλλη απόκριση ο Ζουζγκώφ του είπε οργισμένα:

-Ανακαλέστε την απόφαση για απεργία των παπάδων!

-Όχι, δεν θα την ανακαλέσω. Γνωρίζω καλά ότι με πάτε για εκτέλεση.

Ακολούθησαν την κεντρική οδό Σιμπίρσκι και βγήκαν από την Περμ. Πέντε βέρστια μακριά από την πόλη έστριψαν αριστερά και μπήκαν στο δάσος. Σταμάτησαν εκατό μέτρα πιό πέρα και κατέβηκαν από την άμαξα.
Ο Ζουζγκώφ έδωσε στον αρχιεπίσκοπο ένα από τα σκαπτικά εργαλεία, που είχαν πάρει μαζί τους, και τον πρόσταξε:

-Σκάψε τον τάφο σου!

Ο ιεράρχης άρχισε να σκάβει. Τον βοηθούσαν οι τρεις Λιθουανοί. Όταν τελείωσε, ο Ζουζγκώφ του έδωσε νέα προσταγή:

-Έλα, ξάπλωσε!

Υπάκουσε. Ο τάφος, όμως, ήταν μικρός και δεν τον χωρούσε. Σηκώθηκε και έσκαψε λίγο ακόμα. Ξάπλωσε για δεύτερη φορά στον τάφο, αλλά αυτός και πάλι αποδείχθηκε μικρός. Με το τρίτο σκάψιμο τον έφερε στα μέτρα του. Τότε ζήτησε την άδεια να προσευχηθεί. Του το επέτρεψαν. Προσευχήθηκε γύρω στα δέκα λεπτά. Έπειτα, αφού στράφηκε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ευλόγησε από μακριά το ποίμνιο του, είπε στους δήμιους του:

-Είμαι έτοιμος.

-Δεν θα σε τουφεκίσω, τον απείλησε ο Ζουζγκώφ. Ζωντανό θα σε θάψω, αν δεν ανακαλέσεις την απόφαση για την απεργία.

-Δεν θα την ανακαλέσω ποτέ, αποκρίθηκε ο ιεράρχης, ξαπλώνοντας στον τάφο.

Οι Λιθουανοί άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα.
Ο Ζουζγκώφ πυροβόλησε μερικές φορές. Το σώμα του αρχιεπισκόπου ήταν εντελώς ακίνητο. Στη συνέχεια ο Πλατούνωφ πυροβόλησε δύο φορές. Τέλος, ο Ζουζγκώφ έριξε τη χαριστική βολή. Σε λίγο το μαρτυρικό λείψανο ήταν θαμμένο στη γη....



ΠΗΓΕΣ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972 και "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ", ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012

 

                                                           ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 

 


Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025

Επίσκοπος Ερμογένης του Τομπόλσκ και οι συν αυτώ μάρτυρες

 

Το 1918, αφού ο Πατριάρχης Τύχων επέτρεψε τις θρησκευτικές λιτανείες με εικόνες και εκκλησιαστικά λάβαρα (έθιμο εθνικό της Ρωσίας), ο επίσκοπος Ερμογένης ακολούθησε το παράδειγμα αυτό στο Τομπόλσκ. Την παραμονή της ημέρας που είχε οριστεί για τη λιτανεία, ο επίσκοπος έλαβε εντολή να τη σταματήσει, με την απειλή ότι θα συλληφθεί. Την επόμενη όμως ημέρα, αγνοώντας τη διαταγή, τέλεσε τη Θεία Λειτουργία όπως συνήθως και προέστη ειδικής δημόσιας προσευχής στο κρεμλίνο της πόλης. Όλοι γνώριζαν ότι η λιτανεία είχε απαγορευθεί. Ωστόσο, οι καμπάνες άρχισαν να ηχούν και ο επίσκοπος, μαζί με τον κλήρο, τα ιερά σταυρούς και τα λάβαρα, εξήλθε από τον καθεδρικό ναό και η πομπή ξεκίνησε. Πλήθη τεράστια συνέρρεαν κατά μήκος του τείχους του Κρεμλίνου ψάλλοντας: «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου».
Το κρεμλίνο του Τομπόλσκ, χτισμένο σε ύψωμα, δεσπόζει πάνω από την πόλη. Από το τείχος του μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά το σπίτι όπου κρατούνταν φυλακισμένος ο Αυτοκράτορας με την οικογένειά του. Οι βασιλικοί αιχμάλωτοι, στεκόμενοι κοντά στα παράθυρα, παρακολουθούσαν τη λιτανεία.
Η πομπή σταμάτησε στο σημείο απ’ όπου φαινόταν το σπίτι. Ενώ ο λαός έψαλλε το «Σοί, Κύριε», ο επίσκοπος πλησίασε στην άκρη του τείχους και στάθηκε μόνος, εποπτεύοντας ολόκληρο το Τομπόλσκ, κρατώντας έναν ξύλινο σταυρό στα χέρια του. Υψώνοντας τον σταυρό ψηλά, ευλόγησε τη βασιλική οικογένεια.
Την Κυριακή των Βαΐων, ο επίσκοπος Ερμογένης τέλεσε τη Θεία Λειτουργία και τον εσπερινό. Κατά τον εσπερινό εκφώνησε ένα κήρυγμα, στο οποίο είπε: «Πλησιάζουν οι ημέρες των Παθών του Κυρίου μας. Ο Πάσχων, περιμένοντας την επικείμενη φρικτή δοκιμασία Του, ένιωθε θνητή αγωνία και αναζητούσε δύναμη όχι μόνο στην προσευχή προς τον Θεό Πατέρα, αλλά και παρακαλώντας τους μαθητές Του να τηρήσουν αγρυπνία και να προσευχηθούν μαζί Του, για να ανακουφιστεί η βαριά καρδιά Του. «Κι εγώ νιώθω ότι οι ημέρες του Πάθους και του μαρτυρίου μου πλησιάζουν, και προβλέποντας τον μελλοντικό πόνο, νιώθω μεγάλη ανησυχία. Γι’ αυτό σας ζητώ όλους να προσευχηθείτε μαζί μου και για μένα, να μου δώσετε δύναμη». Αυτή ήταν η τελευταία του ομιλία προς την εκκλησία. Μια ομάδα των ακολούθων του, συγκινημένοι από την αγάπη τους προς τον επίσκοπο, τηρούσαν συνεχώς αγρυπνία κοντά στα ιδιωτικά του δωμάτια, ελπίζοντας να αποτρέψουν οποιαδήποτε βία· αλλά ο επίσκοπος βγήκε στο μπαλκόνι και παρακάλεσε όλους να επιστρέψουν στα σπίτια τους λέγοντας: «Μη δυσκολεύετε ακόμα περισσότερο τη δύσκολη θέση μου». Από σεβασμό στα λόγια και στο πρόσωπο του επισκόπου, οι άνθρωποι υπάκουσαν και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής συνελήφθη. Αυτό συνέβη τον Απρίλιο του 1918.
Ο επίσκοπος Ερμογένης μεταφέρθηκε στο Εκτερίνμπουργκ και φυλακίστηκε αμέσως. Τον Μάιο, ειδική αντιπροσωπεία από το εκκλησιαστικό συμβούλιο, αποτελούμενη από τον δικηγόρο Μινιάτοφ, τον αδελφό του επισκόπου, τον αρχιπρεσβύτερο Εφραίμ Ντοβγκάνεφ και τον π. Μ. Μακάρωφ, μετέβη στο Εκτερίνμπουργκ για να αιτηθεί την απελευθέρωση του επισκόπου ενώπιον του τοπικού Σοβντέπ (Σοβιετικών Αντιπροσώπων στρατιωτών και χωρικών). Το Σοβντέπ ζήτησε 10.000 ρούβλια ως λύτρα για την ελευθερία του επισκόπου και στη συνέχεια αύξησε το ποσό σε 100.000 ρούβλια. Τα χρήματα συγκεντρώθηκαν από τους εμπόρους του Εκτερίνμπουργκ και καταβλήθηκαν όπως είχε διαταχθεί στη κρατική υπηρεσία, η οποία εξέδωσε απόδειξη για το ποσό αυτό.
Την επόμενη ημέρα, η αντιπροσωπεία με πλήρη δύναμη μετέβη στο Σοβντέπ, ελπίζοντας να βρει τον επίσκοπο ήδη ελεύθερο, αλλά η αντιπροσωπεία δεν επέστρεψε ποτέ. Υποπτεύτηκαν ότι και αυτοί συνελήφθησαν και στάλθηκαν μαζί με τον επίσκοπο πίσω στο Τομπόλσκ, όπου επρόκειτο να διεξαχθεί η δίκη του επισκόπου.
Στο μεταξύ, το Τομπόλσκ καταλήφθηκε από τον Σιβηρικό Λευκό Στρατό. Οι Ερυθροί Φρουροί διέφυγαν με ένα ατμόπλοιο. Πριν αποβιβαστούν (στην Τιούμεν) και τρέξουν προς τα Ουράλια, έβγαλαν τους κρατουμένους στο κατάστρωμα του ατμόπλοιου και διέταξαν να βγάλουν τα πάνω ρούχα και τα παπούτσια τους. Αν κάποιος φαινόταν αργός, τα ρούχα του τα ξέσκιζαν. Οι γυμνοί άνδρες, υπό μια βροχή χλευασμών και αγενών σχολίων από τους φρουρούς, δεμένοι, ρίχνονταν ένας-ένας από το κατάστρωμα στον ποταμό Τούρα, όπου πνίγονταν.
Ο επίσκοπος Ερμογένης προσευχήθηκε για τους βασανιστές του και τους ευλόγησε. Με χυδαίες βρισιές, συνοδευόμενες από χτυπήματα, οι φρουροί ξέσκισαν από τον επίσκοπο τα ράσα και το στιχάριο και του έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη. Ο επίσκοπος συνέχισε να προσεύχεται δυνατά, και ο κομισάριος φώναξε την εντολή: «Κρατήστε του το σαγόνι!» Ένα χτύπημα με γροθιά στο πρόσωπο σίγησε τις προσευχές του γέροντα επισκόπου. Στη συνέχεια, δέσανε τα χέρια του, και του έδεσαν επίσης και μια πέτρα ογδόντα λιβρών. Οι Ερυθροί φρουροί άρπαξαν τον επίσκοπο και, μετά από αρκετές κινήσεις μπρος-πίσω, τον πέταξαν με δύναμη στον ποταμό. (16 Ιουνίου 1918). Τέτοια ήταν η μαρτυρία που δόθηκε στην προανάκριση από το πλήρωμα του ατμόπλοιου.
Μετά την υποχώρηση των Ερυθρών, όταν τα νερά του ποταμού Τούρα υποχώρησαν, η όχθη ήταν γεμάτη με τα σώματα των δολοφονημένων ανδρών, ανάμεσα στα οποία αναγνωρίστηκε το σώμα του επισκόπου Ερμογένη. Το αναγνωρισμένο σώμα μεταφέρθηκε τότε στο Τομπόλσκ και ενταφιάστηκε, με ένα πλήθος σεβαστών και θλιμμένων ανθρώπων να το συνοδεύει στον τελευταίο του τόπο ανάπαυσης.


                                                                         ΠΗΓΗ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972




                                                             ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 

 


Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025

Ανανέωση καρτέλας ''Όλες οι αναρτήσεις''.

 Ανανεώθηκε η καρτέλα στο πάνω μέρος της σελίδας που φέρει τον τίτλο:
''Όλες οι αναρτήσεις'' διότι παρατηρήσαμε είχε σταματήσει να λειτουργεί.




Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (3ο μέρος)

 

5ος αιώνας.

Η επισκοπική αξία, «ταιριάζει μόνο... σε λίγους... που έχουν την αντίληψη ότι αυτή είναι πατρική φροντίδα και όχι αυθαίρετη εξουσία. Επειδή όμως την έχουν μεταβάλει σε δεσποτισμό ή, για να το πούμε καλύτερα, σε αυθαιρεσία, να ξέρεις ότι η έννοια αυτής της ορατής και επιθυμητής ηγεσίας... δεν είναι υψηλή. Γιατί τις περισσότερες φορές, άλλους εξουσιάζουν και σε άλλους υποκλίνονται δουλικά· σε κάποιους δίνουν διαταγές και άλλους κολακεύουν· κάποιους καταπιέζουν και μπροστά σε άλλους οι ίδιοι ταπεινώνονται. Γι’ αυτό, μη θαυμάζεις που ο πρεσβύτερος Ιεράξ, ως άνθρωπος συνετός, έφυγε από αυτόν τον βαθμό, σαν να επρόκειτο για την πιο βαριά ασθένεια»[1].

«Σε μια τέτοια κατάσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι άνθρωποι που είχαν ανατεθεί στη λειτουργική διακονία δεν έπαυαν, προς βλάβη του Χριστιανισμού, να στήνουν παγίδες ο ένας στον άλλον, γιατί ακριβώς εκείνη την εποχή οι πνευματικοί άνδρες επιτίθεντο με φροντίδα ο ένας εναντίον του άλλου»[2].

«Οι επίσκοποι της εποχής μας, επίσκοποι μόνο κατ’ όψιν, γένος πηλινό, ρίχτηκαν με πάθος στον πλούτο, στις θέσεις και στις τιμές· τα χαρίσματα όμως του Αγίου Πνεύματος τα σπατάλησαν σε συνωμοσίες, διώξεις, εξορίες και φυλακίσεις», μαρτυρεί ο συγγραφέας του «Λαυσαϊκού» το έτος 408[3].

«Ρώτησε κάποιος έναν γέροντα: “Για ποιο λόγο μερικοί που κοπιάζουν στις πόλεις δεν λαμβάνουν τη χάρη, όπως οι παλαιοί;” Και ο γέροντας του είπε: “Τότε υπήρχε αγάπη, και ο καθένας τραβούσε τον πλησίον του προς τα άνω· ενώ τώρα, που η αγάπη έχει ψυχρανθεί, ο καθένας τραβά τον πλησίον του προς τα κάτω, και γι’ αυτό δεν λαμβάνουμε χάρη”»[4].

6ος αιώνας.

Ο αββάς Ορέντ, μια Κυριακή, μπήκε στην εκκλησία του Σινά έχοντας γυρίσει τα ρούχα του ανάποδα. Του είπαν: «Γέροντα, γιατί μας ντροπιάζεις μπροστά στους ξένους;» και εκείνος απάντησε: «Εσείς διαστρέψατε το Σινά και κανείς δεν σας λέει τίποτα, κι εμένα με κατηγορείτε επειδή γύρισα τα ρούχα μου ανάποδα; Πηγαίνετε, διορθώστε ό,τι εσείς διαστρέψατε και τότε θα διορθώσω κι εγώ αυτό που έκανα»[5].

«Οι πατέρες μας ως τον θάνατό τους τηρούσαν την εγκράτεια και την ακτημοσύνη, ενώ εμείς μόνο φαρδαίνουμε την κοιλιά και τα πουγκιά μας», έλεγε ο αββάς Αθανάσιος[6].

Σε ένα όραμα, ένας γέροντας βλέπει την ψυχή ενός νεκρού μοναχού μέσα σε λίμνη πυρός ως τον λαιμό και θρηνεί λέγοντας: «Δεν σε παρακαλούσα, παιδί μου, να φροντίσεις για τη σωτηρία της ψυχής σου ώστε να μην υποφέρεις;» Και ο νεκρός του απαντά: «Ευχαριστώ τον Θεό, πάτερ μου, που τουλάχιστον το κεφάλι μου είναι ελεύθερο από τα βασανιστήρια· χάρη στις προσευχές σου στέκομαι πάνω από το κεφάλι του επισκόπου»[7].

«Όσα είπε ο Κύριός μας θρηνώντας για τους Φαρισαίους, τα εφαρμόζω σε εμάς, τους σημερινούς υποκριτές. Δεν δένουμε κι εμείς βαριά και δυσβάσταχτα φορτία και δεν τα φορτώνουμε στους ώμους των ανθρώπων, ενώ οι ίδιοι ούτε με το δάχτυλο δεν θέλουμε να τα αγγίξουμε; Δεν κάνουμε όλα μας τα έργα για να φαινόμαστε στους ανθρώπους; Δεν αγαπάμε να καθόμαστε στις πρώτες θέσεις στα τραπέζια και στις συνάξεις, και όσους δεν μας τιμούν αρκετά δεν τους θεωρούμε θανάσιμους εχθρούς; Δεν πήραμε το κλειδί της γνώσης και δεν κλείνουμε με αυτό τη Βασιλεία των Ουρανών μπροστά στους ανθρώπους, ώστε ούτε εμείς να μπούμε ούτε να αφήσουμε εκείνους να μπουν; Δεν διασχίζουμε θάλασσα και ξηρά για να προσηλυτίσουμε έστω έναν, και όταν αυτό συμβεί, τον κάνουμε παιδί της γέεννας, διπλά χειρότερο από εμάς; Δεν είμαστε τυφλοί οδηγοί, που σουρώνουμε το κουνούπι και καταπίνουμε την καμήλα; Δεν καθαρίζουμε το εξωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, ενώ μέσα είμαστε γεμάτοι αρπαγή, απληστία και ακολασία; Δεν χτίζουμε μνημεία πάνω στους τάφους και δεν στολίζουμε τα λείψανα των αποστόλων, ενώ στην πραγματικότητα μοιάζουμε με τους φονιάδες τους;»[8].

7ος αιώνας.

«Είπε ο Κύριος: «Ιδού εγώ σας αποστέλλω ως πρόβατα ανάμεσα σε λύκους». Όμως πολλοί, όταν αναλαμβάνουν τα δικαιώματα της κυβέρνησης, φλογίζονται προς τον βασανισμό των υπηκόων· κυβερνούν με φρίκη και βλάπτουν εκείνους που έπρεπε να ωφελούν. Και επειδή δεν έχουν εσωτερική αγάπη, επιθυμούν να φαίνονται κύριοι… Αλλά τι κάνουμε εμείς, ποιμένες; Ας συλλογιστούμε ποιο κρίμα μας αξίζει όταν χωρίς κόπο παίρνουμε την αμοιβή για τον κόπο άλλων. Έτσι ζούμε από τις προσφορές των πιστών· όμως πόσον μόχθο καταβάλλουμε για τις ψυχές των πιστών; Πρέπει αδιάλειπτα να θυμόμαστε ό,τι έχει γραφεί για ορισμένους: «οι αμαρτίες του λαού μου τρέφουν» (Ωσηέ 4,8). Και εμείς που ζούμε από τις προσφορές των πιστών, οι οποίες γίνονται υπέρ των αμαρτιών τους, αν τρώμε και σιωπούμε, χωρίς αμφιβολία τρεφόμαστε από τις αμαρτίες τους. Δείτε, ο κόσμος είναι γεμάτος ιερείς, αλλά σπάνια συναντάς εργάτη στην εργασία του Θεού, διότι εμείς συμφωνούμε να ντυθούμε με το επισκοπικό αξίωμα, αλλά δεν εκπληρώνουμε τα καθήκοντα του αξιώματος. Υπάρχει, αγαπητοί αδελφοί, στη ζωή των επισκόπων μεγάλο κακό που με συντρίβει. Για να μη νομίσει κανείς ότι θέλω να προσβάλω κάποιον προσωπικά, ελέγχω πρώτα τον ίδιο μου τον εαυτό σ’ αυτό το κακό: αντίθετα προς το θέλημά μου υποκύπτω στις απαιτήσεις της βάρβαρης εποχής. Το κακό αυτό συνίσταται στο ότι εμπλακήκαμε στα εγκόσμια ζητήματα και ότι οι πράξεις μας δεν αντιστοιχούν στην αξιοπρέπεια του αξιώματος. Εγκαταλείπουμε το έργο του κηρύγματος. Αν κληθήκαμε στο επισκοπικό αξίωμα, ίσως είναι προς την τιμωρία μας, διότι έχουμε μόνον το όνομα του επισκόπου και όχι τα αξιώματά του. Εκείνοι που μας έχουν εμπιστευθεί απομακρύνονται από τον Θεό, και εμείς σιωπούμε· αυτοί χάνονται στο κακό, και εμείς ούτε καν απλώνουμε το χέρι μας για να τους τραβήξουμε έξω. Ασχολούμενοι με τα κοσμικά, είμαστε αδιάφοροι για την τύχη των ψυχών… Νομίζω πως ο Θεός δεν ανέχεται περισσότερο κανέναν παρά τους ιερείς… Εμείς είμαστε οι υπαίτιοι του θανάτου για τον χαμένο λαό, ενώ έπρεπε να είμαστε οι οδηγοί του προς τη ζωή… Τι θα παρομοιάσουμε τους κακούς ιερείς, αν όχι με το νερό του βαπτίσματος, που αφού πλύνει τις αμαρτίες των βαπτισθέντων τους στέλνει στην Βασιλεία των Ουρανών και κατόπιν ρέει σε ακάθαρτα μέρη; Θεέ, που ευδόκησες να μας ονομάσεις ποιμένες του λαού, κάνε, σε παρακαλούμε, να έχουμε τη δύναμη ενώπιον Σου να είμαστε εκείνοι που καλούμαστε με ανθρώπινη γλώσσα»[9].

«Πόσοι από εσάς έχετε συγκεντρωθεί για τη γιορτή του μάρτυρα; Λυγίζετε τα γόνατά σας, χτυπάτε τα στήθη σας, αναστενάζετε, προσεύχεστε και εξομολογείστε και ποτίζετε τα πρόσωπά σας με δάκρυα. ​​Αλλά σας παρακαλώ, σκεφτείτε τις ικεσίες σας και δείτε αν προσεύχεστε στο όνομα του Ιησού, δηλαδή αν ζητάτε τις χαρές της Αιώνιας Ζωής; Γιατί στον οίκο του Ιησού δεν αναζητάτε τον Ιησού, αν στον ναό της Αιωνιότητας προσεύχεστε άκαιρα για τα πρόσκαιρα πράγματα. Να ένας που ζητά σύζυγο στην προσευχή, άλλος ένα χωριό, ένας τρίτος ρούχα, ένας τέταρτος φαγητό. Άλλος ζητά τον θάνατο του εχθρού του, και αυτόν που δεν μπορεί να καταδιώξει με το σπαθί, τον καταδιώκει με προσευχή»[10]


(συνεχίζεται)

 


[1] Ισίδωρος Πηλουσιώτης.Επιστολή 625. (Απόσπασμα από: Η Παράδοση της Εκκλησίας και η Παράδοση της Σχολής // Θεολογικό Δελτίο. Μόσχα, 1908.Τόμος 1. Τεύχος 3. Σελ. 523–524).

[2] Σωκράτης Σχολαστικός. Εκκλησιαστική Ιστορία. 1996. Σ. 247.

[3] Διάλογος του Παλλαδίου, Επισκόπου Ελενουπόλεως, με τον Θεόδωρο, Ρωμαίο διάκονο, σχετικά με τη ζωή του Μακαριστού Ιωάννη, Επισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Χρυσοστόμου, 20 // Επιστημονικές Σημειώσεις του Ρωσικού Ορθόδοξου Πανεπιστημίου του Αποστόλου Ιωάννη του Θεολόγου. Τεύχος 3. Μόσχα, 1998, σελ. 242.

[4] Αρχαίο Πατερικόν. Σ. 324.

[5] Ιωάννου Μόσχου. Πνευματικός Λειμών. 1915. Σελ. 151.

[6] ο.π. Σ. 157.

[7] ο.π. Σ. 59.

[8] Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Έργα: Σε 2 βιβλία. 1993. Βιβλίο 1. Σ. 89.

[9] Γρηγόριου Διαλόγου. Ομιλία 10. Λόγος προς τους Επισκόπους και τον Λαό, που εκφωνήθηκε την ημέρα των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου // // Επιλεγμένα Έργα. 1999, σελ. 125-141.

[10] Γρηγόριου Διαλόγου. Ομιλία 27 // Επιλεγμένα Έργα. 1999, σελ. 251.



 ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Μην αφήσεις τη θλίψη να σε πείσει πως είσαι μόνος - Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης

Όταν η ψυχή σκοτεινιάζει υπάρχουν ώρες που ο άνθρωπος νιώθει πως όλα γύρω του έχουν σβήσει. Ο ουρανός φαίνεται κλειστός, οι άνθρωποι απόμακροι και μέσα του απλώνεται μια βαριά σιωπή, σαν να έσβησε κάθε φως. Εκείνη τη στιγμή η θλίψη ψιθυρίζει στο αυτί του. Είσαι μόνος, κανείς δεν σε καταλαβαίνει, ούτε ο Θεός. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή της ψυχής, γιατί η θλίψη όταν δεν γίνει προσευχή μετατρέπεται σε απελπισία, και η απελπισία είναι το μεγαλύτερο ψέμα του εχθρού. Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης έλεγε πως ο διάβολος προσπαθεί να πείσει τον άνθρωπο ότι είναι εγκαταλελειμμένος, ενώ ακριβώς τότε ο Θεός στέκεται πιο κοντά του από ποτέ. Η θλίψη λοιπόν δεν είναι ένδειξη ότι ο Θεός σε ξέχασε, είναι απόδειξη ότι σε παιδαγωγεί. Ο Θεός δεν στέλνει τη θλίψη για να σε τσακίσει, αλλά για να μαλακώσει την καρδιά σου, για να την κάνει εύφορη, ικανή, να δεχθεί τη χάρη του. Όπως το σκληρό χώμα πρέπει να σπάσει για να φυτρώσει ο σπόρος, έτσι και η καρδιά πρέπει να ραγίσει για να μπει μέσα της η ζωή.
Ο Θεός σιωπά για να μας μάθει να Τον ακούμε. Πολλοί λένε προσεύχομαι, αλλά ο Θεός δεν μου απαντά. Και ξεχνούν ότι η σιωπή του Θεού είναι και αυτή λόγος. Δεν είναι αδιαφορία, αλλά τρόπος να μάθεις να Τον ακούς όχι με τα αυτιά, αλλά με την καρδιά. Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης γράφει πως «Ο Θεός απαντά στην ψυχή όταν αυτή ησυχάσει από τους λογισμούς της. Όταν σταματήσεις να περιμένεις θαύματα, όταν πάψεις να ζητάς εξηγήσεις, τότε θα καταλάβεις ότι Εκείνος δεν έφυγε ποτέ». Η θλίψη συχνά είναι το εργαλείο του Θεού για να καθαρίσει την ακοή της ψυχής. Μόνο μέσα στη σιωπή των δακρύων ακούγεται η φωνή Του. Όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται, τότε μαθαίνεις ποιος είναι το θεμέλιο. Και αυτό το θεμέλιο είναι ο Χριστός. Μην νομίζεις ότι σε εγκατέλειψε. Ο Θεός στέκεται πίσω από την κουρτίνα της δοκιμασίας και περιμένει να Τον καλέσεις με καρδιά συντετριμμένη, γιατί η συντριβή δεν Τον φοβίζει, Τον ελκύει.
Η μοναξιά είναι η πλάνη του αιώνα. Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι. Ζούμε μέσα σε πλήθος, αλλά η ψυχή μας είναι άδεια. Το τηλέφωνο χτυπά, τα κοινωνικά δίκτυα γεμίζουν με πρόσωπα, αλλά κανείς δεν αγγίζει τον πυρήνα μας. Ο Άγιος Ιωάννης έγραφε «Μην αναζητείς στον κόσμο παρηγορητή. Ούτε άνθρωπος, ούτε λόγος μπορεί να γεμίσει την καρδιά σου όπως ο Χριστός». Η μοναξιά είναι πνευματική ασθένεια που θεραπεύεται μόνο με τη χάρη. Δεν φεύγει επειδή γέμισες το πρόγραμμά σου, αλλά επειδή άνοιξες την καρδιά σου. Όταν αισθάνεσαι μόνος, θυμήσου ότι ο Χριστός έμεινε μόνο στον κήπο της Γεθσημανή. Όμως Εκείνος προσευχόταν για όλους. Όταν τον μιμείσαι σε αυτό, τότε η μοναξιά μεταμορφώνεται σε κοινωνία με τον Θεό. Η αληθινή μοναξιά δεν είναι όταν δεν έχεις ανθρώπους, αλλά όταν δεν έχεις εσωτερική σχέση με τον Χριστό, και όταν τον βρεις μέσα σου, τότε ακόμη και στην έρημο δεν είσαι μόνος. Γιατί η έρημος γίνεται παράδεισος.
Ο Θεός γράφει πάνω στις πληγές. «Κανένα δάκρυ δεν πάει χαμένο». Ο Θεός δεν ξεχνά ούτε ένα στεναγμό. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως η πληγή της ψυχής είναι η σελίδα πάνω στην οποία ο Θεός γράφει την χάρη Του. Όταν πονάς, μην προσπαθείς απλώς να ξεχάσεις τον πόνο. Κοίτα να τον βρεις μέσα σ' αυτόν. Ο Θεός γράφει τα πιο ιερά λόγια Του όχι πάνω σε καθαρές, άψογες ζωές, αλλά πάνω σε ραγισμένες καρδιές. Εκεί όπου το δάκρυ γίνεται μελάνι και η μετάνοια χαρτί. Η πληγή της ψυχής είναι τόπος ιερός. Αν τη δώσεις στο Θεό, θα την κάνει πηγή ευλογίας. Αν όμως την κρατήσεις μέσα σου με γογγυσμό, θα γίνει δηλητήριο. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε «μας πληγώνει, εκεί ακριβώς εργάζεται ο Θεός για τη σωτηρία μας». Και αυτό είναι το μυστήριο της χάριτος. Όταν ο άνθρωπος είναι πληγωμένος, η προσευχή του γίνεται αληθινή. Δεν είναι πια τυπικά λόγια, αλλά κραυγή. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως «Ο στεναγμός που βγαίνει από την καρδιά του πονεμένου ανεβαίνει ως θυμίαμα ευωδίας στον ουρανό». Ο Θεός αγαπά την ειλικρίνεια περισσότερο από τη ρητορική. Όταν ο άνθρωπος είναι πληγωμένος, όταν του λες «Κύριε, δεν αντέχω», αυτός δεν σε απορρίπτει, σε αγκαλιάζει, γιατί ξέρει ότι αυτό το «δεν αντέχω» είναι πιο βαθιά προσευχή από «Χίλια ευχαριστώ», ειπωμένα μηχανικά. Μη φοβάσαι να κλάψεις μπροστά του. Τα δάκρυα είναι το νερό που καθαρίζει την ψυχή και πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει να περάσουμε από θλίψεις, μόνο και μόνο για να βγάλει από μέσα μας τη γνήσια κραυγή που τον καλεί. Όταν δεν έχεις λόγια, πες μόνο «Κύριε, ελέησόν με». Αυτό φτάνει γιατί μέσα σε αυτή τη φράση κρύβεται όλη η αγάπη, η μετάνοια και η πίστη. Και όταν την πεις με καρδιά συντετριμμένη, τότε δεν είσαι μόνος. Έχεις μαζί σου τον ίδιο τον Θεό.
Παράξενο, αλλά αληθινό. Η χαρά δεν βρίσκεται στην απουσία του πόνου, αλλά στη μεταμόρφωσή του. Ο Θεός δεν αφαιρεί πάντα τη θλίψη, την αγιάζει. Όπως ο σταυρός δεν εξαφανίστηκε μετά την Ανάσταση, αλλά έλαμψε. Ο Άγιος Ιωάννης μας διδάσκει πως ο σταυρός του καθενός γίνεται η γέφυρα προς τον ουρανό. Ο σταυρός σου, η ασθένεια, η απώλεια, η απογοήτευση, δεν είναι κατάρα, αλλά κάλεσμα. Ο Θεός σε καλεί να το γνωρίσεις μέσα από τον πόνο σου. Και τότε βλέπεις ότι η θλίψη δεν ήταν τιμωρία, αλλά πρόσκληση. Πρόσκληση να αγαπήσεις πιο βαθιά, να συγχωρήσεις, να εμπιστευθείς. Όταν περάσεις τη φωτιά με πίστη, βγαίνεις χρυσάφι. Η χαρά του Χριστού δεν είναι επιφανειακό συναίσθημα, αλλά ειρήνη μέσα στη θύελλα. Όπως η καρδιά του παιδιού που κοιμάται ήσυχο στα χέρια του πατέρα του, ακόμη κι αν έξω βρέχει.
Όλοι κάποτε θα νιώσουμε την εγκατάλειψη. Ο φίλος που δεν σε κατάλαβε, η οικογένεια που δεν σε στήριξε, η κοινωνία που σε ξέχασε. Μα εκείνη τη στιγμή πρέπει να θυμηθείς, ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ. Ο Χριστός είπε, «Εγώ είμαι μεθ΄ υμών πάσας τας ημέρας». Δεν είπε όταν όλα πάνε καλά, αλλά πάσας τας ημέρας, και στις σκοτεινές. Ο Άγιος Ιωάννης τόνιζε πως ο Θεός βρίσκεται πλησιέστερα όταν όλοι οι άνθρωποι απομακρυνθούν. Γιατί τότε μόνο αφήνεις χώρο στην καρδιά σου για να τον νιώσεις. Όσο γεμίζουμε με ανθρώπινες παρηγοριές, δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Θεϊκή. Ο Θεός δεν χρειάζεται πλήθη για να σε στηρίξει, χρειάζεται μόνο να του πεις «Ναι» μέσα στη θλίψη σου. Και τότε θα ανακαλύψεις ότι Εκείνος ήταν πάντοτε δίπλα σου, απλώς περίμενε να τον δεις.
Μπορεί να χάσεις πολλά στη ζωή. Χρήματα, υγεία, ανθρώπους. Μην χάσεις όμως την ελπίδα γιατί η ελπίδα είναι το σχοινί που σε κρατά ενωμένο με το Θεό. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως η ελπίδα στον Θεό είναι η πνοή της ψυχής. Όσο την κρατάς, δεν θα πεθάνεις πνευματικά. Και η ελπίδα δεν είναι αίσθημα, είναι πίστη στην αγάπη του. Όταν δεν βλέπεις φως, μην πεις δεν υπάρχει, πες, δεν το βλέπω ακόμη, γιατί το φως του Θεού δεν έρχεται πάντα με λάμψη, αλλά με ειρήνη, και η ειρήνη του μπορεί να φωτίσει ακόμη και τη νύχτα της θλίψης σου. Μην αφήσεις τη θλίψη να σε πείσει πως είσαι μόνος. Η μοναξιά είναι ψευδαίσθηση.
Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά σε εκείνον που τον φωνάζει. Όταν νομίζεις πως σε εγκατέλειψαν όλοι, ο ίδιος Ιωάννης της Κρονστάνδης που γνώρισε βαθιά τη δύναμη του πόνου και της προσευχής, μας διδάσκει ότι η θλίψη είναι δρόμος προς τη χάρη όχι απόδειξη απουσίας. Μάθε λοιπόν να βλέπεις μέσα στη δοκιμασία το άγγιγμα του Θεού. Να δέχεσαι τον πόνο ως ευκαιρία να τον γνωρίσεις πιο προσωπικά. Και τότε η ψυχή σου όσο κι αν πληγωθεί θα γίνει τόπος Θείας Γραφής. Γιατί εκεί όπου πόνεσες εκεί θα σε αγιάσει ο Θεός.


ΠΗΓΗ



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης (3ο μέρος)

Εικόνα του Ιερομάρτυρος Βενιαμίν, Μητροπολίτη Πετρουπόλεως. Έχει φιλοτεχνηθεί για την 100η επέτειο της δίκης της Πετρούπολης το 1922. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Μητρόπολης Αγίας Πετρούπολης
 

Η κυβέρνηση δεν έχασε χρόνο για να προετοιμάσει την υπόθεση. Θα διεξήγαγε απλώς μια δίκη-παρωδία, η οποία θα τελείωνε γρήγορα και σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σενάριο — το αποτέλεσμα, όπως πάντα, θα ήταν ευνοϊκό για τη σοβιετική εξουσία. Η λέξη «υπεράσπιση» δεν είχε κανένα νόημα· ήταν απλώς μια κενή κοροϊδία, γιατί υπήρχε — και υπάρχει — μόνο «κατηγορία».
Όταν ο εισαγγελέας ολοκλήρωσε την αγόρευσή του και ανέφερε το κατηγορητήριό του, δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι ζητούσε «δεκαέξι κεφάλια». Μια ομάδα ανθρώπων στην αίθουσα του δικαστηρίου, τοποθετημένων εκεί επί τούτου, ενισχυμένων από μερικές εκατοντάδες στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, απάντησε με δυνατά χειροκροτήματα. (Μέλη του Κόκκινου Στρατού με τους διοικητές τους κατείχαν τον εξώστη).
Έπειτα δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης, τον Γκούροβιτς. Στην αρχή της αγόρευσής του, ο Γκούροβιτς επισήμανε ότι η κατηγορούσα αρχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει την κατηγορία με ιστορικά και πολιτικά επιχειρήματα, θέματα που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τη δίκη. Τόνισε ότι η κατηγορία συνδέθηκε αυθαίρετα με κάθε είδους πρωτόκολλα και γραφειοκρατικές διαδικασίες, με γεγονότα και χρονικές περιόδους που δεν είχαν καμία κοινή βάση με την υπόθεση. Κατόπιν ο Γκούροβιτς ανέπτυξε λεπτομερώς τα αίτια και την ιστορία της προελεύσεως της δίκης.
Επεσήμανε ότι ο Μητροπολίτης Βενιαμίν, κατά τις κρίσιμες ώρες της ανακρίσεως, δεν δείλιασε καθόλου στη στάση του. «Μπορείτε να καταστρέψετε τον Μητροπολίτη», είπε ο Γκούροβιτς, «αλλά δεν έχετε δύναμη να καταστρέψετε τη πνευματική του ισχύ, ούτε τη γενναιότητα και το ύψος των σκέψεων και των πράξεών του».
Κλείνοντας την αγόρευσή του, ο Γκούροβιτς είπε: «Πώς θα τελειώσει αυτή η δίκη, και τι θα πει η Ιστορία γι’ αυτήν; Η ιστορία θα καταγράψει ότι, την άνοιξη του 1922, ανεκτίμητοι θησαυροί αφαιρέθηκαν από τις εκκλησίες της Πετρούπολης από τους Σοβιετικούς· ότι, σύμφωνα με τις σοβιετικές αναφορές, όλα έγιναν χωρίς σοβαρές αντιδράσεις ή δημόσια διαμαρτυρία. Θα προσθέσει όμως η ιστορία ότι, παρά ταύτα, οι σοβιετικές αρχές —προς αγανάκτηση ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου— θεώρησαν ακόμη αναγκαίο να παρατάξουν τον Μητροπολίτη και άλλους ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος;».
«Δε σας ζητώ τίποτα, ξέρω ότι οι εκκλήσεις είναι μάταιες. Για εσάς πρωτεύουν μόνο τα πολιτικά ζητήματα και όλες οι αποφάσεις πρέπει να ευνοούν την πολιτική σας. Κάθε εμπόδιο πρέπει να αφαιρείται αδυσώπητα. Θα τολμήσετε να εφαρμόσετε μια τέτοια διαδικασία σε αυτή την υπόθεση, μια υπόθεση εξαιρετικής σημασίας για εμάς; Θα τολμήσετε να παραδεχτείτε σε όλον τον κόσμο ότι αυτή η «δικαστική δίκη» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παρωδία;».
«Σε κάθε περίπτωση, μην κάνετε τον Μητροπολίτη μάρτυρα, σας παρακαλώ. Οι μάζες τον σεβονται, και αν τον σκοτώσετε για την πίστη του και την αφοσίωσή του στο λαό, τότε θα γίνει πολύ πιο επικίνδυνος για την σοβιετική εξουσία. Ο αμετάβλητος νόμος της Ιστορίας πρέπει να σας είναι μάθημα. Θυμηθείτε ότι η αληθινή πίστη τρέφεται και δυναμώνει με το αίμα των μαρτύρων. Θα ρισκάρετε να προσφέρετε ακόμη περισσότερους μάρτυρες στον ανήσυχο λαό;»
Πριν από την αγόρευσή του, ο συνήγορος υπεράσπισης είχε προειδοποιήσει το κοινό να παραμείνει ήρεμο και να συγκρατήσει τα συναισθήματά του, τόσο για το καλό των κατηγορουμένων όσο και για το δικό του, επειδή το κοινό μπορούσε επίσης να υποστεί τιμωρία. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος της αγόρευσης ακολούθησε θύελλα χειροκροτημάτων, που διήρκεσε για αρκετή ώρα. Το δικαστήριο, εξαιρετικά δυσαρεστημένο, προσπάθησε «να λάβει μέτρα», αλλά συνέβη κάτι απρόσμενο, πολλοί κομμουνιστές, που καταλάμβαναν μεγάλο μέρος της αίθουσας, συμμετείχαν τις επευφημίες. (Αυτό εξηγήθηκε από το γεγονός ότι πολλοί «κομμουνιστές από τον λαό» δεν ενέκριναν τη δίκη).
Οι συζητήσεις έληξαν, και ο τελευταίος λόγος δόθηκε στους κατηγορουμένους. Στους στενογράφους δεν επετράπη να καταγράψουν τα λόγια των κατηγορουμένων, διότι οι κομμουνιστές δεν ήθελαν να διασωθούν οι τελευταίες λέξεις των καταδικασμένων, μήπως και ο λαός αναπαραστήσει αργότερα την τραγική εκείνη στιγμή.
Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν σηκώθηκε αργά από τη θέση του· το ψηλό του ανάστημα διαγραφόταν καθαρά μέσα στο φως. Σιωπή βασίλευε μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Ο Μητροπολίτης εξέφρασε πρώτα τη λύπη του επειδή τον αποκάλεσαν «εχθρό του λαού». «Είμαι αληθινός υιός του λαού μου», είπε. «Αγαπώ, και πάντοτε αγάπησα, τον λαό. Όλη μου τη ζωή την αφιέρωσα σ’ αυτόν και αισθανόμουν ευτυχής βλέποντας ότι κι εκείνος —εννοώ τον απλό λαό— μου ανταπέδιδε την ίδια αγάπη. Ήταν ο ρωσικός λαός που με ανύψωσε στη μεγάλη θέση που κατέχω μέσα στην Εκκλησία της Ρωσίας».
Αυτό ήταν όλο ό,τι είχε να πει για τον εαυτό του. Το υπόλοιπο της ομιλίας του αφορούσε εξηγήσεις και σκέψεις υπέρ της υπεράσπισης των άλλων. Αναφερόμενος σε ορισμένα έγγραφα και άλλα γεγονότα, έδειξε εξαιρετική μνήμη, λογική και ψυχραιμία.
Μια σεβαστή σιωπή ακολούθησε τα καταληκτικά λόγια της ομιλίας του Μητροπολίτη, ώσπου ο πρόεδρος του δικαστηρίου το διέκοψε. Απευθύνθηκε τότε προς τον Μητροπολίτη με πιο ήπιο τόνο απ’ ό,τι πριν, σαν να είχε και ο ίδιος συγκινηθεί από τη δύναμη της ψυχής του κατηγορουμένου. «Όλον αυτόν τον καιρό», είπε, «μιλούσατε για τους άλλους· το δικαστήριο θα ήθελε να ακούσει κάτι και για εσάς τον ίδιο».
Ο Μητροπολίτης, που είχε καθίσει, σηκώθηκε, κοίταξε τον πρόεδρο του δικαστηρίου με απορία και ρώτησε με χαμηλή, καθαρή φωνή: «Για τον εαυτό μου; Μα τι άλλο μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου; Ίσως ένα ακόμη πράγμα· ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η απόφασή σας, όποια κι αν είναι η καταδίκη μου —ζωή ή θάνατος— θα υψώσω ευλαβικά τα μάτια μου προς τον Θεό, θα σταυροκοπηθώ και θα πω: “Δόξα Σοι, Κύριε· δόξα Σοι για όλα.”». Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Μητροπολίτη Βενιαμίν. Στο σημείο αυτό το δικαστήριο κήρυξε διακοπή.
Ένας άλλος κατηγορούμενος, ο Αρχιμανδρίτης Σέργιος, προκάλεσε βαθιά εντύπωση στον λαό. Περιέγραψε τη ζωή του ασκητή μοναχού και τόνισε ότι, αποκηρύσσοντας τον κόσμο με τις μέριμνες και τις απολαύσεις του, και αφιερώνοντας τον εαυτό του στη θεία μελέτη και την προσευχή, διατηρούσε μόνο έναν αμυδρό δεσμό με τον έξω κόσμο. «Μπορεί, άραγε», ρώτησε, «το δικαστήριό σας να νομίζει ότι, κόβοντας το αδύναμο νήμα που με συνδέει με τη ζωή, θα με φοβίσει; Κάντε το έργο σας! Εγώ σας λυπάμαι και προσεύχομαι για σας».
Στις 9 το βράδυ της 5ης Ιουλίου, το δικαστήριο εμφανίστηκε από την αίθουσα συνεδριάσεων και ο πρόεδρος ανακοίνωσε την ακόλουθη απόφαση: δέκα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολίτη, καταδικάστηκαν σε εκτέλεση με πυροβολισμούς. Κανείς δεν εξέφρασε έκπληξη, και το «Κόκκινο» μπαλκόνι επευφήμησε την απόφαση.
Ακολούθησαν μακριές και κουραστικές ημέρες. Οι δικηγόροι ασχολούνταν με εφέσεις, ταξίδια στη Μόσχα και την υποβολή αιτήσεων για χάρη στο Κεντρικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Τη Δευτέρα, 14 Αυγούστου 1922, όσοι εμφανίζονταν τακτικά στις φυλακές με τα συνήθη πακέτα τροφίμων για τους καταδικασμένους, ενημερώθηκαν ότι οι κρατούμενοι είχαν σταλεί στη Μόσχα. Γνωρίζοντας τη σοβιετική ορολογία, κατάλαβαν πολύ καλά το τρομακτικό νόημα αυτών των λέξεων. Στην πραγματικότητα, οι κρατούμενοι είχαν βγει από τη φυλακή και εκτελέστηκαν σε απόσταση μόλις λίγων μιλίων από την Πετρούπολη.
Πριν από την εκτέλεση τους ξύρισαν και τους έντυσαν με κουρέλια, ώστε η ομάδα εκτελεστών να μην γνωρίζει ότι επρόκειτο να εκτελέσει κληρικούς. Ο πατήρ Σέργιος προσευχήθηκε δυνατά: «Κύριε, συγχώρεσέ τους, διότι δεν ξέρουν τι κάνουν». Ο Κοβσάροφ χλεύασε και γέλασε με τους εκτελεστές. Ο Νοβίτσκι έκλαψε, σκεπτόμενος την ορφανή νεαρή κόρη του, και ζήτησε να της δοθεί το ασημένιο ρολόι του και μια τούφα γκρίζων μαλλιών ως τελευταίο δώρο. Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν προχώρησε προς τον θάνατο με ηρεμία, ψιθυρίζοντας μια προσευχή και σημειώνοντας τον σταυρό του. Έτσι πέθαναν αυτοί οι άνδρες.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός αρνιόταν να πιστέψει ότι ο Μητροπολίτης Βενιαμίν είχε πεθάνει. Ανεπτύχθησαν διάφορες ιστορίες. Υποστηριζόταν ότι ο Μητροπολίτης είχε φυλακιστεί σε κάποιο απομακρυσμένο, μυστικό μέρος. Οι φήμες ενισχύονταν από το γεγονός ότι δεν είχε δοθεί καμία επίσημη πληροφορία για τις εκτελέσεις. Στο μυαλό πολλών, ο Μητροπολίτης ζούσε ακόμα, και η εικόνα του φώτιζε τις καρδιές τους, όπως και η αγαπημένη μνήμη του ζει μέχρι σήμερα.


                                                     ΠΗΓΗ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972




 

                                                               ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Από τον σταυρό στον ουρανό με τα διαμάντια Χριστιανικοί συμβολισμοί στα έργα του Τσέχοφ

 

Αντόν Πάβλοβιτς ΤσέχοφΑντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ

Η αγάπη χωρίς ανταπόκριση, η ανίατη ασθένεια, η εξάντληση από την εργασία, η πτώχευση των αρχών της ζωής. Αυτά τα θέματα αγγίζει ο Τσέχοφ στα καλύτερα έργα του. Ο συγγραφέας συμπάσχει με τον άνθρωπο που υποφέρει. Αυτό αποδίδει στα διηγήματά του, στις ιστορίες και στα θεατρικά του μία διαπεραστική νότα, η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ήρωες του Τσέχοφ αισθάνονται έντονα την παροδικότητα της ζωής, την αδυναμία όλων των γήινων πραγμάτων, τη μελαγχολία της ανυπαρξίας.

Ας πούμε, ο μικρός Γιεγκόρουσκα, βασικός ήρωας του διηγήματος «Στέπα», εγκαταλείπει το σπίτι του για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συναντά στη στέπα ένα ξύλινο στραβό σταυρό κάτω από τον τάφο ενός δολοφονημένου εμπόρου.

«Σε έναν μοναχικό τάφο υπάρχει κάτι λυπηρό, ονειρικό και σε μεγάλο βαθμό ποιητικό…Μπορείς να ακούσεις πώς σωπαίνει και σε αυτή τη σιωπή να αισθανθείς την παρουσία της ψυχής του άγνωστου ανθρώπου, που κείτεται κάτω απ’ τον σταυρό…» γράφει ο Τσέχοφ στη νουβέλα «Στέπα»

Το θέμα της αδυναμίας όλων των γήινων πραγμάτων εμφανίζεται και στο διήγημα «Ιώνιτς», όπου ο δόκτωρ Στάρτσεφ βρίσκεται τη νύχτα στο νεκροταφείο, όπου τον κάλεσε σε συνάντηση μία κοπέλα, την οποία αγαπούσε χωρίς ανταπόκριση: «Ο Στάρτσεφ μπήκε από την πύλη και το πρώτο που είδε ήταν λευκοί σταυροί και αγάλματα και από τις δύο πλευρές της μεγάλης αλέας και μαύρες σκιές από αυτά και από τις λεύκες…»

Ο συγγραφέας απεικόνιζε την πραγματικότητα της εποχής του και τη νοοτροπία της διανόησης, όπου συνδέονται η ορθόδοξη ανατροφή, η πίστη στην επιστήμη και η πρόοδος

Ο ήρωας περπατά μέσα στη νύχτα στο νεκροταφείο και αισθάνεται σε κάθε τάφο την παρουσία ενός μυστηρίου που «υπόσχεται μια ζωή ήσυχη, υπέροχη, αιώνια». Και ταυτόχρονα τον πιάνει μια «αμυδρή μελαγχολία για την ανυπαρξία»

Η κοσμοθεωρία του Τσέχοφ, ο οποίος ομολόγησε ότι ήθελε να είναι μόνο ένας «ελεύθερος καλλιτέχνης», ξεφεύγει από σαφείς ορισμούς. Ο συγγραφέας απεικόνιζε την πραγματικότητα της εποχής του και τη νοοτροπία της διανόησης, όπου συνδέονται η ορθόδοξη ανατροφή, η πίστη στην επιστήμη και η πρόοδος. Παρά την τόση ποικιλία ιδεών, πολλά έργα του Τσέχοφ εκφράζουν μια χριστιανική ματιά στον κόσμο.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ στην ΚριμαίαΟ Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ στην Κριμαία

Έτσι, ο βασικός ήρωας της νουβέλας «Ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου», ένας τρομοκράτης, που ήταν απογοητευμένος από την επαναστατική δραστηριότητα, γράφει ένα γράμμα, στο οποίο συλλογίζεται τη μεταμορφωτική δύναμη της μετάνοιας: «Ο ληστής, που κρεμόταν στον σταυρό, κατάφερε να ανακτήσει τη χαρά της ζωής και μια τολμηρή, εφικτή ελπίδα, παρόλο που ίσως δεν του απέμενε να ζήσει πάνω από δυο ώρες.»

Και προσθέτει: «θέλουμε η ζωή μας να ήταν ιερή, υψηλή και επίσημη όπως τα θησαυροφυλάκια του ουρανού» Ο πρώην επαναστάτης όχι μόνο σκέφτεται χριστιανικά, αλλά πράττει κιόλας: εκδηλώνοντας τις πιο ευγενείς ποιότητες, φροντίζει το ορφανό κορίτσι. Ταυτόχρονα ο ήρωας φέρει τον σταυρό της ανίατης ασθένειας που ξεθωριάζει από την χρήση.

Ο Τσέχοφ είχε επίσης τον δικό του σταυρό στη ζωή, τον σταυρό της εξασθένισης της υγείας λόγω της φυματίωσης. Η αιμόπτυση εμφανίστηκε ήδη από νεαρή ηλικία, αφού τελείωσε το πανεπιστήμιο, ενώ το πρώτο σοβαρό κρούσμα συνέβη το 1896. Ο συγγραφέας πήγε στην κλινική και άκουσε τη διάγνωση, η οποία ακουγόταν σαν καταδίκη.

Τα υπόλοιπα οχτώ χρόνια ο Τσέχοφ έζησε εξαιρετικά έντονα. Συνεργαζόταν με το θέατρο ΜΧΤ, όπου τα θεατρικά του ενσαρκώνονταν με επιτυχία στη σκηνή, έχτισε σπίτι στη Γιάλτα, ταξίδευε στην Ευρώπη, παντρεύτηκε την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ, με την οποία αργότερα βρήκε την οικογενειακή ευτυχία, που αποτελείτο από χαρούμενες συναντήσεις, επώδυνους χωρισμούς και γράμματα γεμάτα τρυφερότητα.

Ο ναός της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι ΒράζεκΟ ναός της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι ΒράζεκΕίναι ενδιαφέρον ότι ο γάμος του Αντόν Τσέχοφ και της Όλγας Κνίπερ τελέστηκε στον ναό της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ. (Μόσχα). Όποιος πηγαίνει σήμερα εκεί, βλέπει στην αυλή κοντά στον ναό, κιόσκια αφιερωμένα στον Τσέχοφ και την Κνίπερ, την ιστορία αγάπης, με φωτογραφίες και τσιτάτα από την αλληλογραφία τους.

Λόγω της φυματίωσης, ο Τσέχοφ -κατά τη σύσταση των γιατρών- έπρεπε την περίοδο φθινοπώρου - χειμώνα να πηγαίνει να μένει στην Κριμαία. Στη Γιάλτα λαχταρούσε πολύ έντονα τη Μόσχα, την πνευματική και πολιτισμική ζωή της πόλης. Τα γράμματα της γυναίκας του ήταν μια διέξοδος. Η Όλγα Κνίπερ τού μιλούσε για τις πρόβες και τις πρεμιέρες, μοιραζόταν νέα, τον στήριζε, και ακόμη εξομολογείτο: «Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, σε βαφτίζω στο σκοτάδι και τότε έτσι καθαρά βλέπω το πρόσωπό σου!»

Βέβαια, η ζωή μακριά από την αγαπημένη του σύζυγο, την οποία ο Τσέχοφ αποκαλούσε χαϊδευτικά περιστεράκι, ερωδιό, σκυλάκι, το άλλο μισό, γριούλα, αγαπητή, Κνιπούσα, δεν ήταν εύκολη. Εν μέρει ο συγγραφέας προφήτεψε αυτή τη μοίρα, όταν αστειεύτηκε σε ένα γράμμα προς τον Σουβόριν: «Δώστε μου μια σύζυγο, η οποία σαν το φεγγάρι, να εμφανίζεται στον ουρανό μου κάθε μέρα» Έτσι και έγινε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα έργα του Τσέχοφ πολύ δύσκολα να βρεις διηγήματα, αφιερωμένα στην ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Οι ήρωές του είτε είναι μόνοι, είτε δυσκολεύονται στον γάμο, υποφέρουν από ψυχρά συναισθήματα, ζήλεια, συζυγική απιστία, και επίσης δεν μπορούν να ξεπεράσουν παιδικά τραύματα, που συνδέονται με δεσποτικούς γονείς. Όλα αυτά τα θέματα θίγονται στη νουβέλα «Τρία χρόνια», βασικός ήρωας της οποίας είναι ο κληρονόμος μιας πλούσιας δυναστείας εμπόρων, Αλεξέι Λάπτεφ. Λέει κιόλας στον αδερφό του: «Εσύ κι εγώ καλά θα κάνουμε να μην κάνουμε παιδιά». Το τέλος αυτού του έργου είναι ανοικτό. Ο Λάπτεφ με τη νεαρή σύζυγό του ωριμάζουν πνευματικά και αναλαμβάνουν την ευθύνη για τους αγαπημένους τους.

Κιόσκι δίπλα στον ναό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ, αφιερωμένο στον Τσέχοφ και την ΚνίπερΚιόσκι δίπλα στον ναό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ, αφιερωμένο στον Τσέχοφ και την Κνίπερ

Σε αυτή τη νουβέλα μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ονομαστική κλήση από τη βιογραφία του συγγραφέα: Ο Τσέχοφ, γιος ενός χρεοκοπημένου εμπόρου, από τα φοιτητικά του χρόνια πραγματικά έγινε η κεφαλή της οικογένειάς του, αυτός τους έτρεφε και ήταν ο πυλώνας. Είχε να φροντίσει όχι μόνο τους γονείς και την αδερφή του, αλλά και τους μεγαλύτερους αδερφούς του, τον συγγραφέα Αλέξανδρο και τον ζωγράφο Νικόλαο.

«Αυτοί και οι δύο αποδείχθηκαν ότι ήταν ο σταυρός του Αντόν Τσέχοφ με κάποιο τρόπο. Και οι δύο ήταν αλκοολικοί.» σημειώνει ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Μπόρις Ζάιτσεφ στη βιογραφία «Τσέχοφ»

Στη νουβέλα «Τρία χρόνια» ο Τσέχοφ εξέφρασε με πολλούς τρόπους την «σκέψη του για την οικογένεια» Και εκεί υπάρχει μια ομοιότητα της δημιουργίας με τη μοίρα: ο γάμος του Τσέχοφ με την Κνίπερ διήρκεσε όλα και όλα τρία χρόνια. Αυτή η σύμπτωση είναι θλιβερή, επειδή στον εργένη Τσέχοφ άρεσε να είναι παντρεμένος, ήθελε να είχε ένα παιδί με την Κνίπερ. Όμως αυτά τα όνειρα δεν πραγματοποιήθηκαν. Η μετέπειτα οικογενειακή ευτυχία αποδείχθηκε απογοητευτικά σύντομη.

Η προσωπική άνεση και η ευημερία δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός για τον συγγραφέα

Ο Τσέχοφ έζησε σε μια σχετικά ήσυχη περίοδο της ρωσικής ιστορίας. Χωρίς μεγάλους πολέμους, επαναστάσεις και κοινωνικές αναταραχές. Ωστόσο για τον συγγραφέα, η προσωπική άνεση και η ευημερία δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Στα χρόνια της κακής συγκομιδής, συγκέντρωσε χρήματα για τους πεινασμένους και όταν ξέσπασε η χολέρα εργαζόταν ως αγροτικός γιατρός κατά τη διάρκεια της επιδημίας. Ο συγγραφέας δε φοβόταν να βυθιστεί στο επίκεντρο του ανθρώπινου πόνου, εξ ου και το ταξίδι του στη νήσο Σαχαλίνη. Ως αποτέλεσμα του ταξιδιού υπήρξε το ομώνυμο βιβλίο, το οποίο εφιστά την προσοχή στη δεινή κατάσταση των καταδίκων.

Ο Α.Π Τσέχοφ στη Σαχαλίνη 1891-1893Ο Α.Π Τσέχοφ στη Σαχαλίνη 1891-1893

Ένα εκπληκτικό γεγονός ήταν όταν τον Γενάρη του 1904 άρχισε ο ρωσο - ιαπωνικός πόλεμος και άρχισαν να φτάνουν απ’ το μέτωπο ανησυχητικά μηνύματα συναγερμού, ο Τσέχοφ ανησυχούσε βαθιά γι’ αυτά τα νέα και ακόμη, πήρε την εξής απόφαση: «Αν είμαι υγιής, τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο θα πάω στην Άπω Ανατολή, όχι σαν ανταποκριτής, αλλά ως γιατρός.» Και ο συγγραφέας έγραφε έτσι ενώ υπέφερε από αιμόπτυση, δύσπνοια, απώλεια βάρους. Οι γιατροί τον αποκαλούσαν ανάπηρο.

Δυστυχώς, η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία. Έπειτα από συστάσεις των γιατρών, πήγε για θεραπεία στην Ευρώπη, στη μικρή πόλη Μπαντενβάιλερ. Εκεί, τη νύχτα της 15ης Ιουλίου 1904, αφού ήπιε ένα ποτήρι σαμπάνια και είπε στη σύζυγό του στα γερμανικά «Ich sterbe», ο Τσέχοφ ολοκλήρωσε το επίγειο ταξίδι του.

Ο Α.Π Τσέχοφ και η Ο.Λ. Κνίπερ τον Μάιο του 1901Ο Α.Π Τσέχοφ και η Ο.Λ. Κνίπερ τον Μάιο του 1901

Ως συγγραφέας ο Τσέχοφ ήταν γεννημένος με ένα τυχερό αστέρι. Κυριολεκτικά ανέβηκε τη σκάλα της επιτυχίας. Από την κωμωδία και το βαριετέ, στη σοβαρή πρόζα και τη δραματουργία. Και ακόμη και η οδυνηρή αποτυχία του «Γλάρου» μετατράπηκε σε θεατρικό θρίαμβο. Ταυτόχρονα, ο ώριμος Τσέχοφ συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη «μεγάλων συγχορδιών». Αυτό ήταν δίκαιο, επειδή πολλά από τα εικονικά του έργα, όπως: «Βαρετή ιστορία», «Φωτιές», «Θάλαμος Νο 6», «Μαύρος μοναχός» είναι γεμάτα απαισιοδοξία και φαίνεται να λένε: όλοι θα πεθάνουν, όλοι θα ξεχαστούν, τίποτα δε θα μείνει. Ο Τσέχοφ είχε και μια λέξη «σήμα κατατεθέν» που εξέφραζε τη θλίψη και τη λαχτάρα «μελαγχολία». Σε αυτή την κατάσταση βλέπουμε τη Μάσα από τις «Τρεις αδερφές», και Ιβάνοφ από το ομώνυμο έργο. Αυτοί οι χαρακτήρες βασανίζονται από την ανία, την απουσία θέλησης, τη δυσαρέσκεια για τον εαυτό τους και για τους άλλους.

Ευτυχώς μεταξύ των ηρώων του Τσέχοφ υπάρχουν και αυτοί που δεν έχουν μολυνθεί από τον σκεπτικισμό, αλλά εμπιστεύονται το Έλεος του Θεού, όσο και αν υπομένουν θλίψεις

Ευτυχώς μεταξύ των ηρώων του Τσέχοφ υπάρχουν και αυτοί που δεν έχουν μολυνθεί από τον σκεπτικισμό, αλλά εμπιστεύονται το Έλεος του Θεού, όσο και αν υπομένουν θλίψεις. Η ηρωίδα του «Γλάρου», η Νίνα, εγκαταλειμμένη από τον αγαπημένο της σύζυγο, και αφού έθαψε το παιδί της, λέει: «Να μπορείς να κουβαλάς τον σταυρό σου και να πιστεύεις!» Στο θεατρικό «Θείος Βάνιας», η Σόνια, κουρασμένη από την εξαντλητική δουλειά στο κτήμα, προφέρει λόγια, γεμάτα χριστιανική ελπίδα: «Θα ξεκουραστούμε! Θα ακούσουμε τους αγγέλους, θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό σπαρμένο με διαμάντια.»

Ακόμη, με τι ζεστασιά είναι σχεδιασμένες οι εικόνες των κληρικών από τον Τσέχοφ, όπως ο πατήρ Χριστόφορος στη «Στέπα» και ο διάκονος Πομπέντοφ στη «Μονομαχία». Σε αυτούς τους χαρακτήρες υπάρχει ζωντανή πίστη, ακεραιότητα της φύσης, ενεργός αγάπη για τον πλησίον. Μια ορθόδοξη ματιά στον κόσμο εκφράζεται και στο διήγημα «Αρχιερέας» περί της διακονίας και του θανάτου της χάρης του Πέτρου. Σε αυτό το έργο υπάρχουν προθανάτιοι πόνοι και το πέρασμα της ψυχής στην αιωνιότητα, ο πόνος της απώλειας και η πασχαλινή χαρά.

Ο Τσέχοφ στο νεκρικό κρεβάτιΟ Τσέχοφ στο νεκρικό κρεβάτι

Η σύζυγός του παρέδωσε ένα χριστιανικό υστερόγραφο στη μοίρα του συγγραφέα. Μετά τον θάνατο του Τσέχοφ, η Όλγα Κνίπερ για ένα διάστημα συνέχιζε να του γράφει γράμματα, κάτι σαν επικοινωνία με τον ουρανό. Αισθανόταν πολύ έντονα την παρουσία της ψυχής του: «Και όταν σου γράφω, μου φαίνεται ότι είσαι ζωντανός και κάπου περιμένεις το γράμμα μου. Αγαπημένε μου, γλυκέ μου, τρυφερέ μου, επίτρεψέ μου να σου πω τρυφερά, στοργικά λόγια, άφησέ με να κοιτάξω τα καλοσυνάτα, λαμπερά, στοργικά σου μάτια.»