Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

Μόνον ο Θεός, γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου - Το παράδειγμα του διώκτη Αλεξάνδρου.

Είναι θαυμαστό το πώς δύνανται να μεταβληθούν τα πάντα ακόμη και την τελευταία στιγμή. Άλλος μπορεί να ομιλεί για τον Χριστό, να διακηρύττει το όνομά Του, και όμως να μην έχει μέσα στην καρδιά του τον ίδιο τον Χριστό και, εάν παραμείνει αμετανόητος, να μη σωθεί. Και άλλος, ο οποίος δεν Τον ομολογεί, αλλά ακόμη και Τον διώκει και πολεμά τους δικούς Του, δύναται, με μία και μόνη στιγμή μετανοίας, να στραφεί προς Αυτόν και να σωθεί.
Τούτο μας υπενθυμίζει και η περίπτωση εκείνου που υπήρξε διώκτης και βασανιστής της Αγίας Βασιλίσσης, της οποίας σήμερα επιτελούμε τη μνήμη. Διότι ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου, μπορεί ακόμη και την ύστατη στιγμή να οδηγήσει τον άνθρωπο από το σκότος στο φως, από την πλάνη στην αλήθεια και από την απομάκρυνση προς την μετάνοια και τη σωτηρία.
«έπεσεν εις τους πόδας της αγίας λέγων: ελέησόν με δούλη του επουρανίου βασιλέως, και συγχώρησόν μοι..... και κάμε και εμέ στρατιώτη του εδικού σου Βασιλέως.....».

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [17]

 

21. Αναγκαία για τη σωτηρία η ένωση με τον Θεό. Πώς συντελείται.

Αφού κατεβήκαμε από το ύψωμα, ας το φέρουμε ένα γύρο και ας ανεβούμε πάλι στην κορφή του. Πώς λοιπόν, προσβληθήκαμε από την αρρώστια και πως μπορούμε ν’ απαλλαγούμε απ’ αυτήν; Πέσαμε και χωριστήκαμε από τον Θεό• πως μπορούμε να ενωθούμε πάλι μαζί του;
Πέσαμε, επειδή αμφισβητήσαμε το λόγο του Θεού. Γι’ αυτό χρειάζεται τώρα να ξαναπιστέψουμε ακλόνητα στο λόγο του. Χάνοντας την εμπιστοσύνη και την πίστη μας στον Κύριο, είπαμε εκείνο το ολέθριο «Εγώ!». Γι’ αυτό χρειάζεται τώρα ν’ ανακαλέσουμε το «Εγώ». Το πνεύμα υποδουλώθηκε στην ψυχή και το σώμα. Γι’ αυτό χρειάζεται τώρα ν’ αποκατασταθεί η εξουσία του πνεύματος. Μετά την υποδούλωση του πνεύματος στην ψυχή και το σώμα, αταξία και σύγχυση επικράτησαν στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας.
Γι’ αυτό χρειάζεται τώρα ν’ αποκατασταθεί σ’ αυτές η ενότητα, η ευταξία και η αρμονική αλληλοϋποταγή. Μαζί με το μοιραίο «Εγώ», αναρίθμητοι φόβοι, σαν άγρια θηρία που ζητούν να μας κατασπαράξουν, εισόρμησαν στον κύκλο της ζωής μας. Γι’ αυτό χρειάζεται τώρα ν’ αποδιωχθούν.
Κοίτα πόσα πρέπει να γίνουν. Είναι τόσα πολλά και τόσο σπουδαία, ώστε δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τα πραγματοποιήσουμε με τις ασθενικές μας δυνάμεις. Πρέπει να μας ενισχύσει δύναμη ανώτερη από τη δική μας, δύναμη – τι άλλο; – θεϊκή.
Πώς όμως, θα μας ενισχύσει, αφού διασπάστηκε η ενότητα Θεού και ανθρώπου με υπαιτιότητα του δεύτερου; Δεν είναι αναγκαίο ν’ αποκατασταθεί πρώτα αυτή η ενότητα; Αναμφίβολα ναι, αλλά με ποιον τρόπο; Εμείς, βέβαια, ευχόμαστε και επιζητούμε την αποκατάσταση της ενότητας μας με τον Θεό, δεν έχουμε όμως τη δύναμη να το κάνουμε.
Ποιος μπορεί, αλήθεια, να καταπατήσει το βασίλειο του Θεού; Ποιος μπορεί αυτοδύναμα ν’ ανοίξει το δρόμο που φέρνει κοντά του; Ποιος μπορεί να πάρει απ’ Αυτόν ότι επιθυμεί; Πολύ περισσότερο, τέλος, ποιος θα τον εξαναγκάσει να επανενωθεί μαζί μας, ύστερα μάλιστα από την ασεβή καταφρόνηση που δείξαμε στην αρχική εύνοια του, ύστερα από την υποτιμητική δυσπιστία μας στις διαβεβαιώσεις του, ύστερα από την πεισματική αντίσταση του θελήματος μας στην παντοκρατορική εξουσία του;
“Θα μετανοήσω”, λες. Χρειάζονται, όμως, οι κατάλληλες συνθήκες γι’ αυτό, συνθήκες που δεν εξαρτώνται από σένα. Η μετάνοια έχει, πραγματικά, τη θέση της στην υπόθεση, αλλά μόνο όταν ο Θεός τη δέχεται. Αυτή καθ’ εαυτή ή μετάνοια, όταν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό, σε τι ωφελεί; Δεν καταλήγεις παρά στον βαρύ τραυματισμό της ψυχής σου. Τι καλό είν’ αυτό;
Η επανένωση σου με τον Θεό, λοιπόν, δεν εξαρτάται από τη δική σου δύναμη. Η πραγμάτωσή της και, πριν απ’ αυτήν, ή διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών ξεπερνούν τις δυνατότητες σου. Πρέπει, ωστόσο, να γνωρίζεις κάτι πολύ σημαντικό: Αν πραγματοποιήσεις αυτή την επανένωση, όλα τ’ άλλα θ’ αρχίσουν να αποκαθίστανται από μόνα τους. Αμέσως το πνεύμα θ’ αποκτήσει θεία δύναμη, θα υποτάξει την ψυχή και το σώμα, θα βάλει σε τάξη τις ανάγκες και τις επιθυμίες, θα διώξει τα πάθη.
Μην αναρωτιέσαι άσκοπα, “Πώς θα γίνουν όλα τούτα από μόνα τους;”. Δεν υπάρχει κανένας λόγος ν’ ανησυχείς και να βασανίζεις τη σκέψη σου για το πως θα ενωθείς με τον Θεό. Δεν έχεις τίποτα να επινοήσεις. Ο Θεός ευδόκησε να ορίσει ένα νόμο και μια τάξη για την ένωση σου μαζί του. Όλα όσα χρειάζονται για αυτήν έχουν ήδη συντελεστεί, εδραιωθεί και εξηγηθεί. Δέξου τα, λοιπόν, με ακλόνητη πίστη και εφάρμοσε τα με βαθιά ευγνωμοσύνη. Ας είναι ευλογημένος ο Θεός, που τόσο αγάπησε τον άνθρωπο!
Δεν θα μπω σε πολλές λεπτομέρειες ως προς το πως έχουν συντελεστεί όλα. Θα σου πω μόνο ότι είναι πιο σπουδαίο. Για την αποκατάσταση του πνεύματος σου και την επανένωση του με τον Θεό, απαραίτητο είναι να κατέβει σ’ αυτό το Άγιο Πνεύμα και να το αναζωογονήσει. Για ν’ ανοίξει το δρόμο στην κάθοδο του Αγίου Πνεύματος ο Μονογενής Υιός του Θεού ήρθε στη γη, σαρκώθηκε, έπαθε, πέθανε στο Σταυρό, αναστήθηκε και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Ο ίδιος έστειλε το εκπορευόμενο από τον Πατέρα Άγιο Πνεύμα για να συνεχίσει το έργο του.
Είχε διαβεβαιώσει γι’ αυτό τους μαθητές του, όταν αναγγέλλοντας τους την αναχώρηση του από τη γη, τους είδε λυπημένους. «Την αλήθεια σας λέω», τους είπε. «Σας συμφέρει να φύγω εγώ. Γιατί, αν δεν φύγω, δεν θα έρθει σ’ εσάς ο Παράκλητος» (Ιω. 17:7).
Μα και ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ερμηνεύοντας τα λόγια του Κυρίου, «Ποτάμια ζωντανό νερό θα τρέξουν μέσ’ από κείνον που πιστεύει σ’ εμένα», γράφει: «Αυτό το είπε ο Ιησούς εννοώντας το Πνεύμα, που θα έπαιρναν όσοι θα πίστευαν σ’ Αυτόν. Γιατί τότε ακόμα δεν είχαν το Άγιο Πνεύμα, αφού ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί με την ανάσταση» (Ιω. 7:38-39).
Έτσι, μετά τον Χριστό ήρθε το Άγιο Πνεύμα. Η έλευση και η ενοίκηση του στους πιστούς ήταν τόσο επιτακτική και απαραίτητη, ώστε ο απόστολος Παύλος ρωτούσε τους χριστιανούς της Κορίνθου με απορία και έκπληξη: «Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού και πως το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;» (Α΄ Κορ. 3:16).
Τώρα, λοιπόν, τα γνωρίζεις όλα. Ο Υιός του Θεού σαρκώθηκε, έπαθε ως άνθρωπος, πέθανε στο Σταυρό, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους ουρανούς και έστειλε το Άγιο Πνεύμα, που εκπορεύεται από τον Πατέρα. Το Άγιο Πνεύμα μπορεί ν’ αποκτηθεί απ’ όσους πιστεύουν στον Υιό. Και όταν αποκτηθεί απ’ αυτούς, μένει μαζί τους και εκπληρώνει το αίτημα της προσευχής του Υιού: «Όπως εσύ, Πατέρα, είσαι ενωμένος μ’ εμένα κι εγώ μ’ εσένα, να είναι κι αυτοί ενωμένοι μ’ εμάς» (Ιω. 17:21).
Πώς, όμως, το Άγιο Πνεύμα εκπληρώνει αυτό το αίτημα; Όλοι όσοι πιστεύουν στον Υιό του Θεού, τον Ιησού Χριστό, είναι συνενωμένοι ως προς το πνεύμα τους, που, αναγεννημένο πια, έχει επανενωθεί με τον Θεό. Πρόκειται για τη λεγόμενη αναγέννηση των ανθρώπων – δηλαδή τη νέα (πνευματική) γέννησή τους – από τον Θεό, που κάνει τους πιστούς παιδιά του Θεού μέσω της χάριτος.
Λέει σχετικά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος: «Σ’ όσους τον δέχτηκαν και πίστεψαν σ’ Αυτόν, έδωσε το δικαίωμα να γίνουν παιδιά του Θεού. Από τον Θεό γεννήθηκαν αυτοί και όχι από γυναίκας αίμα» (Ιω. 1:12-13). Και ο νόμος της πνευματικής ζωής του Ιησού Χριστού θεσπίστηκε: «Αν δεν γεννηθεί κανείς από το νερό κι από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού. Ότι γεννιέται από τον άνθρωπο είναι ανθρώπινο, ενώ ότι γεννιέται από το Πνεύμα είναι πνευματικό» (Ιω. 3:5-6).
Μη ρωτάς γιατί χρειάζεται να γίνει αυτό, ώστε ν’ αποκατασταθεί η αληθινή ζωή μέσα μας. Δέξου το και πίστεψε το με παιδική απλότητα. Αν αρχίσεις να ρωτάς, θα έρθει ο εχθρός, θα σου σφυρίξει πειρασμικά λόγια, όπως έκανε στην Εύα, και θα κλονίσει την πίστη σου, στερώντας σου έτσι τους καρπούς αυτής ακριβώς της πίστεως.
Όπως τότε δεν ήταν γνωστό το πως θα μπορούσε η απλή βρώση ενός καρπού να έχει τις τόσο φοβερές συνέπειες, τις οποίες, όπως απέδειξαν τα πράγματα, είχε, έτσι και τώρα δεν είναι γνωστό το γιατί ο Υιός του Θεού έπρεπε να σαρκωθεί, να πεθάνει, ν’ αναστηθεί και να μας στείλει το Πνεύμα, για να μας ανακαινίσει. Η ανακαίνιση μας, ωστόσο, εξαρτάται από την ειλικρινή πίστη σ’ αυτή την οικονομία, όπως λέγεται. Όλοι όσοι την έχουν αποδεχθεί και την αποδέχονται με πίστη, ανακαινίζονται.
Μη ζητάς εξηγήσεις, λοιπόν, για τη θεία οικονομία. Δεν θα σου πω τίποτα γι’ αυτήν αν και κάτι λένε συνήθως οι θεολόγοι, προσπαθώντας να την αιτιολογήσουν. Θα πω μόνο δυο λόγια για το τι κάνει το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, πως ανακαινίζει το πνεύμα μας. Κάνε, όμως, υπομονή ως το επόμενο γράμμα μου.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Περὶ τῆς προσευχῆς ποὺ τελεῖται μὲ τὸ συναίσθημα (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

«Τὸ ὅτι προσπαθεῖτε, ὅταν κάνετε τὴν προσευχή, νὰ διεισδύσετε σὲ κάθε λέξη καὶ νὰ προφέρετε τὴν προσευχὴ μὲ συναίσθημα, αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὴν οὐσία τῆς προσευχῆς καὶ νὰ πιέσετε τὸν ἑαυτό σας νὰ ἐνεργεῖ κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅταν ὅμως προσεύχεστε μὲ συναίσθημα, που βρίσκεται ἄραγε ἡ προσοχή σας ἂν ὄχι στην καρδιά; Το συναίσθημα εἶναι αὐτὸ ποὺ πάντα προσελκύει τὴν προσοχή. Το κεφάλι θυμίζει πολυσύχναστο παζάρι. Ἐδῶ δὲν γίνεται νὰ προσευχηθεῖς στὸν Θεό.
Τὸ ὅτι ἐνίοτε ἡ προσευχὴ πηγαίνει καλὰ καὶ βγαίνει ἀπὸ μόνη της, αὐτὸ εἶναι καλό σημάδι. Σημαίνει ὅτι ἔχει ξεκινήσει νὰ ριζώνει στην καρδιά. Νὰ προστατεύετε τὴν καρδιά σας ἀπὸ τὴν προσκόλληση σὲ ἀδυναμίες, νὰ προσπαθεῖτε νὰ ἐνθυμείστε τὸν Θεὸ βλέποντάς Τον ἐνώπιόν σας καὶ ἐνεργώντας ἐνώπιον τοῦ προσώπου Του, να βοηθᾶτε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναγκεμένους καὶ ἡ προσευχή σας σύντομα θὰ φτερωθεί. Γιὰ τὸ ὅτι αὐτὴ χάνεται καὶ ἀφήνει πίσω της ψύχρα (ενν. μειωμένο ζῆλο), γι' αὐτὸ νὰ θλίβεστε. Να αἰσθάνεστε τὴ συντριβὴ καὶ νὰ προσεύχεστε στον Θεὸ καὶ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ μὴν ἐπιτρέπουν νὰ ἀπομακρύνεται ἡ θέρμη τῆς προσευχῆς.
Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι δῶρο Θεοῦ! Και να προσεύχεστε γι' αὐτό. Πρὶν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ψύχρα προηγεῖται ἡ προσκόλληση τῆς καρδιᾶς σὲ κάτι, οτιδήποτε, ἡ ἔγνοια για κάτι, ὁ θυμὸς καὶ ἡ κατάκριση, τὸ αἴσθημα τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ ἡ ὁποιαδήποτε εὐχαρίστηση τῆς σάρκας, ὁ συβαριτισμὸς[1] καὶ ὁ διασκορπισμὸς τῶν σκέψεων!
Κρατηθείτε μακριὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἡ ψυχράδα θα ἐλαττωθεί. Ὁ Κύριος νὰ εὐλογεῖ τὸν ἀγώνα που κάνετε γιὰ τὴν πνευματική σας κατάσταση!
Καρδιά! Καὶ ἐντέλει, που βρίσκεται ἡ ζωὴ ἂν ὄχι στην καρδιά;».

(Επιστολή 602, τόμος 4, σελ. 78-79)

 

Ο Όσιος ξεκινά από κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται απλό: να προσπαθεί κανείς να «διεισδύσει» σε κάθε λέξη της προσευχής και να την προφέρει με συναίσθημα. Να μην διαβάζουμε απλώς την προσευχή αλλά να αισθανθούμε τις λέξεις που προφέρονται.
Συνεχίζοντας μεταφέρει το βάρος από τα χείλη στην καρδιά:

«Ὅταν ὅμως προσεύχεστε μὲ συναίσθημα, ποὺ βρίσκεται ἄραγε ἡ προσοχή σας ἂν ὄχι στὴν καρδιά;»

Όταν κάτι μας ενδιαφέρει, ο νους μας δεν χρειάζεται να πιεστεί ιδιαίτερα για να βρίσκεται εκεί. Όταν κάτι μας πονάει, εκεί πηγαίνει η σκέψη. Όταν κάτι αγαπάμε, εκεί επιστρέφει ο νους. Όταν κάτι μας φοβίζει, εκεί καθηλώνεται η προσοχή γι' αυτό ο Όσιος δεν αντιμετωπίζει την προσευχή σαν μια διανοητική άσκηση όπου απλώς πρέπει να «κρατήσουμε» με το ζόρι τον νου μας. Θέλει η καρδιά να αποκτήσει τέτοια σχέση με τον Θεό, ώστε η προσοχή να επιστρέφει φυσικά σε Εκείνον.
Αμέσως μετά χρησιμοποιεί μία πολύ δυνατή εικόνα:

«Τὸ κεφάλι θυμίζει πολυσύχναστο παζάρι.»

Τι καταπληκτική εικόνα! Μέσα στο κεφάλι υπάρχει θόρυβος. Σκέψεις, αναμνήσεις, επιθυμίες, φόβοι, λογαριασμοί, άνθρωποι, γεγονότα, παράπονα, σχέδια, φαντασίες. Όλα. Πολυσύχναστο παζάρι! Και μέσα σε ένα τέτοιο παζάρι, λέει, «δὲν γίνεται νὰ προσευχηθεῖς στὸν Θεό». Ο Θεός ακούει, αλλά ο άνθρωπος δεν βρίσκεται εκεί.
Το δεύτερο μεγάλο σημείο είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο Όσιος λέει ότι όταν κάποια στιγμή η προσευχή «πηγαίνει καλά» και «βγαίνει από μόνη της», αυτό είναι καλό σημάδι. Γιατί; «Σημαίνει ὅτι ἔχει ξεκινήσει νὰ ριζώνει στὴν καρδιά.» Εδώ υπάρχει μια βαθύτατη πνευματική αρχή.
Η προσευχή αρχικά είναι κάτι που κάνουμε, με τον καιρό, όμως, μπορεί υπάρχει μέσα μας.  Στην αρχή πρέπει να θυμηθείς να προσευχηθείς. 'Επειτα να σταθείς, να συγκεντρωθείς, να διαβάσεις, να πιέσεις τον εαυτό σου. Υπάρχει ένας αγώνας. Αργότερα, εάν η προσευχή αρχίσει να ριζώνει, η καρδιά αποκτά μια εσωτερική φορά προς τον Θεό και τότε καταλαβαίνουμε γιατί ο Όσιος μιλά για ρίζωμα. Δεν είναι πια συνήθεια των χειλέων αλλά έχει αρχίσει να γίνεται κατάσταση της καρδιάς. Ακριβώς εδώ αρχίζει ο πραγματικός αγώνας και ο Άγιος Θεοφάνης δεν αφήνει τον άνθρωπο να επαναπαυθεί.

«Νὰ προστατεύετε τὴν καρδιά σας ἀπὸ τὴν προσκόλληση σὲ ἀδυναμίες...»

Πρέπει να προσέχεις τι βάζεις μέσα στην καρδιά σου στον υπόλοιπο τρόπο ζωής. Εάν όλη την ημέρα ο άνθρωπος αφήνει την καρδιά του να προσκολλάται σε πράγματα, πρόσωπα, επιθυμίες, απολαύσεις, θυμούς και κατακρίσεις, δεν μπορεί μετά να περιμένει ότι μόλις σταθεί μπροστά στην εικόνα θα γίνει αυτομάτως ένας άλλος άνθρωπος. Η καρδιά προσκολλάται με ό,τι συναναστράφηκε  μέσα στην ημέρα.

«νὰ προσπαθεῖτε νὰ ἐνθυμεῖστε τὸν Θεὸ βλέποντάς Τον ἐνώπιόν σας καὶ ἐνεργώντας ἐνώπιον τοῦ προσώπου Του»

Εδώ η προσευχή γίνεται πλέον τρόπος υπάρξεως. Ο άνθρωπος καλείται να ζει σαν να βρίσκεται ενώπιον του Θεού. Γιατί η προσευχή μας είναι τόσο ψυχρή; Γιατί ζητούμε από τον εαυτό μας να θυμηθεί τον Θεό για λίγα λεπτά, ενώ τις υπόλοιπες ώρες εκπαιδεύουμε την καρδιά μας να ζει χωρίς Εκείνον.
Έπειτα μιλά για κάτι που ίσως δεν περιμένουμε
«τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναγκεμένους»
Δεν μπορεί κάποιος να μιλά στον Θεό και την ίδια στιγμή να είναι αδιάφορος απέναντι στον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του. Η καρδιά που στρέφεται πραγματικά προς τον Θεό αρχίζει να ανοίγεται και προς τον πλησίον. Γι' αυτό ο Όσιος δεν λέει μόνο «προσευχηθείτε περισσότερο» αλλά να βοηθάτε. Η προσευχή και η έμπρακτη αγάπη δεν είναι δύο άσχετα πράγματα. Είναι δύο εκφράσεις της ίδιας καρδιάς και τότε: «ἡ προσευχή σας σύντομα θὰ φτερωθεῖ.» Δεν θα γίνει «καλύτερη» αλλά θα φτερωθεί. Σαν να αποκτά η προσευχή έναν άλλον τρόπο κινήσεως. Παύει να είναι βαριά, μηχανική, υποχρεωτική.
Παρακάτω το κείμενο γίνεται ιδιαίτερα αυστηρό.
Όταν η προσευχή χάνεται και αφήνει πίσω της «ψύχρα», δηλαδή μειωμένο ζήλο, ο άνθρωπος δεν πρέπει να το θεωρεί φυσιολογικό. 
«Γι' αὐτὸ νὰ θλίβεστε.» και όχι να απελπίζεστε. Ν μην λέμε «έτσι είμαι εγώ» ούτε να συμβιβαζόμαστε με την πνευματική ψυχρότητα, αλλά να πονάμε γι' αυτήν. Ιδού μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: η απελπισία και άλλο η πνευματική συντριβή.
Η απελπισία είναι: «Δεν μπορώ, άρα δεν έχει νόημα.» ενώ η συντριβή: «Έχασα αυτό που είχα και θέλω να επιστρέψω.» Γι' αυτό ο Όσιος αμέσως μετά μιλά για προσευχή προς τον Θεό και την Παναγία, ώστε να μην επιτρέψουν να απομακρυνθεί η θερμότητα της προσευχής.

Παρακάτω βρίσκεται η κορύφωση:

«Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι δῶρο Θεοῦ!»

Δεν είναι επίτευγμα, ούτε κάτι για το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να καυχηθεί. Όσο περισσότερο καταλαβαίνει κανείς τι είναι η αληθινή προσευχή, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι δεν την κατέχει, γι' αυτό και η συμβουλή είναι εκπληκτικά απλή:

«Καὶ νὰ προσεύχεστε γι' αὐτό.»

Δηλαδή να ζητάς από τον Θεό να σου δώσει την προσευχή και αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της πνευματικής ζωής: ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί, αλλά τελικά δεν μπορεί να το κάνει μόνος του.
Και μετά ο Όσιος κατονομάζει τις αιτίες της ψύχρας και γίνεται πνευματική διάγνωση:

«ἔγνοια για κάτι, ὁ θυμὸς καὶ ἡ κατάκριση, τὸ αἴσθημα τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ ἡ ὁποιαδήποτε εὐχαρίστηση τῆς σάρκας, ὁ συβαριτισμὸς καὶ ὁ διασκορπισμὸς τῶν σκέψεων».

Παρατηρούμε κάτι πολύ σημαντικό. Δεν μιλά μόνο για μεγάλα αμαρτήματα αλλά και για πράγματα που εύκολα θεωρούμε αθώα. Δηλαδή η καρδιά μπορεί να απομακρυνθεί από τον Θεό και όταν δένεται υπερβολικά με οτιδήποτε άλλο. Το βαθύτερο νόημα είναι ότι αρκεί να αγαπήσεις  κάτι άλλο.

«Κρατηθεῖτε μακριὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἡ ψυχράδα θὰ ἐλαττωθεῖ.»

Δεν υπόσχεται ότι η ψυχρότητα θα εξαφανιστεί. Λέει ότι θα ελαττωθεί γιατί η πνευματική ζωή είναι αγώνας και ο άνθρωπος καλείται να παρατηρεί τι μπαίνει στην καρδιά του και τι την απομακρύνει από τον Θεό.
Το τέλος που έδωσε είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σταθεί ένα τέτοιο κείμενο.

«Καρδιά! Καὶ ἐντέλει, ποῦ βρίσκεται ἡ ζωή ἂν ὄχι στὴν καρδιά;»

Ο άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται στην Εκκλησία, και όπως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, να κάνει μετάνοιες, να διαβάζει προσευχές, να ανάβει κεριά, να προσκυνά εικόνες, να γνωρίζει θεολογικούς όρους, να μιλά για πνευματική ζωή αλλά το ερώτημα του Οσίου Θεοφάνους είναι πολύ απλούστερο: Πού βρίσκεται η καρδιά σου; Εκεί που βρίσκεται και η ζωή σου, αυτό που πραγματικά αγαπάς, αυτό που πραγματικά σε απασχολεί. Εκεί βρίσκεται ο νους σου όταν κανείς δεν σε βλέπει και εκεί βρίσκεται και η προσευχή σου.
Η τελευταία λέξη δεν είναι «προσευχή» αλλά «Καρδιά» και αυτήν αγρύπνως πρέπει να προσέξουμε.

 



[1] Η Σύβαρη ήταν πόλη στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Νότια Ιταλία, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τοὺς Ἴωνες στὸ τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Είχε εξαιρετικά εύφορη γῆ, ἀκμαῖο ἐμπόριο καὶ ἔγινε γρήγορα μία ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ δυνατότερες κατωιταλικές πόλεις. Πήρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν ποταμὸ Σύβαρη, πάνω στὸν ὁποῖο βρισκόταν. Οἱ Συβαρίτες, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς ἀφθονίας ποὺ τοὺς παρεῖχε ἡ γῆ τους καὶ τῆς ἄνεσης που γνώριζαν ἀπὸ τὴν αὐξημένη εμπορική δραστηριότητα, ήταν γνωστοί γιὰ τὸν τρυφηλό τρόπο ζωῆς τους. Φιλήδονοι, ἀγαποῦσαν τὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν πολυτέλεια. Ἔτσι, ὁ ὅρος «συβαριτισμός» ἔγινε συνώνυμος τῆς ἡδυπάθειας, τῆς ἀναζήτησης τῆς πολυτελούς διαβίωσης καὶ τῆς ἀλαζονείας.

 

  

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ



Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Υπέρ του "Κυπριανισμού"



Υπέπεσε πρόσφατα στην αντίληψή μου κείμενο Αγιορείτου μοναχού (γνωστού σε μένα, αλλά αφού δεν αναφέρει το όνομά του, δεν το αποκαλύπτω) με τον βαρύγδουπο τίτλο "Αναίρεσις των "Κυπριανιστικών" κακοδοξιών", στο οποίο προπαθεί να αναιρέσει τις περί "ασθενών μελών" και "δυνάμει και ενεργεία" ορθόδοξες εκκλησιολογικές διδασκαλίες, υποστηρίζοντας τη γνωστή κακοδοξία της "αυτόματης απώλειας". Αν και ορισμένες από τις θέσεις που υποστηρίζει ο συγγραφέας αντιμετώπισα και στο "Κατά του Σακαρελλισμού" κείμενό μου (εδώ: https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2023/03/blog-post.html), πιστεύω ότι πρέπει να δοθούν κάποιες απαντήσεις και εδώ. Διότι όταν προσπάθησα να καταθέσω τις παρατηρήσεις μου στο προφίλ του συγγραφέως στο facebook, με απέκλεισε σχεδόν αμέσως από τη δυνατότητα σχολιασμού, όπως συνηθίζουν να πράττουν όσοι δεν μπορούν να σταθούν σε έναν δημόσιο διάλογο.
Οπότε θεώρησα αναγκαίο να τις δημοσιεύσω, πόσο μάλλον όταν πληροφορήθηκα την "καταδίκη του Κυπριανισμού" από τη νέα "Ιερά Συμμαχία Γ.Ο.Χ." Δωδεκανήσου Καλλινίκου και Λαυρεωτικής Αθανασίου, διά της οποίας καταδίκης κατέστησαν εαυτούς πατραλοίες έναντι των μακαριστών πνευματικών τους πατέρων Ωρωπού Κυπριανού (ο πρώτος - και για δεύτερη φορά μετά τη συμμετοχή του στην ψευδοκαθαίρεση του 1986) και Γέροντος Χρυσάνθου (ο δεύτερος), οι οποίοι μακαριστοί Πατέρες υπήρξαν όχι μόνο ομόφρονες στα εκκλησιολογικά, αλλά ανήκαν και στην ίδια Σύνοδο. 

Αρχικά πρέπει να πούμε ότι το εν λόγω κείμενο αποτελεί δυστυχώς ένα παραλήρημα με αρκετές ύβρεις και χαρακτηρισμούς και εμφανή την έλλειψη ψυχραιμίας. Συνάμα υπάρχουν συχνά ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί και αυθαίρετες ερμηνείες και θέσεις. Γράφει π.χ. (σελ. 6): "Ἡ ἐκκλησιολογικὴ πλάνη, ἡ ὁποία ἐκφράζεται σήμερα ὑπὸ τὸ ὄνομα «Κυπριανισμός», ἔχει ξεκάθαρα τίς ρίζες της στὴν ἐπίδραση τοῦ Σχολαστικισμοῦ καὶ τῆς δυτικῆς θεολογίας, ἐκ τῆς ὁποίας εἰσῆλθε στὸν ὀρθόδοξο χῶρο ἀπὸ τὸν μεσαίωνα καὶ ἐντεῦθεν". Πηγή; Απόδειξη; Τεκμηρίωση; Καμία απολύτως, απλά έτσι θέλει ο συγγραφέας... 

***

Αλλού πάλι (σελ. 11) διαβάζουμε: "Εἶναι ἀδύνατον κάποιο μέλος αὐτῆς [σημ. της Εκκλησίας] νά ἐμφορεῖται ἀπό κάποια φανερή καί κατακεκριμένη κακοδοξία, κηρυττομένη γυμνῇ τῇ κεφαλῇ καί νά συνεχίζῃ νά εἶναι μέλος τοῦ σώματός της". 

Σε αυτό το σημείο έκανα την εξής ερώτηση: "Αν ένας κληρικός εμφορείται από κάποια κατακεκριμένη κακοδοξία αλλά έχει την πονηριά να μην την διακηρύττει δημόσια και φανερά, είναι μέλος της Εκκλησίας ή όχι; Τελεί Μυστήρια ή όχι; Τί λέτε;". 

Ο συγγραφέας φερόμενος "έξυπνα" δεν τόλμησε να απαντήσει ξεκάθαρα. Διότι αν ήταν συνεπής με τη θεωρία του, περί "αυτόματης απώλειας" (ότι η αίρεση αυτομάτως αποκόπτει από την Εκκλησία ένα μέλος και ο κληρικός εκπίπτει πάραυτα της Ιερωσύνης), θα έπρεπε να απαντήσει "όχι" και τότε πραγματικά θα δημιουργόταν ένα χάος αφού κανείς Ορθόδοξος δεν θα ήξερε αν είναι πραγματικά βαπτισμένος, παντρεμένος, εξομολογημένος, χειροτονημένος, γιατί κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τα κρύφια κάθε κληρικού. Εάν απαντούσε "ναι", τότε θα ήταν σαν να αποδείκνυε την εξίσου παράλογη θέση ότι δεν είναι η αίρεση που στερεί την Χάρη και την Ιερωσύνη, αλλά η βλακεία ή η "εξυπνάδα" του κληρικού: αν είναι χαζός να εκδηλωθεί φανερά, γυμνή τη κεφαλή, τότε αυτομάτως  απογυμνώνεται από την ... Χάρη. Αν όμως έχει την πονηριά να μην εκδηλωθεί φανερά αλλά να έχει κρυφά τις αιρέσεις του, τότε έχει κανονικά Ιερωσύνη και τελεί Μυστήρια!

***

Σε άλλο σημείο (σελ. 12) γράφει (επίσης χωρίς τεκμηρίωση): "Μέσα στήν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί ἁμαρτωλά μέλη, ἀλλά οὐδέποτε αἱρετικά, καθώς αὐτό πού καθορίζει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως πού ἐκδηλώνεται στό κοινό Ποτήριον, ἐνῷ αὐτή πού τήν διαλύει εἶναι ἡ αἱρετική πίστη καί ὄχι βεβαίως ἡ ἁμαρτωλότητα τῶν μελῶν Της. Δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μεταξύ τους αὐτά τά δύο μεγέθη! Διά τόν λόγο αὐτόν ἕνας ἁμαρτωλός δύναται νά ἀνήκῃ στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῆς συνεχοῦς μετανοίας νά σωθῇ˙ ἕνας αἱρετικός ὅμως ποτέ!".

Τί μας λέει εδώ ο συγγραφέας; 

α) Πρώτον, ότι μπορείς να είσαι παιδόφιλος, φονιάς, βιαστής, κτηνοβάτης κ.λπ. χωρίς να χάσεις την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας, αλλά αν παραπλανηθείς και πιστέψεις π.χ. ότι "το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό" ή ότι "η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη" τότε αυτομάτως είσαι εκτός Εκκλησιας. 

β) Ότι δύναται να υπάρχουν "αμαρτωλά μέλη" (και συμφωνούμε, απλά εμείς τα λέμε "ασθενή") στην Εκκλησία, αλλά όχι "αιρετικά", αφενός μεν παραβλέποντας ότι και η αίρεση είναι αμαρτία, αφετέρου δε αντιφάσκοντας με τον εαυτό του στην ερμηνεία που προσπαθεί να δώσει αμέσως μετά παραθέτοντας το του Ιωσήφ Καλόθετου ότι η Εκκλησία είναι "ἀπεχόμενη ἀπό κάθε τι  (σημ. δηλαδή όχι μόνο από την αίρεση) πού εἶναι φαῦλο καί πονηρό καί ἀπό κάθε κακία ἀπαλλαγμένη καί ἀπό κάθε ρύπο καί σπίλο"! Και - το αποκορύφωμα - ο συγγραφέας αυτοαναθεματίζεται επειδή από τη μία διδάσκει ότι υπάρχουν "αμαρτωλά μέλη" στην Εκκλησία, αλλά από την άλλη δηλώνει ότι "ἡ Ἐκκλησία Ἀναθεματίζει ἐκείνους πού ἀμφισβητοῦν τήν καθαρότητά της καί προσάπτουν σέ αὐτήν ρύπο"! 

γ) Ότι διά της μετανοίας ο αμαρτωλός μπορεί να σωθεί, αλλά ο αιρετικός ποτέ, ξεπερνώντας σε πλάνη ακόμη και τους Λουκιφεριανούς και πλησιάζοντας σχεδόν τους Δονατιστές.

Η νέα έκδοση του γράφοντος που θα κυκλοφορήσει μέσα στον Σεπτέμβριο.

***

Στη συνέχεια ο συγγραφέας παραθέτει ένα απόσπασμα (σελ. 12-13, υποσ. 7, το αντιγράφω κιόλας: "Τοῖς τολμῶσι λέγειν ὅτι ἡ ἐκκλησία τὸ καθαρὸν καὶ ἄχραντον οὐ σῴζει τῆς ἀγιστείας αὐτῆς, ἀλλὰ μολυσμόν τινα προσετρίψατο διὰ τὴν χάριτι Θεοῦ γενομένην σύναψιν τῶν τέκνων, οὓς διεμέρισε μὲν τὸ ἤδη προγεγονὸς σκάνδαλον, συνῆψε δὲ ἡ τούτου παρὰ πάντων ὁμοῦ ἀθέτησις καὶ ἀποκήρυξις, ἀνάθεμα") που προέρχεται (το αναφέρω, επειδή δεν το κάνει ο συγγραφέας) από τον Τόμο Ενώσεως του 920. Ο εν λόγω Τόμος είχε ως σκοπό να ενώσει τις δύο παρατάξεις στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, τους Νικολαΐτες (οπαδούς του Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού) και τους Ευθυμιανούς (οπαδούς του Πατριάρχου Ευθυμίου του Σύγκελου) που είχαν χωριστεί μεταξύ τους εξαιτίας του παράνομου τέταρτου γάμου του Αυτοκράτορος Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού. Όσους λοιπόν αντιδρούσαν στην ένωση αυτή θεωρώντας ότι η Εκκλησία θα μολυνθεί, ο Τόμος τους αναθεματίζει. Δεν έχει λοιπόν το εν λόγω απόσπασμα καμία σχέση με την αιρετική θεωρία των Καθαρών που υπερασπίζεται ο συγγραφέας.   

***

Παρακάτω (σελ. 21 κ. εξ.) ο συγγραφέας απαξιώνει και θεωρεί ως επηρεασμένους υπό "παπικῶν θεολογικῶν ἐπιδράσεων" (σελ. 25) αφενός μεν τον μακαριστό Μητροπολίτη Βασίλειο Σμύρνης (περί του οποίου εδώ: https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2016/12/1910.html), αφετέρου δε τον Διδάσκαλο του Γένους Ευγένιο Βούλγαρη, τον οποίο όμως σε άλλο του κείμενο ("Υπάρχει Οικονομία εις το κατ' επίχυσιν Βάπτισμα", σελ. 10) είχε εγκωμιάσει ως σοφώτατον! Το να εγκωμιάζει λοιπόν κάποιον όταν συμφωνεί μαζί του, αλλά να τον κατακρίνει όταν διαφωνεί, τί είδους δείγμα είναι; Σίγουρα όχι σοφίας, ούτε συνέσεως. 

Πόσο μάλλον όταν ο ίδιος συγγραφέας, που θεωρεί τους νεοημερολογίτες ως αυτομάτως εκτός Εκκλησίας, παραπέμπει συνεχώς, για να υποστηρίξει τις απόψεις του, σε νεοημερολογίτες (δηλαδή, κατ' αυτόν, σε μη μέλη της Εκκλησίας), όπως τον Τρεμπέλα, τον Ανδρούτσο, τον Σακαρέλλο, τον Χριστοφιλόπουλο,  τον Αραμπατζή (που ονομάζει, στη σελ. 48, Αμπράζη) κ.ά...

***

Επιπροσθέτως ο συγγραφέας προσπαθεί να αναιρέσει την ορθόδοξη διδασκαλία περί του ανεξαλείπτου της Ιερωσύνης (η οποία φυσικά δεν ταυτίζεται με την σχολαστική ερμηνεία της που δίνουν οι παπικοί), αλλά τον αναιρεί η ίδια η πράξη της Εκκλησίας η οποία όταν αίρει την καθαίρεση κάποιου κληρικού ΔΕΝ τον ξαναχειροτονεί, όπως θα έπρεπε να κάνει αν υπήρχε εξάλειψή της. Περί του θέματος όμως έχω τοποθετηθεί ήδη εδώ, όπου και η πατερική τεκμηρίωση: https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/39359-to-anejaleipto-tis-ierosunis

***

Αξιοσημείωτη είναι και η υποσημείωση 49 (σελ. 36) στην οποία ο συγγραφέας εκφράζει την έκπληξή του για το ότι δήθεν οι "Οικουμενιστές" έχουν κατανοήσει καλύτερα την Εκκλησιολογία από τους "Αντιοικουμενιστές του δυνάμει και ενεργεία". Και παραθέτει από κείμενο της Εκκλησίας της Αλβανίας (που συνέγραψε, όπως πιστεύω, ο μακαριστός Αλβανίας Αναστάσιος), που υποτίθεται ότι αποδεικνύει την θέση του. Παραθέτω στον κάτωθι πίνακα, απόσπασμα από το κείμενο αυτό της Εκκλησίας της Αλβανίας και απόσπασμα από παλιά επιστολή του υπέρμαχου του "δυνάμει και ενεργεία" μακαριστού π. Θεοδωρήτου Μαύρου.  

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

(15-11-2022)

π. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ

(6-5-1979)

Ἀκόμη καί ἄν ὑποτεθεῖ ὅτι ἔμειναν ἀποτυπώματα ἀπό τή χειροτονία, ὅταν ὁ χειροτονητής ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία, καθαιρεθεῖ, ἀναθεματιστεῖ καί ἀφοριστεῖ, καθίσταται ἀδρανής καί δέν μεταδίδει καμία χάρη (ὅπως μιά ἠλεκτρική συσκευή δέν μεταδίδει ἐνέργεια ὅταν ἀποκόπτεται ἀπό τό ἠλεκτρικό ρεῦμα).

 

Τήν πρόσθετον ὅμως χάριν πού ἔχει ὁ κληρικός μόνον τότε δεχόμεθα, ὅτι ὄχι τήν χάνει («ἀμεταμέλητα γάρ τά χαρίσματα καί ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ»), ἀλλά ἀδυνατεῖ νά τήν ἐνεργήσῃ (ἐπίσχεσις), εὐθύς ἅμα τῇ καταδίκῃ του ὑπό τῆς συνόδου ἡ ὁποία τοῦ τήν ἔδωσε. Καί ἁπλούστερα: Ἄν ὡς λάμπα δεχθῶμεν τόν ἱερέα καί ρεῦμα τήν χάριν, ἡ σύνοδος τό μόνον πού κάνει εἶναι νά τόν ξεσυνδέῃ ἀπό τό κύκλωμα, ὥστε νά μή δύναται νά ἀνάψῃ. κατά τά ἄλλα ἡ λάμπα παραμένει ἐξωτερικῶς ἀλλά χωρίς φῶς, λάμπα, ἤτοι ἱερεύς χωρίς νά δύναται νά τελέσῃ μυστήρια.

Επομένως ο μόνος που συλλαμβάνεται εδώ να αγνοεί την Εκκλησιολογία, είναι ο συγγραφέας.

***

Εν συνεχεία ο συγγραφέας θέλοντας να αναιρέσει το γεγονός ότι οι υπό καθηρημένων χειροτονηθέντες κρίνονται ως κληρικοί, παραπέμπει στον ΙΘ΄ Κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου που, στο μέρος του που μας ενδιαφέρει, έχει ως εξής: "Περὶ τῶν παυλιανισάντων, εἶτα προσφυγόντων τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ὅρος ἐκτέθειται ἀναβαπτίζεσθαι αὐτοὺς ἐξάπαντος. Εἰ δέ τινες τῷ παρεληλυθότι χρόνῳ, ἐν τῷ κλήρῳ ἐξητάσθησαν, εἰ μὲν ἄμεμπτοι καὶ ἀνεπίληπτοι φανεῖεν ἀναβαπτισθέντες, χειροτονείσθωσαν ὑπὸ τοῦ τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας ἐπισκόπου. Εἰ δὲ ἡ ἀνάκρισις ἀνεπιτηδείους αὐτοὺς εὑρίσκοι, καθαιρεῖσθαι αὐτοὺς προσήκει".

Αμέσως δε, θέτει το ερώτημα (σελ. 37) ότι εφόσον οι Παυλικιανοί θεωρούνταν αβάπτιστοι "ἀπό τί νά καθαιρεθοῦν; Ἀπό τήν ἱερωσύνη τήν ὁποία παντελῶς στεροῦνται ὡς ἀβάπτιστοι;". Και αναπτύσσοντας τη συλλογιστική του, συνεπικουρούμενος από τις γνώμες των Κανονολόγων (σελ. 38) ότι το "καθαιρείσθαι" χρησιμοποιείται καταχρηστικά, προσπαθεί να γενικεύσει την ερμηνεία αυτή σε κάθε περίπτωση! Όμως οι Κανονολόγοι είναι σαφέστατοι και ξεκάθαροι:

α) Ο Ζωναράς: "Τό δέ τῆς καθαιρέσεως ὄνομα ἐνταῦθα καταχρηστικῶς οἶμαι κεῖσθαι".

β) Ο Βαλσαμών: "Καταχρηστικῶς ἐνταῦθα παρελήφθη τό τῆς καθαιρέσεως ῥῆμα, ἀντί τῆς ἐξωθήσεως"

γ) Ο Άγιος Νικόδημος: "Καταχρηστικῶς γὰρ ἐδῶ ἡ καθαίρεσις ἐλήφθη ἀντὶ έξώσεως".

Ενταύθα (εδώ), λοιπόν, δηλαδή μόνο σε αυτήν την περίπτωση! Όχι σε κάθε περίπτωση, όπως ο συγγραφέας το διαστρεβλώνει γενικεύοντάς το για να δικαιώσει την θέση του.

***

Συνεχίζοντας ο συγγραφέας εκφράζεται ξεκάθαρα και ανερυθρίαστα (σελ. 40 κ.έξ.) υπέρ της "αυτόματης απώλειας της Χάριτος", εκ της οποίας μάλιστα εξαρτά και την διακοπή κοινωνίας/αποτείχιση. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η μεγάλη διαφορά μας: διότι οι αυτοματιστές πιστεύουν ότι επειδή "εχάθη η Χάρις αυτομάτως" για αυτό πρέπει να αποτειχιζόμαστε, ενώ εμείς λέμε η αποτείχιση γίνεται για να προκληθεί η αρμόδια συνοδική κρίση (διότι η Εκκλησία δεν είναι ζούγκλα, ώστε το κάθε θηρίο να αρπάζει την κρίση, αλλά έχει Θεσμούς και Κανόνες) και η οποία συνοδική κρίση δεν θέλουμε να μας συμπεριλάβει στην καταδίκη της. Στις απόψεις αυτές των αυτοματιστών, που δυστυχώς αναπαράγονται και σήμερα, έναν αιώνα αφότου πρωτοεκφράστηκαν από τους γνωστούς Αγιορείτες (Κοττέα, Καρπαθάκη κ.ά.) έχουν δοθεί απαντήσεις από τους Πατέρες, τους οποίους και εμείς ακολουθούμε: https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2017/03/blog-post_5.html 

Επίσης, εκτός του ότι κανένα γραφικό, πατερικό ή συνοδικό χωρίο δεν χρησιμοποιεί προς τεκμηρίωση ο συγγραφέας (με εξαίρεση μία μόνη παραπομπή στον νεοημερολογίτη - δηλαδή κάποιον ..."αυτομάτως εκτός Εκκλησίας" - Χριστοφιλόπουλο), αξίζει να σημειωθούν και δύο πολύ σημαντικά πράγματα:

α) αν ίσχυε η "αυτόματη απώλεια", που ευαγγελίζεται ο συγγραφέας, τότε δεν θα υπήρχε σήμερα Εκκλησία. Ακόμη και οι ΓΟΧ και Ζηλωτές θα ήταν ανίεροι, μιας και οι χειροτονίες τους προέρχονται με την ενεργή σύμπραξη νεοημερολογιτών...

β) η θέση περί "αυτόματης απώλειας" (γνωστή και ως κεντρική θέση όλων των ακραίων Ζηλωτών) δεν είναι αποδεκτή από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά από την Παπική! Πρόκειται για τον περίφημο λατινικό όρο latae sententiae («με ήδη εκδοθείσα απόφαση») του Κανονικού Δικαίου της Παπικής εκκλησίας, τον οποίο εισήγαγε η Β΄ Σύνοδος του Λατερανού (1139), και δηλώνει μια ποινή -κυρίως το "ανάθεμα"- που επιβάλλεται αυτόματα (ipso facto) με την ίδια την τέλεση μιας παράβασης, χωρίς να απαιτείται απόφαση από το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο! Τί κρίμα για τους ταλαίπωρους Υπερζηλωτές, να αποδεικνύονται τελικώς θιασώτες του Παπισμού...

***

Προχωρώντας ο συγγραφέας στην προσπάθειά του να υποστηρίξει την "αυτόματη απώλεια", και να αποδείξει την εκκλησιολογία του ότι όταν κάποιοι ανακαινίζουν καταδικασμένες αιρέσεις αναθεματίζονται αυτόματα, χρησιμοποιεί ένα απόσπασμα που υποτίθεται έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος, του οποίου μάλιστα χρησιμοποιεί μόνο τη μετάφραση αποκρύπτοντας το πρωτότυπο. Η παράνοια ολοκληρώνεται με την προσθήκη υποσημείωσης (υπ. 55) στην οποία παραθέτει μετάφραση ...της μετάφρασης, ώστε εν συνεχεία να προβεί ευκολότερα στην παρερμηνεία του. Ας δούμε όμως το κείμενο που χρησιμοποιεί με την παρερμηνεία του και έπειτα το πρωτότυπο κείμενο με τον πραγματικό συγγραφέα του και με την αληθινή ερμηνεία του.  

Παραθέτει ο συγγραφέας το εξής (υποτιθέμενο πρωτότυπο) κείμενο δήθεν του Μεγάλου Αθανασίου (που όπως είπαμε αποτελεί μετάφραση): "Ὅλαι δέ αἱ αἱρέσεις, καί ἐκεῖναι πού κατεδικάσθηκαν προηγουμένως, καί αἱ ὁποῖαι, ἐάν ἐμφανισθοῦν μέ νέο πρόσωπον, ἀντίθεται πρός τήν διατυπωθεῖσαν αὐτήν Γραφήν, νά εἶναι ἀναθεματισμέναι". Και αφού μεταφράζει την μετάφραση ("Ὅλες δὲ οἱ αἱρέσεις —καὶ ἐκεῖνες ποὺ καταδικάστηκαν παλαιότερα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες, ἂν τυχὸν ἐμφανιστοῦν μὲ νέο πρόσωπο, εἶναι ἀντίθετες πρὸς αὐτὴ τὴ διατυπωμένη Γραφὴ (τὸν Ὅρο τῆς Συνόδου)Νὰ εἶναι ἀναθεματισμένες") ερμηνεύει την τελευταία φράση ("Νὰ εἶναι ἀναθεματισμένες") ως εξής: "Πρόκειται διά διαρκῆ Ἐνεστῶτα. Ὅταν ἡ Ἐκκλησία λέει “ἔστω ἀνάθεμα” ἢ “νὰ εἶναι ἀναθεματισμένες”, δὲν ἀναφέρεται μόνο σὲ μία στιγμὴ τοῦ παρελθόντος. Ὁ ἀναθεματισμὸς ἰσχύει τώρα καὶ πάντοτε, ὅσο ἡ συγκεκριμένη πλάνη ἢ ἡ κατάσταση παραμένει ἀμετανόητη καί ἀδιόρθωτη". Είναι φανερός ο σκοπός του να αποδείξει ότι το "ανάθεμα" έχει δήθεν αυτοδίκαιη ισχύ και δεν απαιτείται νέα συνοδική κρίση.

Ας δούμε τώρα το πρωτότυπο κείμενο: "Πάσας δὲ τὰς αἱρέσεις τὰς ἤδη πρότερον καθαιρεθείσας, ἢ καὶ εἴ τινες νεωστὶ ἀνεφύησαν ὑπεναντίαι ταύτης τῆς γραφῆς τῆς ἐκτεθείσης, ἀνάθεμα ἔστωσαν" (Μεγάλου Αθανασίου, ΕΠΕ 10, 238). 

Το κείμενο αυτό περιέχεται μεν στο έργο του Μεγάλου Αθανασίου "Περί των γενομένων εν τη Αριμίνω της Ιταλίας, και εν Σελευκεία της Ισαυρίας συνόδων", όμως δεν είναι κείμενο του Αγίου, αλλά απόσπασμα από το αρειανικό "Σύμβολο της Νίκης" του 359 (δείτε το και εδώ: https://www.fourthcentury.com/the-thracian-nicaean-creed/), που παραθέτει στο ιστορικό αυτό έργο του ο Μέγας Αθανάσιος. 

Και τώρα το φρικτότερο: το εν λόγω αιρετικό σύμβολο αναθεματίζει τους Ορθοδόξους, διότι αυτοί ήταν οι οποίοι εξέφραζαν διδασκαλίες (δηλαδή την διδασκαλία του Ομοουσίου) "ἀντίθετες πρὸς αὐτὴ τὴ διατυπωμένη Γραφὴ (τὸν Ὅρο τῆς Συνόδου)", όπως μεταφράζει ο  συγγραφέας, αγνοώντας ανοήτως ότι η "Σύνοδος" αυτή είναι αρειανική!

Βλέπουμε λοιπόν τί είδους άνθρωποι είναι οι ταλαίπωροι επικριτές του "Κυπριανισμού": άνθρωποι που ενώ δεν μπορούν να καταλάβουν τί διαβάζουν (πέφτοντας ακόμη και σε βλασφημίες) επιμένουν να θεολογούν... Τουλάχιστον προστατεύουν την τιμή και την υπόληψή τους, δημοσιεύοντας τα κείμενά τους είτε ανωνύμως, είτε διαδίδοντάς τα κρυφά και ιδιωτικά. 

Παρόλα αυτά, επειδή η επίμαχη φράση "ἀνάθεμα ἔστωσαν" είναι συνηθισμένη και σε ορθόδοξα κείμενα, ας δούμε τη σωστή της ερμηνεία με βάση την ελληνική (και όχι την ζηλωτική!) γραμματική. Πρώτα από όλα, η φράση "ἀνάθεμα ἔστωσαν" δεν είναι "διαρκής Ενεστώτας" (δεν υπάρχει "διαρκής Ενεστώτας" στην ελληνική γραμματική!), αλλά Προστακτική. Αυτό το παραδέχεται και ο συγγραφέας σε άλλο σημείο (σελ. 50) στο οποίο όμως και εκεί συνεχίζει την κακοποίηση της ταλαίπωρης γραμματικής... Διότι αρχικά συγχέει το  ρήμα με τον χρόνο, γράφοντας ότι  το "ἔστω" είναι τύπος "τοῦ ρήματος "εἰμί" καὶ ὄχι τοῦ "ἔσομαι"" (ενώ το "ἔσομαι" δεν είναι άλλο ρήμα, αλλά ο μέλλοντας του ίδιου του ρήματος "εἰμί"!). Έπειτα μιλάει για "ἴδια ἐνεργητική κλίση" αναφερόμενο στους τύπους ἔσται / ἔσονται. Όμως, ο μέλλοντας "ἔσομαι" είναι ρήμα μέσης φωνής (αποθετικό) και οι τύποι "ἔσται" (γ΄ ενικό) και "ἔσονται" (γ΄ πληθυντικό) έχουν μέσες καταλήξεις, όχι ενεργητικές, αφού το ρήμα "εἰμί" δεν έχει ενεργητικό μέλλοντα. Τέλος, συγκρίνει, παντελώς άστοχα από γραμματικής απόψεως, την προστατική (ἔστω) με την οριστική μέλλοντα (ἔσται), δύο διαφορετικές εγκλίσεις με εντελώς διαφορετικές λειτουργίες.

Ας επαναλάβουμε λοιπόν για άλλη μια φορά την ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου (που γνώριζε καλά την γραμματική) για το θέμα:

"Πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι τὰ ἐπιτίμια ὁποῦ διορίζουν οἱ Κανόνες, ἤγουν τὸ καθαιρείσθω, τὸ ἀφοριζέσθω, καὶ τὸ ἀνάθεμα ἔστω, αὐτὰ κατὰ τὴν γραμματικὴν τέχνην εἶναι γ΄. προσώπου προστακτικοῦ, μὴ παρόντος. Εἰς τὸ ὁποῖον διὰ νὰ μεταδοθῇ ἡ προσταγὴ αὕτη, ἐξ ἀνάγκης χρειάζεται νὰ ἦναι β΄. πρόσωπον παρόν. Τὸ ἐξηγῶ καλλιώτερα. Οἱ Κανόνες προστάζουσι τὴν σύνοδον τῶν ζώντων ἐπισκόπων νὰ καθαίρουν τοὺς ἱερεῖς, ἢ νὰ ἀφορίζουν, ἢ νὰ ἀναθεματίζουν τοὺς λαϊκούς, ὁποῦ παραβαίνουν τοὺς κανόνας. Ὅμως, ἂν ἡ σύνοδος δὲν ἐνεργήσῃ ἐμπράκτως τὴν καθαίρεσιν τῶν ἱερέων, ἢ τὸν ἀφορισμόν, ἢ ἀναθεματισμὸν τῶν λαϊκῶν, οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ καὶ οἱ λαϊκοί, οὔτε καθηρημένοι εἶναι ἐνεργείᾳ, οὔτε ἀφωρισμένοι ἢ ἀναθεματισμένοι. Ὑπόδικοι ὅμως, ἐδῶ μὲν εἰς τὴν καθαίρεσιν καὶ ἀφορισμὸν ἢ ἀναθεματισμόν, ἐκεῖ δὲ εἰς τὴν θείαν δίκην. Καθὼς καὶ ὅταν ἕνας Βασιλεὺς προστάξῃ τὸν δοῦλόν του νὰ δείρῃ ἕναν ἄλλον, ὁποῦ τοῦ ἔσφαλεν, ἐὰν ὁ προσταχθεὶς δοῦλος δὲν ἐνεργήσῃ τοῦ Βασιλέως τὴν προσταγήν, ἄδαρτος ἔμειναν ἐκεῖνος ὁποῦ ἔσφαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, ὑπόδικος ὅμως εἰς τὸν δαρμόν. Ὅθεν σφάλλουσι μεγάλως ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι, ὁποῦ λέγουσιν, ὅτι εἰς τοὺς παρόντας καιροὺς ὅλοι οἱ παρὰ κανόνας χειροτονηθέντες ἱερωμένοι εἶναι ἐνεργείᾳ καθηρημένοι. Ἱεροκατήγορος γλῶσσα εἶναι ἐκείνη ὁποῦ ἀνοήτως τὰ τοιαῦτα λόγια φλυαρεῖ, μὴ νοοῦσα, ὅτι ἡ προσταγὴ τῶν Κανόνων, χωρὶς τὴν ἔμπρακτον ἐνέργειαν τοῦ β΄. προσώπου, ἤτοι τῆς συνόδου, εἶναι ἀτέλεστος, ἀμέσως καὶ πρὸ κρίσεως μὴ ἐνεργοῦσα καθ' ἑαυτήν. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θεῖοι Ἀπόστολοι φανερὰ ἐξηγοῦσι τὸν ἑαυτόν τους μὲ τὸν μϛ΄. Κανόνα τους, ἐπειδὴ δὲν λέγουσι πὼς ἤδη εὐθὺς ἐνεργείᾳ εὑρίσκεται καθηρημένος, ὅποιος Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος δεχθῇ τὸ τῶν αἱρετικῶν βάπτισμα, ἀλλὰ καθαιρείσθαι προστάζομεν, ἤγουν νὰ παρασταθῇ εἰς κρίσιν, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ πὼς τοῦτο ἔκαμε, τότε ἂς γυμνωθῇ μὲ τὴν ἰδικήν σας ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην, τοῦτο προστάσσομεν" (Υποσημείωση με αφορμή τον Γ΄ Αποστολικό Κανόνα).

Και η μετάφρασή του για να το κατανοήσουν ακόμη και οι αμαθέστεροι:

"Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι ποινές που ορίζουν οι Κανόνες, δηλαδή το «ας καθαιρεθεί», το «ας αφοριστεί» και το «ας είναι ανάθεμα», σύμφωνα με τη γραμματική τέχνη ανήκουν στο γ΄ πρόσωπο της προστακτικής έγκλισης, όταν το πρόσωπο είναι απόν. Για να μεταδοθεί όμως αυτή η προσταγή, είναι απαραίτητο να υπάρξει ένα β΄ πρόσωπο που να είναι παρόν. Το εξηγώ καλύτερα: Οι Κανόνες προστάζουν τη σύνοδο των εν ζωή επισκόπων να καθαιρεί τους ιερείς ή να αφορίζει ή να αναθεματίζει τους λαϊκούς που παραβαίνουν τους κανόνες. Όμως, αν η σύνοδος δεν εφαρμόσει στην πράξη την καθαίρεση των ιερέων ή τον αφορισμό ή τον αναθεματισμό των λαϊκών, αυτοί οι ιερείς και οι λαϊκοί δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε καθηρημένοι, ούτε αφορισμένοι ούτε αναθεματισμένοι. Είναι όμως υπόδικοι, εδώ μεν (στη γη) απέναντι στην καθαίρεση, τον αφορισμό ή τον αναθεματισμό, εκεί δε (στον ουρανό) απέναντι στη θεία δίκη. Όπως ακριβώς συμβαίνει όταν ένας βασιλιάς προστάξει τον δούλο του να δείρει κάποιον άλλον που έσφαλε απέναντί του· αν ο δούλος που διατάχθηκε δεν εκτελέσει την προσταγή του βασιλιά, εκείνος που έσφαλε στον βασιλιά μένει αδαρτός, παραμένει όμως υπόδικος (υποψήφιος) για το ξύλο. Επομένως, σφάλλουν βαριά εκείνοι οι ανόητοι που λένε ότι στους σημερινούς καιρούς όλοι όσοι χειροτονήθηκαν αντίθετα με τους κανόνες είναι ήδη στην πράξη καθηρημένοι. Γλώσσα που κατηγορεί τα ιερά είναι εκείνη που φλυαρεί ανόητα τέτοια λόγια, μη καταλαβαίνοντας ότι η προσταγή των Κανόνων, χωρίς την έμπρακτη ενέργεια του β΄ προσώπου (δηλαδή της συνόδου), είναι ημιτελής και δεν ενεργεί από μόνη της αμέσως και πριν από τη διεξαγωγή κρίσης. Αυτοί οι ίδιοι οι θείοι Απόστολοι το εξηγούν ξεκάθαρα με τον 46ο (μϛ΄) Κανόνα τους. Διότι δεν λένε ότι βρίσκεται ήδη αμέσως καθαιρεμένος στην πράξη όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχτεί το βάπτισμα των αιρετικών, αλλά προστάζουν «να καθαιρείται»· δηλαδή να παρουσιαστεί σε δίκη και, αν αποδειχθεί ότι το έκανε αυτό, τότε ας απογυμνωθεί από την ιερωσύνη με τη δική σας απόφαση – αυτό προστάζουμε".

Βέβαια, επειδή εδώ ο Άγιος Νικόδημος είναι καταπέλτης εναντίον των αυτοματιστών, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την δικαιολογία ότι τάχα "ἀφορᾷ ἄκριτα κανονικά παραπτώματα καί ὄχι περιπτώσεις κατακεκριμένων αἱρέσεων" (υποσ. 69), η οποία όμως είναι, ως αυθαίρετη, παντελώς ατεκμηρίωτη για άλλη μια φορά. 

***

Στις σελ. 54-55 ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι αν οι "Κυπριανιστές" θέλουν να είναι συνεπείς με την εκκλησιολογία τους (δηλαδή την αποδοχή Μυστηριών των ακρίτων αιρετικών) τότε "ἐπιβάλλεται νά ἀποδέχονται κάθε Κανονική Πράξη πού τούς ἐπιβάλλεται ἀπό τά Συνοδικά Δικαστήρια τῆς "ἀκρίτου" αἱρετικῆς Οἰκουμενιστικῆς ἐκκλησίας, ἀπό τήν ὁποία ἀποσχίσθηκαν, ὑπακούοντας ἀναντίρρητα σ' αὐτές".

Το διαστρεβλωτικό αυτό επιχείρημα είναι γνωστό, διότι το χρησιμοποιούσαν και οι Ματθαιϊκοί. Ιδού όμως πως το αναιρεί ο μακαριστός π. Θεοδώρητος, απευθυνόμενος σε ιδεολογικό πρόγονο του συγγραφέως: "Ἐπιθυμοῦντες ἐν συνεχείᾳ νὰ κηρύξετε τὴν γνωστὴν ἐπῳδόν σας — τὸ μοναδικὸν ὅπλον ποὺ σᾶς ἀπέμεινε — ὅτι οἱ Νεοημερολογῖται ἀπώλεσαν τὴν Χάριν ἀπὸ τὸ 1924, ἀναφέρετε τὸν π. Φλωρίνης Χρυσόστομον, ἰσχυριζόμενος ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχεν οὕτως ἡ ἀλήθεια, ὁ ἀνωτέρω Ἱεράρχης θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρῆται τῇ ἀληθείᾳ καθηρημένος, ἐφ’ ὅσον καθηρέθη ὑπὸ Ἐκκλησίας ἐχούσης Χάριν. (Κατὰ τὴν ἄποψίν μου.) Τίς ὅμως ἀγνοεῖ ὅτι αἱ καθαιρέσεις  τότε  καὶ  μόνον  ἐνεργοῦνται καὶ ἰσχύουν ὅταν γίνωνται  συμφώνως  πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὴν φωνὴν τῶν ἱερῶν Κανόνων; Ὁ ἱερὸς Νικόδημος, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ μὲ παραπέμπετε πρὸς μελέτην, ἰδοὺ τί λέγει ἐπὶ τοῦ προκειμένου : "Ὅσοι δὲ ἀδίκως ἀφορισθοῦν διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἢ διὰ τὴν πίστιν ἢ διὰ τὰς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας... οὗτοι πρέπει νὰ χαίρουν, ἐπειδὴ καὶ εἶναι μακαρισμοῦ ἄξιοι". Καὶ ὁ θεῖος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής : "Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης, οὐχ ἕπεται αὐτῷ τὸ θεῖον κρῖμα". (Σημ. 3 τοῦ ΛΒ΄ Ἀποστ. Κανόνος.) Συνεπῶς,  οὔτε  ὁ κυρὸς Φλωρίνης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ Δημητριάδος καὶ Ζακύνθου καθηρέθησαν τὸ 1935,  οὔτε  ἡ Νεοημερολογιτική Ἐκκλησία εἶχεν ἀπωλέσει τὴν Χάριν. Καινοτομήσασα  σοβαρῶς  καὶ  ἐπικινδύνως  κατὰ τῆς συνόλου Ὀρθοδοξίας, ἔδιδε ὅλον τὸ  δικαίωμα  εἰς τοὺς ἀνωτέρω Ἱεράρχας καὶ τὸν πιστὸν Λαὸν τοῦ Θεοῦ ὅπως τὴν ἀποκηρύξουν, μακρυνόμενοι τῶν κόλπων της, ὡς ἐγένετο πολλάκις καὶ παλαιότερον ἐν τῇ ἱστορίᾳ" (Γ΄ Ανοικτή Επιστολή προς τον Πρωθιερέαν κ. Ευγένιον Τόμπρον, Άγιον Όρος-Αθήνα, 1972, σελ. 2). 

***

Ο συγγραφέας δεν παραλείπει (σελ. 57-58 και 72-73) να αναφερθεί και στον Όσιο Θεόδωρο Στουδίτη και να επαναλάβει τις (γνωστές και από την χρήση τους από τον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά) θέσεις περί ακύρων μυστηρίων των αιρετικών. Ο Όσιος Θεόδωρος όμως έδρασε ΜΕΤΑ την καταδίκη των Εικονομάχων από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, οπότε τα λεγόμενά του αφορούν κεκριμένους αιρετικούς, παρά την αγωνιώδη προσπάθεια του συγγραφέως να πείσει (πάλι χωρίς αποδείξεις) ότι πρόκειται τάχα περί ακρίτων.

***

Η υποσημείωση 87 (σελ. 64-65) αποτελεί ένα τρομερό τεκμήριο σκοτισμού του συγγραφέα, για αυτό και την παραθέτω αυτούσια εδώ, μη τυχόν και την εξαφανίσει, όταν κατανοήσει το μέγεθος του παραλογισμού:

Όπως βλέπει ξεκάθαρα κάθε αναγνώστης που έχει σώας τας φρένας του, εδώ ο Άγιος Ταράσιος αποδεικνύεται ξεκάθαρα "Κυπριανιστής" (δηλαδή Ορθόδοξος), αφού αποδέχεται ότι οι Εικονομάχοι μέχρι την (υπό της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου στην οποία προήδρευσε) καταδίκη της Εικονομαχίας (η οποία διαίρεσε την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως) θεωρούνται (εν πλάνη και ασθενεία μεν) μέλη της Εκκλησίας, για αυτό και πανηγυρίζει που η διαίρεση έπαυσε, τα διηρημένα μέλη ενώθηκαν εν τη αληθεία και η πλάνη της αιρέσεως εξαφανίστηκε. Τον ίδιο πανηγυρισμό εκφράζει και ο Άγιος Ομολογητής Θεοφάνης ο Γραπτός σε τροπάριο του κανόνος που συνέγραψε και ψάλλουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας: "Μεγίστην εὐεργεσίαν βλέποντες, χεῖρας κροτήσωμεν, τὰ διεστῶτα μέλη τοῦ Χριστοῦ, συνηγμένα πρὸς ἕνωσιν, καὶ τὸν Θεὸν αἰνέσωμεν, τὸν τὴν εἰρήνην πρυτανεύσαντα".

O Άγιος Ταράσιος λοιπόν μαζί με τους Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου πιστεύουν τα ακριβώς αντίθετα από όσα πρεσβεύει ο συγγραφέας, αφού συμφωνούν με εμάς τους "Κυπριανιστές" (δηλαδή τους Ορθοδόξους) ότι τα Μυστήρια των μη καταδικασμένων αιρετικών είναι δεκτά. Διότι όταν λένε "δεῖ δέχεσθαι τοὺς ἐξ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας; Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε, ναί, Δέσποτα, ἠκροασάμεθα καὶ δέον δέχεσθαι" τότε ένα από τα δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει: ή ότι οι Πατέρες είναι Οικουμενιστές και όπως οι σημερινοί Οικουμενιστές δέχονται Μυστήρια στους εκτός Εκκλησίας ή ότι οι Πατέρες είναι Ορθόδοξοι (δηλαδή "Κυπριανιστές" όπως τους αποκαλεί ο συγγραφέας) και δέχονται τα Μυστήρια των αιρετικών ΠΡΟ της καταδίκης τους.

***

Γράφοντας δε ο συγγραφέας (σελ 68) "κάθε ἀντίθετη ἄποψη βασίζεται σέ παρερμηνεῖες ἤ καί σέ ἐσκεμμένες παραποιήσεις, πού σκοπό ἔχουν τήν ἐξαγωγή στοχευμένων συμπερασμάτων, πού συντρέχουν καί ἐπικουροῦν τούς πονηρούς σκοπούς τῶν Οἰκουμενιστῶν", μου έρχεται στο μυαλό η περίφημη λατινική φράση "Clodius accusat moechos"...

***

Συνεχίζοντας ο συγγραφέας, και προσπαθώντας να υποβαθμίσει τη σημασία της επίκλησης της Αγίας Τριάδος στο υπό αιρετικών τελούμενο βάπτισμα, αναφέρει (σελ. 72) ότι ο Μέγας Αθανάσιος θεωρεί ένα τέτοιο βάπτισμα ανώφελο. Παραθέτω και ενταύθα το πρωτότυπο κείμενο του Αγίου που παρέλειψε ο συγγραφέας (μιας και η μετάφραση της ΕΠΕ που παραθέτει είναι προβληματική -π.χ. το "ὑγιαίνουσαν" το μεταφράζει ..."σταθεράν"): "Πολλαὶ γοῦν καὶ ἄλλαι αἱρέσεις λέγουσαι τὰ ὀνόματα μόνον, μὴ φρονοῦσαι δὲ ὀρθῶς, ὡς εἴρηται, μηδὲ τὴν πίστιν ὑγιαίνουσαν ἔχουσαι, ἀλυσιτελὲς ἔχουσι καὶ τὸ παρ' αὐτῶν διδόμενον ὕδωρ λειπόμενον εὐσεβείᾳ, ὥστε καὶ τὸν βαπτιζόμενον παρ' αὐτῶν ῥυπαίνεσθαι μᾶλλον ἐν ἀσεβείᾳ ἢ λυτροῦσθαι". Βλέπουμε λοιπόν ότι όντως ο Άγιος, αν και αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω αιρέσεις επικαλούνται τα θεία ονόματα (δηλαδή της Αγίας Τριάδος), θεωρεί, πολύ σωστά, αυτό το βάπτισμα ανώφελο ("ἀλυσιτελές" στο πρωτότυπο). Τότε γιατί ο Μέγας Αθανάσιος (μαζί με όλους τους Πατέρες και τις Συνόδους) δέχθηκε (ως γνωστόν τοις πάσι, εκτός από τον συγγραφέα) χωρίς Αναβαπτισμό τους Αρειανούς; Αυτό συνέβη επειδή αφενός μεν το "ανώφελο" δεν σημαίνει "ανύπαρκτο" (το εξηγεί πολύ αναλυτικά και ο Άγιος Αυγουστίνος αυτό στο "Κατά Δονατιστών" έργο του, που προσεχώς θα εκδώσω), αφετέρου δε επειδή η επίκληση των θείων ονομάτων αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία η Εκκλησία εφαρμόζοντας την Οικονομία αποδέχεται αυτό το υπαρκτό Βάπτισμα, το οποίο συμπληρώνει με την "ὑγιαίνουσαν πίστιν" και την ευσέβεια που λείπει

***

Τα όσα αναφέρει ο συγγραφέας περί "θείου σπινθήρα" (σελ 74), καθώς και οι προσωπικές του ερμηνείες περί ακύρου-ανυποστάτου (σελ. 77-79) Μυστηρίου είναι παντελώς άσχετα με τον λεγόμενο "Κυπριανισμό", με τον οποίο, παραπλανητικώς, προσπαθεί να τα συσχετίσει, και πάλιν και πολλάκις, χωρίς καμία απόδειξη.

***

Ολοκληρώνοντας την αδολεσχία του ο συγγραφέας ουσιαστικά διδάσκει (σελ. 80-81) ότι η Εκκλησία έχει ένα μαγικό ραβδάκι με το οποίο μετατρέπει το ανύπαρκτο σε υπαρκτό (δηλαδή ότι ακριβώς πράττει ο Παπισμός ή ότι έκανε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος με τους αχειροτόνητους Ουκρανούς). Κατανοώντας όμως (ίσως σε μια έξαρση λογικής) το άτοπο μιας τέτοιας θεωρίας προσπαθεί να δώσει την αστεία ερμηνεία (επίσης χωρίς καμία πατερική τεκμηρίωση) ότι ο αχειροτόνητος μεταμορφώνεται σε χειροτονημένο διά της συλλειτουργίας! Δεν μας αναφέρει όμως πως ένας αβάπτιστος μεταμορφώνεται σε βαπτισμένο...

***

Κλείνοντας την παρούσα ανάρτηση θα συνιστούσα  στους νεοφανείς "αντικυπριανίτες", ειδικά τους ρασοφόρους, να μελετούν τα θέματα αυτά με ταπείνωση, προσευχή και προσοχή, για να μην εξευτελίζουν την Ορθοδοξία και εξευτελίζονται και οι ίδιοι. Διότι συκοφαντώντας τους Πατέρες μας ως αιρετικούς, ας μη νομίζουν ότι δεν θα βρεθούν υπερασπιστές τους.

Νικόλαος Μάννης




ΙΕ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ: Ερμηνεία ιερού Χρυσόστομου Ματθ. ΚΒ΄ 33-46.

Έργο Γκυστάβ Ντορέ - Εθνική Βιβλιοθήκη της Πολωνίας



[Ματθ. ΚΒ΄ 33-46]

«Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ὅταν ἤκουσαν ὅτι ὁ Κύριος ἀπεστόμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνεκεντρώθησαν γύρω του, καὶ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς νομικὸς τὸν ἠρώτησε μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ καὶ τοῦ εἶπε· Διδάσκαλε, ποία μεγάλη ἐντολὴ ὑπάρχει εἰς τὸν Νόμον;».
 

1. Πάλιν ὁ εὐαγγελιστὴς προβάλλει τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σιωπήσουν, καὶ δεικνύει μὲ αὐτὸ τὴν θρασύτητα ἐκείνων. Πῶς καὶ μὲ ποῖον τρόπον; Μὲ τὸ ὅτι ἂν καὶ ἀπεστομώθησαν ἐκεῖνοι, αὐτοὶ πάλιν ἐπιτίθενται. Επρεπε δὲ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ νὰ ἡσυχάζουν, ἀλλ ̓ αὐτοὶ συναγωνίζονται μὲ τοὺς προηγουμένους, καὶ προβάλλουν τον νομικόν, ὄχι μὲ σκοπὸν νὰ μάθουν, ἀλλ' ἐπιχειροῦν νὰ τὸν παγιδεύσουν καὶ ἐρωτοῦν, «Ποία εἶναι ἡ πρώτη ἐντολή;». Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ πρώτη ἐντολὴ εἶναι, «'Αγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου», ἐν τῇ ἀναμονῇ των νὰ τοὺς δώσῃ κάποιαν ἀφορμήν, συμπληρώνων καὶ διορθώνων αὐτήν, ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἐπαρουσίαζε τὸν ἑαυτόν τον Θεόν, τοῦ κάνουν τὴν ἐρώτησιν. 
Τί κάνει λοιπὸν ὁ Χριστός; Ἀφοῦ ἐφανέρωσε τὴν αἰτίαν ποὺ τοὺς ὡδήγησεν εἰς αὐτὸ ποὺ ἐπήγαζεν ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν κάθε ἴχνους ἀγάπης, ἀπό τό ὅτι λειώνουν από φθόνον καὶ κατακυριεύονται ἀπὸ ζηλοτυπίαν, λέγει «Νὰ ἀγαπήσῃς Κύριον τὸν Θεόν σου· αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη και μεγάλη ἐντολή. Δευτέρα δὲ ὁμοία μὲ αὐτὴν εἶναι, ν ̓ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου όπως τὸν ἑαυτόν σου». Διατί δὲ εἶναι ὁμοία μέ αὐτήν; Διότι αὐτὴ προετοιμάζει ἐκείνην καὶ συγχρόνως συγκροτεῖται ἀπὸ αὐτήν. Διότι, «ὁ καθένας που πράττει τὸ κακόν, μισεῖ τό φῶς, καὶ δὲν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς διὰ νὰ μὴ γίνουν φανερά τα ἔργα του». Καὶ πάλιν· «Εἶπεν ὁ ἄφρων εἰς τὸν ἑαυτόν του Δὲν ὑπάρχει Θεός». Καὶ τί προκύπτει ἀπό αὐτό; Ότι «διεφθάρησαν καὶ ἔγιναν μισητοί ἀπό τά ἔργα των» καὶ πάλιν «Η φιλαργυρία εἶναι ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦντες μερικοὶ ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν πίστιν» καί «Αὐτός πού μέ ἀγαπᾷ θα τηρήσῃ τὰς ἐντολάς μου». Ολαι δὲ αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ μὲ ἀποκορύφωμα αὐτῶν εἶναι· «Νὰ ἀγαπήσῃς Κύριον τόν Θεόν σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου». Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν σημαίνῃ ἀγάπην πρὸς τὸν πλησίον (διότι λέγει, «ἐὰν μὲ ἀγαπᾷς, Πέτρε, ποίμαινε τα πρόβατά μου»), ἡ δὲ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον συντελῇ εἰς τὴν διαφύλαξιν τῶν ἐντολῶν, τότε και τα φυσικόν λόγον λέγει, ὅτι «ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐντολὰς ἐξαρτῶνται ὅλος ὁ κόσμος καὶ οἱ Προφῆται». Διὰ τοῦτο λοιπόν αὐτὸ ἀκριβῶς ποὺ ἔκανε προηγουμένως, τὸ ἴδιο κάνει καὶ τώρα ἐδῶ. Καθ' ὅσον καὶ ἐκεῖ, ἐρωτηθείς περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναστάσεως, τοὺς ἐδίδαξε τί εἶναι ἀνάστασις, διδάσκων αὐτοὺς δὲ περισσότερα ἀπό ὅσα ἐχρειάζετο να πεισθοῦν. Καὶ ἐδῶ, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρώτην ερώτησιν, ἀπαντᾷ καὶ εἰς τὴν δευτέραν που δεν διαφέρει καὶ πολὺ ἀπό τήν πρώτην (διότι εἶναι μὲν δευτέρα, ἀλλ ̓ εἶναι ὁμοία τῆς πρώτης), ὑπαινισσόμενος μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὸ κίνητρον τῆς ἐρωτήσεώς των, διότι ἀπό μίσος τὸν ἠρώτησαν. Καθ' ὅσον ἡ ἀγάπη δὲν ζηλοφθονεί. Μὲ αὐτό παρουσιάζει τὸν ἑαυτόν του πειθαρχοῦντα καὶ εἰς τὸν Νόμον καὶ εἰς τοὺς προφήτας. 
Αλλὰ διατί ὁ μὲν Ματθαῖος λέγει ὅτι τὸν ἠρώτησε μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ», ὁ δὲ Μᾶρκος λέγει τὸ ἀντίθετον; Διότι λέγει, «ἐπειδὴ διαπίστωσεν ὁ  ̓Ιησοῦς, ὅτι ἦτο συνετή ἡ ἀπάντησις του, εἶπεν εἰς αὐτόν. Δὲν εὑρίσκεσαι μακράν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀντιφάσκουν μεταξύ των, ἀλλ ̓ ἀντιθέτως συμφωνοῦν εἰς μεγάλον βαθμόν. Διότι τον ἠρώτησεν εἰς τὴν ἀρχὴν μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξῃ, ἐπειδὴ ὅμως ὠφελήθη ὁ νομικὸς ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν, ἐπηνέθη. Οὔτε βέβαια τὸν ἐπήνεσεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἀλλ ̓ ὅταν εἶπεν, ὅτι ἡ πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπη ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ τὰ ὁλοκαυτώματα, τότε λέγει· «Δὲν εὑρίσκεσαι μακρὰν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» διότι παρέβλεψε τα δευτερεύοντα καὶ ἠσχολήθη μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀρετῆς. Καθ' ὅσον ὅλα ἐκεῖνα, καὶ τὸ Σάββατον καὶ τὰ λοιπά, δι' αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔγιναν. Καὶ οὔτε τοῦ ἔπλεξε πλήρη ἔπαινον ἀλλ' ἀκόμη μικρόν. Διότι μὲ τοὺς λόγους του, «δὲν εὑρίσκεσαι μακριά», τοῦ δείχνει ὅτι ἀκόμη ἀπέχει, ὥστε νά ζητήσῃ τὸ ὑπόλοιπον. Ἐὰν δὲ μὲ τὸ νὰ εἰπῇ «Ενας εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλος», τὸν ἐπῄνεσεν ὁ Κύριος, αὐτὸ νὰ μὴ σὲ κάνῃ νὰ θαυμάζῃς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὸ μάθε καλὰ πῶς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσιν αὐτῶν ποὺ τὸν πλησιάζουν. Διότι καὶ ἂν ἀκόμη λέγουν ἄπειρα λόγια αντάξια τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅμως δὲν θὰ τολμήσουν νὰ εἰποῦν αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει οὐδόλως Θεός. 
Διὰ ποῖον λοιπόν λόγον ἐπαινεῖ αὐτὸν ποὺ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος Θεὸς πλὴν τοῦ Πατρός; Ὁ Κύριος δὲν ἐξαιροῦσε τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι Θεός μακριά κάτι τέτοιο ἀλλ ̓ ἐπειδὴ δὲν ἦτο ἀκόμη ὁ κατάλληλος καιρὸς ν ̓ ἀποκαλύψῃ τὴν θεότητά του ἀφήνει ἐκεῖνον νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐκ προτέρου γνωστὴν πίστιν καὶ τὸν ἐπαινεῖ ποὺ γνωρίζει καλὰ τὴν παλαιά, ὥστε νὰ τὸν προετοιμάσῃ διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἰσάγων αὐτὴν τὸν κατάλληλον καιρόν. Αλλωστε δὲ καὶ τὸ «Ἕνας εἶναι ὁ Θεός, καὶ ἄλλος ἐκτός ἀπό αὐτόν δὲν ὑπάρχει» καὶ εἰς τὴν Παλαιάν Διαθήκην καὶ παντοῦ, δὲν λέγεται πρὸς ἀθέτησιν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ' ἔχει λεχθῆ πρὸς ἀντιδιαστολὴν ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Ωστε, ἐπαινῶν αὐτὸν ποὺ ἔδωσεν αὐτὴν τὴν ἀπήντησιν, τὸν ἐπαινεῖ δι ̓ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πίστιν του. 
Εἰς τὴν συνέχειαν καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐρωτᾷ «Ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ τοῦ Χριστοῦ; Τίνος Υἱὸς εἶναι; Λέγουν εἰς αὐτόν· Τοῦ Δαυΐδ». Πρόσεχε μετά ἀπό πόσα θαύματα ἐρωτᾷ, μετὰ ἀπὸ πόσα σημεία, μετὰ ἀπὸ πόσας ἐρωτήσεις, μετὰ ἀπὸ πόσας ἀποδείξεις συμφωνίας του πρὸς τὸν Πατέρα τόσον διά λόγων ὅσον καὶ δι ̓ ἔργων, μετὰ ἀπὸ τὸν ἔπαινον αὐτοῦ ποὺ εἶπεν ὅτι «Ενας εἶναι ὁ Θεός», ὥστε νὰ μὴ εὕρουν δικαιολογίαν καὶ εἰποῦν, ὅτι θαύματα μὲν ἔκαμεν, ἀλλ ̓ ὅμως ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον καὶ πολέμιος πρὸς τὸν Θεόν. Διὰ τοῦτο κάνει τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν μετὰ ἀπὸ τόσα, ὁδηγῶν αὐτοὺς κατά τρόπον λανθάνοντα εἰς τὸ νὰ ὁμολογήσουν καὶ αὐτὸν Θεόν. Καὶ τοὺς μὲν μαθητάς κατ ̓ ἀρχὴν τοὺς ἠρώτησε, τί λέγουν οἱ ἄλλοι περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐζήτησε την γνώμην των, αὐτοὺς ὅμως δὲν τοὺς ἐρωτᾷ ἔτσι, ἂν καὶ τὸν ὠνόμασαν πλάνον καὶ πονηρόν, ἐπειδὴ χωρίς φόβον ἔλεγον τά πάντα. Διὰ τοῦτο λοιπόν ἐξετάζει την γνώμην αὐτῶν τῶν ἰδίων. 
2. Ἐπειδὴ λοιπόν εἰς τὴν συνέχειαν ἐπρόκειτο να βαδίσῃ πρὸς τὸ πάθος αναφέρει την προφητείαν ποὺ διακηρύττει αὐτὸν σαφῶς Κύριον, ἀλλ ̓ ὅμως αὐτὸ δὲν γίνεται άπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, οὔτε θέτει αὐτὸ ἐκ τῶν προτέρων ὡς σκοπόν του, ἀλλὰ κατόπιν εὐλόγου αἰτίας. Διότι, ἀφοῦ ἠρώτησεν αὐτοὺς προηγουμένως, ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις των δὲν περιελάμβανε την πραγματικὴν γνώμην των περὶ αὐτοῦ (διότι τὸν ὠνόμαζον ἁπλοῦν ἄνθρωπον), ἀνατρέπων τὴν ἐσφαλμένην των γνώμην, ἀναφέρει τον Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος ἀνακηρύττει τὴν θεότητά του. Διότι ἐκεῖνοι μὲν ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἁπλοῦς ἄνθρωπος, διὰ τοῦτο καὶ ἔλεγον ὅτι ἦτο υἱὸς τοῦ Δαυΐδ, αὐτὸς ὅμως, διορθώνων αὐτὴν τὴν γνώμην των, ἀναφέρει τον Δαυΐδ, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει καὶ τὴν κυριότητά του καὶ ὅτι εἶναι γνήσιος Υἱός τοῦ Θεοῦ καὶ ὁμότιμος πρὸς τὸν Πατέρα του. Καὶ δὲν σταματᾷ μέχρις ἐδῶ, ἀλλὰ μὲ σκοπὸν νὰ τοὺς προκαλέσῃ φόβον, προσθέτει καὶ τοὺς ἑπόμενους λόγους, «μέχρις ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου», ὥστε νὰ τοὺς προσελκύσῃ ἔστω καὶ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ διὰ νὰ μὴ λέγουν ὅτι ἔδωσεν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν μὲ σκοπὸν νὰ τὸν κολακεύσῃ καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ γνώμη ἦτο ἀνθρωπίνη, πρόσεχε τί λέγει. «Πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ, ἐμπνευσμένος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα, ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον;». 
Πρόσεχε πῶς μὲ τρόπον μαλακὸν εἰσάγει την περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του γνώμην καὶ δόξαν. Κατ ̓ ἀρχὴν εἶπε, «Ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ τοῦ Χριστοῦ; Τίνος Υἱὸς εἶναι;», ὥστε μὲ τὴν ἐρώτησιν νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπάντησιν. Εἰς τὴν συνέχειαν, ἐπειδὴ εἶπαν ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Δαυΐδ, δὲν εἶπε, Νὰ καὶ ὁ Δαυϊδ λέγει τό ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ πάλιν μέ τρόπον ἐρωτήσεως λέγει· «Πῶς λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὸ ἅγιον Πνεῦμα ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον;», ὥστε νὰ μὴ παρουσιασθῇ ὡς ἀντιτιθέμενος πρὸς τοὺς λόγους των. Διὰ τοῦτο δὲν εἶπε, Ποίαν γνώμην ἔχετε δι ̓ ἐμένα, ἀλλὰ περὶ τοῦ Χριστοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἀπόστολοι με πλάγιον τρόπον ώμιλοῦσαν περὶ τοῦ Δαυΐδ λέγοντες· «Ἠμποροῦμεν με παρρησίαν νὰ σᾶς εἰποῦμεν περί τοῦ Πατριάρχου Δαυΐδ, ὅτι καὶ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη». Καθ' ὅμοιον τρόπον καὶ ὁ Κύριος διὰ τοῦτο ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως καὶ συλλογισμοῦ εἰσάγει τὴν ἀλήθειαν αὐτήν, λέγων· «Πῶς λοιπόν ὁ Δαυΐδ, ἐμπνευσμένος ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὀνομάζει αὐτὸν Κύριον μὲ τοὺς λόγους· Εἶπεν ὁ Κύριος εἰς τόν Κύριόν μου, κάθισε εἰς τὰ δεξιά μου μέχρις ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου;» καὶ πάλιν «Ἐὰν λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ὀνομάζῃ αὐτὸν Κύριον, πῶς εἶναι υἱὸς αὐτοῦ;». Μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν ἀναιρεῖ τὸ ὅτι εἶναι υἱός του, μή γένοιτο, διότι δὲν θὰ ἐπιτιμοῦσε τὸν Πέτρον διὰ αὐτό, ἀλλὰ διορθώνει τὴν ἐσφαλμένην γνώμην ἐκείνων. Ὥστε, ὅταν λέγῃ, «Πῶς εἶναι υἱός του;», ἐννοεῖ τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα ὅπως τὸ ἐννοεῖται ἐσεῖς. Διότι ἐκεῖνοι ἔλεγον ὅτι εἶναι μόνον υἱὸς τοῦ Δαυΐδ καὶ ὄχι καὶ Κύριος. Καί αὐτό τό ἔκαμε μετά την μαρτυρίαν, καὶ πάλιν ὅμως μὲ τρόπον πλάγιον. «Ἐὰν λοιπὸν ὁ Δαυΐδ ὀνομάζῃ αὐτὸν Κύριον, πῶς εἶναι υἱός του;». 
 ̓Αλλ' ὅμως ἂν καὶ ἤκουσαν αὐτὰ δὲν ἔδωσαν καμμίαν ἀπάντησιν· διότι βέβαια ἤθελον να μάθουν κάτι ἀπὸ τὰ πρέποντα. Διὰ τοῦτο ὁ ἴδιος προσθέτει τους λόγους, ὅτι εἶναι Κύριος τοῦ Δαυΐδ. Μᾶλλον δὲ οὔτε καὶ αὐτὸ λέγει κατὰ τρόπον εὐθύν, ἀλλ ̓ ἀφοῦ ἔλαβε μαζί του τον προφήτην, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐδείκνυον μεγάλην ἀπιστίαν πρὸς αὐτόν, καὶ διεβάλλετο ὑπ' αὐτῶν. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ κατ' ἐξοχὴν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκανδαλιζώμεθα καὶ ὅταν ἀκόμη λέγεται ὑπ' αὐτοῦ κάτι τὸ ταπεινὸν καὶ μὴ εὐθές. Διότι ἡ αἰτία αὐτοῦ, μαζί καὶ μὲ πολλὰς ἄλλας, ἦτο ἡ συγκατάβασις του να συνομιλῇ μὲ αὐτούς. Διὰ τοῦτο καὶ τώρα διδάσκει τὰς ἀληθείας ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως καὶ ἀπαντήσεως, ὑπαινίσσεται δὲ καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Διότι δὲν ἦτο τὸ ἴδιον ν ̓ ἀκούσουν νὰ ὀνομάζεται Κύριος τῶν Ἰουδαίων καὶ Κύριος τοῦ Δαυΐδ. 
Σὺ δὲ πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, καὶ τὸ ἐπίκαιρον τοῦ πράγματος. Διότι, ὅταν εἶπεν, ὅτι «Ενας εἶναι ὁ Κύριος», τότε καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν του εἶπεν ὅτι εἶναι Κύριος, ἀποδεικνύων αὐτὸ ὄχι μόνον μὲ τὰ ἔργα του, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς προφητείας. Καὶ ἀποδεικνύει ὅτι χάριν αὐτοῦ καὶ ὁ Πατήρ ἀμύνεται ἐναντίον των, διότι λέγει «μέχρις ὅτου θέσω τοὺς ἐχθρούς σου υποπόδιον τῶν ποδῶν σου»· καὶ ἀπό τούς λόγους αὐτοὺς γίνεται φανερή πολλὴ ὁμόνοια τοῦ Πατρὸς πρὸς αὐτὸν καθώς και τιμή. Και θέτει αὐτὸ ὡς τέλος τῶν συζητήσεών του μὲ αὐτούς, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑψηλὸν καὶ μέγα καὶ ἱκανὸν νὰ κλείσῃ τὰ στόματά των. Καθ' ὅσον οἱ λόγοι αὐτοὶ τοὺς ἔκαμαν να σιωπήσουν, ὄχι μὲ τὴν θέλησίν των, ἀλλ ̓ ἐπειδὴ δὲν εἶχον τίποτε νὰ εἰποῦν, καὶ ἔτσι ἐδέχθησαν καίριον πλῆγμα, ὥστε νὰ μὴ τολμήσουν ποτέ πλέον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐπιχειρήσουν το ίδιο πράγμα. Διότι λέγει, «κανεὶς δὲν ἐτόλμησεν ἀπὸ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νά τοῦ ὑποβάλῃ ἐρώτησιν. Δὲν ἦτο δὲ μικρὰ ἡ ὠφέλεια ποὺ ἐλάμβανε τὸ πλῆθος ἀπὸ αὐτό. Διὰ τοῦτο καὶ πρὸς αὐτοὺς πλέον στρέφει τὸν λόγον, ἀφοῦ ἀπεμάκρυνε τους λύκους καὶ ἀπέκρουσε τὰς ἐπιβουλάς αὐτῶν. Διότι ἐκεῖνοι δὲν ἐκέρδιζον τίποτε, κυριευθέντες ὑπὸ τῆς κενοδοξίας καὶ ἐμπεσόντες εἰς τὸ φοβερὸν αὐτὸ πάθος. Πράγματι αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι φοβερὸν καὶ πολυκέφαλον διότι κυριευμένοι ἀπὸ αὐτὴν ἄλλοι μὲν ποθοῦν σφόδρα τὴν ἐξουσίαν, ἄλλοι δὲ τὰ χρήματα καὶ ἄλλοι τὴν δύναμιν. Προχωροῦσα δὲ ἡ κενοδοξία χρησιμοποιεῖ καὶ τὴν ἐλεημοσύνην καὶ τὴν νηστείαν καὶ τὰς προσευχάς καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ γενικῶς εἶναι πολλαὶ αἱ κεφαλαί αὐτοῦ τοῦ θηρίου. 
 ̓Αλλὰ τὸ νὰ κενοδοξοῦν μὲν ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα δὲν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον, τὸ νὰ χρησιμοποιοῦν ὅμως τὴν νηστείαν καὶ νὰ προσεύχωνται ἀπὸ φιλοδοξίαν, αὐτὸ εἶναι τὸ παράξενον καὶ ἀξιοδάκρυτον.  ̓Αλλὰ διὰ νὰ μὴν κατηγορῶμεν μόνον αὐτήν, ἐμπρὸς νὰ εἰπῶμεν καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ τὴν ἀποφύγωμεν.