Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

Ο εγωιστής αγαπά όσο τον βολεύει• ο ταπεινός αγαπά ως το τέλος - Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

 

Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης έλεγε πως η αγάπη που δεν έχει μέσα της ταπείνωση δεν είναι αληθινή, γιατί προέρχεται από τον παλαιό άνθρωπο που ζητά να ικανοποιήσει τον εαυτό του και όχι να θυσιαστεί για τον άλλον. Ο εγωιστής δεν αγαπά πραγματικά. Θέλει να τον αγαπούν, να τον κατανοούν, να τον τιμούν, να τον υπηρετούν, όταν όμως το συμφέρον του ή η ευκολία του θιχτεί, η αγάπη του εξαφανίζεται. Είναι μια αγάπη με όρους, με σύνορα, με ιδιοτέλεια. Αντίθετα, η ταπεινή αγάπη δεν ζητά ανταπόδοση. Ο ταπεινός αγαπά επειδή βλέπει στον άλλον την εικόνα του Θεού, δεν αγαπά επειδή ο άλλος είναι καλός ή ευγενικός, αλλά επειδή είναι πλάσμα του Δημιουργού. Αυτή η αγάπη δεν εξαρτάται από τα αισθήματα, ούτε από τις συνθήκες. Είναι σταυρική, σταθερή και ανυπόκριτη. Ο εγωιστής, λέει ο Άγιος, είναι σαν τον ήλιο που λάμπει μόνο όταν έχει καθαρό ουρανό, μόλις έρθουν τα σύννεφα, χάνεται. Ο ταπεινός είναι σαν το κερί μέσα στη νύχτα, καίγεται, αλλά φωτίζει.
Ο Χριστός δεν δίδαξε την αγάπη με λόγια, αλλά με τον Σταυρό. «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ». Η αγάπη του δεν περιορίστηκε από την αχαριστία, την προδοσία, την εγκατάλειψη, αγάπησε ως το τέλος και εκεί βρίσκεται το μέτρο της αληθινής αγάπης. Ο Άγιος Σιλουανός, ζώντας μέσα στη σιωπή του Αγίου Όρους, ένιωσε πως η αγάπη του Θεού δεν είναι συναίσθημα, αλλά φωτιά που καθαρίζει και μεταμορφώνει την ψυχή. Αυτή η φωτιά δεν χωρά σε καρδιά εγωιστή, γιατί ο εγωισμός είναι πάγος. Όποιος κρατά μέσα του το εγώ, δεν μπορεί να χωρέσει το εσύ. Η θυσιαστική αγάπη σημαίνει να παραμερίσεις το θέλημά σου για να αναπαύσεις τον άλλον, όχι να τον κατακρίνεις, ούτε να απαιτείς δικαίωση. Όπως λέει ο Άγιος, όποιος έμαθε να συγχωρεί, εκείνος αγαπά πραγματικά. Ο εγωιστής ζητά να έχει δίκιο, ο ταπεινός ζητά να έχει ειρήνη.
Δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη χωρίς ταπείνωση. Η ταπείνωση είναι το έδαφος όπου φυτρώνει η αληθινή σχέση. Όπου υπάρχει εγωισμός, εκεί ο άνθρωπος βλέπει τον άλλον ως μέσο και όχι ως ιερό πρόσωπο. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε, όποιος δεν έχει το πνεύμα του Θεού νομίζει πως αγαπά, αλλά αγαπά τον εαυτό του μέσα στους άλλους. Η ταπείνωση κάνει τον άνθρωπο ικανό να βλέπει τον άλλον όχι όπως τον βολεύει, αλλά όπως είναι. Να δέχεται τις αδυναμίες του, να καλύπτει τα σφάλματά του, να πονά όταν πονά ο άλλος. Ο ταπεινός δεν προδίδει, δεν κουτσομπολεύει, δεν κρίνει. Προσεύχεται. Η προσευχή είναι η γλώσσα της ταπεινής αγάπης. Όποιος αγαπά αληθινά, προσεύχεται για εκείνον που αγαπά. Ο εγωιστής αντίθετα ζητά από τον άλλον να τον θυμάται, να τον στηρίζει, να τον θαυμάζει. Ο ταπεινός ζητά από τον Θεό να τον ευλογεί, ακόμη κι αν ο ίδιος ξεχαστεί.
Η αγάπη που έχει μέσα της Χριστό δε φθείρεται από τον χρόνο, γιατί δεν στηρίζεται στο συναίσθημα, αλλά στη χάρη. Ο εγωισμός είναι σαν το άνθος που ανθίζει για λίγο και μαραίνεται. Η ταπεινή αγάπη είναι σαν το δέντρο που ριζώνει βαθιά και καρποφορεί μέσα από τις  καταιγίδες. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως όπου δεν υπάρχει υπομονή, εκεί δεν υπάρχει αγάπη. Ο εγωιστής θέλει όλα να γίνονται όπως θέλει, γρήγορα και χωρίς κόπο. Όταν έρθει η δοκιμασία, φεύγει. Ο ταπεινός όμως μένει. Δεν εγκαταλείπει τον άλλον στις αδυναμίες του, σιωπά, προσεύχεται, περιμένει. Ο Χριστός μας έδειξε την αγάπη που δεν απογοητεύεται, που συγχωρεί, που περιμένει την επιστροφή. Όποιος έχει τέτοια αγάπη δεν χρειάζεται να τη διακηρύξει, λάμπει χωρίς να το θέλει. Ο εγωιστής διακηρύσσει την αγάπη του, αλλά μόνο για να φανεί. Ο ταπεινός δεν μιλά, αλλά η ζωή του γίνεται μαρτυρία. Σε κάθε σχέση, είτε φιλική είτε οικογενειακή, υπάρχει σταυρός. Όταν δύο άνθρωποι πλησιάζουν, ενώνονται όχι μόνο στις χαρές αλλά και στους αγώνες. Ο εγωιστής δεν αντέχει τον σταυρό, μόλις εμφανιστεί, ψάχνει διέξοδο. Ο ταπεινός τον σηκώνει με ευγνωμοσύνη γιατί ξέρει ότι μέσα από αυτόν καθαρίζεται η αγάπη.
Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε, «Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι». Αυτή η φράση, όσο αυστηρή και αν ακούγεται, κρύβει τη βαθύτερη αλήθεια της ταπεινής αγάπης. Ότι ο άνθρωπος που παραδέχεται την αδυναμία του, που δεν νομίζει πως ξέρει, που δεν πιστεύει πως αξίζει τα πάντα, είναι εκείνος που μπορεί να αγαπήσει αληθινά. Ο εγωιστής ζητά να τον αγαπούν χωρίς να κουραστεί να αγαπά. Ο ταπεινός δίνει χωρίς να περιμένει να λάβει. Ο πρώτος φοβάται να πληγωθεί, ο δεύτερος δεν φοβάται να πληγωθεί, γιατί ξέρει ότι ο Χριστός πληγώθηκε πρώτος.
Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως όσο ο άνθρωπος δεν συγχωρεί, δεν γνωρίζει το Θεό. Ο εγωιστής κρατά πικρία. Η πικρία είναι το δηλητήριο του εγώ. Ο ταπεινός βλέπει πίσω από το σφάλμα του άλλου την πληγή της ψυχής του και προσεύχεται να τη γιατρέψει ο Κύριος. Η συγχώρηση δεν είναι αδυναμία είναι δύναμη θεϊκή. Ο κόσμος λέει «Αν σε πληγώσουν, φύγε». Ο Χριστός λέει «Αν σε πληγώσουν, συγχώρησε». Όχι για να σε εκμεταλλευτούν, αλλά για να μην αφήσεις το κακό να ριζώσει μέσα σου. Ο εγωιστής συγχωρεί για να δείξει ανωτερότητα. Ο ταπεινός συγχωρεί γιατί βλέπει την ίδια του την αμαρτία στον άλλον. Αυτή είναι η ουσία της ορθόδοξης ζωής, να βλέπεις κάθε άνθρωπο σαν εικόνα του Θεού, όχι σαν εχθρό ή εμπόδιο. Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα, δεν μετρά ποιος έδωσε περισσότερο, δεν φοβάται τη μοναξιά, γιατί μέσα του κατοικεί η παρουσία του Χριστού. Ο εγωιστής αγαπά όσο τον συμφέρει, ο ταπεινός αγαπά ακόμη και όταν πληγώνεται. Αυτή η αγάπη που φαίνεται τρελή για τα μέτρα του κόσμου, είναι η μόνη που σώζει, γιατί εκεί που σταματάει η ανθρώπινη δύναμη, αρχίζει η θεϊκή χάρη.
Η αγάπη του ταπεινού είναι ήσυχη, σταθερή, αληθινή, δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια. Αρκεί ένα βλέμμα, μια προσευχή, μια σιωπή, γεμάτη κατανόηση. Ο εγωιστής φωνάζει για να ακουστεί, ο ταπεινός σωπαίνει για να αγαπήσει. Ο εγωιστής αγαπά όσο τον βολεύει, ο ταπεινός αγαπά ως το τέλος. Ο πρώτος μετρά τι θα πάρει, ο δεύτερος ευχαριστεί για ό,τι μπορεί να δώσει. Ο ένας χτίζει πάνω στην άμμο των συναισθημάτων, ο άλλος πάνω στον βράχο της ταπείνωσης.
Η διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού είναι βαθιά και απλή. Όποιος ταπεινωθεί θα γνωρίσει την αγάπη του Χριστού και τότε θα αγαπήσει όχι μόνο τους καλούς και δίκαιους, αλλά και εκείνους που τον πληγώνουν. Γιατί θα δει μέσα τους τον ίδιο το Θεό που δεν παύει να αγαπά τον κόσμο, ακόμη και όταν ο κόσμος τον σταυρώνει. Η αληθινή αγάπη δεν ζητά να την καταλάβουν, ούτε να την επιστρέψουν. Αρκεί να υπάρχει. Είναι ο σταυρός που γίνεται φως, η σιωπή που γίνεται προσευχή, η πληγή που γίνεται χάρη. Αυτή είναι η αγάπη του ταπεινού και αυτή μένει εις τους αιώνας. 



ΠΗΓΗ



 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (5ο μέρος)

 

Η εικόνα που περιγράφει ο όσιος Συμεών στο «Γενικές Νουθεσίες με έλεγχο προς όλους: βασιλείς, αρχιερείς, ιερείς, μοναχούς και λαϊκούς από το στόμα του Θεού» είναι ακόμη πιο θλιβερή:

«Και ανάμεσα στους επισκόπους υπάρχουν κάποιοι που υπερηφανεύονται υπερβολικά για τον βαθμό τους, ανυψώνονται πάντοτε πάνω από τους άλλους, θεωρώντας όλους τους ανθρώπους τιποτένιους και ταπεινούς.
Δεν είναι λίγοι οι επίσκοποι που στη ζωή τους είναι πολύ μακριά από την αξία του αξιώματος.
Δεν μιλώ για εκείνους των οποίων τα λόγια συμφωνούν με τη ζωή και τα έργα, και η ζωή τους αντανακλά τη διδασκαλία και τον λόγο, αλλά μιλώ για τους πολλούς εκείνους επισκόπους των οποίων η ζωή δεν μοιάζει καθόλου με τις νουθεσίες τους και που δεν γνωρίζουν τα φοβερά Μου μυστήρια, και κρατούν τον φλογερό Μου άρτο, τον περιφρονούν σαν κοινό ψωμί και νομίζουν πως βλέπουν απλώς ένα κομμάτι και απλώς τρώνε ψωμί, χωρίς καθόλου να μπορούν να δουν τη δική Μου αόρατη δόξα.
Έτσι, ανάμεσα στους επισκόπους είναι λίγοι οι άξιοι. Υπάρχουν πολλοί που φαίνονται υψηλοί κατά τον βαθμό, και με το παρουσιαστικό τους δείχνουν ταπεινοί μα είναι ψεύτικη ταπείνωση, αντίθετη, κακή, υποκριτική ταπείνωση.
Κυνηγώντας πάντοτε τον ανθρώπινο έπαινο, με περιφρονούν, τον Πλάστη όλης της κτίσης, σαν να ήμουν φτωχός, ευτελής και άσημος.
Παίρνουν το Σώμα Μου χωρίς αξία, θέλοντας να ξεπεράσουν όλους τους ανθρώπους, ενώ δεν έχουν το Ένδυμα της δικής Μου χάριτος, την οποία ποτέ και με κανέναν τρόπο δεν απέκτησαν.
Απρόσκλητοι και τολμηρά μπαίνουν στον Ναό Μου, προχωρούν στα ανείπωτα παλάτια, όπου δεν είναι άξιοι ούτε απ’ έξω να κοιτάξουν.
Κι όμως Εγώ, ελεήμων, ανέχομαι την αναίδειά τους.
Αφού μπουν μέσα, Μου μιλούν σαν να είμαι φίλος: δεν θέλουν να φανούν δούλοι, αλλά φίλοι, και στέκονται εκεί χωρίς φόβο.
Χωρίς καθόλου να έχουν τη χάρη Μου, υπόσχονται μεσιτεία στους ανθρώπους,
ενώ οι ίδιοι είναι ένοχοι πολλών αμαρτιών.
Φορούν λαμπρά άμφια, μα φαίνονται καθαροί μόνο εξωτερικά· οι ψυχές τους είναι πιο βρώμικες κι από βάλτο, πιο φοβερές κι από θανατηφόρο δηλητήριο των κακούργων εκείνων που φαίνονται δίκαιοι...
Ιδιαίτερα οι επικεφαλής των επαρχιών, οι προεστώτες, πολλές φορές έχουν πριν από τη Θεία Κοινωνία συνείδηση καμένη, και έπειτα εντελώς καταδικασμένη.
Μπαίνοντας με θράσος στην αυλή τη Θεία, στέκονται αναίσχυντα στα άγια και φλυαρούν, χωρίς να Με βλέπουν...
Ναι, όλα όσα έγραψα είναι αλήθεια.
Και κάθε άνθρωπος που θέλει να το εξετάσει θα το δει από τα έργα μας, των ανάξιων ιερέων, και δεν θα βρει καμιά υπερβολή, αλλά θα αναγνωρίσει πως ο Θεός μέσω εμού μιλάει γι’ αυτά σε όλους.
Θα τα αναγνωρίσει όλα, αν βέβαια ο ίδιος δεν είναι ένας από εκείνους που τα κάνουν, και αν δεν προσπαθεί με αυτό το τέχνασμα να καλύψει τη δική του ντροπή· μα ωστόσο μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και μπροστά στις ουράνιες δυνάμεις «όλα τα κρυφά του σκότους» ο Θεός θα τα κάνει φανερά.
Αλλά ποιος από εμάς, τους ιερείς, σήμερα καθάρισε πρώτα τον εαυτό του από τα πάθη και μόνο μετά τόλμησε να αναλάβει το ιερατικό αξίωμα;
Ποιος θα μπορούσε να πει με παρρησία ότι περιφρόνησε τη γήινη δόξα και έλαβε το ιερατικό αξίωμα μόνο για την ουράνια Θεία δόξα;
Ποιος αγάπησε τον Χριστό με όλη του την ψυχή και απέρριψε κάθε χρυσάφι και πλούτο;
Ποιος ζει μετρημένα και είναι ευχαριστημένος με τα λίγα;
Και ποιος δεν άρπαξε ποτέ κάτι ξένο;
Ποιον δεν βασανίζει η συνείδησή του για δωροδοκία;
Και ποιος δεν προσπάθησε με τη βοήθεια των δώρων να γίνει ο ίδιος ιερέας ή να κάνει άλλον, αγοράζοντας και πουλώντας τη χάρη και το ιερατικό αξίωμα;
Ποιος δεν ανέβασε στον βαθμό έναν ανάξιο φίλο, προτιμώντας τον αντί κάποιου άξιου;
Και ποιος δεν θέλησε να απονείμει τον επισκοπικό βαθμό σε φίλους του, ώστε σε ξένες επαρχίες να έχει παντού δύναμη και εξουσία;
Μα αυτό θεωρείται συνηθισμένο πράγμα και μάλιστα αμάρτημα ανύπαρκτο, από εκείνους που θέλουν να ανακατεύονται οπωσδήποτε σε όλες τις υποθέσεις των επαρχιών.
Και ποιος δεν έδωσε, κατ’ εντολή των αρχόντων, με την παράκληση κοσμικών, ηγεμόνων και πλουσίων, τον ιερατικό βαθμό σε κάποιον που δεν πρέπει και δεν είναι άξιος να είναι ποιμένας της Εκκλησίας;
Αληθινά, δεν υπάρχει κανείς στην εποχή μας από όλους αυτούς που να είχε καθαρή καρδιά, κανέναν που να μην τον βασανίζει η συνείδησή του γι’ αυτά, γιατί οπωσδήποτε έκανε κάτι από όσα ειπώθηκαν παραπάνω…
Έτσι θα γίνει και με εμάς, τους λειτουργούς της Εκκλησίας, που παίρνουμε χωρίς φόβο τα εκκλησιαστικά χρήματα για τις δικές μας ανάγκες, των συγγενών και γνωστών, χωρίς καμιά φροντίδα για τους φτωχούς και τους ενδεείς, χτίζοντας σπίτια, λουτρά και πύργους, μοναστήρια και κάστρα. Έτσι θα γίνει με όλους.
Όσοι συγκεντρώνουν προίκες, κάνουν γάμους, και καθόλου δεν αγαπούν τις εκκλησίες τους, ούτε τις φροντίζουν ούτε τις θυμούνται.
Για πολύ καιρό λείποντας μακριά από αυτές, ζουν σε άλλα κράτη και χώρες, και αφήνουν τις γυναίκες τους, χωρίς καμιά σκέψη, χωρίς καμιά φροντίδα.
Άλλοι από εμάς μένουν στον τόπο τους, αλλά όχι από αγάπη για τους ενορίτες και τον ναό, παρά μόνο για να ζουν από τα πλούσια εισοδήματα, ξοδεύοντάς τα σε κάθε είδους κακή ακολασία.
Και ποιος από εμάς, τους ιερείς, επιδιώκει να σώσει την ψυχή του, τη νύμφη του Χριστού;
Δείξε μου έστω έναν ανάμεσά μας  θα είμαι ευχαριστημένος και μόνο μ’ αυτό, πίστεψέ με!
Αλλά αλλοίμονο σε όλους μας ιερείς, μοναχούς, επισκόπους, κληρικούς.
Κι αν βρεθεί πουθενά κάποιος, που είναι μικρός ενώπιον των ανθρώπων αλλά μεγάλος ενώπιον του Θεού, που, γνωρισμένος από τον Θεό, δεν υποχωρεί στα πάθη, εμείς, σαν κακούργο, πάντοτε τον διώχνουμε από το μέσο μας και από τις συνάξεις μας, όπως οι άρχοντες και οι αρχιερείς απομάκρυναν τον Χριστό από τον Ναό.[1]»

Τα κανονικά μνημεία της ύστερης βυζαντινής εποχής σκιαγραφούν μια πολύ ζοφερή εικόνα της εκκλησιαστικής ανομίας: Τον 14ο αιώνα, ο Ματθαίος Βλάσταρης θρηνεί:

«Εδώ θα ήταν σκόπιμο να αναφωνήσουμε: αν δεις την ανομία, Κύριε, Κύριε, ποιος θα σταθεί, γιατί υπάρχει κανείς που δέχεται τη διαχείριση ενός έντιμου οίκου ή οποιασδήποτε υπηρεσίας στην Εκκλησία ή γίνεται κληρικός ή λαμβάνει ένα μοναστήρι για να το διαχειρίζεται χωρίς κάποια δωρεά; Και αν οι ιεροί κανόνες υποβάλλουν όλους αυτούς - τόσο αυτούς που δίνουν όσο και αυτούς που λαμβάνουν παράνομα - σε τιμωρίες, τότε ποια ελπίδα σωτηρίας υπάρχει για εμάς που δεν απομακρυνόμαστε από την κοινωνία μαζί τους»[2].

Ο Βαλσαμών θρηνεί:

«Δεν ξέρω αν υπάρχει κανείς που να λαμβάνει τη διαχείριση ενός φιλανθρωπικού οίκου ή μιας εκκλησιαστικής θέσης, ή γίνεται κληρικός, ή λαμβάνει ένα μοναστικό κελί 
χωρίς κανένα φιλοδώρημα».

Η ίδια αμαρτία αναφέρεται και στο «Πηδάλιο»:

«Η σιμωνία έχει πλέον τόσο βαθιά ριζώσει και ενεργείται σαν να θεωρείται αρετή, και όχι μια αποτρόπαια αίρεση. Σήμερα, όλοι οι κληρικοί λαμβάνουν τα πτυχία τους παράνομα, ζουν και πεθαίνουν παράνομα· επομένως, οι αλυσίδες της δουλείας γίνονται όλο και βαρύτερες»
.

 



[1] Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος. ''Έρχου, Φως Αληθινό''. Επιλεγμένοι Ύμνοι. Σε στίχο μετάφραση από τα ελληνικά από τον Ηγούμενο Ιλαρίωνα (Αλφέγιεφ). Αγία Πετρούπολη, 2000, σελ. 167-176.

[2] Αλφαβητικό Σύνταγμα του Μ. Βλάσταρι. Συλλογή κατά αλφαβητική σειρά όλων των θεμάτων που περιέχονται στους ιερούς και θείους κανόνες. 1996. Σ. 443.



Γιατί πρέπει να συγχωρούμε ακόμη κι όταν δεν μας ζητούν συγγνώμη; - Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ

 

Η συγχώρηση στην ορθόδοξη ζωή δεν είναι μία απλή πράξη μεγαλοψυχίας, ούτε μία συναισθηματική κίνηση που εξαρτάται από το αν ο άλλος αναγνωρίσει το λάθος του. Είναι, πριν απ' όλα, ένα μυστήριο της καρδιάς. Μία πρόσκληση του Θεού προς τον άνθρωπο να μεταβεί από το σκοτάδι στο φως, από τη φυλακή των λογισμών στην ελευθερία του πνεύματος. Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ τόνιζε ότι η ειρήνη της ψυχής είναι θησαυρός ανεκτίμητος και ότι κάθε κίνηση που μας ενώνει με τη χάρη έχει δύναμη να φέρει φως όχι μόνο μέσα μας, αλλά και στον κόσμο γύρω μας. Η συγχώρηση δεν είναι απελευθέρωση του άλλου, είναι απελευθέρωση δική μας. Δεν είναι δικαίωση της αδικίας, είναι θεραπεία της πληγής. Δεν είναι άρνηση του πόνου, είναι ομολογία ότι ο πόνος δεν είναι ο τελευταίος λόγος. Η ψυχή που συγχωρεί, ακόμη και όταν ο άλλος παραμένει αμετανόητος, γίνεται δοχείο της θείας ειρήνης. Όπου χτυπήθηκε και μάτωσε, εκεί ακριβώς ανοίγει χώρος για τη χάρη.
Γιατί όμως να συγχωρήσει κανείς όταν δεν ακούει ούτε μια λέξη συγνώμης; Γιατί να προσφέρει κάτι που ο άλλος δεν ζητά; Η απάντηση δεν βρίσκεται στον άλλον, αλλά μέσα μας. Ο άνθρωπος έχει πλαστεί κατ' εικόνα Θεού και ο Θεός ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς, δεν περιμένει να του ζητήσουμε συγνώμη για να μας δώσει ζωή. Η αγάπη του προηγείται της μετάνοιάς μας. Η συγχώρηση, λοιπόν, δεν είναι μίμηση ανθρώπου, είναι μίμηση Θεού. Όταν η ψυχή κρατά μνησικακία, παγώνει, σκληραίνει. Κλείνει τους πόρους της καρδιάς που είναι πλασμένοι να αναπνέουν τη χάρη. Μοιάζει με άνθρωπο που κρατά αναμμένο κάρβουνο για να το πετάξει στον άλλον, μα στο μεταξύ το κάρβουνο καίει τα δικά του χέρια. Ο Όσιος Σεραφείμ, με τη γλυκύτητα που τον χαρακτήριζε, έλεγε ότι η οργή διώχνει την παρουσία του Αγίου Πνεύματος από την καρδιά. Και χωρίς αυτή την παρουσία δεν υπάρχει χαρά, ούτε φως, ούτε παρηγοριά.
Η συγχώρηση, όπως την κατανοεί η Εκκλησία, δεν είναι συναίσθημα, είναι απόφαση και είναι άσκηση, είναι η συνειδητή κίνηση της καρδιάς να εγκαταλείψει το λογισμό της αυτοδικαίωσης και να βάλει στη θέση του την ταπείνωση. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε, δεν σημαίνει ότι δικαιολογούμε, δεν σημαίνει ότι επιτρέπουμε να συνεχιστεί η αδικία, σημαίνει ότι βγάζουμε την αμαρτία του άλλου από την καρδιά μας, για να μην γίνει δικό μας βάρος. Ο Όσιος Σεραφείμ δίδασκε ότι η ειρήνη του ανθρώπου είναι ένα κερί που φωτίζει. Αν το κερί σβήσει από θυμό, ζήλια, αδικία, τότε όχι μόνο εμείς μένουμε στο σκοτάδι, αλλά και όσοι βρίσκονται γύρω μας χάνουν μια πηγή φωτός που τους έχει δώσει ο Θεός. Η συγχώρηση, λοιπόν, είναι διακονία και προς τον εαυτό μας και προς τον κόσμο. 
Υπάρχει όμως μια βαθύτερη διάσταση. Πολλές φορές ο άλλος δεν ζητά συγγνώμη, όχι επειδή δεν θέλει, αλλά επειδή δεν μπορεί. Η καρδιά του είναι πληγωμένη, μπερδεμένη, σκοτισμένη. Δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο να δει καθαρά το λάθος του. Η πτώση ποτίζει το βλέμμα με σύγχυση. Μπορεί να έχει μεγαλώσει με τρόπο που δεν έμαθε ποτέ τι θα πει μετάνοια. Μπορεί να τον δένουν πάθη, εγωισμός, φόβος. Όταν γίνει τρόπος ζωής, δεν αφήνει χώρο για αυτομεψία. Γι' αυτό και ο Χριστός επάνω στο σταυρό δεν περίμενε να ζητήσουν συγγνώμη αυτοί που τον σταύρωσαν. Προσευχήθηκε για αυτούς λέγοντας ότι δεν ξέρουν τι κάνουν. Η άγνοια δεν δικαιώνει την πράξη, αλλά εξηγεί το βάθος της πλάνης τους. Όταν συγχωρούμε κάποιον που δεν ζητά συγγνώμη, πολλές φορές μιμούμαστε αυτή την στάση. Βλέπουμε πίσω από την αμαρτία τον άνθρωπο που αγνοεί, που δεν μπορεί, που παλεύει μέσα στο σκότος. Η συγχώρηση γίνεται τότε προσευχή για φωτισμό και θεραπεία.
Η συγχώρηση δεν αφορά μόνο τους άλλους, αφορά και το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας. Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να συγχωρήσουμε όχι επειδή θέλουμε δικαιοσύνη, αλλά επειδή μέσα μας κυριαρχεί η υπερηφάνεια. Με πρόσβαλε, με αδίκησε, με υποτίμησε. Το εγώ γίνεται κέντρο της ύπαρξής μας. Το εγώ ζητά εξέγερση. Ο Άγιος Νεκτάριος έλεγε ότι η πιο λεπτή μορφή εγωισμού είναι ο πληγωμένος μας λόγος. Τάχα πως ζητούμε δίκαιο, ενώ στην πραγματικότητα ζητούμε δικαίωση. Όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να ποτίζεται από τέτοιους λογισμούς, γινόμαστε δέσμιοι, όμως η ταπείνωση λύνει τα δεσμά. Μας μεταφέρει από την απαίτηση στην ελευθερία, από την πικρία στην ειρήνη, από τον πόνο στο φως. Η συγχώρηση δεν αντιστρατεύεται τη δικαιοσύνη του Θεού, αντιστρατεύεται τη σκληροκαρδία μας. Η καρδιά που συγχωρεί γίνεται τόπος όπου το Άγιο Πνεύμα αναπαύεται. Ο Όσιος Σεραφείμ δίδασκε πως ο χριστιανός πρέπει να επιδιώκει την απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, γιατί τότε όλα μέσα του μεταμορφώνονται. Και η συγχώρηση είναι από τα πρώτα δώρα που φυτρώνουν εκεί όπου κατοικεί η χάρη. Δεν μπορεί η καρδιά να είναι γεμάτη φως και την ίδια στιγμή να κρατά σκοτεινή γωνιά για κάποιον άνθρωπο. Το φως δεν συμβιβάζεται με το μνησικακία. Όταν παραδίδουμε την αδικία στον Θεό, όταν δίνουμε χώρο στη θεία δικαιοσύνη και δεν διεκδικούμε εμείς τιμωρία ή επιβεβαίωση, τότε η ψυχή ελευθερώνεται. Δεν αγκιστρώνεται στο χθες. Δεν τρώει τη σάρκα της η μνήμη. Ο άνθρωπος γίνεται ελαφρύς, ευκίνητος, γεμάτος ειρήνη και τότε μπορεί να προσευχηθεί με καθαρό νου και αγαθότητα για όλους, ακόμη και για εκείνους που τον πόνεσαν. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Η συγχώρηση ανοίγει τον δρόμο για τα θαύματα της καρδιάς. Πόσες φορές σε ζωές ανθρώπων έγινε η αλλαγή επειδή κάποιος τους συγχώρησε ενώ δεν το άξιζαν. Πόσες φορές ένας άνθρωπος που παρέμενε σκληρός, συγκινήθηκε από τη μεγαλοσύνη του άλλου και μετανόησε. Ο Θεός εργάζεται μέσα από αυτές τις αθόρυβες κινήσεις της αγάπης. Η συγχώρηση γίνεται πολλές φορές το πρώτο σκαλοπάτι για να συναντήσει ο άλλος φως. Ακόμη και αν δεν δούμε ποτέ αποτέλεσμα, η συγχώρηση δεν πάει χαμένη. Δεν είναι ενέργεια κοινωνικής ευγένειας, είναι ενέργεια πνευματική και κάθε τέτοια ενέργεια εγγράφεται στην καρδιά του ανθρώπου που τη δέχεται ακόμη και αν εκείνη τη στιγμή δεν το καταλαβαίνει. Όταν δεν συγχωρούμε, στην πραγματικότητα εξαρτιόμαστε από τον άλλον. Κουβαλάμε την ύπαρξή του μέσα μας με τρόπο αρνητικό. Γινόμαστε δούλοι της μνήμης της αδικίας. Η συγχώρηση είναι η ρήξη με αυτή τη δουλεία. Είναι η δήλωση ότι η καρδιά μας δεν κυβερνάται από τα λόγια των ανθρώπων, αλλά από την ειρήνη του Θεού. Ο Όσιος Σεραφείμ, με τη φωτεινή του πραότητα, έλεγε συχνά ότι όποιος φυλάει την ειρήνη μέσα του γίνεται όμοιος με ήσυχη λίμνη, όπου ο ουρανός αντανακλάται καθαρά. Αν τη λίμνη την ταράζουν άνεμοι οργής, μνησικακίας και πικρίας, τότε δεν μπορείς να δεις τίποτα στον βυθό της και πάνω της δεν αντανακλάται παρά θολούρα και σκοτάδι. Η συγχώρηση επαναφέρει τη γαλήνη. Το να συγχωρούμε χωρίς να μας ζητούν συγγνώμη είναι ίσως η πιο σιωπηλή μορφή αγάπης. Δεν έχει φωνές, δεν έχει θριάμβους, δεν έχει εξηγήσεις. Είναι μια μυστική πράξη που μόνο ο Θεός βλέπει. Και όμως αυτή η πράξη έχει δύναμη να αλλάξει τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας.
Ο άνθρωπος που συγχωρεί γίνεται φορέας ειρήνης. Η καρδιά του γίνεται προσευχή. Η ζωή του γίνεται μαρτυρία. Όταν συγχωρούμε, εισερχόμαστε σε μια εσωτερική κατάσταση που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης λογικής. Δεν λογαριάζουμε πλέον ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο. Λογαριάζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού και το θέλημα του είναι καθαρό, να αγαπούμε, να δείχνουμε έλεος, να είμαστε ειρηνοφόροι. Αυτό που είδε και την έζησε ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ δεν είναι κάτι μικρό ούτε απλό. Είναι η υπέρβαση του εγώ, είναι η βίωση της θεϊκής ειρήνης, είναι ο δρόμος της θεραπείας και της αναγέννησης.
Όποιος συγχωρεί γίνεται συμμέτοχος στη χάρη του Θεού, γιατί η συγχώρηση δεν είναι ανθρώπινη επινόηση, είναι θείο δώρο, και όταν τη χαρίζουμε, ακόμη κι αν ο άλλος δεν έχει τη δύναμη να ζητήσει συγνώμη, τότε γινόμαστε κι εμείς φως μέσα στον κόσμο που πονά. Γινόμαστε μαρτυρία της αγάπης που δεν έχει όρια. Γινόμαστε εκείνοι που ανοίγουν δρόμους ειρήνης εκεί όπου όλα δείχνουν κλειστά.
Η συγχώρηση είναι ο τρόπος με τον οποίο η καρδιά κρατά τον ουρανό ανοιχτό. Και όπου ο ουρανός μένει ανοιχτός, εκεί κατεβαίνει η χάρη, εκεί αναπαύεται ο Θεός, εκεί ανασαίνει η ψυχή.




 

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''