Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ἡ Ἀνάσταση. (6ο μέρος)

Στο σημεῖο αὐτό ὀφείλουμε νά ποῦμε σχετικά μέ τον Παράδεισο καί τόν Ἅδη ὅτι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ἡ Κόλαση δέν εἶναι φυσικοί τόποι, προσδιορισμένοι γεωγραφικά, ἀλλά ἄυλες καί ἀόρατες πραγματικότητες[1]. Εἶναι, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, «νοητοί τόποι»[2] πού ἀνταποκρίνονται σε συνθήκες[3] και καταστάσεις ζωῆς, σε τρόπους ὑπάρξεως.
Βεβαίως, τα σχετικά καινοδιαθηκικά χωρία τούς ἐπικαλοῦνται ἀποδίδοντάς τους ὑλική μορφή. Ἔτσι, ἐπί παραδείγματι ἡ Κόλαση συνδέεται μέ τό πῦρ (Μτθ. 25,41, Μκ. 9,45), τόν σκώληκα (Μκ. 9,45), τούς κλαυθμούς καί τούς βρυγμούς τῶν ὀδόντων (Μτθ. 13,42). Στό ἴδιο πλαίσιο, οἱ Πατέρες συχνά ἀναπτύσσουν ἑρμηνευτικά σχόλια, περιγράφουν δέ μέ ὑλικό τρόπο τα βάσανα τῆς κολάσεως καί τίς ἀπολαύσεις τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, παρουσιάζοντας ἐπί παραδείγματι τήν τελευταία ὡς κῆπο μέ πλούσια βλάστηση, ἤ ὡς δεῖπνο στό ὁποῖο παρατίθενται εὔγευστα γεύματα[4]. Άλλωστε, το δείπνο χρησιμοποιείται ως σύμβολο καί ἀπό τὸν ἴδιο τον Χριστό (Μτθ. 22,1-14 Ακ. 14,16-24). Ο σκοπός ἐν προκειμένῳ εἶναι παιδαγωγικός, ἀφοῦ προσπαθεί νὰ προξενήσει τον φόβο για την κόλαση και να εμπνεύσει την ἐπιθυμία γιὰ τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν διὰ ὑλικῶν ἀναπαραστάσεων που αναλογούν στην πνευματική πραγματικότητα του ἐπέκεινα, ἤτοι με καταστάσεις τοῦ ἐπιγείου βίου γνωστές στους ἀκροατὲς ἢ τοὺς ἀναγνῶστες, δεδομένου ὅτι οἱ καταστάσεις τοῦ ἐπέκεινα διαφέρουν κατά πολύ ἀπό τίς παρούσες καταστάσεις ὑπάρξεως καί παραμένουν ἀπρόσιτες καί ἀκατανόητες.
Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, ἔχουμε να κάνουμε με μια συμβολική διατύπωση[5], τήν ὁποία δέν πρέπει να λαμβάνουμε κατά γράμμα. Ἄλλωστε, αὐτό τονίζουν καί οἱ Πατέρες[6] που χρησιμοποιοῦν εἰκόνες τῆς ὑλικῆς πραγματικότητας[7]. Ο Γρηγόριος Νύσσης τονίζει μεταξύ άλλων ὅτι τά ὑπησχημένα ἀγαθά εἶναι δύσκολο να περιγραφοῦν, ἀφοῦ δέν τά ἔχει ἀντικρίσει ποτέ ὀφθαλμός οὔτε ἔχει ἀκούσει τό αὐτό ἀνθρώπου ἢ βιώσει ἡ καρδία του. Ἀλλά καί ἡ ἀλγεινή ζωή τῶν ἁμαρτωλῶν ἐκεῖ δέν ἔχει καμία σχέση με τις λύπες που βιώνουν στον κόσμο μας (πρβλ. Α' Κορ. 2,9)· ἡ διαφορὰ τῶν δύο καταστάσεων (Επίγειας καί οὐράνιας τιμωρίας) διαφέρει κατά πολύ. Ο Γρηγόριος Νύσσης λέγει, ὅτι ἀκόμη καί ὅταν χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «πύρ» γιά τόν κολασμό τῶν ἁμαρτωλῶν, αὐτό δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό «πῦρ» πού γνωρίζουμε, ἀφοῦ αὐτό ἔχει μια ιδιότητα πού δέν ἔχει τὸ ἐπίγειο πῦρ, πού γνωρίζουμε ότι σβήνει, καθώς τὸ οὐράνιο πῦρ είναι άσβεστο, συνεπώς παντελώς διαφορετικό. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τον όρο «σκώληξ», η χρήση του ὁποίου δεν συνεπάγεται ὅτι αὐτό τό ἐπίγειο ὄν μπορεί νά ζεῖ καὶ στὸ ἐπέκεινα, ἀφοῦ ὁμιλούμε για μία εντελώς διαφορετική φύση ἀπὸ αὐτήν που γνωρίζουμε[8].

 


[1] Βλ. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Εἰς τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιον, ΙΣΤ'· ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ἑορτοδρόμιον, Βενετία 1836, σ. 400. Ο τελευταῖος σχετίζει τούς ὅρους «Ἅδης» καί «ἀειδής», ἤτοι ὁ ἄνευ μορφῆς, ὁ ἀόρατος.

[2] Απαντήσεις εἰς τάς ἐπενεχθείσας αὐτῷ ἀπορίας, ΡΟ 15, σ. 153.  

[3] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως.

[4]  Βλ. ἐπί παραδείγματι ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εἰς τὸ κατὰ Λουκᾶν εὐαγγέλιον.

[5] Ἡ ἀρχή τοῦ συμβολισμοῦ εἶναι ἀκριβῶς να παρουσιάζει αφηρημένες ἤ πνευματικές πραγματικότητες δυσνόητες διά εμπειρικών καταστά σεων, οἱ ὁποῖες παρουσιάζουν αναλογίες,

[6] Βλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΥ, Λόγοι ἀσκητικοί, 30 ΜΑΡΚΟΥ ΕΦΕΣΟΥ, Απολογία πρός λατίνους δευτέρα – Second discours sur le feu purgatoire, 18, ΡΟ 15, σ. 130.

[7] Βλ. ἐπί παραδείγματι ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Παραινετικός εἰς Θεόδωρον, Α', 10-12.

[8] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος Κατηχητικός, Μ', 7-8.

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου