Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Πως να προσευχόμαστε εν μέσω φόρτου εργασιών (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

Κάθε πρωὶ νὰ στερεώνετε την προσοχή σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ[1]

Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἐνεργεῖτε ὡς ἑξῆς. Τὸ πρωί, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ προσευχητικοῦ σας κανόνα, ἀγωνιστεῖτε νὰ στερεώσετε την προσοχή σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε κατόπιν καὶ καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας να παρίστασθε ἐνώπιόν Του, ὅ,τι κι ἂν τύχει να κάνετε. Ἂν κατασταλάξετε σὲ αὐτὴ τὴ διάθεση καὶ ἀκολουθήσετε τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Προωρώμην τον Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός»[2] μὲ τὰ ἁρμόζοντα, ἐννοεῖται, γιὰ την κατάσταση αὐτὴ συναισθήματα, τότε προκεῖται νὰ προσεύχεστε ἀδιαλείπτως. Τότε δὲν θὰ αἰσθάνεστε ἀνία.
Μὴν ἐγκαταλείπετε την προσευχή κανόνα, ὥσπου νὰ ἀναγεννηθεί στην καρδιά σας ή συντριβὴ μαζὶ μὲ τὴν ὑποταγὴ στὸν Θεό. Ἐσεῖς εἶστε σύζυγος, μητέρα, νοικοκυρά. Οι υποχρεώσεις ποὺ συνδέονται μὲ τοὺς ρόλους σας αὐτοὺς εἶναι ἡ σωτηρία σας.

Σχετικὰ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχητική διάθεση[3]

Τί σημαίνει προσεύχομαι ἀδιαλείπτως; Βρίσκομαι ἀδιαλείπτως σὲ προσευχητική διάθεση. Ἡ προσευχητικὴ διάθεση εἶναι ἡ σκέψη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ συνάμα. Σκέφτομαι τὸν Θεὸ σημαίνει σκέφτομαι τὴν ἁπανταχοῦ παρουσία Του, σκέφτομαι ὅτι Αὐτὸς βρίσκεται παντοῦ, ὅλα τὰ βλέπει καὶ τὰ κυβερνά. Το συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ὁ φόβος Θεοῦ, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ἡ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ εὐαρεστήσω μόνο Αὐτὸν μὲ κάθε τρόπο, παράλληλα μὲ τὴν ἀντίστοιχη ἐπιθυμία νὰ ἀποφύγω ὁτιδήποτε μὴ ἀρεστὸ σὲ Αὐτὸν καὶ τὸ κυριότερο, τὸ νὰ παραδίδω τὸν ἑαυτό μου στὸ ἅγιο θέλημά Του ἀνεπιφύλακτα καὶ νὰ ἐκλαμβάνω ὅ,τι συμβαίνει ὡς ἄμεσα προερχόμενο ἀπὸ τὸ δικό Του χέρι. Τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ δύναται νὰ ἔχει θέση σὲ ὅλες μας τις ενέργειες, σὲ ὅλες μας τις ἀσχολίες καὶ ὑπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ μὴν τὸ ἀναζητοῦμε μονάχα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἔχουμε ἤδη ὀρθώσει μέσα στην καρδιά μας. Ἡ σκέψη μπορεῖ νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ διάφορα πράγματα. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε την ευχέρεια νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ὁποιαδήποτε ένασχόλησή μας νὰ γίνεται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Ὁρίστε λοιπόν που πρέπει νὰ κατευθύνουμε ὅλη μας τη φροντίδα: στη σκέψη μας καὶ στὸ συναίσθημά μας γιὰ τὸν Θεό. Ὅταν αὐτὰ ὑπάρχουν, ὑπάρχει ἡ προσευχή, ἔστω καὶ χωρὶς προσευχητικά λόγια.

Σχετικὰ μὲ τὴν προσευχή του ποὺ γίνεται χωρίς λέξεις[4]

Παραπονιέστε γιὰ ἔγνοιες οἱ ὁποῖες σᾶς διασκορπίζουν την προσοχὴ καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπουν νὰ θυμάστε τὸν Κύριο. Δοκιμάστε νὰ ἐκλαμβάνετε ὅλα σας τα ζητήματα τα σχετικὰ μὲ τὴ διαχείριση τοῦ νοικοκυριοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλες ὑποθέσεις ὡς προκαθορισμένα ἄμεσα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο γιὰ ἐσᾶς. Ὄχι μόνο γενικά, ἀλλὰ καὶ κάθε ζήτημα ξεχωριστά ως τέτοιο νὰ τὸ ἐκλαμβάνετε. Τότε, καθὼς θὰ καταπιάνεστε με μία εργασία καὶ θὰ τὴν ἐκτελεῖτε, μπορεῖτε νὰ συγκρατείτε στη σκέψη σας καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δηλαδὴ ἐσεῖς πρέπει νὰ τὴν ἐκτελέσετε μὲ ὅποιον τρόπο θὰ ἦταν ἀρεστὸς στὸν Κύριο. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ σκέψη σας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας θὰ εἶναι μαζί μὲ τὸν Κύριο. Ἂν στὸ τέλος, ἔχοντας συνειδητοποιήσει τη συνδρομὴ τοῦ Θεοῦ, εὐχαριστήσετε τὸν Κύριο, τότε νά πού και στο τέλος πάλι ὁ Κύριος θὰ ἐμφανίζεται. Ἂν στη συνέχεια εκτελέσετε με τὴν ἴδια τάξη τὴ δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. ἐργασία ως τὸ τέλος τῆς ἡμέρας, τότε νά πού ὁλόκληρη τη μέρα θὰ εἶστε μαζὶ μὲ τὴ σκέψη τοῦ Κυρίου. Μα αὐτὸ ἐξάλλου εἶναι καὶ τὸ ζητούμενο. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ προκύψει καὶ τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Κύριο, το συναίσθημα τοῦ φόβου, τῆς εὐλάβειας, τῆς παράδοσης, τῆς εὐγνωμοσύνης. Καὶ εἶναι τὰ συναισθήματα αὐτὰ ποὺ ἀποτελοῦν προσευχές δίχως λέξεις.



[1] Επιστολή 1220, τόμος Β, σελ. 4

[2] Ψαλ. ιε' [15] 8.

[3] Επιστολή 947, τόμος 6, σελ. 20-21

[4] (Επιστολή 279, τόμος 2, σελ. 131-132)

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Nικηφόρου Θεοτόκη: Ομιλία Μετά την προς τους Γαλάτες Επιστολή του Απ. Παύλου/Περί Ανθρωπαρέσκειας

 

Ἡ διδασκαλία τοῦ θεορρήμονα Παύλου που διαβάσθηκε σήμερα ἀποκαλύπτει, μία ἁμαρτία, ἄγνωστη σε πολλούς, ἄν καί αὐτή εἶναι πηγή πού ἀναβλύζει θανατηφόρο ὕδωρ πολλῶν καί μεγάλων ἁμαρτημάτων. Γνωστό εἶναι σέ ὅσους διαβάζουν τά ἱερά βιβλία, πόσα σκάνδαλα, πόσες ταραχές, καί πόση φθορά προξένησαν στην Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅσοι δίδασκαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά περιτέμνονται αὐτοί πού πίστευσαν στόν Χριστόν. Αυτοί οι ψευδαπόστολοι καί κακοδιδάσκαλοι ἅπλωσαν τήν ψυχοφθόρα πλάνη τους σε πολλές πόλεις καί τόπους καί έπαρχίες, καί ἔσυραν πολλούς ἀπό τήν εὐαγγελική ἀλήθεια σε θρησκεία ἀλλόκοτη, ἡ ὁποία οὔτε ιουδαϊκή εἶναι οὔτε χριστιανική. Μέ αύτή τάραξαν τούς Ἀποστόλους, σκανδάλισαν τούς μαθητές, χώρισαν τούς πιστούς σέ δύο κομμάτια, ἀμέσως ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τή ζάλη δεν μπόρεσε νά σταματήσει οὔτε αὐτή ἡ ἀποστολική σύνοδος, ἂν καὶ μέσω αὐτῆς τό Πανάγιον Πνεῦμα καί ἔκρινε καί ἀποφάσισε ὅτι ἡ περιτομή εἶναι περιττό βάρος (Πραξ. 15, 28). Ἐρευνῶ ποῖοι ἦταν οἱ πρῶτοι διδάσκαλοι αὐτῆς τῆς παράλογης διδασκαλίας. Βλέπω ὅτι ἦταν ἄνθρωποι Ἰουδαῖοι, πού ἐξῆλθαν ἀπό τήν Ἰουδαία καί πῆγαν στην Ἀντιόχεια, όπου δίδασκαν σε αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, ὅτι χωρίς τήν περιτομή δέν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Καί μερικοί, λέει ὁ ἱερός Λουκᾶς, πού κατέβηκαν ἀπό τήν Ἰουδαία δίδασκαν τούς ἀδελφούς ὅτι, ἐάν δεν κάνετε περιτομή, όπως ορίζει ο Μωϋσῆς, δὲν μπορείτε νά σωθείτε" (Πραξ. 15, 1). Και όχι μόνο Ἰουδαῖοι ἦταν αὐτοί, ἀλλά καί ἀπό τήν αἵρεση τῶν Φαρισαίων, δηλαδή Φαρισαῖοι, όπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, λέγοντας: "Αντέδρασαν όμως μερικοί, ἀπό τήν παράταξη τῶν Φαρισαίων πού εἶχαν πιστέψει καί ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά τούς περιτέμνουν (τούς εθνικούς), καί νά τούς παραγγέλνουν να τηροῦν τόν νόμο του Μωϋσή” (Πραξ. 15, 5). Ἐξετάζω ἐπίσης ἀπὸ ποῦ αὐτοί παρακινήθηκαν καί δίδασκαν τήν περιτομή, ἄν καί πίστευσαν στὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Βλέπω ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἦταν άνθρωπάρεσκοι, γιατί έκαναν όλα τά ἔργα τους "γιά νὰ τοὺς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι” (Ματθ. 23, 5). Όταν, λοιπόν, αὐτοί γνώρισαν ὅτι ἡ περιτομή ἄρεσε καί στούς Ἰουδαίους γιά τόν μωσαϊκό νόμο, καί οἱ ἐθνικοί δέν καταδίωκαν τούς περιτμημένους, ἐξαιτίας τῶν διαταγμάτων τῶν αὐτοκρατόρων, κήρυτταν τήν περιτομή, γιά νά ἀρέσουν σε αὐτούς, ὥστε νά ἀποφεύγουν τους διωγμούς καί νά ἀπολαμβάνουν την τιμή καί τήν άνάπαυση. Εὔλογα, λοιπόν, συμπεραίνω ὅτι ἡ ἀνθρωπαρέσκεια προξένησε τά τόσο μεγάλα κακά. Επιβεβαιώνει αὐτό τό συμπέρασμα καί ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντας: “Όσοι θέλουν να φαίνονται ἄξιοι καί νά ἐπαινοῦνται ἀπό τοὺς ἀνθρώπους, αύτοί σᾶς ἀναγκάζουν να κάνετε περιτομή” (Γαλ. 6, 12). Αὐτή ἡ ἀνθρωπαρέσκεια πού προξένησε τότε τόση βλάβη καί διαφθορά, γκρεμίζει μέχρι και σήμερα τούς ἀνθρώπους σε πολλά καί μεγάλα ἁμαρτήματα.
Σχεδόν κάθε ἄνθρωπος ἀνεπαίσθητα κινεῖται στό νά ζητάει τό συμφέρον του. Σκεπτόμενος δέ ὅτι μέ τήν ἀγάπη καί προστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπολαμβάνει τά ποθούμενα πράγματα, άγωνίζεται μέ κάθε τρόπο να φανεῖ σέ αὐτούς ἀρεστός. Υπακούει, κολακεύει, δουλεύει, τρέχει στα θελήματά τους, εἴτε εἶναι δίκαια εἴτε ἄδικα εἴτε νόμιμα εἴτε παράνομα. Ἡ δέ φιλαυτία τόσο σκοτίζει τόν νοῦ του, ὥστε δέν γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀνθρωπάρεσκος, οὔτε αἰσθάνεται πόσο βλάπτει τήν ψυχή του ή άνθρωπαρέσκεια. Ἔτσι πολλοί λίγοι εἶναι καθαροί από αὐτό τό πάθος. Αὐτό τό πάθος τρέφεται καί αὐξάνει και στηρίζεται ἀπό ἄλλα πάθη. Ὁ φόβος, ή ντροπή, ή φιλοδοξία, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, εἶναι αὐτά πού προτρέπουν καί τρέφουν και στηρίζουν τὴν ἀνθρωπαρέσκεια.
Ὅταν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς φώτισε τόν ἐκ γενετῆς τυφλό, τότε οι προεστῶτες τῶν Ἰουδαίων κάλεσαν τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, καί τούς ἔκαναν δύο ερωτήσεις. Πρῶτον, ἐὰν αὐτός ἦταν ὁ υἱός τους, ο ὁποῖος, ὅπως ἔλεγαν αὐτοί, γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 19). Δεύτερον, μέ ποιό τρόπο ἔλαβε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του. Αὐτοί απάντησαν στο πρῶτο ἐρώτημα καί εἶπαν ὅλη τήν ἀλήθεια, γνωρίζουμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ υἱός μας, καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 20). Στο δεύτερο όμως ερώτημα δέν θέλησαν νά ποῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά τήν ἔκρυψαν, λέγοντας: "Αὐτός εἶναι ἐνήλικος, ρωτήστε τον” (Ιωάν. 9, 21). Αλλά γιατί οι ταλαίπωροι δεν φανέρωσαν ποιός ἦταν ὁ θαυματουργός καί εὐεργέτης, που φώτισε τα μάτια του τυφλοῦ υἱοῦ τους; Γιατί ἀπάντησαν ἔτσι; Ὁ εὐαγγελιστής λέει "αυτό τὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του γιατί φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους” (Ιωάν. 9, 22) Ἐφοβοῦντο ἐπειδή, ἐὰν ἔλεγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός τον φώτισε, θα τοὺς ἐξόργιζαν ὑπερβολικά. Ο φόβος γέννησε τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ή ὁποία τοὺς ἔπεισε νά εὐχαριστήσουν τη γνώμη τῶν Ἰουδαίων, και να μὴ φανερώσουν τήν ἀλήθεια. Πόσες φορές ἐμεῖς, ὅταν μας ρωτάνε ἐπίσημοι, ἀπό τόν φόβο νά μήν τούς ἐξοργίσουμε, πέφτουμε στην ἀνθρωπαρέσκεια, καί σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, γιά νά τούς εὐχαριστήσουμε; Πόσες φορές ή αλήθεια τοῦ στόματός μας μπορεί να ἐλευθερώσει τόν ἀθῶο ἀπό τήν καταδίκη, καί αὐτόν πού ἀτιμάζεται ἀπό τή συκοφαντία, ἤ τόν ὀρφανό καί τή χήρα ἀπό τήν ἀδικία, ἐμεῖς ὅμως γιά νά ἀρέσουμε στούς ἀνθρώπους, σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, καί μέ τή σιωπή μας βλάπτουμε τόν πλησίον μας;
Μή νομίσετε ὅτι σέ αὐτή τήν ἁμαρτία πέφτουν μόνο οι ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ γιά τόν φόβο τῶν μεγιστάνων καί τῶν ἀρχόντων. Γιατί καί αὐτοί οἱ προεστῶτες καί οἱ ἄρχοντες, νικώμενοι ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, καταποντίζονται σε παρόμοια βάραθρα παρανομίας. Πολλοί ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων πίστευσαν στόν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀλλά σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Γιατί αὐτό; Αὐτοί ἦταν ἄρχοντες, πλούσιοι, ἀξιωματικοί. Ποιόν, λοιπόν, ἐφοβοῦντο ἤ ποιόν ντρέπονταν; Οἱ Φαρισαῖοι ἀποφάσισαν ὅτι, ὅποιος ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Χριστός, νά διωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες, μή υποφέροντας αὐτή τή ντροπή καί ἀτιμία, σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Θέλησαν νά κάνουν τό άρεστό στους Φαρισαίους, καί ὄχι τό ἀρεστό στόν Θεόν. “Γιατί ἀγάπησαν, λέει ὁ θεῖος εὐαγγελιστής, περισσότερο τή δόξα τῶν ἀνθρώπων, παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ" (Ιωάν. 12, 43). Σε πόσα στόματα ἀρχόντων καί ἀξιωματικῶν καί προεστώτων βάζει χαλινάρι καί φίμωτρο ή άνθρωπαρέσκεια; Καί πόσοι γιά νά μήν ἐξοργίσουν τούς ἀνθρώπους, δηλαδή γιά νά ἀρέσουν στους ἀνθρώπους, σιωποῦν τήν ὁμολογία τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, τη νουθεσία στούς ἀτάκτους, τόν ἔλεγχο σε αυτούς πού ἁμαρτάνουν, τούς φοβερισμούς στούς παραβάτες τῶν νόμων; Πόσοι κλείνουν τό στόμα ὅταν πρέπει νά τό ἀνοίξουν καί νά μιλήσουν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως καί τούς νόμους τῆς δικαιοσύνης; Οι δυστυχεῖς καὶ πανάθλιοι προσπαθοῦν νά ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους, καί ἀγαποῦν περισσότερο τη δόξα τῶν ἀνθρώπων παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦστε καί ἄλλο πολύ βαρύτερο. Ὁ δικαστής όταν κάθεται στην ἕδρα τοῦ δικαστηρίου, ἐξεικονίζει το πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό ὁ Θεός απαγόρευσε ἀπό τά κριτήρια κάθε ανθρώπινη προσπάθεια καί κάθε φιλοπροσωπία καί ἀνθρωπαρέσκεια. Γι' αυτό εἶπε ὅτι ἡ κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ. “Στη δίκη δέν θά υπολογίζεις πρόσωπα, θά κρίνεις δίκαια καί τόν μικρό καί τόν μεγάλο, δέν θά σέ ἐπηρεάσει το πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ή κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ” (Δευτ. 1, 17). Καί ὅμως ἡ ἀνθρωπαρέσκεια ἔρχεται καί στα κριτήρια. Οἱ Ἰουδαῖοι φέρνουν τόν Ἰησοῦν Χριστόν δεμένο στο κριτήριο του Πιλάτου, καί κάθεται ό Πιλάτος στην καρέκλα τοῦ κριτηρίου, γιά νά κρίνει τόν Ἰησοῦν. Καί τά μὲν πρῶτα ἔργα τῆς κρίσεως ἦταν καλά καί δίκαια. Εξέτασε τόν Ἰησοῦν Χριστόν, κατάλαβε ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τόν παρέδωσαν στο κριτήριό του ἐξαιτίας τοῦ φθόνου τους (Μαρκ. 15, 10), ὁμολόγησε μέ θάρρος ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἔκανε κανένα κακό (Μαρκ. 15, 14). Είπε φανερά ὅτι δέν βρίσκει τίποτα εναντίον του (Λουκ. 23, 4). Ἔπειτα ἀπέλυσε τόν Βαρραβά τόν ἀρχιληστή, καί μαστίγωσε τόν ἀναμάρτητο Ἰησοῦν καί τόν παρέδωσε νά σταυρωθεί. Παράνομε καί παράλογε, γνώρισες ὅτι γιά φθόνο τόν παρέδωσαν, ὁμολόγησες ὅτι δέν ἔκανε κανένα κακό, εἶπες ὅτι δέν βρίσκεις σε Αύτόν σφάλμα, καί ἔπειτα τόν δέρνεις καί τόν παραδίδεις σε σταυρικό θάνατο; Γιατί αὐτή ἡ παράλογη ἀπόφαση; Πῶς ἔγινε αὐτή ἡ ἀλλόκοτη μεταβολή; Ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ἀδελφοί. Ή άνθρωπαρέσκεια ἦλθε στήν καρδιά του, καί τάραξε τά λογικά του, καί σκότισε τόν νοῦ του. “Ο δέ Πιλάτος, λέει ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος, θέλοντας νά ίκανοποιήσει τόν ὄχλο, ἄφησε ἐλεύθερο τόν Βαρραβά καί παρέδωσε τόν Ἰησοῦν, ἀφοῦ τόν μαστίγωσε, γιά νά σταυρωθεί” (Μαρκ. 15, 15). Ὁ λαός πείσθηκε από τούς ἀρχιερεῖς καί ζήτησε νά άπολυθεῖ ὁ Βαραββάς, καί περισσότερο φώναξαν, σταύρωσέ τον (Μαρκ. 15, 14). Τότε ὁ Πιλάτος νικήθηκε ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί ἔκανε τό αρεστό στον λαό, μετέβαλε τή δίκαιη κρίση σέ ἄδικη απόφαση, καί τόν μέν ληστή ἀπέλυσε, τόν δέ δίκαιο σταύρωσε. Πόσοι ἄραγε Πιλάτοι ὑπάρχουν καί στίς ἡμέρες μας; Πόσοι γνωρίζουν ποιός εἶναι ὁ ἀθῶος καί ποιός εἶναι ὁ ἔνοχος; Ποιός εἶναι ὁ δίκαιος καί ποιός εἶναι ὁ ἄδικος; Καί ὅμως, γιά νά ευχαριστήσουν τούς συγγενεῖς ἤ τούς φίλους ἤ τους μεσίτες, ἀπολύουν τον Βαρραβά και σταυρώνουν τόν Ἰησοῦν, δηλαδή δικαιολογοῦν τόν ἔνοχο καί τόν ἀδικητή, καί τιμωροῦν τόν ἀθῶο καί δίκαιο;
Ἀκοῦστε καί τό περισσότερο παράδοξο. Τολμάει ή άνθρωπαρέσκεια νά ἀνεβαίνει καί σέ αύτούς τούς βασιλικούς θρόνους, καί νά εἰσέρχεται στις καρδιές τῶν βασιλέων. Ὁ βασιλέας Ηρώδης κακοποίησε μερικούς από αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, καί θανάτωσε τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννη (Πραξ. 12, 1-2). Αὐτά ἦταν ἔργα τοῦ ἀκράτητου θυμού του καί τῆς παράλογης ὁρμῆς του. Καί ἀφοῦ ἡσύχασαν αὐτὰ τὰ ἄγρια πάθη, τότε ξεσηκώθηκε ἐναντίον του καί τό πονηρότατο πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας. Ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι αὐτὰ τὰ ἄδικα και παράνομα έργα εἶναι ἀρεστά στούς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ φανεῖ ἀρεστός σε αυτούς, πρόσθεσε παρανομία ἐπάνω στις παρανομίες του, καί ἀδικία επάνω στίς ἀδικίες του, καί συνέλαβε τον κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων Πέτρο, τόν ἔβαλε στη φυλακή δεμένο με αλυσίδα, καί φρουρούμενο από πολλούς στρατιῶτες, ὥστε ὅταν περάσει τό πάσχα νά τόν φονεύσει μπροστά σὲ ὅλο τόν λαό (Πραξ. 12, 3-4). Αὐτό εἶναι παράδειγμα φανερό που διδάσκει τούς βασιλεῖς καί διεγείρει την προσοχή τους, ὥστε νά μή θέλουν νὰ ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους καί νά ἐξοργίζουν τόν Θεόν μέ τήν παράβαση τῶν νόμων.
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου αδελφοί, μέχρι πού φθάνει τό βδελυρό πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας; Ἀκούσατε ὅτι γίνονται άνθρωπάρεσκοι ὄχι μόνο οι υπήκοοι καί άπλοί καί εὐτελεῖς ἄνθρωποι, ἀλλά καί οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἀξιωματικοί; Ακούσατε πόσα φοβερά ἁμαρτήματα προξενεῖ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια; Ναί, λέτε, ἀκούσαμε, ἀλλά ὁ λόγος αὐτός εἶναι πολύ σκληρός, γιατί αὐτός διδάσκει νά μή φανοῦμε ἀρεστοί στον προστάτη μας, καί νά μή κάνουμε τό άρεστό σέ ἐκεῖνον, ἀπό τόν ὁποῖο ἐλπίζουμε βοήθεια, καί νά μήν προσπαθήσουμε νά ἀρέσουμε στούς ανθρώπους. Εάν κάνουμε αὐτά, πῶς μποροῦμε νά ζήσουμε στον κόσμο καί νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τούς ἀνθρώπους; Εἶναι ἀνάγκη νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο καί νά κατοικήσουμε στις ερήμους. Κανένας λόγος οὔτε νόμος διορίζει νά κάνετε αυτά. Μάλιστα τά άντίθετα διδάσκει ό θεόπνευστος Παῦλος, λέγοντας: “Φροντίζοντας νά φαινόμαστε ἀκατηγόρητοι ὄχι μόνο μπροστά στόν Κύριον, ἀλλά καί μπροστά στούς ἀνθρώπους” (β Κορ. 8, 21), “νά εἶσθε προνοητικοί τῶν καλῶν ἔργων καί νά ἔχετε ζωή ἀσκανδάλιστη ἀπέναντι σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους” (Ρωμ. 12, 17). Καί ὄχι μόνο δίδαξε αυτά μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα ἔδειξε, ὅτι μέ κάθε τρόπο αγωνίσθηκε νά εύχαριστήσει τούς ἀνθρώπους. “Καί ἔγινα στούς Ἰουδαίους σάν Ἰουδαῖος, γιά νά κερδίσω τούς Ἰουδαίους (ὅταν ἔκανε περιτομή στον Τιμόθεο). Σ' αὐτούς πού ἦταν κάτω ἀπό τόν νόμο, ἔγινα σάν νά ἤμουν καί ἐγώ κάτω ἀπ' τόν νόμο (ὅταν ξύρισε τό κεφάλι του καί πρόσφερε τις θυσίες γιά τόν άγνισμό), γιά νά κερδίσω αὐτούς πού εἶναι κάτω ἀπό τόν νόμο. Σ' αὐτούς πού δέν ἔχουν νόμο ἔγινα σάν ἄνομος, (ἄνομους λέγει αὐτούς πού δέν ἦταν Ἰουδαῖοι) ἄν καί δέν ἤμουν ἔξω ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νομοταγής στον νόμο τοῦ Χριστοῦ, γιά νά σώσω τούς ἀνόμους. Στούς ἀσθενεῖς στήν πίστη (τούς Κορινθίους) ἔγινα σάν ἀσθενής, γιά να κερδίσω τούς ἀσθενεῖς. Σὲ ὅλους ἔγινα τά πάντα μήπως σώσω μερικούς” (α Κορ. 9, 20-22). Νά ἄνθρωπος ἀνθρωπάρεσκος. Σημείωσε τόν σκοπό τῆς άνθρωπαρέσκειάς του. Γιά νά κερδίσω, λέει, μήπως σώσω μερικούς. Μέ αὐτόν τόν σκοπό γίνε καί ἐσύ ἀνθρωπάρεσκος. Ἄρεσε όσο θέλεις καί εὐχαρίστησε ὅσο θέλεις, καί κάνε ὅλα τά άρεστά, ὄχι μόνο στούς προστάτες σου καί τούς ευεργέτες σου, ἀλλά καί στούς διώκτες καί ἀδικητές σου. Ὄχι μόνο στούς συγγενεῖς καί φίλους σου, ἀλλά καί στούς ξένους καί ἐχθρούς σου. Ἀλλά ἄρεσε σέ αύτούς ὄχι γιά νά ζημιώσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις, ὄχι γιά νά χάσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις καί αὐτούς καί τήν ψυχή σου. 
Γίνε ἀρεστός στούς ἀνθρώπους ὅσο θέλεις, αλλά μήν παραβεῖς τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀρέσεις στούς ἀνθρώπους. Ὅταν σε ρωτοῦν, μήν ἀπαντήσεις μέ ψεῦδος, γιά νά φανεῖς ἀρεστός στον συγγενῆ σου. Ὅταν σε καλοῦν γιά μάρτυρα, μήν ψευδομαρτυρήσεις, γιά νά εὐχαριστήσεις τον προστάτη σου. Στις συναναστροφές σου μήν ἀποκρύψεις τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεώς σου καί τήν ἀλήθεια τῶν νόμων, γιά νά ευχαριστήσεις τους παρευρισκόμενους ἀπίστους. Στις συμβουλές και νουθεσίες μή σιωπᾶς τήν ὠφέλιμη συμβουλή καί τήν πρέπουσα νουθεσία, φοβούμενος μήπως ἐξοργίσεις αυτούς πού ἀκοῦν. Ἐάν εἶσαι κριτής, μήν κρίνεις ἄδικα, γιά νά εὐχαριστήσεις τόν εὐεργέτη σου. Μήν ἀδικήσεις τόν ὀρφανό, μή βλάψεις τή χήρα, γιά τή ντροπή ἤ τόν φόβο τῶν ἀρχόντων πού τούς ἀδίκησαν. Μέ ἕνα λόγο, σε κάθε υπόθεση μήν καταφρονήσεις τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ευχαριστήσεις τούς ἀνθρώπους. 
Πόσο πλανεμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού προτιμοῦν τό πλάσμα ἀπό τόν Πλάστη, προσπαθώντας νά εύχαριστήσουν τούς ἀνθρώπους καί ὄχι τόν Θεόν. “Μήν ἐλπίζετε σέ ἄρχοντες, σέ ἀνθρώπους πού δέν μποροῦν νά σᾶς σώσουν” (Ψαλ. 145, 3). Οι υιοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀσθενεῖς καί ἀδύνατοι, εὔκολα αλλάζουν γνώμη, πολλές φορές κρίνουν ἄδικα, κάθε ημέρα φαίνονται αχάριστοι, συχνά ἀθετοῦν τήν υπόσχεσή τους. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέλος πάντων φθαρτοί και πρόσκαιροι. Σήμερα φαίνονται καί κινοῦνται καί ἐνεργοῦν, αὔριο γίνονται χῶμα ἀναίσθητο καί ἀκίνητο καί ἀνενέργητο. Γιατί δεν ἀφιερώνουμε ὅλη τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσοχή μας στην ευχαρίστηση τοῦ Θεοῦ “σὲ Αὐτόν πού δημιούργησε τόν οὐρανό καί τή γῆ, τή θάλασσα καί ὅλα ὅσα υπάρχουν σε αυτά; Σε Αυτόν που τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις του αιώνια; Σε Αὐτόν πού ἀποδίδει δικαιοσύνη σέ αὐτούς πού ἀδικοῦνται, σε Αὐτόν πού δίνει τροφή στους πεινασμένους”; (Ψαλ. 145, 6-7). Ὅταν ἀφιερώσεις τήν καρδιά σου σε Αὐτόν, ἐάν εἶσαι δυστυχής, λύνει τά δεσμά τῶν συμφορῶν σου. "Ο Κύριος λύνει τά δεσμά τῶν φυλακισμένων”. Ἐάν ώς τυφλός δέν γνωρίζεις τό συμφέρον σου, Αὐτός φωτίζει τα τυφλά σου μάτια γιά τήν κατανόηση τῆς εὐτυχίας σου. " Ὁ Κύριος δίνει σοφία σέ αὐτούς πού εἶναι τυφλοί" (Ψαλ. 145, 8). Ἐάν πέσεις στα βάραθρα τῆς ἁμαρτίας, Αὐτός σέ σηκώνει. “Ο Κύριος ἀνορθώνει αὐτούς πού εἶναι συντετριμμένοι στην καρδιά”. Εάν βαδίζεις τόν δρόμο τῆς δικαιοσύνης, Αὐτός σέ ἀγαπάει. "Ο Κύριος αγαπάει τούς δίκαιους”. Ἐάν προσέλθεις σέ Αὐτόν μέ πίστη καί εὐλάβεια, Αὐτός σέ διαφυλάττει καί σέ σκεπάζει μέ τίς θεῖες του πτέρυγες. "Ο Κύριος προστατεύει αὐτούς πού ἔρχονται στην πίστη” (Ψαλ. 145, 9). Αὐτός εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ὀρφανοῦ καί προστάτης τῆς χήρας. “Αναλαμβάνει ὑπό τήν προστασία του τά ὀρφανά καί τίς χῆρες". Αὐτός ἐξαφανίζει τά ἔργα τῶν πονηρῶν πού ἐξεγείρονται ἐναντίον σου. “Καί θά ἀφανίσει τήν πορεία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ Θεός τῆς Σιών, Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλέας σου, ὁ Κύριός σου, ὁ Θεός σου, ὁ ἀθάνατος, Αὐτός πού βασιλεύει στον αιώνα τοῦ αἰώνα, σε γενεά καί γενεά. “Θά βασιλεύσει ὁ Κύριος αἰώνια, ο Θεός σου Σιών, θά βασιλεύσει σέ ὅλες τίς γενιές" (Ψαλ. 145, 10). Γιατί, λοιπόν, δέν ἀγωνιζόμασθε μέ ὅλες μας τις δυνάμεις, γιά νά ἀρέσουμε σε Αὐτόν, ἀλλά προσπαθοῦμε, ὅσο μποροῦμε, νά εὐχαριστήσουμε τις πονηρές επιθυμίες τῶν ἀνθρώπων; Ἀδελφοί, θυμηθεῖτε τόν λόγο τοῦ Κυρίου: "Κανείς δέν μπορεῖ νά δουλεύει σε δύο αφεντικά. Γιατί ἤ τόν ἕνα θά μισήσει καί τόν ἄλλο θά ἀγαπήσει, ἤ τόν ἕνα θά ἀντέξει καί τόν ἄλλο θά καταφρονήσει” (Ματθ. 6, 24).
Ἀδελφοί, μήν πλανᾶσθε, δέν μπορεῖτε νά ἀρέσετε καί στούς πονηρούς ἀνθρώπους καί στόν πανάγαθο Θεόν. "Δέν μπορεῖτε να δουλεύετε στόν Θεόν καί στόν μαμωνά". Τό ἴδιο δίδαξε καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος, λέγοντας: “Γιατί, ἐάν ἀκόμη ἤθελα νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ” (Γαλ. 1, 10).

 

ΠΗΓΗ: KYΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ. Β΄ ΤΟΜΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ. ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΟ ΕΡΜΟΛΑΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ.


 

 

ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

 


Η προτροπή να αγαπούμε τον Κύριο και με ποιον τρόπο μαρτυρείται αυτή η αγάπη (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

Την προηγούμενη φορά, με τα λόγια του Κυρίου «Μη γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός», σας προέτρεψα να είστε πιστοί στον Κύριο. Σήμερα, με αυτό το τόσο χαρακτηριστικό παράδειγμα πιστότητας, μας υποδεικνύεται και το αποτελεσματικότερο μέσο για να το επιτύχουμε: η αγάπη. Επομένως, εάν θέλετε να παραμείνετε για πάντα πιστοί στον Κύριο, αγαπήστε τον Κύριο. Από τη στιγμή που θα Τον αγαπήσετε, δεν θα χρειάζεται πλέον να συζητάμε για την πιστότητα· διότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης είναι η σταθερή προσήλωση και η πιστότητα προς τον αγαπημένο.
Όμως, αδελφοί μου, καθώς σας λέω «αγαπήστε τον Κύριο», ο ίδιος διστάζω στη σκέψη, επειδή φοβάμαι μήπως προκαλέσω την αντίδρασή σας, σαν να αμφισβητώ την πίστη σας. Διότι εύλογα θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: Σε ποιους τα λες αυτά; «Αγαπήστε τον Κύριο»; Μήπως δεν γνωρίζουμε ποιος είναι για εμάς ο Κύριός μας και τι είμαστε εμείς χωρίς Αυτόν; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν πρόβατα που είχαν αποπλανηθεί, ενώ Εκείνος, ως ο Καλός Ποιμένας, μας αναζήτησε, μας πήρε στους ώμους Του και μας έφερε στον ουράνιο Πατέρα Του (Λουκ. 15:5); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οδοιπόροι που πέσαμε στα χέρια ληστών, μας γύμνωσαν και μας προκάλεσαν θανάσιμες πληγές, ενώ Εκείνος, αφού έγινε ο πλησίον μας, έσκυψε πάνω από εμάς που κείτονταν καταγής και θεράπευσε τις πληγές μας με το έλαιο της ευσπλαχνίας Του (Λουκ. 10:30–35); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν αιχμάλωτοι, δεμένοι με τα δεσμά του εχθρού μας, ενώ Εκείνος, ισχυρός και κραταιός, έδεσε τον εχθρό μας, έλυσε τα δεσμά μας και απελευθέρωσε τις αιχμάλωτες ψυχές μας; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν παραβάτες και αποστάτες, αποκομμένοι από την παρουσία του Θεού, ενώ Εκείνος υπερασπίστηκε την υπόθεσή μας ενώπιον της θείας κρίσεως και έγινε μεσίτης, πρεσβευτής και συμφιλιωτής ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οφειλέτες, ανίκανοι να εξοφλήσουμε το χρέος μας και καταδικασμένοι να το αποπληρώνουμε με αιώνια τιμωρία, ενώ Εκείνος ανέλαβε το χρέος μας και το εξόφλησε ολοκληρωτικά, αποδίδοντας για χάρη μας ό,τι απαιτούσε η δικαιοσύνη του Θεού;
Και όλα αυτά τα έκανε για εμάς όχι μέσω κάποιου άλλου, αλλά ο ίδιος, με το δικό Του πρόσωπο. Ο ίδιος περιόδευσε στη γη για να αναζητήσει εμάς που είχαμε αποπλανηθεί. Ο ίδιος δεσμεύτηκε και με τα δικά Του δεσμά διέρρηξε τα δικά μας. Ο ίδιος πληγώθηκε και με τη δική Του πληγή θεράπευσε εμάς τους πληγωμένους. Ο ίδιος δεν πλήρωσε το χρέος μας με ασήμι και χρυσάφι, αλλά με το τίμιο Αίμα Του. Ο ίδιος, για χάρη εμάς που ήμασταν νεκροί, πέθανε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, και με τον θάνατό Του θανάτωσε τον δικό μας θάνατο. Με τον Σταυρό Του άνοιξε για εμάς την πύλη προς την αιώνια ζωή και τη μακαριότητα. Πώς, λοιπόν, να μην αγαπούμε έναν τέτοιο Κύριο;
Δίκαιη είναι αυτή η γεμάτη ζήλο υπέρ του Κυρίου 
oμολογία σας, αδελφοί μου! Και εγώ μαζί σας θα αναφωνήσω: Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο και Σωτήρα μας, Αυτόν που με αγάπη προσκυνούν και δοξάζουν οι Άγγελοι και όλοι οι Άγιοι; Πώς να μην αγαπούμε τον Ιησού Χριστό, που είναι η δικαίωσή μας, η ελπίδα μας, η ζωή μας, η δόξα μας, ο βοηθός και υπερασπιστής μας, ο νικητής του θανάτου, του άδη και όλων των εχθρών μας; Πώς να μην αγαπούμε έναν τέτοιο ύψιστο Ευεργέτη, του οποίου τις ευεργεσίες δεν μπορεί να περιγράψει επάξια ανθρώπινος λόγος;
Όμως, αδελφοί μου, ας μην αγαπούμε μόνο με τα λόγια, αλλά με τα έργα και με την αλήθεια. Διότι η Βασιλεία του Θεού δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στη δύναμη. Το ερώτημα «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;» είναι ένα ερώτημα που μας επιβάλλει την υποχρέωση της αγάπης. Το ερώτημα όμως «Αγαπούμε πράγματι τον Κύριο;» είναι διαφορετικό· μας οδηγεί στην αυτοεξέταση και στην προσεκτική διερεύνηση του εαυτού μας. Ας σταθούμε, λοιπόν, τώρα ενώπιον του δικαστηρίου της αλήθειας, εξετάζοντας τα έργα μας, για να δούμε αν υπάρχει πράγματι μέσα μας αγάπη, η απουσία της οποίας θα έπρεπε να μας προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Δείτε πώς μας διδάσκει ο Άγιος Τύχων να πραγματοποιούμε αυτή την αυτοεξέταση! (Μέρος 5ο, σελ. 250 κ.ε.).

1) «Όποιος αγαπά», λέει ο Άγιος Τύχων, «επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται μαζί με τον αγαπημένο του και να μην αποχωρίζεται από αυτόν». Έτσι, ο φίλος επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αχώριστα μαζί με τον αγαπημένο του φίλο, όχι μόνο στις ευτυχισμένες στιγμές, αλλά και στις δυστυχίες. Και όταν κάποτε οι φίλοι αποχωρίζονται, αισθάνονται πόνο, θλίβονται και κλαίνε, διότι η αγάπη δεν ανέχεται τον αποχωρισμό από τον αγαπημένο. Ακόμη κι αν οι πιστοί και αγαπημένοι φίλοι χωρίζονται κάποτε σωματικά, παραμένουν ενωμένοι κατά το πνεύμα και την καρδιά, διότι η αγάπη συνενώνει και συνδέει δύο ανθρώπους σε έναν.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό με την καρδιά του, επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αδιάσπαστα ενωμένος μαζί Του, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος μαρτυρούσε ότι είχε την επιθυμία να αναχωρήσει από την παρούσα ζωή και να είναι μαζί με τον Χριστό (Φιλ. 1:23), ή όπως η νύμφη στο Άσμα Ασμάτων, η οποία αναφωνούσε: «Είμαι πληγωμένη από αγάπη» (Άσμ. 5:8).

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

2) «Όποιος αγαπά, φέρει πάντοτε τον αγαπημένο μέσα στην καρδιά του». Διότι η αγάπη έχει τη θέση της στην καρδιά και γίνεται ένα με τον αγαπημένο. Έτσι, ο γιος κρατά μέσα στην καρδιά του τον πατέρα του και ο φίλος τον αγαπημένο του φίλο, ακόμη κι όταν εκείνος απουσιάζει. Γι' αυτό και συχνά τον θυμάται, τον σκέφτεται και συνομιλεί με άλλους γι' αυτόν.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, Τον περιέχει και Τον φέρει πάντοτε πνευματικά μέσα στην καρδιά του. Από αυτό προκύπτει ότι συχνά Τον μνημονεύει, συλλογίζεται και αναλογίζεται τη φιλάνθρωπη και σωτήρια πρόνοιά Του, τη Γέννησή Του, τη ζωή Του επάνω στη γη, την υπομονή Του, τα Πάθη Του, τον θάνατό Του, την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του και την εκ δεξιών του Θεού Πατρός καθέδρα Του. Και γι' αυτά χαίρεται, θαυμάζει και Τον ευχαριστεί με ζήλο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

3) «Όποιος αγαπά, ακολουθεί και μιμείται τον χαρακτήρα του αγαπημένου του». Αληθινή φιλία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων, που έχουν κοινό φρόνημα και όμοιο τρόπο ζωής. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία ανάμεσα στον ταπεινό και τον υπερήφανο, στον εγκρατή και τον μέθυσο, στον αγνό και τον ακάθαρτο, στον ελεήμονα και τον σκληρόκαρδο και άρπαγα.

Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό αγωνίζεται να ακολουθεί τα πανάγαθα και θεία ήθη Του. Γίνεται ταπεινός και υπομονετικός, ειλικρινής και καθαρός στην καρδιά, ελεήμων και συμπονετικός, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο Χριστός είναι τέτοιος και διαθέτει αυτά τα ήθη και τις αρετές.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

4) «Όποιος αγαπά, έχει την ίδια σκέψη με τον αγαπημένο του για όλα τα πράγματα». Και όχι μόνο σκέφτεται όπως εκείνος, αλλά οικειοποιείται και τις λέξεις του και τις εκφράσεις του λόγου του. Θεωρεί μάλιστα τιμή και ευχαρίστησή του να επιβεβαιώνει τα δικά του λόγια με τα λόγια του αγαπημένου του και να δικαιολογεί τις δικές του σκέψεις με τις σκέψεις εκείνου. Έτσι, όποιος αγαπά τον Χριστό σκέπτεται για όλα με το φρόνημα του Χριστού και συνομιλεί για όλα με τον λόγο του Ευαγγελίου. Σε κάθε ερώτημα δίνει με σταθερότητα μία και μοναδική απάντηση: «Έτσι είπε ο ίδιος ο Κύριος Χριστός και έτσι μας διέταξε όλους να μιλούμε και να σκεπτόμαστε». Ρώτησέ τον: «Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός, ενώ είναι ένας ως προς την ουσία, είναι τριαδικός ως προς τα Πρόσωπα;» Θα απαντήσει: «Επειδή έτσι είπε ο Κύριος Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι η μοναδική σωτηρία μας βρίσκεται στην πίστη προς τον σταυρωμένο και αναστημένο Κύριο;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί υπακούεις με τόση προθυμία στην Εκκλησία;» «Επειδή έτσι διέταξε ο Χριστός».
«Γιατί συμμετέχεις στα Μυστήρια;» «Επειδή έτσι τα θέσπισε ο Χριστός».
«Γιατί προσδοκάς την ανάσταση και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος;» «Επειδή έτσι μας διαβεβαίωσε ο Χριστός». Και ο άνθρωπος που αγαπά τον Χριστό δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκέπτεται για κανένα ζήτημα διαφορετικά από ό,τι όρισε ο Κύριος να σκεπτόμαστε.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

5) «Όποιος αγαπά, εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου του». Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό συμφωνεί σε όλα με το άγιο θέλημά Του. «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρεῖ», λέει ο ίδιος ο Κύριος.

Όποιος αγαπά τον αγαπημένο του, προσέχει να μην τον προσβάλει. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό και Κύριο φυλάγεται από κάθε αμαρτία, αποκλειστικά και μόνο επειδή με αυτήν προσβάλλεται ο Χριστός. Όποιος αγαπά, λυπάται όταν με κάποιον τρόπο προσβάλει τον αγαπημένο του. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό, όταν αμαρτήσει ενώπιόν Του, συντρίβεται, λυπάται, κατακρίνει τον εαυτό του και, με ταπείνωση και θερμή εξομολόγηση της αμαρτίας του, πέφτει ταπεινά ενώπιόν Του, θεωρώντας τον εαυτό του άξιο κάθε τιμωρίας. Όποιος αγαπά, αγαπά και εκείνον που αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά τον Χριστό αγαπά κάθε άνθρωπο για χάρη του Χριστού. Όποιος αγαπά, δεν αγαπά εκείνο που δεν αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά δεν αγαπά τον κόσμο ούτε όσα βρίσκονται μέσα στον κόσμο, διότι «ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν». Η αληθινή αγάπη φθάνει μέχρι του σημείου ώστε εκείνος που αγαπά να μη διστάζει να πεθάνει για χάρη του αγαπημένου του. Έτσι και για εκείνον που αγαπά αληθινά τον Χριστό είναι προτιμότερο να υποστεί κάθε θλίψη και ακόμη και τον θάνατο, παρά να χωριστεί από τον Χριστό και την αγάπη Του.

Έτσι συμβαίνουν όλα αυτά και με εμάς, αδελφοί μου;

Τέτοια είναι τα γνωρίσματα και οι εκδηλώσεις της αληθινής αγάπης προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό! Ας τα τοποθετήσουμε στη μία πλευρά και ας τοποθετήσουμε στην άλλη τα δικά μας λόγια, έργα, σκέψεις, αισθήματα και διαθέσεις. Ας εξετάσουμε αν υπάρχει αντιστοιχία και ομοιότητα ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αχ, αδελφοί μου, μακάρι να μη χρειαστεί, ύστερα από αυτή την εξέταση, να αναρωτηθούμε με απορία: Πώς είναι δυνατόν να λείπει από μέσα μας η αγάπη, η οποία, όπως φαινόταν, δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει μέσα μας; Και αντί να είμαστε βέβαιοι και να διακηρύσσουμε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;», να μην αναγκαστούμε να αναζητήσουμε με ταραχή και ανησυχία: Ποιος θα μας διδάξει και ποιος θα μας οδηγήσει κοντά στον Κύριο Χριστό; Και αντί να δικαιολογούμε τον εαυτό μας λέγοντας: «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;», να εκφράσουμε την ταπεινή επιθυμία να διδαχθούμε πώς να Τον αγαπήσουμε με αληθινή αγάπη! Όποια κι αν είναι η απάντηση της συνειδήσεώς σας σε αυτό το ερώτημα, θα σας πω ότι, εάν πράγματι υπάρχει σε κάποιον έλλειψη αγάπης προς τον Κύριο, αυτή δεν οφείλεται σε τίποτε άλλο παρά στην παρουσία της αγάπης προς τον κόσμο. Δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς δύο αντίθετα πράγματα: τον κόσμο και τον Χριστό. Όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον κόσμο, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον Χριστό· και αντιστρόφως, όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον Χριστό, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον κόσμο. Αυτές είναι δύο δυνάμεις που βρίσκονται στις αντίθετες πλευρές μιας ζυγαριάς και η μία υπερισχύει της άλλης.
Εάν θέλετε να ενισχύσετε την αγάπη σας προς τον Κύριο, περιορίστε την αγάπη σας προς τον καταδικασμένο σε απώλεια κόσμο και προς όλα τα κοσμικά πράγματα. Και ταυτόχρονα αρχίστε να ασκείστε με μεγαλύτερη συνέπεια στις εκδηλώσεις της αγάπης προς τον Χριστό. Εκεί όπου υπάρχει αγάπη, αυτή εκδηλώνεται με τις πράξεις που αναφέραμε παραπάνω. Μπορεί όμως να γίνει και το αντίστροφο: ακόμη κι αν δεν υπάρχει ακόμη αγάπη, άρχισε να ασκείσαι στις πράξεις της αγάπης και θα αποκτήσεις την αγάπη. Άρχισε από τα μικρά και αυτά θα σε οδηγήσουν στα μεγαλύτερα. Η αύξηση των πράξεων της αγάπης θα αυξήσει και την ίδια την αγάπη, διότι ο κόπος και η άσκηση θερμαίνουν την καρδιά. Και όλος αυτός ο κόπος χρειάζεται μόνο μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η καρδιά θα αξιωθεί να γευθεί έστω και λίγο την αγάπη προς τον Κύριο. Όταν όμως τη γευθεί, τότε, για χάρη αυτής της γλυκύτητας, θα τα προσφέρει όλα, χωρίς να λυπάται τίποτε και χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό της.
«Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33:9). Θα δείτε τότε ότι κάθε αγαθό μας βρίσκεται σε Αυτόν. Και όταν το αντιληφθούμε αυτό, πού αλλού θα πάμε, αφού σε Αυτόν θα έχουμε βρει την πηγή της αιώνιας ζωής;

Είθε ο Κύριος να χαρίσει αυτό σε όλους μας. Αμήν.

3 Μαΐου 1864


Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.



ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

 


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Περί της αγάπης προς τον Θεό: ποια είναι τα γνωρίσματά της. (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. 22:37).

Φαίνεται πως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: για ποιον λόγο να μας δοθεί εντολή να αγαπούμε τον Θεό; Ρωτήστε οποιονδήποτε και ο καθένας θα πει ότι αγαπά τον Θεό, ενώ κανενός η γλώσσα δεν θα μπορέσει να προφέρει ότι δεν Τον αγαπά. Επιπλέον, το αίσθημα της αγάπης είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο, ώστε ο καθένας, επιθυμώντας να έχει μέσα του ειρήνη και πνευματική παρηγοριά, θα φροντίσει από μόνος του να το καλλιεργήσει μέσα του.
Παρά ταύτα, όμως, η εντολή της αγάπης προς τον Θεό επαναλαμβάνεται σε εμάς από τον Κύριο και τους Αγίους Αποστόλους όχι μία και δύο φορές, αλλά σχεδόν σε κάθε σελίδα της Αγίας Γραφής, και μάλιστα με τόση επιμονή, ώστε, σύμφωνα με τον Απόστολο, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, ας είναι αναθεματισμένος – Μαράν αθά!
Αυτό σημαίνει ότι, παρά το πόσο φυσική φαίνεται η αγάπη προς τον Θεό, είναι δυνατόν να μην αγαπά κανείς τον Θεό, αφού ο ίδιος ο Θεός μεριμνά να εμφυτεύσει μέσα μας αυτή την αγάπη με την εντολή Του και να την περιφρουρήσει με απειλές. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατόν, ενώ λέμε πως αγαπούμε τον Θεό, να μην έχουμε αυτή την αγάπη και, με αυτόν τον τρόπο, να εξαπατούμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους.
Ναι, αδελφοί μου, αυτό είναι δυνατόν. Αλλά να τι συμβαίνει: μπορούμε να παραπλανήσουμε τον εαυτό μας και να εξαπατήσουμε τους άλλους, ποτέ όμως δεν μπορούμε να εξαπατήσουμε τον ίδιο τον Θεό. Εκείνος βλέπει και τα πλέον απόκρυφα βάθη της καρδιάς μας και, επειδή τα βλέπει, κάποτε θα ανταποδώσει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Σε ποιους άραγε θα πει Εκείνος κατά την ώρα της Κρίσεως: «Φύγετε... δεν σας γνωρίζω»; Σε εκείνους που δεν είχαν αγάπη προς Αυτόν, μολονότι νόμιζαν ότι την είχαν και οι άλλοι τούς θεωρούσαν ανθρώπους που την είχαν.
Τι πικρή πλάνη! Και τόσο περισσότερο πικρή, επειδή τότε πλέον δεν θα υπάρχει καμία δυνατότητα να διορθωθεί. Βλέπετε, λοιπόν, αδελφοί μου, ότι αξίζει τον κόπο να βεβαιωθούμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι. Και αν διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει, ας φροντίσουμε να την αποκτήσουμε· ή, αν αρχίζει να σβήνει, να την αναζωπυρώσουμε· και, αν εξασθενεί, να την ενισχύσουμε. Διότι «ὁ μὴ ἀγαπῶν μένει ἐν τῷ θανάτῳ». Ας εισέλθουμε, λοιπόν, στο εσωτερικό του εαυτού μας και ας εξετάσουμε προσεκτικά τα πράγματα γύρω μας, ώστε να συγκεντρώσουμε ορισμένα απλά και προσιτά σε όλους γνωρίσματα, βάσει των οποίων θα μπορέσουμε να κρίνουμε χωρίς πλάνη σχετικά με αυτό το ζήτημα.

1) Όποιος αγαπά κάποιον, εκείνος δεν μιλά παρά μόνο για το αγαπημένο του πρόσωπο ή αντικείμενο· με όποιον κι αν τύχει να συναντηθεί, είτε αρχίζει αμέσως να μιλά γι' αυτό είτε γρήγορα στρέφει τη συζήτηση προς αυτό. Έτσι, όποιος αγαπά τον Θεό, ευχαριστείται να συνομιλεί μόνο γι' Αυτόν και σπεύδει να κατευθύνει προς Εκείνον κάθε συζήτησή του. Και όταν αρχίσει να μιλά γι' Αυτόν, δεν μπορεί να σταματήσει· μόνο εκεί αισθάνεται ευχαρίστηση, όπου γίνεται λόγος για τον Θεό και τα έργα Του, ενώ βαριέται εκεί όπου ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Θεό, δεν θα αρχίσει ποτέ από μόνος του να μιλά γι' Αυτόν και αποφεύγει εκείνους που αγαπούν να συζητούν για Εκείνον. Αυτός ευχαριστείται όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις υποθέσεις της καθημερινής ζωής, τις εμπορικές συναλλαγές, τις δικαστικές υποθέσεις, τα στρατιωτικά ζητήματα ή, ενδεχομένως, τα επιστημονικά θέματα, αρκεί να μην έχουν σχέση με τον Θεό. Ευχαρίστως κάθεται εκεί όπου ασχολούνται με ειδήσεις, μόδες και κουτσομπολιά, ενώ απομακρύνεται από εκεί όπου μιλούν για τον Θεό και τα έργα Του.
Αυτός δεν εξαντλείται ποτέ όταν μιλά για πράγματα μάταια, κενά και κοσμικά· όταν όμως η συζήτηση αγγίξει τον Θεό και τη σωτηρία της ψυχής, δυσκολεύεται να πει δυο-τρεις λέξεις, και αυτό είναι όλο· ή ακόμη και ούτε αυτές δεν λέει... Διότι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ». Για όσα είναι γεμάτη η καρδιά, γι' αυτά μιλά και πολύ το στόμα.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είναι οι δικές μας συνομιλίες και έτσι θα ανακαλύψουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι.

2) Όποιος αγαπά κάποιον, σπεύδει με προθυμία εκεί όπου ελπίζει είτε να συναντήσει τον ίδιο τον αγαπημένο του και τους οικείους του είτε να λάβει κάποια είδηση γι' αυτόν είτε να βρει κάτι που του τον θυμίζει. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, σπεύδει με προθυμία στον ναό του Θεού, όπου ο Κύριος φανερώνει με ιδιαίτερο τρόπο την παρουσία Του, όπου οι πιστοί εισέρχονται σε στενότερη κοινωνία με τους Αγίους του Θεού, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον των οφθαλμών τους μέσα από τις ιερές εικόνες, και όπου ακούνε τον λόγο περί Αυτού.
Όποιος αγαπά τον Κύριο, επιζητεί με πόθο να γίνει μέτοχος των Αγίων Μυστηρίων, διότι μέσω αυτών ο Θεός πλησιάζει προς αυτόν και εκείνος προς τον Θεό. Αυτός καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να παρακολουθήσει ολόκληρη την ακολουθία των εκκλησιαστικών τελετών και προσευχών, διότι μέσα σε αυτές αισθάνεται την ευωδία του Χριστού. Γι' αυτόν ο ναός είναι τόπος γλυκύτητας και θαλπωρής, σαν το σπίτι του πατέρα του. Εκεί προσέχει με επιμέλεια κάθε ιερή ακολουθία και προσευχή. Και όπως σπεύδει με πόση προθυμία στην έναρξη της ακολουθίας, έτσι, όταν αυτή τελειώσει, περνά το κατώφλι του ναού με κάποια λύπη.
Εκείνον όμως που δεν αγαπά τον Κύριο δεν μπορείς να τον πείσεις να πάει στον ναό. Όταν οι άλλοι κατευθύνονται προς αυτόν, εκείνος σπεύδει σε κάποιο άλλο μέρος. Και αν ακόμη τύχει κάποτε να μπει στον ναό, το κάνει απρόθυμα, ούτε από την αρχή της ακολουθίας ούτε με σκοπό να προσευχηθεί. Μόνο η ανάγκη, η συνήθεια και η ντροπή τον αναγκάζουν κάπως να νηστεύσει και να κοινωνήσει, ενώ για τις υπόλοιπες εκκλησιαστικές διατάξεις ή ακολουθίες δεν υπάρχει καν λόγος να μιλήσουμε...
Μόνο και η σκέψη της Εκκλησίας και οποιουδήποτε εκκλησιαστικού πράγματος του προκαλεί ψυχρότητα. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ποια είναι η δική μας στάση απέναντι στην Εκκλησία και σε ολόκληρη την εκκλησιαστική της τάξη, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.

3) Όποιος αγαπά κάποιον, δεν βγάζει από τον νου του τις σκέψεις γι' αυτόν και, όταν μένει μόνος, συνομιλεί νοερά μαζί του, αναπαριστώντας την εικόνα του και αναπολώντας την με αγάπη. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, δεν απομακρύνεται από τη σκέψη Του και, μόλις βρει λίγο ελεύθερο χρόνο, στρέφεται νοερά προς Αυτόν και συνομιλεί μαζί Του με θερμότητα καρδιάς.
Αυτός, αφού εκπληρώσει τα νόμιμα καθήκοντά του, όσα απαιτούν η οικογένεια, η υπηρεσία ή το επάγγελμά του, δεν αναζητεί διασκεδάσεις, αλλά σπεύδει να απομονωθεί, για να μείνει μόνος με τον Κύριό του. Είτε για να αφοσιωθεί στη θεωρία του Θεού, είτε για να συλλογιστεί, λόγου χάριν, τις απέραντες τελειότητες του Θεού, τη θεία οικονομία της σωτηρίας μας, την τελική μας κατάληξη και άλλα παρόμοια· είτε για να σταθεί σε προσευχή και να προσευχηθεί· είτε για να ανοίξει κάποιο ψυχωφελές βιβλίο· είτε για να ανανεώσει και να αναζωογονήσει τον νου του με τις άγιες αλήθειες που εκτίθενται σε αυτό.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, δεν του αρέσει να μένει μόνος και, μόλις τελειώσει τις αναγκαίες ασχολίες του, σπεύδει να αναζητήσει διασκεδάσεις, να πάει σε περιπάτους ή σε κάτι ακόμη χειρότερο. Αν η ανάγκη τον αναγκάσει να μείνει μόνος, τι κάνει τότε; Αδρανεί, ονειροπολεί για μάταια πράγματα, καταστρώνει μηχανορραφίες ή διαβάζει ανώφελα βιβλία.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είμαστε και ως προς αυτό, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.
Αυτά είναι μερικά από τα πιο άμεσα και προσιτά σε εμάς γνωρίσματα της αγάπης και της έλλειψης αγάπης προς τον Θεό! Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι όποιος αγαπά τον Κύριο φροντίζει με κάθε τρόπο να Τον ευαρεστεί, εκπληρώνοντας το άγιο θέλημά Του· τόσο εκείνο που έχει διατυπωθεί στις εντολές Του όσο και εκείνο που φανερώνεται στον καθένα μας μέσα από τις περιστάσεις της ζωής μας.
Διότι ποια αγάπη προς τον Θεό μπορεί να υπάρχει σε εκείνον που δεν τηρεί τις εντολές Του, αλλά τις παραβαίνει φανερά και συνειδητά; Μόνο στην περίπτωση εκείνων που, αφού παραβούν με κάποιον τρόπο μια εντολή του Θεού, αμέσως μετανοούν και η καρδιά τους πονά επειδή προσέβαλαν τον Κύριο, σπεύδοντας να καθαρίσουν την αμαρτία τους με τη μετάνοια και την υπόσχεση ότι δεν θα αμαρτήσουν πλέον, μόνο σε αυτούς μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη αγάπης.
Εκείνος όμως που, αφού αμαρτήσει, όχι μόνο δεν αισθάνεται πόνο γι' αυτό, αλλά επιπλέον δικαιολογεί τον εαυτό του, είναι άνθρωπος σχεδόν ολοκληρωτικά χαμένος!
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο... Και αυτά τα γνωρίσματα αρκούν για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη ή όχι και, ανάλογα, είτε να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας είτε να προβληματίσουμε και να ανησυχήσουμε την ψυχή μας.
Εάν διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό, έστω και στα πρώτα της σπέρματα, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο γι' αυτό, διότι Εκείνος ο ίδιος άρχισε να εκχέει στις καρδιές μας αυτή τη ζωοποιό δύναμη.
Εάν όμως διαπιστώσουμε ότι είμαστε ψυχροί απέναντι στον Θεό, ας πονέσουμε γι' αυτό και ας σπεύσουμε να αναπληρώσουμε αυτή τη σωτήρια φωτιά... Με ποιον τρόπο; Διαφυλάσσοντας όλα εκείνα που, όπως είπαμε, αποτελούν γνωρίσματα της αγάπης προς τον Θεό· διαφυλάσσοντάς τα, έστω και χωρίς προθυμία, με εξαναγκασμό και με βία προς τον ίδιο μας τον εαυτό... Και ο Κύριος θα βοηθήσει.
Το ξύλο από τη φύση του είναι ψυχρό. Όταν όμως αρχίσουν να τρίβουν το ένα ξύλο πάνω στο άλλο, αυτά θερμαίνονται και παράγουν φλόγα. Παρόμοια, όταν κάποιο μέλος του σώματος μουδιάσει από το κρύο ή από κάποια άλλη αιτία, αρχίζουν να το τρίβουν και έτσι διεγείρουν μέσα του την αίσθηση που είχε χαθεί.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν αρχίσουμε να τρίβουμε την ψυχή μας, η οποία έχει ψυχρανθεί απέναντι στον Κύριο, με την προσέλευσή μας στους ναούς, με τις κατ' οίκον προσευχές, με την ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων, με τις πνευματικά ωφέλιμες συνομιλίες, με τη συχνή προετοιμασία για τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή μας στα Άγια Μυστήρια, χωρίς παράλληλα να παραλείπουμε καμία ευκαιρία για την εκπλήρωση των εντολών, τότε, ασφαλώς, η απολιθωμένη καρδιά μας θα μαλακώσει και θα αρχίσει να θερμαίνεται από αγάπη προς Εκείνον.
Αρκεί μόνο, στην αρχή, να μη λυπηθούμε τον εαυτό μας, αλλά να τον αναγκάσουμε και να τον πιέσουμε... Θα περάσει λίγος καιρός και εκείνα προς τα οποία προηγουμένως δεν έκλινε η ψυχή μας, θα αρχίσουν να της γίνονται ευχάριστα. Και όσο περισσότερο καιρό θα εξαναγκάζουμε τον εαυτό μας, τόσο πιο ευχάριστα και γλυκά θα μας γίνονται αυτά τα έργα. Και ύστερα θα ανάψει και η φωτιά μέσα στην καρδιά, η οποία θα μεταμορφώσει την ψυχή μας σε πύρινο Σεραφείμ, που θα φλέγεται ακατάπαυστα από αγάπη προς τον Κύριο...
Είθε να μας αξιώσει όλους μας να το βιώσουμε αυτό Εκείνος που ήρθε στη γη για να ρίξει αυτή την ουράνια φωτιά. Αμήν.


13 Σεπτεμβρίου 1859
Κυριακή ΙΔ΄ μετά την Πεντηκοστή.



Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.



ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Πώς να διατηρούμε την ευχή του Ιησού μέσα στην καρδιά μας | Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς

 

Προτού ακόμη ολοκληρωθούν από τα χείλη τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», ο νους μπορεί ήδη να έχει ταξιδέψει εκατό μίλια μακριά. Έχει επιστρέψει στον χθεσινό καβγά, έχει απαντήσει σε μια προσβολή που ποτέ δεν ειπώθηκε, έχει ανησυχήσει για το αύριο και έχει αναπαραγάγει τις ίδιες προσωπικές αντιλογίες που τον απασχολούν εδώ και χρόνια. Το στόμα προσεύχεται, αλλά η καρδιά έχει απομακρυνθεί.
Επιστρέφουμε στο κομποσχοίνι και αρχίζουμε ξανά. Περνούν λίγες στιγμές και ο ίδιος αγώνας επαναλαμβάνεται. Έπειτα έρχεται άλλη μία διακοπή, άλλος ένας περισπασμός, άλλη μία δικαιολογία για να αναβάλουμε αυτό που είχαμε σκοπό να κάνουμε.
Τελικά, μια σιωπηλή αποθάρρυνση εγκαθίσταται μέσα μας. Αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν σημειώνουμε πράγματι κάποια πρόοδο. Η Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς κατανοούσε τη σοβαρότητα αυτού του αγώνα.
Η συμβουλή της ήταν άμεση. Πρέπει να επιδιώκουμε την προσευχή. Δεν πρέπει να περιμένουμε παθητικά να εμφανιστεί η επιθυμία για προσευχή, να αποκτήσουμε γαλήνιο νου ή να παρουσιαστεί μια πιο κατάλληλη στιγμή.
Πρέπει να αρχίζουμε, να συνεχίζουμε και να επιστρέφουμε στην προσευχή, ακόμη κι όταν η προσοχή μας είναι αδύναμη και η καρδιά μας αισθάνεται ψυχρή. Στη διδασκαλία της, η προσευχή δεν είναι ένα στολίδι που προστίθεται σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη ζωή. Είναι ένα από τα κύρια μέσα με τα οποία ολόκληρος ο άνθρωπος στρέφεται προς τον Θεό.
Γι’ αυτό τα λόγια της έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και επείγοντα χαρακτήρα. Η πνευματική ζωή δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω στις προθέσεις. Μπορεί να επιθυμούμε να γίνουμε πιο υπομονετικοί, λιγότερο οργίλοι, πιο ταπεινοί και πιο αγαπητικοί, αλλά τα ίδια πάθη εξακολουθούν να μας ταλαιπωρούν.
Η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία να αποκτήσουμε αυτές τις αρετές και στην καλλιέργειά τους βρίσκεται συχνά στον καθημερινό αγώνα που είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε. Πρέπει να αφοσιωνόμαστε στην προσευχή και όχι απλώς να θαυμάζουμε τη γλυκύτητά της από απόσταση. Η Γερόντισσα Μακρίνα παρότρυνε επανειλημμένα τα πνευματικά της παιδιά να επιμένουν στην ευχή του Ιησού.
Στις οδηγίες της εξέφραζε αυτή τη συμβουλή με εντυπωσιακή απλότητα: «Τρέξτε πίσω από την προσευχή». Μιλούσε μέσα στο απαιτητικό πλαίσιο της ορθόδοξης μοναχικής ζωής, αλλά η αρχή που βρίσκεται πίσω από τη συμβουλή της αφορά κάθε Χριστιανό που επιθυμεί ειλικρινά να πλησιάσει περισσότερο τον Χριστό.
Δεν μπορούμε να περιμένουμε η καρδιά μας να γίνει προσεκτική απέναντι στον Θεό, εάν παραδίδουμε διαρκώς την προσοχή μας σε καθετί άλλο. Η ευχή του Ιησού είναι γνωστή σε πολλούς Ορθοδόξους Χριστιανούς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Τα λόγια της είναι λίγα, αλλά ο πνευματικός αγώνας που τα συνοδεύει μπορεί να είναι μεγάλος. Στεκόμαστε ενώπιον του Χριστού όπως ακριβώς είμαστε, χωρίς να προσποιούμαστε ότι διαθέτουμε μια καθαρότητα την οποία δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει. Ομολογούμε την ανάγκη μας για το έλεός Του, αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας και εναποθέτουμε την ελπίδα μας όχι στα δικά μας κατορθώματα, αλλά σε Εκείνον.
Ωστόσο, η εξοικείωση με τα λόγια της προσευχής μπορεί μερικές φορές να αποκρύπτει το πόσο εύκολα γινόμαστε απρόσεκτοι. Μπορεί να επαναλαμβάνουμε την ευχή, ενώ εσωτερικά τρέφουμε τη μνησικακία, φανταζόμαστε την επιτυχία μας, συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους ή αφήνουμε τους λογισμούς μας να ακολουθούν κάθε περαστικό περισπασμό. Τα χείλη συνεχίζουν το έργο τους, αλλά η προσοχή μας είναι διασπασμένη.
Γι’ αυτό η Γερόντισσα Μακρίνα τόνιζε την ανάγκη της νήψεως και της επιμονής. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε πότε έχουμε ξεφύγει και να επαναφέρουμε απαλά τον νου στην επίκληση του Χριστού. Αυτή η επιστροφή δεν αποτελεί λόγο απελπισίας.
Το γεγονός ότι πρέπει να αρχίζουμε ξανά δεν σημαίνει ότι η προσπάθειά μας πήγε χαμένη. Σημαίνει ότι ανακαλύψαμε πού χρειάζεται ακόμη να εκπαιδευτεί η προσοχή μας. Ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι ο νους του έχει περιπλανηθεί και στρέφεται ξανά προς τον Θεό συμμετέχει ήδη στον αγώνα, αντί να παραδίδεται στον περισπασμό.
Ούτε πρέπει να μετράμε την προσευχή μας αποκλειστικά με βάση όσα αισθανόμαστε. Μπορεί να έλθει παρηγοριά, αλλά δεν είναι πάντοτε παρούσα. Ορισμένες περίοδοι προσευχής φαίνονται θερμές και γεμάτες προσοχή, ενώ άλλες μοιάζουν ξηρές, γεμάτες περισπασμούς και δύσκολες.
Η συμβουλή της Γερόντισσας Μακρίνας είναι να επιμένουμε. Στις συντομότερες οδηγίες της που περιλαμβάνονται στο έγγραφό σας, αναφέρει ότι η προσευχή μπορεί να φαίνεται πως έρχεται και παρέρχεται και ενθαρρύνει τον αναγνώστη να συνεχίζει ακόμη κι όταν ο Θεός φαίνεται κρυμμένος. Το σημαντικό είναι να μην εγκαταλείπουμε την προσπάθεια απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε αμέσως τους καρπούς της.
Πρέπει να δείχνουμε υπομονή απέναντι στην αδυναμία μας, χωρίς όμως να συμβιβαζόμαστε με την αμέλεια. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε ταπεινά ότι αποσπάται η προσοχή μας και στο να χρησιμοποιούμε τον περισπασμό ως δικαιολογία για να σταματήσουμε να προσευχόμαστε. Η πρώτη στάση μάς κρατά στην πόρτα, ενώ η δεύτερη μάς απομακρύνει από αυτήν.
Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να επιβάλουμε στον εαυτό μας ένα αίσθημα ευλάβειας, μπορούμε όμως να επιλέξουμε να στραφούμε για άλλη μία φορά προς τον Χριστό και να ζητήσουμε τη βοήθειά Του. Η εντολή του Αποστόλου Παύλου να προσευχόμαστε αδιαλείπτως μπορεί να φαίνεται ότι απέχει υπερβολικά από τον συνηθισμένο ρυθμό των ημερών μας. Η εργασία απαιτεί συγκέντρωση, οι οικογενειακές ευθύνες χρειάζονται προσοχή και οι απρόβλεπτες δυσκολίες διακόπτουν τα σχέδιά μας.
Ακόμη κι όταν το σώμα παραμένει ακίνητο, ο νους μπορεί να εξακολουθεί να είναι ανήσυχος. Η Γερόντισσα Μακρίνα δεν παρουσίαζε την επιδίωξη της προσευχής ως υποκατάστατο των καθημερινών ευθυνών. Στη διδασκαλία της, ο πνευματικός αγώνας συνοδεύει την εργασία μας.
Ο Χριστιανός πρέπει να μάθει να θυμάται τον Θεό κατά την εκπλήρωση των συνηθισμένων καθηκόντων του, αντί να αντιμετωπίζει την προσευχή ως κάτι που ανήκει αποκλειστικά σε μια ακολουθία της Εκκλησίας, σε μια γωνιά προσευχής ή σε μια συγκεκριμένη ώρα. Η ευχή του Ιησού μπορεί να γίνει ένας ταπεινός συνοδοιπόρος μας σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Πριν αρχίσουμε μια εργασία, μπορούμε να κάνουμε τον σταυρό μας και να ζητήσουμε από τον Χριστό να μας βοηθήσει να την εκτελέσουμε χωρίς να Τον λυπήσουμε.
Κατά τη διάρκεια μιας σύντομης παύσεως, μπορούμε να επιστρέφουμε στο άγιο όνομά Του. Όταν η ανησυχία αρχίζει να κυριαρχεί στον νου, μπορούμε να αρνηθούμε να περάσουμε την επόμενη μισή ώρα ακολουθώντας κάθε φοβερό ενδεχόμενο που μας περνά από τη σκέψη και, αντί γι’ αυτό, να στραφούμε προς Εκείνον στα χέρια του Οποίου βρίσκεται η ζωή μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμελούμε την εργασία που έχουμε μπροστά μας ή να επιχειρούμε να επαναλαμβάνουμε μηχανικά την ευχή, αγνοώντας τους ανθρώπους που εξαρτώνται από εμάς.
Η προσοχή στις ευθύνες μας είναι σημαντική. Το ζητούμενο είναι να θέτουμε την εργασία και τη συμπεριφορά μας κάτω από την ανάμνηση του Θεού, επιτρέποντας στην προσευχή να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε. Τα προσωπικά παραδείγματα πνευματικής επιμέλειας της Γερόντισσας Μακρίνας τονίζουν ότι η προσπάθεια έχει σημασία.
Μιλά για τον αγώνα εναντίον της οκνηρίας, τον φόβο του κόπου και την τάση να αναβάλλουμε όσα γνωρίζουμε ότι οφείλουμε να κάνουμε. Αυτοί οι πειρασμοί δεν εμφανίζονται πάντοτε ως φανερές παραβάσεις. Μερικές φορές ακούγονται απολύτως λογικοί.
Άρχισε αργότερα. Προσευχήσου όταν θα είσαι λιγότερο κουρασμένος. Άφησε τη δύσκολη εργασία για κάποια άλλη ημέρα.
Κάνε μια εξαίρεση αυτή τη φορά. Όταν τέτοιες αναβολές επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά, διαμορφώνουν τις συνήθειές μας. Συνηθίζουμε να επιτρέπουμε στην ευκολότερη παρόρμηση να αποφασίζει πώς θα διαθέσουμε τον χρόνο μας.
Η θεραπεία αρχίζει με μια μικρή, αλλά συνειδητή πράξη πιστότητας. Σηκωνόμαστε όταν πρέπει να σηκωθούμε. Τηρούμε τον κανόνα της προσευχής μας όσο καλύτερα μπορούμε.
Επιστρέφουμε στην προσευχή όταν ο νους περιπλανιέται. Εκπληρώνουμε τις ευθύνες μας αντί να περιμένουμε από τον ενθουσιασμό να κάνει τη δουλειά για εμάς. Η ορθόδοξη πνευματική ζωή δεν είναι ένας διαγωνισμός στον οποίο αποδεικνύουμε πόσα μπορούμε να υπομείνουμε.
Οι προσπάθειές μας πρέπει να γίνονται με διάκριση, ανάλογα με τις περιστάσεις μας και με την κατάλληλη πνευματική καθοδήγηση. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε την πνευματική μετριοπάθεια με την αδιαφορία. Η Γερόντισσα μάς καλεί να καταβάλουμε ειλικρινή προσπάθεια, να πάψουμε να διαπραγματευόμαστε διαρκώς με την απροθυμία μας και να προσφέρουμε τον χρόνο μας στον Θεό με μεγαλύτερη προσοχή.
Μία από τις πιο πρακτικές συνδέσεις στη διδασκαλία της Γερόντισσας Μακρίνας είναι η σχέση ανάμεσα στην προσευχή και την ομιλία. Προειδοποιεί επανειλημμένα εναντίον της αργολογίας, της γκρίνιας, της κατακρίσεως και των συζητήσεων που ταράζουν την καρδιά. Αυτά δεν είναι ασήμαντα ζητήματα, αποκομμένα από την πνευματική ζωή.
Αποκαλύπτουν τι απασχολεί τον εσωτερικό μας κόσμο και συχνά τρέφουν τα ίδια τα πάθη εναντίον των οποίων αγωνιζόμαστε.
Ας εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν κάποιος μας προσβάλλει. Αναπαράγουμε το περιστατικό μέσα στον νου μας.
Έπειτα διηγούμαστε σε κάποιον τι συνέβη, τονίζοντας τα σφάλματα του άλλου και εξηγώντας γιατί η δική μας αντίδραση ήταν δικαιολογημένη. Η συζήτηση συνεχίζεται μέσα στη φαντασία μας πολύ μετά το τέλος της αρχικής συναντήσεως. Μπορεί μάλιστα να περιγράψουμε τη συζήτηση ως αναγκαία, επειδή απλώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη.
Ωστόσο, η καρδιά μας απασχολείται όλο και περισσότερο με την προσβολή και η προσευχή παραμερίζεται. Η πληγή μπορεί να ήταν πραγματική. Δεν απαιτείται από έναν Χριστιανό να προσποιείται ότι δεν συνέβη ποτέ κάποια αδικία, ούτε η σιωπή σημαίνει ότι πρέπει να αποκρύπτουμε την κακοποίηση, να ανεχόμαστε τον κίνδυνο ή να αρνούμαστε να αναζητήσουμε νόμιμη και θεμιτή βοήθεια.
Η προειδοποίηση της Μακρίνας αφορά τη συστηματική καλλιέργεια της κατακρίσεως, της μνησικακίας και της περιττής ομιλίας, η οποία μας απομακρύνει από τη μετάνοια και την ειρήνη. Όταν αναμοχλεύουμε επανειλημμένα τα σφάλματα ενός άλλου ανθρώπου, τους παραχωρούμε μια μόνιμη θέση μέσα στην προσοχή μας. Γινόμαστε ειδικοί στο να εξηγούμε τις αδυναμίες τους, ενώ παραμένουμε απρόθυμοι να εξετάσουμε τις δικές μας.
Η προσευχή μάς στρέφει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στεκόμενοι ενώπιον του Χριστού, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την ανάγκη μας για το έλεός Του και αυτή η αναγνώριση καθιστά δυσκολότερο να αντιμετωπίζουμε έναν άλλον άνθρωπο με περιφρόνηση. Γι’ αυτό η φύλαξη της γλώσσας αρχίζει προτού ακόμη ειπωθούν τα λόγια.
Χρειάζεται να αντιλαμβανόμαστε τον λογισμό που μας ωθεί να κάνουμε ακόμη ένα δηκτικό σχόλιο, να επαναλάβουμε ακόμη μία φήμη ή να εξηγήσουμε για άλλη μία φορά γιατί ευθύνεται αποκλειστικά ο άλλος άνθρωπος. Αντί να αποδεχόμαστε κάθε παρόρμηση σαν κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να εκφραστεί, μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο. Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν αυτή η συζήτηση είναι αληθινή, αναγκαία και γεμάτη αγάπη.
Μπορούμε να προσευχηθούμε για τον άνθρωπο που μας στενοχώρησε, αντί να διογκώνουμε το παράπονο μέσω επανειλημμένων συζητήσεων. Αυτή η εγκράτεια δεν είναι απλώς μια τεχνική για να φαινόμαστε ήρεμοι· αποτελεί μέρος του εσωτερικού αγώνα για να πάψουμε να κυριαρχούμαστε τόσο πολύ από τα πάθη μας. Όταν συγκρατούμαστε και δεν λέμε έναν περιττό λόγο, δημιουργούμε χώρο για να θυμηθούμε τον Θεό.
Όταν αρνούμαστε να τρέφουμε τη μνησικακία, δίνουμε στην καρδιά την ευκαιρία να ησυχάσει. Και όταν μιλάμε, μπορούμε να προσπαθούμε να μιλάμε με πραότητα, αντί να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας για να μεταδίδουμε την ταραχή που έχουμε επιτρέψει να συσσωρευτεί μέσα μας. Η προσευχή πρέπει σταδιακά να γίνεται ορατή στη συμπεριφορά μας.
Εάν επικαλούμαστε τον ελεήμονα Χριστό, ενώ συνηθίζουμε να φερόμαστε σκληρά στους άλλους ανθρώπους, πρέπει να αντιμετωπίσουμε σοβαρά αυτή την αντίφαση. Δεν πρέπει να αντιδρούμε απελπιζόμενοι για τον εαυτό μας, αλλά επιστρέφοντας στον Χριστό, ζητώντας συγχώρηση και καταβάλλοντας νέα προσπάθεια ώστε να εναρμονίσουμε την ομιλία μας με την προσευχή που βγαίνει από τα χείλη μας. Η διδασκαλία της Γερόντισσας Μακρίνας για την προσευχή είναι αχώριστη από την ταπείνωση.
Η προσευχή δεν είναι ένα μέσο για να πείθουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε προχωρήσει πνευματικά. Μας φέρνει ενώπιον του Θεού, όπου δεν μπορούμε πλέον να οικοδομούμε ολόκληρη την αντίληψή μας για τον εαυτό μας πάνω στις συγκρίσεις με τους άλλους ανθρώπους. Ο πειρασμός της συγκρίσεως είναι λεπτός και δυσδιάκριτος.
Παρατηρούμε κάποιον που φαίνεται λιγότερο πειθαρχημένος, λιγότερο προσεκτικός ή πιο επιρρεπής σε λάθη και σιωπηλά τοποθετούμε τον εαυτό μας πάνω από αυτόν. Ή στενοχωριόμαστε επειδή ένας άλλος άνθρωπος λαμβάνει τον έπαινο, την αγάπη ή μια ευκαιρία που επιθυμούσαμε εμείς. Ο φθόνος εισέρχεται στην καρδιά και σύντομα η καλή τύχη του άλλου ανθρώπου αρχίζει να μας φαίνεται σαν προσωπική προσβολή.
Η Γερόντισσα Μακρίνα προειδοποιεί για την καταστροφική πορεία από τη ζήλια προς το μίσος. Ο άνθρωπος που απασχολείται υπερβολικά με όσα λαμβάνουν οι άλλοι χάνει από τα μάτια του το έργο που του έχει ανατεθεί. Αντί να αναρωτιόμαστε πώς μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί, αρχίζουμε να καταγράφουμε ποιος τα έχει καταφέρει καλύτερα, ποιος έχει αδικηθεί και ποιος φαίνεται να κατέχει όσα μας λείπουν.
Η προσευχή διακόπτει αυτή την ενασχόληση με τις συγκρίσεις, επαναφέροντάς μας στη δική μας ευθύνη ενώπιον του Θεού. Δεν γνωρίζουμε τα πάντα για τον αγώνα ενός άλλου ανθρώπου και δεν μπορούμε να μετρήσουμε με ακρίβεια την κατάσταση της ψυχής του από την εξωτερική του εμφάνιση. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να εξετάζουμε τους δικούς μας λογισμούς, να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες και να ζητούμε από τον Χριστό να μας βοηθήσει να αυξηθούμε στην ταπείνωση και την αγάπη.
Αυτή η αυτοεξέταση πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι καταστροφική για τον εαυτό μας. Η ταπείνωση δεν απαιτεί να αρνούμαστε ότι έχουμε χαρίσματα, ούτε η μετάνοια σημαίνει να χαρακτηρίζουμε τον εαυτό μας εντελώς ανάξιο, χωρίς καμία ελπίδα στο έλεος του Θεού. Η επιμονή της Μακρίνας στην αναγνώριση των αδυναμιών μας πρέπει να μας οδηγεί προς τον Χριστό και όχι σε έναν κλειστό κύκλο αυτοκαταδίκης.
Εξετάζουμε καθαρά τα σφάλματά μας ακριβώς επειδή χρειαζόμαστε θεραπεία. Η ευχή του Ιησού εκφράζει αυτή την κίνηση με απλά λόγια: «Ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Δεν ζητούμε από τον Χριστό να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά μας ή να επιβραβεύσει τη σύγκρισή μας με κάποιον άλλον. Του ζητούμε να μας ελεήσει. Όσο πιο ειλικρινά εισερχόμαστε σε αυτή την προσευχή, τόσο λιγότερο άνετα πρέπει να αισθανόμαστε με την επιθυμία να καταδικάζουμε τους άλλους, ενώ δικαιολογούμε τον εαυτό μας.
Όταν ανακαλύπτουμε ότι κάποιο πάθος ενεργεί μέσα μας, πρέπει να το φέρνουμε ενώπιον του Θεού χωρίς καθυστέρηση. Εάν μας έχει κυριεύσει ο θυμός, ας ζητήσουμε βοήθεια προτού ο θυμός μετατραπεί σε σκληρά λόγια. Εάν έχει εμφανιστεί ζήλια, ας αρνηθούμε να την τρέφουμε και ας προσευχηθούμε για τον άνθρωπο που ζηλεύουμε.
Εάν έχουμε κρίνει κάποιον άδικα, ας μετανοήσουμε αντί να συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Και όταν πέφτουμε ξανά, ας μη χρησιμοποιούμε την πτώση ως δικαιολογία για να εγκαταλείψουμε την προσευχή. Επιστρέφουμε στον Χριστό επειδή χρειαζόμαστε το έλεός Του και συνεχίζουμε τον αγώνα επειδή το έλεός Του μάς προσφέρει ελπίδα.
Ο αγώνας δεν θα εξελίσσεται πάντοτε σε ευθεία γραμμή. Ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει μια σοβαρή αρχή, να καθιερώσει έναν κανόνα προσευχής και στη συνέχεια να διαπιστώσει ότι οι ίδιοι περισπασμοί επιστρέφουν. Οι παλαιές συνήθειες επανεμφανίζονται.
Η καρδιά γίνεται ανυπόμονη. Ο νους αρχίζει να επιχειρηματολογεί ότι οι προσπάθειές του έχουν επιφέρει ελάχιστη αλλαγή. Η απάντηση της Γερόντισσας Μακρίνας δεν είναι να παραδοθούμε στην αποθάρρυνση.
Κατευθύνει την προσοχή μας ξανά στην επιμονή, την προσευχή και την καλλιέργεια της εσωτερικής ζωής. Πρέπει να συνεχίζουμε, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε να δούμε αμέσως το αποτέλεσμα. Σκεφθείτε έναν αμπελώνα του οποίου το έδαφος είναι γεμάτο πέτρες και αγριόχορτα.
Ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να τον προετοιμάσει στεκόμενος στην άκρη και θαυμάζοντας τη συγκομιδή που ελπίζει να αποκτήσει. Το έδαφος πρέπει να καλλιεργηθεί. Οι πέτρες πρέπει να απομακρυνθούν.
Τα αγριόχορτα πρέπει να ξεριζώνονται επανειλημμένα και το χωράφι πρέπει να φροντίζεται ακόμη και προτού αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Η Μακρίνα χρησιμοποιεί μια τέτοια εικόνα για να περιγράψει το έργο που απαιτείται μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Ο Θεός μάς χαρίζει τη ζωή και μας καλεί προς τον Εαυτό Του, αλλά εμείς πρέπει να συνεργαζόμαστε με τη χάρη Του, αντί να αφήνουμε το έδαφος της ψυχής μας ακαλλιέργητο.
Μπορεί να μη βλέπουμε πόσο συμβάλλουν οι μικρές πράξεις πιστότητας. Μια σύντομη προσευχή που προσφέρεται την ώρα του πειρασμού μπορεί να φαίνεται ασήμαντη. Ένας σκληρός λόγος που δεν ειπώθηκε μπορεί να περάσει απαρατήρητος από όλους εκτός από τον Θεό.
Μια ειλικρινής συγγνώμη μπορεί να φαίνεται λιγότερο εντυπωσιακή από μια μακροσκελή εξήγηση για το γιατί είχαμε δίκιο. Ωστόσο, ακριβώς μέσα από τέτοιου είδους επιλογές αρχίζουν οι προθέσεις μας να παίρνουν πρακτική μορφή. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι κάθε επανάληψη της ευχής του Ιησού θα προκαλέσει αμέσως ένα αίσθημα ειρήνης ή ότι η επίμονη προσευχή υποχρεώνει τον Θεό να μας χαρίσει μια συγκεκριμένη εμπειρία.
Η προσευχή δεν είναι μια συναλλαγή. Αναζητούμε τον ίδιο τον Χριστό και όχι απλώς την παρηγοριά που ελπίζουμε να λάβουμε από Εκείνον. Ζητούμε το έλεός Του, παραμένουμε πιστοί στις πνευματικές ευθύνες που μας έχουν ανατεθεί και εμπιστευόμαστε στον Θεό τον καρπό των προσπαθειών μας.
Όταν έρχεται ο περισπασμός, επιστρέψτε στην προσευχή. Όταν γίνεται φανερή η αμέλεια, αρχίστε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή. Όταν αποκαλύπτεται κάποιο πάθος, φέρτε το στον Χριστό με μετάνοια.
Όταν έχετε πληγώσει έναν άλλον άνθρωπο, κάντε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζητήσετε συγχώρηση και να αποκαταστήσετε τα πράγματα. Και όταν δεν μπορείτε να δείτε την πρόοδό σας, αντισταθείτε στην παρόρμηση να εγκαταλείψετε ακριβώς το έργο μέσω του οποίου επιδιώκετε να αναπτυχθείτε. Η πρακτική εφαρμογή της διδασκαλίας της Γερόντισσας Μακρίνας δεν χρειάζεται να αρχίσει με κάποιο εξαιρετικό εγχείρημα.
Αρχίστε με τον κανόνα προσευχής που αρμόζει στις περιστάσεις σας και τηρείτε τον με πιστότητα, αναζητώντας όπου χρειάζεται την καθοδήγηση του ιερέα ή του πνευματικού σας πατέρα. Μην επιβάλλετε στον εαυτό σας αυστηρές ασκήσεις απλώς και μόνο επειδή συγκινηθήκατε από ένα εμπνευσμένο κείμενο. Αρχίστε με ταπείνωση, συνέπεια και διάκριση.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, δημιουργήστε χώρο για την ευχή του Ιησού. Πριν από την εργασία σας, ζητήστε από τον Χριστό να σας βοηθήσει να την εκτελέσετε σωστά. Όταν ο νους σας καταλαμβάνεται από έναν φανταστικό διάλογο ή μια αντιλογία, επιστρέψτε στο όνομά Του.
Όταν αισθάνεστε την παρόρμηση να κατακρίνετε κάποιον, σταματήστε προτού μιλήσετε. Όταν αναδύεται η μνησικακία, προσευχηθείτε αντί να αναμοχλεύετε την προσβολή. Όταν αναγνωρίζετε ένα σφάλμα στον εαυτό σας, ομολογήστε το με ειλικρίνεια και κάντε το επόμενο βήμα προς τη μετάνοια.
Δώστε επίσης προσοχή στις στιγμές κατά τις οποίες η προσευχή φαίνεται λιγότερο ελκυστική. Η κόπωση, η ανία, η ανυπομονησία και η επιθυμία να αναβάλουμε τις ευθύνες μας μπορούν αθόρυβα να διαμορφώνουν τις ημέρες μας. Χρειαζόμαστε διάκριση ως προς τα πραγματικά μας όρια, αλλά πρέπει επίσης να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στην αναγκαία ανάπαυση και τη συστηματική αποφυγή των υποχρεώσεών μας.
Η πιστότητα αναπτύσσεται μέσα από τις μικρές επιλογές που κάνουμε όταν κανείς δεν μας βλέπει και δεν διακρίνεται καμία άμεση ανταμοιβή. Πάνω απ’ όλα, μην μετατρέπετε την προσευχή σε ένα ακόμη όργανο υπερηφάνειας. Ο άνθρωπος που προσεύχεται περισσότερο δεν πρέπει να χρησιμοποιεί αυτή την προσπάθεια για να περιφρονεί εκείνον που αγωνίζεται.
Ο άνθρωπος που έμαθε να σιωπά δεν πρέπει να συγχαίρει τον εαυτό του καταδικάζοντας όλους όσοι μιλούν. Οποιαδήποτε πρόοδο κι αν σημειώνουμε πρέπει να βαθαίνει την ευγνωμοσύνη μας για το έλεος του Θεού και να διευρύνει τη συμπόνια μας προς τους άλλους. Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία μας οδηγεί η συμβουλή της Γερόντισσας Μακρίνας.
Μακριά από μια ζωή που κυβερνάται από κάθε περαστικό λογισμό και παρόρμηση, προς μια ζωή που στρέφεται όλο και περισσότερο με προσοχή προς τον Χριστό. Η προσευχή αρχίζει από τα χείλη, απαιτεί την προσοχή του νου και πρέπει σταδιακά να διαμορφώνει την καρδιά. Ο καρπός της δεν πρέπει να μετριέται απλώς από το πόσες προσευχές έχουμε ολοκληρώσει, αλλά και από το αν γινόμαστε περισσότερο μετανοημένοι, περισσότερο υπομονετικοί, περισσότερο ταπεινοί και περισσότερο ικανοί να αγαπούμε τον πλησίον μας.
Το κομποσχοίνι μπορεί να επιστρέψει στο χέρι σας εκατό φορές. Η προσοχή σας μπορεί να περιπλανηθεί ξανά αύριο. Ο αγώνας μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια.
Μην επιτρέψετε σε αυτό να σας κάνει αδιάφορους, αλλά ούτε και να σας οδηγήσει στην απόγνωση. Επιστρέψτε στον Χριστό με ειλικρίνεια. Ζητήστε το έλεός Του, αναλάβετε το έργο που σας έχει ανατεθεί και αρχίστε ξανά.
Ο σκοπός δεν είναι να γίνουμε άνθρωποι που δεν βιώνουν ποτέ περισπασμό ή πειρασμό. Είναι να μάθουμε, με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού, να μην παραδίδουμε σε αυτούς την καρδιά μας. Κάθε επιστροφή στην προσευχή μπορεί να γίνει μια ακόμη πράξη στροφής προς τον Χριστό.
Κάθε πράξη μετανοίας μπορεί να γίνει ένα ακόμη βήμα απομακρύνσεως από το ίδιον θέλημα. Κάθε προσπάθεια να συγκρατήσουμε έναν άστοργο λόγο μπορεί να γίνει μια ευκαιρία να επιτρέψουμε στο έλεός Του να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά μας. Είθε ο Κύριος Ιησούς Χριστός να μας διδάξει να Τον αναζητούμε με επιμονή, να φυλάσσουμε τις καρδιές μας με ταπείνωση και να θυμόμαστε το άγιο όνομά Του σε όλη τη διάρκεια του έργου που μας έχει ανατεθεί.
Και είθε η προσευχή, η οποία τόσο συχνά κλονίζεται στα χείλη μας, να κατέλθει, διά της χάριτός Του, στα βάθη της καρδιάς, μέχρις ότου οι σκέψεις, τα λόγια και οι πράξεις μας αρχίσουν να μαρτυρούν Εκείνον τον Οποίο επικαλούμαστε. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και δίδαξέ μας να παραμένουμε πιστοί στην προσευχή. Αμήν.

 

Πηγή: Ηγουμένη Μακρίνα Βασσοπούλου: Λόγοι από την καρδιά. Έκδοση της Ιεράς Γυναικείας Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το βιβλίο περιλαμβάνει ομιλίες και τον βίο της Ηγουμένης Μακρίνας.