Ἡ πνευματική
σημασία καί ὁ σκοπός τῆς Ἀναστάσεως
Πρώτος σκοπός τῆς Ἀναστάσεως,
κατά χρονολογική σειρά, εἶναι ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπου στο
σύνολό του, ἤτοι τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς, πού συναποτελούν τη φύση του, ἀφοῦ ὁ
χωρισμός τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς στήν ἐνδιάμεση κατάσταση εἶναι μιά μή φυσική
ἤ καί παρά φύσιν κατάσταση. Ὅπως τονίζει ὁ Ἀθηναγόρας, εφόσον ὁ ἄνθρωπος πρέπει
νά ὑπάρχει αιώνια, αὐτό δέν μπορεῖ νά συμβεί μόνο μέ τήν ψυχή του, ἀλλά καί μέ
τά δύο μέρη που συνθέτουν τή φύση του. Αὐτό εἶναι ἀδύνατον νά γίνει ἐάν δέν ἀναστηθεί,
ἀφοῦ ἐάν δέν ὑπῆρχε ἡ ἀνάσταση, ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ ἀνθρώπου δέν θά διασωζόταν[1].
Δεύτερος σκοπός τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ὅτι δι' αὐτῆς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κριθεῖ ἀπό
τόν Χριστό τόσο ὡς πρός τήν ψυχή του, ὅσο καί ὡς πρός τό σῶμα του, ἀφοῦ καί τά
δύο αὐτά μέρη ὑπῆρξαν παράγοντες συνεργοί κατά τήν ἐπίγεια ζωή καί συνεπῶς
συνυπεύθυνα τόσο γιά τά πάθη, ὅσο καί γιά τίς ἀρετές τοῦ ἀνθρώπου[2].
Γιά τήν ἀνθρωπολογική αὐτή προϋπόθεση, ὁ Τερτυλλιανός γράφει: «Ὁ ἄνθρωπος στήν ὁλότητά
του ἀποτελεῖται ἀπό τή σύνθεση τῶν δύο αὐτῶν οὐσιῶν (ψυχή-σῶμα), γιά τόν λόγο
αυτό προκειμένου να κριθεί συνολικά μία ὕπαρξη πρέπει να συγκριθοῦν μεταξύ
τους, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά ζήσει κανείς χωρίς καί τά δύο. Μόνο ἔτσι θα κριθεῖ ὁ ἄνθρωπος,
σε σχέση μέ τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἔζησε. Πράγματι, εἶναι ἐν γένει ἡ ζωή που
γίνεται ἀντικείμενο κρίσεως καί πρέπει νά ἐξετασθεί, συνεπῶς καί οἱ δύο αὐτοί
παράγοντες διά τῶν ὁποίων ὁλοκληρώθηκε»[3].
Παρομοίως, καί γιά τόν Ἀθηναγόρα ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἀπαραίτητη, ἀφοῦ «ἔτσι ἑνώνονται
ἐκ νέου τα διαχωρισθέντα στοιχεία, καί καθένα λαμβάνει τήν ἀνταπόδοση γιά ὅσα
καλά καί ὅσα κακά έκανε διά μέσου τοῦ σώματός του», «ἀφοῦ ὑπεύθυνος για όλες
τις πράξεις πού ἐπιτελέσθηκαν κατά τόν ἐπίγειο βίο καί ἐπί τῶν ὁποίων θα κριθεῖ,
εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί ὄχι μόνο ή ψυχή του[4].
Τρίτος σκοπός τῆς Ἀναστάσεως εἶναι νά ἐπιτρέψει στον ἄνθρωπο να συμμετάσχει ὁλόκληρος,
μέ τήν ολότητα τῆς ἀνασυσταθείσας ὑπάρξεώς του, στήν ἀνταπόδοση πού τοῦ ἐπιφυλάσσεται
κατά την Τελική Κρίση τοῦ Χριστοῦ. Κατά τήν ἐνδιάμεση κατάσταση, μόνο οι ψυχές
τῶν τεθνεώτων ἀπολαμβάνουν τήν ἀνάπαυση, τήν ἐλευθερία καί τίς χαρές τοῦ
Παραδείσου, ἤ πάλι ὑφίστανται τα βάσανα, τις ποινές καί τίς τιμωρίες τοῦ Ἅδη.
Τότε ὅμως, τόσο ὅσοι πρέπει νά ὑποστοῦν αἰώνια τά βάσανα τῆς κολάσεως, ὅσο καί ἐκεῖνοι
πού πρέπει να γευτούν αἰώνια τό κάλλος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, θά τό κάνουν ὄχι
μόνο μέ τήν ψυχή τους, ἀλλά καί μέ τά σώματά τους[5]. Ὅπως λέγει καί ὁ
ἀπόστολος Παῦλος: «Διότι ὅλοι ἐμεῖς πρόκειται νὰ ἐμφανισθοῦμε μπροστὰ στὸ βῆμα
τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβῃ καθένας ὅ,τι τοῦ ἁρμόζει γιὰ ὅσα ἔπραξε μὲ τὸ σῶμα, εἴτε
καλὸ εἴτε κακό.» (Β' Κορ. 5,10). Παρομοίως καί ὁ Τερτυλλιανός γράφει ὅτι, ἐφόσον
πρόκειται για πράξεις πού τελέσθηκαν διά τοῦ σώματος, αὐτές οἱ πράξεις πρέπει
να πληρωθοῦν ἀπό τό σῶμα, διά τοῦ ὁποίου ἐτελέσθησαν[6]. Όπως σημειώνει
καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ή ψυχή μόνη δέν μπορεῖ νὰ γευθεί πλήρως καί αἰωνίως
τά ἀγαθά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν οὔτε νὰ ὑποστεῖ τίς αἰώνιες ποινές τῆς
κολάσεως: «Ότι, ακόμη κι αν η ψυχή παραμένει και είναι μυριάκις αθάνατη, όπως
πράγματι είναι, χωρίς το σώμα δεν θα απολαύσει εκείνα τα άρρητα αγαθά, ούτε
βέβαια θα τιμωρηθεί… Διότι, αν δεν ανασταίνεται το σώμα, η ψυχή μένει
αστεφάνωτη, έξω από εκείνη τη μακαριότητα που βρίσκεται στους ουρανούς.»[7].
[1] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΕ ́, 7.
[2] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XIV-XVII. XXIII.
XLIII· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγοι εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, Α',
8-9· ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβῆς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ', 27.
[3] De la resurrection, XIV. Η διαπίστωση αὐτή δέν ἐμποδίζει τόν Τερτυλλιανό να θεωρεῖ ὅτι κατά τήν περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ θανάτου καί Τελικῆς Κρίσεως, τιμωρεῖται μόνο ἡ ψυχή: «Ὅτι οἱ ψυχές τιμωροῦνται ἤ ἀνταμείβονται ἀπό τώρα στόν ἄλλον κόσμο, ἀπαλλαγμένες ἀπό τό σῶμα καί μακριά από αυτό, τό ἀποδεικνύει και το παράδειγμα τοῦ Λαζάρου (Λκ. 16,29) [...]. Ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ Κρίση καθορίσθηκε γιά τά ἔσχατα τοῦ χρόνου εἶναι ὅτι διά τῆς ἐμφανίσεως καί τῆς σαρκός ἡ θεία κρίση ἀποδίδεται πλήρως». Evθ' αν. XVII.
[4] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΗ', 4-5. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ', 27. 62. "Eve' av., XX, 3.
[5] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, XXV, 1· ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XXIII· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Υπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΝΣΤ', 3· Ὁμιλίαι εἰς τήν Γένεσιν, Ζ ́, 4.
[6] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la
resurrection, XLIII.
[7] Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτη προς Κορινθίους ἐπιστολή, ΛΘ', 3. PG 61, 535-536.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου