Υπάρχει ένας τρόπος ζωής
που δεν φαίνεται απ' έξω, αλλά κατατρώει την ψυχή από μέσα. Είναι η συνήθεια να
μικραίνεις τον εαυτό σου, να τον ακυρώνεις, να τον σπρώχνεις στην άκρη για να
μην θυμώσουν οι άλλοι. Δεν το κάνεις από κακία, ούτε από εγωισμό, το κάνεις από
φόβο. Φόβο σύγκρουσης, φόβο απόρριψης, φόβο απώλειας της σχέσης. Έτσι μαθαίνεις
να σωπαίνεις, να υποχωρείς, να συμφωνείς, ενώ μέσα σου κάτι πονά. Ο Άγιος Ισαάκ
ο Σύρος, βαθύς γνώστης των κινήσεων της καρδιάς, μιλούσε συχνά για αυτή τη
λεπτή μορφή πνευματικής ασθένειας. Δεν την ονόμαζε απλώς αδυναμία, αλλά σύγχυση
της αγάπης με τον φόβο γιατί άλλο είναι να ταπεινώνεσαι από αγάπη και άλλο να
εξαφανίζεσαι από φόβο. Πολλοί άνθρωποι έμαθαν από νωρίς ότι ο θυμός των άλλων
είναι επικίνδυνος. Ίσως τον έζησαν ως απειλή, ως απόρριψη, ως στέρηση αγάπης,
έτσι η ψυχή τους ανέπτυξε έναν μηχανισμό προστασίας. Αν δεν εκφραστώ, αν δεν
ενοχλήσω, αν δεν φανώ, τότε θα είμαι ασφαλής. Αυτή η στάση με τον καιρό γίνεται
τρόπος ύπαρξης. Ο Άγιος Ισαάκ θα έλεγε ότι η ψυχή όταν φοβάται δεν μπορεί να
αγαπήσει ελεύθερα γιατί η αγάπη απαιτεί παρουσία και όποιος ακυρώνει τον εαυτό
του δεν είναι παρών, ούτε στον Θεό, ούτε στον άνθρωπο.
Η συνεχής υποχώρηση δημιουργεί μια επιφανειακή ειρήνη. Δεν υπάρχουν φωνές, δεν
υπάρχουν εντάσεις, δεν υπάρχουν ρήξεις, όμως αυτή η ειρήνη είναι εύθραυστη,
βασίζεται στη θυσία της αλήθειας και η αλήθεια όταν θυσιάζεται δεν
εξαφανίζεται, αποθηκεύεται στην καρδιά ως βάρος, ως πίκρα, ως σιωπηλή θλίψη. Ο
Άγιος Ισαάκ έλεγε ότι η ειρήνη που δεν περνά από την αλήθεια δεν είναι η ειρήνη
του Θεού, είναι ανακωχή του φόβου και ο φόβος όσο κι αν σιωπά, κάποτε
φωνάζει.
Πολλοί μπερδεύουν την αυτοακύρωση με την ταπείνωση. Νομίζουν ότι το να μην
μιλούν, να μην αντιδρούν, να μην υπερασπίζονται τον εαυτό τους είναι
πνευματικό κατόρθωμα.
Ο Χριστός δεν ακύρωσε τον εαυτό του για να μην θυμώσουν οι άλλοι, μίλησε με
αλήθεια, έθεσε όρια, αντιπαρατέθηκε. Στο κατά Ματθαίον φαίνεται
καθαρά ότι η αλήθεια του προκάλεσε θυμό, αντίδραση, ακόμη και μίσος, και όμως
αυτή η αλήθεια ήταν η πιο καθαρή μορφή αγάπης. Η αγάπη που φοβάται το θυμό δεν
θεραπεύει, η αγάπη που τολμά την αλήθεια, ακόμη και αν πληγώσει, ανοίγει δρόμο
σωτηρίας.
Όταν ακυρώνεις τον εαυτό σου συνεχώς, δημιουργείται μέσα σου μια διάσπαση. Από
τη μια υπάρχει το πρόσωπο που δείχνεις. Ήσυχο, πρόθυμο, συγκαταβατικό. Από την
άλλη υπάρχει η καρδιά που πονά, που θυμώνει, που θλίβεται. Αυτές οι δύο
πλευρές, όταν δεν συμφιλιώνονται, γεννούν εσωτερική κόπωση. Ο Άγιος Ισαάκ
μιλούσε για την ανάγκη της εσωτερικής ενότητας. Η ψυχή, έλεγε, δεν αντέχει να
ζει διχασμένη, θέλει να είναι μία, αληθινή, ολόκληρη ενώπιον του Θεού.
Πολλές φορές ακυρώνεις τον εαυτό σου, επειδή νιώθεις υπεύθυνος για τα
συναισθήματα των άλλων. Νομίζεις ότι αν θυμώσουν, φταις εσύ, αν πληγωθούν,
φταις εσύ, αν δυσαρεστηθούν, φταις εσύ. Αυτή η αίσθηση ευθύνης, όμως, δεν είναι
αγάπη, είναι βάρος που δε σου ανήκει. Ο Άγιος Ισαάκ δίδασκε ότι κάθε άνθρωπος
είναι υπεύθυνος για την καρδιά του. Η αγάπη δεν ελέγχει, δεν χειραγωγεί, δεν
απορροφά τις ευθύνες του άλλου, προσφέρεται ελεύθερα και αφήνει τον άλλον
ελεύθερο.
Υπάρχει σιωπή που είναι προσευχή και υπάρχει σιωπή που είναι πάγωμα. Όταν
σιωπάς από φόβο, η σιωπή σου δεν αναπαύει αλλά σφίγγει, κλείνει, απομονώνει. Η πρώτη
γεμίζει τον άνθρωπο με Θεό η δεύτερη τον αδειάζει από τον εαυτό του και ο Θεός
δεν θέλει άδειους ανθρώπους, αλλά ζωντανές ψυχές.
Η πνευματική πορεία δεν οδηγεί στην εξαφάνιση, αλλά στην παρουσία. Ο άνθρωπος
καλείται να μάθει να υπάρχει χωρίς φόβο, να μιλά χωρίς επιθετικότητα, να θέτει
όρια χωρίς ενοχή, να αγαπά χωρίς να χάνεται. Ο Χριστός λέει πως η αλήθεια
ελευθερώνει. Όχι σιωπή από φόβο, όχι υποχώρηση χωρίς διάκριση.
Η ώριμη αγάπη δεν φοβάται τον θυμό του άλλου. Δεν τον επιδιώκει, αλλά δεν τον
αποφεύγει με κάθε κόστος. Ξέρει ότι ο θυμός πολλές φορές είναι αποκάλυψη πληγής
και η αγάπη δεν θεραπεύει όταν την κρύβεις, αλλά όταν την φανερώνεις. Ο
Άγιος Ισαάκ θα έλεγε ότι όποιος αγαπάει αληθινά πρέπει πρώτα να έχει
συμφιλιωθεί με την ύπαρξή του, να μην ντρέπεται που υπάρχει, να μην φοβάται που
μιλά.
Το να σταματήσεις να ακυρώνεις τον εαυτό σου είναι
επιστροφή στην αλήθεια, είναι πνευματική πράξη γιατί ο εαυτός σου δεν είναι
εχθρός του Θεού, είναι δημιούργημά του. Ο Άγιος Ισαάκ έβλεπε την αυτογνωσία ως
δρόμο σωτηρίας όχι για να υψωθεί ο άνθρωπος, αλλά για να σταθεί αληθινά ενώπιον
της αγάπης του Θεού.
Αν έμαθες να ακυρώνεις τον εαυτό σου για να μην θυμώσουν οι άλλοι, δεν σημαίνει
ότι είσαι αδύναμος, σημαίνει ότι κάποτε φοβήθηκες και ο Θεός δεν καταδικάζει τον φόβο, τον θεραπεύει. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος θα σου έλεγε να μην εξαφανίζεσαι
άλλο. Να σταθείς με αλήθεια, με ταπείνωση, με ελευθερία γιατί η αγάπη του Θεού
δεν χρειάζεται την αυτοακύρωσή σου, χρειάζεται την παρουσία σου.
Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026
ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ - Ο Θεός δεν καταδικάζει τον φόβο, τον θεραπεύει.
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (18)
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟ
ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ
Το πρόβλημα της εξουσίας
συναντά σήμερα δυσκολίες που δεν περιορίζονται στην κατάχρηση που ονομάζεται
«αυταρχισμός». Στην ιστορία, η σύγχυση μεταξύ υπακοής στον Θεό και υπακοής στην
ίδια την ανθρώπινη θέληση είναι συχνή. Η σημερινή κρίση δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση
μιας καλύτερης αμοιβαίας προσαρμογής, αλλά πηγαίνει βαθύτερα, προσβάλλοντας το
δικαίωμα της Εκκλησίας να δικαιολογεί την εξουσία της μέσω της επίκλησης της
υπακοής της πίστεως. Γνωρίζουμε τη βίαιη αντίδραση των προφητών, των μαρτύρων
και των αγίων απέναντι στις καταχρήσεις της θεοκρατίας. Ο άγιος Παύλος μας προτρέπει διαρκώς να διαφυλάσσουμε τη χριστιανική μας ελευθερία και να μη
σβήνουμε ούτε να λυπούμε το Άγιο Πνεύμα μέσω μιας τυφλής υποταγής.
Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν σκέπτεται μόνο την
Εκκλησία· ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος αισθάνεται τον Θεό ως εχθρό της
ελευθερίας. Στη χεγκελιανο-μαρξιστική διαλεκτική έχουμε τη σχέση Κυρίου και
δούλου· ο Φρόυντ μιλά για το σύμπλεγμα του «σαδιστή Πατέρα», που υποκινεί στην
«πατροκτονία»· για τον Νίτσε, ο Θεός είναι ο «Ουράνιος Κατάσκοπος», του οποίου
το βλέμμα ενοχλεί και αντικειμενοποιεί. Η συνηθισμένη ιδέα περί θείας
παντοδυναμίας και παντογνωσίας μετατρέπει την ιστορία σε θέατρο μαριονετών. Ή,
όπως έλεγε ένας φιλόσοφος: «Το δράμα είναι γραμμένο μέχρι την τελευταία πράξη
και κανένας ηθοποιός δεν μπορεί να το αλλάξει ούτε στο ελάχιστο». Μόνον ο Θεός
είναι ελεύθερος μέσα σε αυτόν τον ντετερμινισμό και, κατά συνέπεια, φαίνεται ο
μόνος ένοχος για την ύπαρξη του κακού. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει ο Προυντόν όταν
λέει: «Ο Θεός είναι το Κακό». «Αν υπάρχει ο Θεός, εγώ δεν είμαι πλέον
ελεύθερος· είμαι ελεύθερος, άρα ο Θεός δεν υπάρχει»· αυτός είναι ο αθεϊστικός
συλλογισμός που διατυπώνεται μέσω του αναρχικού Μπακούνιν ή του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Ακόμη
κι αν δεν τη δικαιολογούμε, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την αντίδραση, επειδή
η ιδέα περί Θεού υπέστη, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, μια τρομακτική
παραμόρφωση.
Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
Στη Δύση, η κατάσταση στο
εσωτερικό της Εκκλησίας περιπλέκεται από την αντανάκλαση της ανθρώπινης ιδέας
περί Θεού στις διάφορες θεολογίες, οι οποίες προκαλούν εσωτερικές διαμάχες. Στα
δύο άκρα συναντούμε, αφενός, τον τυπολατρικό κομφορμισμό και, αφετέρου, την
υπερβολική διάθεση αμφισβητήσεως και αναρχίας των προοδευτικών. Στους
«προοδευτικούς» χριστιανικούς κύκλους δεν κηρύσσεται πλέον το Ευαγγέλιο, αλλά
μια θεολογία της βίαιης επαναστάσεως. Το μόνο σημείο όπου ο Χριστός μιλά για
βία είναι εκείνο που αφορά την «κατάληψη της Βασιλείας»: «Η Βασιλεία των
ουρανών βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουν αυτήν» (Ματθαίος 11, 12). Τώρα όμως η
βία στρέφεται εναντίον των δομών της καταναλωτικής κοινωνίας, εναντίον του
καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος. Βεβαίως, το Ευαγγέλιο απαιτεί τη
«δικαιοσύνη» στις ανθρώπινες σχέσεις και στην οικοδόμηση της επίγειας
πολιτείας, αλλά αυτή η απαίτηση αρθρώνεται μέσα σε μια «ιεραρχία αξιών», στην
κορυφή της οποίας βρίσκεται η θυσιαστική αγάπη. Το Ευαγγέλιο δεν μιλά για το
ιδεώδες μιας άνετης, υγιεινής, εύκολης και άφθονης ζωής. Ανάμεσα στην εξάλειψη
της πείνας ή της αδικίας στον τρίτο κόσμο και στην άνετη αστική ζωή που
κλείνεται στον εαυτό της υπάρχει πραγματικά μια άβυσσος. Δεν πρόκειται για το
να μετριάσουμε ή να περιορίσουμε την άνεση, αλλά για το να ανοίξουμε την
πολιτεία στην παρουσία του Θεού, στο θαύμα της Ενανθρωπήσεώς Του, της οποίας ο
σκοπός δεν είναι ο «ευτυχισμένος άνθρωπος», αλλά ο «μακαρισμένος» άνθρωπος, ο
οποίος ανατρέφεται κάτω από τον ήλιο των Μακαρισμών, ακόμη κι αν διώκεται ή
μαρτυρεί: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η
Βασιλεία των ουρανών». Όλα υποτάσσονται στη Βασιλεία και δεν σταματούν στην
απλή φυσική εκμετάλλευση της γης ή στη βολική εγκατάσταση μέσα στην ιστορία,
αλλά προχωρούν προς τη μεταμόρφωση που ανήκει στη «νέα γη». Δεν έχουμε να
κάνουμε με φυγή σε έναν άλλο κόσμο, αλλά με μια αντικειμενική μετάλλαξη: την
υπέρβαση των προτελευταίων αξιών προς τις έσχατες αξίες.
Η κουραστική αντιπαράθεση μεταξύ «πίστεως» και «θρησκείας» – που κηρύσσεται από
τη θεολογία της εκκοσμικεύσεως και του «θανάτου του Θεού» – εξουδετερώνει
καθετί το θετικό που υπάρχει στην Παράδοση, από τη διδασκαλία περί θεώσεως του
ανθρώπου έως την έμφαση που δίνεται στη «νέα κτίση». Η κτίση ανακαινίζεται μέσω
του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού, οι οποίοι άλλαξαν το οντολογικό
καθεστώς της ανθρώπινης υπάρξεως. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν στις δύο
περιπτώσεις μιλάμε για τον ίδιο Θεό, για το ίδιο Ευαγγέλιο, για το ίδιο
μυστήριο του Χριστού που διακονεί πάσχοντας. Έτσι παράγεται μια επικίνδυνη
μαρξιστικοποίηση της χριστιανικής συνειδήσεως, η οποία καταλήγει στο εξής
δίλημμα: πιστότητα στον Λόγο του Θεού, ερμηνευόμενο κατά το δοκούν, ή
ικανοποίηση των ανθρώπινων επιθυμιών, που εγκαινιάζει έναν αριστερό χιλιασμό,
ριζωμένο περισσότερο στην Παλαιά Διαθήκη παρά στη Νέα.
Χαρακτηριστικά, τα ρεύματα μιας νέας ιδεολογίας ξεκινούν από τη βαθιά σκέψη του
Ντήτριχ Μπονχέφερ· όμως ο λουθηρανός αυτός θεολόγος – αξιοθαύμαστος από
ορισμένες απόψεις – έγραφε στο τραγικό και πρόωρο τέλος της ζωής του: «Πάντοτε
παρατηρούσα ότι όλα όσα σκέπτομαι και αισθάνομαι εμπνέονται μάλλον από την
Παλαιά Διαθήκη, την οποία τελευταία διάβαζα πολύ συχνότερα από την Καινή
Διαθήκη...». Τα προοδευτικά ρεύματα εισέρχονται στον πολιτικό, οικονομικό και
κοινωνικό αγώνα εμπνεόμενα ακριβώς από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και
αναγορεύοντας τη μόνιμη διαμαρτυρία σε μύθο της βίαιης επαναστατικής δράσεως.
Ωστόσο, η αληθινή επανάσταση δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από την
ευαγγελική μετάνοια, προσανατολισμένη προς τον άνθρωπο της «Όγδοης Ημέρας» –
εκείνον τον άνθρωπο για τον οποίο «τα πάντα είναι νέα», διότι «ο Χριστός υπέταξε
τα πάντα στο σημείο του Σταυρού Του».
Χωρίς να λησμονεί τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης, η οργάνωση της ανθρώπινης
πολιτείας (στο κείμενο του Ησαΐα 40-53) υποτάσσεται στον Πάσχοντα Δούλο και
επικεντρώνεται στην παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Είτε πρόκειται
για τον καπιταλισμό είτε για τον μαρξισμό, ο παρών κόσμος αμφισβητείται ριζικά
από το Ευαγγέλιο στο όνομα μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Ο άνθρωπος αυτού
του κόσμου εργάζεται για τη διάνοιξη ενός ιστορικού δρόμου στρωμένου με αξίες που
δεν αναφέρονται σε μια ιδεώδη εμμενή πολιτεία, αλλά στη «νέα γη», που είναι η
πόλη του Θεού. Η ανθρώπινη στρατηγική οφείλει να συμμετέχει στη στρατηγική του
Θεού. Η υπερβατική στρατηγική του Θεού, όπως μεταφράζεται από το Ευαγγέλιο, δεν
υπόσχεται καμία υλική επιτυχία· στην πραγματικότητα, κάθε ιστορική εποχή
τελειώνει με μια αποτυχία, αλλά όλες αυτές οι μεγάλες αποτυχίες είναι στην
ουσία μεγάλες νίκες, διότι αποπροσανατολίζουν την ιστορία από τον εαυτό της,
οδηγώντας την στα όρια των ορίων της, προς την υπερβατικότητα της ίδιας της
μεταμορφώσεώς της. Εφόσον ο Χριστός αμφισβητεί αυτόν τον κόσμο, η Κάθοδος του
Αγίου Πνεύματος κατεβάζει πάνω στον κόσμο τις σωτήριες ενέργειές Του. Ο Χριστός
αμφισβητεί τον θάνατο μέσω του ίδιου Του του θανάτου και κατέρχεται στον Άδη
για να εξέλθει από εκεί σαν από «νυμφικό παλάτι». Αμφισβητεί τους σταυρωτές Του
για να τους χαρίσει συγχώρηση και ανάσταση. Σε όλους μας προσφέρει όχι τόσο μια
ζωή γεμάτη αφθονία, όσο τη θεία υιοθεσία και την αθανασία, τις οποίες γευόμαστε
ήδη από εδώ.
Όλες οι πράξεις δικαιοσύνης και κοινωνικής ανακαινίσεως δεν έχουν, αυτές
καθαυτές, απόλυτη αξία. Είναι αληθινές μόνο εν Χριστώ, στον βαθμό που μαρτυρούν
μέσω Αυτού την αγάπη του Πατέρα. Ήδη από εδώ, τέτοιες πράξεις αποκτούν κάτι από
τη διάσταση της αιωνιότητας· η θεία επικαιρότητα εγγράφεται στην ανθρώπινη μόνο
όταν οι άνθρωποι ανοίγονται προς την ετερότητα της υπερβάσεως.
Η διακήρυξη του «θανάτου του Θεού» καταφεύγει σε μια βία που περιορίζει τη θεία
αγάπη στις ανθρώπινες αντιλήψεις, διακηρύσσοντας ότι αυτή είναι απρόσιτη έξω
από την πολιτική και τις ατομικές διαμεσολαβήσεις. Η άμεση σχέση με τον Θεό
τίθεται υπό αμφισβήτηση, ενώ η προσευχή και η θεωρία καθίστανται άχρηστες,
επειδή υποτίθεται ότι μόνο η βίαιη επανάσταση θα άνοιγε ξανά τον δρόμο προς έναν
Θεό που, κατά συνέπεια, θα ανασταινόταν μέσω της πολιτικής! Μπροστά σε αυτή την
εκτροπή πρέπει να πούμε, μαζί με τους Πατέρες, ότι η αγάπη σημαίνει την αποδοχή του πλησίον διά του Χριστού, εν Χριστώ και
μαζί με τον Χριστό – Εκείνον που κατοικεί στην ψυχή μας και μας επιτρέπει να
αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «αδελφό». Οι θεολογίες της βίας δεν έχουν
ευαγγελικά θεμέλια και λησμονούν ότι ο Χριστός μας καλεί να υπερβούμε το πάθος
των συγκρούσεων.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (17)
ΤΟ
ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Πορευθέντες μαθητεύσατε
πάντα τὰ ἔθνη», λέει ο Κύριος. Η Εκκλησία φροντίζει για τις ατομικές ψυχές,
αλλά έχει συγχρόνως στην ευθύνη της και τις εθνικές συγκροτήσεις. Κάνει αισθητή
την προφητική της μαρτυρία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμόρφωσης των πολιτισμών
και των πολιτιστικών μορφών. Η ευχαριστιακή της πραγματικότητα θεμελιώνει το
υπερβατικό, ενώ το πασχάλιο μήνυμά της της προσδίδει μια αιώνια επικαιρότητα,
υπεράνω των εποχών. Διακηρύσσει την αλήθεια ότι ο Χριστός ήλθε για να κάνει από
τους νεκρούς υπάρξεις αποκοιμισμένες και να αφυπνίσει τους ζωντανούς.
Κάθε λαός επικεντρώνεται σε μια ιστορική αποστολή, υπό την έννοια ότι διακρίνει
– αργά ή γρήγορα – το σχέδιο του Θεού. Η παραβολή των ταλάντων μιλά για αυτό το
κανονιστικό σχέδιο που υπόκειται στην ανθρώπινη ελευθερία. Η ευαγγελική ηθική
είναι μια ηθική της ελευθερίας και της δημιουργίας· προϋποθέτει την πλήρη
ωριμότητα του ενηλίκου και συνεπάγεται – απείρως περισσότερο από οποιαδήποτε
εντολή του Νόμου – ασκητική πειθαρχία, εκούσιο καταναγκασμό και κίνδυνο.
Η ιστορία δεν είναι αυτόνομη, διότι όλα τα γεγονότα της αναφέρονται σε Εκείνον
που έχει «πᾶσαν ἐξουσίαν ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς». Ακόμη και ένας λόγος όπως: «Ἀπόδοτε
οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι» (Ματθ. 22, 21) δεν έχει νόημα παρά μόνο υπό το φως της
πίστεως· ο Καίσαρας δεν είναι Καίσαρας παρά μόνο σε σχέση με τον Θεό. «Αν ο
Θεός δεν υπάρχει, μπορώ ακόμη να ονομάζομαι λοχαγός;» ρωτά ένας αξιωματικός
στους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι, στον οποίο κάποιος ήθελε να αποδείξει
ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τίποτε από όσα είναι ιστορικά δεν μπορεί να διαφύγει
από την κανονιστική πρόγνωση που προορίζεται να το κρίνει. Αυτή είναι η σημασία
των «κρίσεων» που είναι εγγενείς σε κάθε πολιτισμό και οι οποίες αποτελούν
εσχατολογικές κρίσεις, προνοιακές στιγμές, εισβολές του υπερβατικού που
αποσκοπούν να επιστήσουν την προσοχή «εκείνων που έχουν ώτα για να ακούουν...».
Κάθε μανιχαϊστικός δυϊσμός, κάθε μονοφυσιτισμός που διαχωρίζει το θείο από το
ανθρώπινο, καταδικάζεται από τη συνοπτική διατύπωση της Συνόδου της Χαλκηδόνος:
η θεία και η ανθρώπινη φύση είναι ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αυτή η
διατύπωση καθορίζει με μεγάλη ακρίβεια τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου,
Εκκλησίας και ιστορίας, Εκκλησίας και πολιτισμού. Σε κανονιστικό επίπεδο, η
κοινωνικοπολιτιστική ζωή πρέπει να οικοδομείται γύρω από το δόγμα και να
καθοδηγείται από τις αρχές μιας θεολογικής κοινωνιολογίας, δεδομένου ότι «ο
χριστιανισμός είναι μίμηση της φύσεως του Θεού». Η εκκοσμικευμένη, εκλαϊκευμένη
εσχατολογία στερείται του βιβλικού Εσχάτου και ονειρεύεται μια κοινωνία αγίων
χωρίς τον Άγιο, μια Βασιλεία του Θεού χωρίς τον Θεό· αυτή η εσχατολογία είναι
στην πραγματικότητα μια αίρεση γεννημένη από τις αδυναμίες του ίδιου του
χριστιανισμού. Έχει να επιλέξει ανάμεσα στο να εγκαταλείψει τη Βασιλεία υπέρ
μιας πόλης κλεισμένης μέσα στην ιστορία και στο να εγκαταλείψει τον κόσμο προς
όφελος της αόριστης θεωρίας του ουρανού. Θέτοντας εκ νέου με ορμή το πρόβλημα
του ιστορικού νοήματος, ο σύγχρονος μαρξισμός φέρνει τη χριστιανική συνείδηση
στη θέση να διακηρύξει τη μυστική συνέχεια μεταξύ ιστορίας και Βασιλείας του
Θεού.
Η σταθερότητα της πίστεως μπορεί να διαπεράσει αυτόν τον ερμητικά κλειστό
κόσμο, ώστε να φανερώσει την αόρατη παρουσία του Υπερβατικού, να αναστήσει τους
νεκρούς, να μετακινήσει βουνά, να σπείρει τη φωτιά της ελπίδας για τη σωτηρία
όλων και να συνδέσει τη ματαιότητα αυτού του κόσμου με την «τριαδική πληρότητα
της Εκκλησίας».
Μια μονοφυσιτική και αποστεωμένη θεολογία δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε από το
μεγαλείο του πατερικού κανόνα, όπως δεν μπορεί να υποβαθμίσει ή να αμβλύνει τα
πλέον εκρηκτικά κείμενα της Αγίας Γραφής. Είναι σαφές ότι η πρώτη δικαίωση της
ιστορίας βρίσκεται στον εσχατολογικό μαξιμαλισμό των μοναχών. Διότι εκείνος που
δεν συμμετέχει στο μοναστικό τέλος της ιστορίας, στην απότομη μετάβαση προς τον
άλλο κόσμο – τον κόσμο που γεννιέται από την παύση της τεκνογονίας –
αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη της οικοδόμησης μιας θετικής ιστορίας, δηλαδή
μιας ιστορίας ανοιχτής προς το ανθρώπινο πλήρωμα: «Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου,
εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ»· αυτή η οδός και οι τρίβοι
υποδεικνύουν την ωρίμανση του ανθρώπου μέσα στον δυναμισμό της πληρότητάς του.
Η εσχατολογική θεολογία δεν έχει καμία άμεση σχέση με τη θεωρητική φιλοσοφία,
διότι προϋποθέτει την ανύψωση της σκέψεως επάνω στον δικό της σταυρό: «Ἃ ὀφθαλμὸς
οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ
Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Μια τέτοια σκέψη σε εξοικειώνει με
αυτόν τον ωραίο ορισμό των χριστιανών: «εκείνοι που αγάπησαν την Παρουσία» (Β΄
Τιμ. 4, 8). Στο φως της, οι άγιοι, οι ήρωες και οι ιδιοφυΐες που αγγίζουν – ο
καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο – την αλήθεια, ολοκληρώνονται στην
έσχατη πραγματικότητα της Βασιλείας.
Για τον Θεό, ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μέσο. Αν η ύπαρξη του ανθρώπου
προϋποθέτει την ύπαρξη του Θεού, η ύπαρξη του Θεού προϋποθέτει επίσης την
ύπαρξη του ανθρώπου. Στα μάτια του Θεού, το ανθρώπινο πρόσωπο είναι η απόλυτη
αξία· ο άνθρωπος είναι ένας «άλλος» και ένας φίλος από τον οποίο ο Θεός
αναμένει την ελεύθερη απάντηση της αγάπης και της δημιουργικότητας. Η λύση
είναι θεανθρώπινη, εξαρτώμενη από τη σύμπτωση των δύο Πληρωμάτων εν Χριστώ. Γι’
αυτό ο εσχατολογικός άνθρωπος δεν παραμένει σε παθητική αναμονή, αλλά
αφιερώνεται στην ενεργό και φλογερή προετοιμασία της Παρουσίας. Ο Χριστός
έρχεται «εἰς τὰ ἴδια» (Ιω. 1, 11), ως Θεός ανάμεσα στους θεωμένους, ως αστραπή
του θείου Πληρώματος μέσα στην πληρότητα μιας θεοποιημένης ανθρωπότητας.
«Ὁ λαμβάνων ἐάν τινα πέμψω, ἐμὲ λαμβάνει» (Ιω. 13, 20). Η μοίρα του κόσμου
εξαρτάται από την επινοητικότητα, από τη δημιουργικότητα της Εκκλησίας, από την
τέχνη της να παρουσιάζει το ευαγγελικό μήνυμα με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται
αποδεκτό από όλους τους ανθρώπους. Σε όλα τα επίπεδά της, η κουλτούρα αποτελεί
την άμεση σφαίρα αυτής της αντιπαράθεσης, αλλά η αμφισημία του πολιτισμού
περιπλέκει τρομερά αυτό το έργο.
Ιστορικά μιλώντας, ο πολιτισμός χρησιμοποιήθηκε για το κήρυγμα του Ευαγγελίου,
αλλά δεν αποτέλεσε κατ’ ανάγκην οργανικό στοιχείο της χριστιανικής
πνευματικότητας. Από την άλλη πλευρά, συναντούμε εδώ μια δυσκολία εγγενή στην
ίδια τη φύση του πολιτισμού. Η αρχή του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είναι η
τέλεια μορφή, νοημένη μέσα στα όρια του πεπερασμένου χρόνου και αντιτιθέμενη στο
άπειρο, στην απεραντοσύνη, στην Αποκάλυψη. Εξαιτίας της αποστροφής του προς τον
θάνατο, ο πολιτισμός αντιτίθεται στην εσχατολογία και εγκλείεται στη διάρκεια
του ιστορικού χρόνου. Όμως «τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου παρέρχεται»· να μια
προειδοποίηση που μας καλεί να μην λαξεύουμε είδωλα, να μην τρέφουμε αυταπάτες
περί επίγειων παραδείσων. Το τέλος της ιστορίας είναι το φως ενός απολογισμού
που δημιουργεί νόημα. Η εγκατάσταση μέσα στην ιστορία – ο ιστορικισμός χωρίς
τελικό σκοπό – όπως και η απλή άρνηση της ιστορίας, χαρακτηριστική εκείνης της
υπερ-εσχατολογίας που υπερίπταται της ιστορίας φθάνοντας κατευθείαν στο τέλος
της, απογυμνώνουν τον χρόνο, στερώντας του την καθαυτό ιστορική του αξία.
Η χριστιανική στάση απέναντι στον κόσμο δεν μπορεί ποτέ να είναι άρνηση, είτε
ασκητική είτε εσχατολογική. Είναι πάντοτε μια κατάφαση, αλλά μια εσχατολογική
κατάφαση: μια σειρά υπερβάσεων προσανατολισμένων προς έναν σκοπό, ο οποίος,
αντί να εξαλείφει, ανοίγει το σύνολο προς μια υπέρβαση. Πράγματι, ο πολιτισμός
δεν έχει άπειρη εξέλιξη, διότι δεν αποτελεί αυτοσκοπό· όταν
αντικειμενοποιείται, μετατρέπεται σε σύστημα καταναγκασμού και, εν πάση
περιπτώσει, το πρόβλημά του παραμένει άλυτο όσο παραμένει κλεισμένος μέσα στα
δικά του όρια. Αργά ή γρήγορα, η σκέψη, η τέχνη και η κοινωνική ζωή φθάνουν σε
ένα όριο πέρα από το οποίο πρέπει να επιλέξει κανείς: είτε να εγκατασταθεί στο
άπειρο της ίδιας του της εμμένειας, μεθυσμένος από τη ματαιότητά της, είτε να
απελευθερωθεί από τους ασφυκτικούς περιορισμούς της, αντανακλώντας την υπέρβαση
μέσα στα καθαρμένα της ύδατα. Ο Θεός θέλησε η Βασιλεία Του να μην είναι προσιτή
παρά μόνο αν περάσει κανείς μέσα από το χάος αυτού του κόσμου· η υπέρβαση δεν
είναι ένα ξένο σώμα μεταμοσχευμένο στον κορμό του κόσμου, αλλά η αποκάλυψη του
κρυμμένου βάθους του ίδιου του κόσμου.
Για τη Δύση ο κόσμος είναι πραγματικός, ενώ ο Θεός είναι αμφίβολος, υποθετικός,
πράγμα που οδηγεί στην παραγωγή αποδείξεων για την ύπαρξή Του. Στην Ανατολή,
αντίθετα, ο κόσμος είναι εκείνος που είναι αμφίβολος, απατηλός, και το μοναδικό
επιχείρημα υπέρ της πραγματικότητάς του είναι η αυταπόδεικτη ύπαρξη του Θεού. Η
φιλοσοφία της αυταπόδεικτης βεβαιότητας συμπίπτει με τη φιλοσοφία της
Αποκαλύψεως. Η βεβαιότητα – με τη σιγουριά της, υπό την έννοια του πασκαλικού Mémorial
– αποτελεί τον ίδιο τον τύπο της αληθινής γνώσεως, η οποία διαυγάζεται μέσω της
αποφατικής οδού.
Εάν ο άνθρωπος σκέπτεται τον Θεό, αυτό σημαίνει ότι βρίσκεται ήδη μέσα στη θεία
σκέψη και ότι ο Θεός σκέπτεται τον Εαυτό Του μέσω του ανθρώπου. Δεν μπορεί
κανείς να προχωρήσει προς τον Θεό παρά μόνο ξεκινώντας από Αυτόν. Το
περιεχόμενο της σκέψης περί Θεού είναι επιφανειακό: συνοδεύεται από την
παρουσία που επικαλείται. Ωστόσο, το μυστήριο της διεστραμμένης βούλησης – το
«μυστήριο της ανομίας» – παραμένει άθικτο. Ακόμη κι αν ο «ηθικός κομφορμισμός»
μπορεί να διολισθήσει σε μια ριζική αποξένωση, η οντολογική ομοιότητα του
ανθρώπου που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα» του Θεού παραμένει αμετάβλητη· ακόμη
κι όταν οι παραβάσεις φθάνουν στο αποκορύφωμα της διαφθοράς, η αυθαίρετη
ελευθερία – φθάνοντας στα ύψη της εξέγερσης – εξακολουθεί να είναι πραγματική
ελευθερία.
Η βεβαιότητα δεν εξαναγκάζει τη βούληση, όπως και η χάρη δεν μπορεί να την
αγγίξει παρά μόνο σε συνάρτηση με την ελευθερία. Αν ο δούλος αντιστέκεται
πεισματικά στα διατάγματα ενός τυράννου, ο εκλεκτός απαντά ελεύθερα όταν ο
Κύριος τον προσκαλεί στο δείπνο. Αν στοχαστούμε πάνω στο έργο του Αγίου
Πνεύματος στους έσχατους καιρούς, ίσως δούμε σε αυτό ακριβώς «τον δάκτυλο του
Θεού», τη δράση του Μάρτυρα: μια υπόδειξη, μια αποφασιστική πρόσκληση
απευθυνόμενη σε όλες τις μορφές του πολιτισμού, με σκοπό να τις επαναφέρει στην
αρχική τους πρόθεση και να τις τελειοποιήσει μέσω της τελικής επιλογής της
Βασιλείας.
Ο Άγιος Παύλος μιλά για τον Ιησού Χριστό ως το μοναδικό θεμέλιο: «τὸ ἔργον ἑκάστου
φανερὸν γενήσεται... καὶ τὸ πῦρ αὐτὸ δοκιμάσει ποῖόν ἐστιν τὸ ἔργον ἑκάστου»
(Α΄ Κορ. 3, 13). Το ίδιο και ο άνθρωπος: «Θα σωθεί, αλλά σαν μέσα από φωτιά».
Υπάρχουν ορισμένα «έργα που βγαίνουν ακόμη και από τη φωτιά». Επομένως, δεν
πρόκειται για την απλή καταστροφή του κόσμου, αλλά για μια δοκιμασία. Εκείνο
που αποδεικνύεται γνήσιο διαθέτει την ποιότητα που απαιτούν τα χαρίσματα και
συμμετέχει ως συστατικό στοιχείο στη «νέα γη».
Κάποτε, η κιβωτός του Νώε σώθηκε «μέσα από τα νερά». Η συμβολική εικόνα της
κιβωτού παραπέμπει σε ό,τι είναι προορισμένο να επιβιώσει και προεικονίζει,
μέσω αυτής της προφητικής οράσεως, το μεγάλο πέρασμα «διά πυρός» προς τη
Βασιλεία.
Οι αποκαλύψεις του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ μιλούν για τη μεταμόρφωση των
αισθήσεων, η οποία επιτρέπει ήδη από τώρα την αντίληψη των φωτεινών, θερμικών
και οσφρητικών φαινομένων ως σημείων της ουράνιας διάστασης του παρόντος
κόσμου. Περιβεβλημένος από φως, ο Άγιος Σεραφείμ προσφέρει στους μαθητές του τα
άνθη και τους καρπούς που αναπτύσσονται κάτω από τον «καινό ουρανό», ο οποίος
προαναγγέλλει το «πράγμα καθ’ εαυτό», όπως ακριβώς ο άγιος φανερώνει τον «άνθρωπο
καθ’ εαυτόν». Κατά απόλυτο τρόπο, και ο πολιτισμός αποτελεί μια τέτοια
διείσδυση στον τρόπο με τον οποίο ο Θεός βλέπει τα πράγματα και τα όντα, δηλαδή
στον λόγο και στη μεταμορφωμένη μορφή των κτισμάτων. Το ίδιο κάνει και η
εικόνα, αλλά αυτή τοποθετείται πέρα από τον πολιτισμό – ως μια «καθοδηγητική
εικόνα» προς την άμεση θέαση – ως ένα παράθυρο ανοιγμένο προς την «Όγδοη
Ημέρα».
Ένα ψευδές δίλημμα κάνει σήμερα την εμφάνισή του: πρέπει ο Χριστός να βρίσκεται
στην Εκκλησία ή στον κόσμο; Δεν πρόκειται καθόλου για προσαρμογή της Εκκλησίας
στη νοοτροπία του κόσμου, αλλά για προσαρμογή της ίδιας της Εκκλησίας, μαζί με
τον σημερινό κόσμο, στη Θεία Αλήθεια, στη Σκέψη του Θεού για αυτόν τον κόσμο.
Εάν ο Χριστός αποστέλλει την Εκκλησία μέσα στην ιστορία, το κάνει ώστε αυτή να
μετατρέπει τις διάφορες ιστορικές ώρες σε τόπους της Παρουσίας Του· έτσι
ολόκληρος ο κόσμος βιώνει τη θεία επικαιρότητα μέσα στην ανθρώπινη
επικαιρότητα. Ο Θεός δεν είναι πιο απομακρυσμένος από τη δική μας εποχή απ’
ό,τι υπήρξε σε άλλους καιρούς· η παρουσία Του είναι πράγματι αισθητή σε κάθε
διαπροσωπική συνάντηση που διασταυρώνεται με την Εκκλησία, επειδή οικοδομεί, με
τον δικό της τρόπο, το ανάστημα του Τελείου Ανθρώπου.
Η παρουσία του Χριστού είναι οικουμενική· από την άλλη πλευρά, η Εκκλησία είναι
το Σώμα του Χριστού, και ο Χριστός μάς καλεί να περάσουμε από τον συμβολισμό στην
εκρηκτική πραγματικότητα του Ευαγγελίου. Μας ζητεί να μεταβληθούμε σε έναν ύμνο
που φέρεται από τη λυτρωτική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος — ενέργεια για την
οποία μιλά η Αποκάλυψη και την οποία κανείς δεν θα μπορέσει να αγνοήσει.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τρίτη 16 Ιουνίου 2026
Ρωσία: Δεν στοχεύσαμε τον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου - Χτυπήθηκε από Patriot

«Οι χώρες της Δύσης προμήθευσαν στο καθεστώς του Κιέβου πυραύλους των οποίων η ημερομηνία χρήσης είχε λήξει» δήλωσε το ρωσικό Υπ. Άμυνας
Η Ρωσία δήλωσε τη Δευτέρα ότι δεν έπληξε το ιστορικό μοναστήρι της Λαύρας των Σπηλαίων (Pechersk Lavra) στο Κίεβο κατά τη διάρκεια νυχτερινής επίθεσης σε στρατιωτικά εργοστάσια στην ουκρανική πρωτεύουσα, και ότι ένας πύραυλος του αμερικανικού συστήματος αεράμυνας Patriot προκάλεσε ζημιές στον θρησκευτικό χώρο.
Το μοναστήρι, το οποίο αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, τυλίχθηκε στις φλόγες κατά τη διάρκεια της νύχτας της Δευτέρας, στην πιο σφοδρή ρωσική αεροπορική επίθεση στην ουκρανική πρωτεύουσα εδώ και δύο εβδομάδες.
Η Μόσχα δήλωσε ότι η επίθεσή της είχε ως στόχο και έπληξε εγκαταστάσεις παραγωγής drones, ενώ η Ουκρανία και πολλές δυτικές χώρες κατηγόρησαν τη Ρωσία ότι έπληξε το μοναστήρι.
Το Υπουργείο Άμυνας της Ρωσίας ανέφερε ότι ο πύραυλος Patriot, ο οποίος σύμφωνα με το ίδιο προκάλεσε ζημιές στο μοναστήρι, ενδέχεται να υπέστη δυσλειτουργία/αστοχία, καθώς υποστήριξε ότι οι δυτικές χώρες έχουν προμηθεύσει το Κίεβο με όπλα των οποίων η διάρκεια ζωής είχε λήξει.
«Οι ένοπλες δυνάμεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν σχεδιάζουν ούτε πραγματοποιούν πλήγματα εναντίον πολιτικών υποδομών», ανέφερε το Υπουργείο Άμυνας σε ανακοίνωσή του.
«Σύμφωνα με επιβεβαιωμένες αναφορές, το κτιριακό συγκρότημα στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου επλήγη από πύραυλο του αμερικανικού συστήματος αεράμυνας Patriot. Ένας πιθανός λόγος για τη δυσλειτουργία αυτού του συστήματος θα μπορούσε να είναι ότι οι δυτικές χώρες προμήθευσαν το καθεστώς του Κιέβου με πυραύλους που είχαν λήξει», σημειώνεται στην ανακοίνωση.
https://www.skai.gr/news/world/rosia-apo-oukraniko-patriot-i-fotia-sti-layra-ton-spilaion-sto-kievo
https://orthodoxostypos.gr/%cf%81%cf%89%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%87%ce%b5%cf%8d%cf%83%ce%b1%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%bd%ce%b1%cf%8c-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%ae/
Δευτέρα 15 Ιουνίου 2026
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (16)
Εκκλησία και Κόσμος
Ο Κύριος τοποθέτησε την
Εκκλησία μέσα στον κόσμο και της ανέθεσε την αποστολική αποστολή να μαρτυρεί
και να ευαγγελίζεται. Αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή της αποστολής της· η έκτασή
της μάς υποχρεώνει να αντιστρέψουμε τους όρους και να διακρίνουμε τη λύση ή την
εικόνα ενός κόσμου μέσα στην Εκκλησία, πράγμα που συνεπάγεται την ακριβή, δηλαδή
τη μέγιστη, αξιολόγηση του πολιτισμού και της ανθρώπινης δημιουργίας. Αυτός ο
στοχασμός επιβάλλεται στους θεολόγους που επιθυμούν να διατυπώσουν ορθά μια
θεολογία του κόσμου. Η εσχατολογία είναι εκείνη που μας καλεί να εμβαθύνουμε
στο όραμα, να συλλάβουμε την απολύτως νέα πραγματικότητα της εικόνας του Θεού
που λυτρώθηκε εν Χριστώ, να αποκαλύψουμε την ακριβή φύση και τον ρόλο των
αγγέλων και των δαιμόνων στη ζωή των ανθρώπων, να αναδείξουμε το φαινόμενο της
αγιότητας, των μαρτυρικών πράξεων και των προφητικών χαρισμάτων μέσα στο
σημερινό ιστορικό πλαίσιο. Πρόκειται για την αντιπαράθεση της μοίρας του κόσμου
με το φως της δημιουργίας και του θείου σχεδίου για τον κόσμο.
Η ιστορία και η εσχατολογία αλληλοπεριχωρούνται· η μία υπάρχει μέσα στην άλλη.
Η σημασία της Πεντηκοστής και των δωρεών του Αγίου Πνεύματος, το καθολικό,
εσχατολογικό και παρακλητικό νόημα της επικλήσεως (επικλήσεως του Αγίου
Πνεύματος) προσδιορίζουν —κατά τη διατύπωση του Αγίου Μαξίμου— τη θεμελιώδη
κλήση των χριστιανών μέσα στον κόσμο: «να ενώσουν την κτιστή φύση (τον κόσμο)
με την άκτιστη ενέργεια της θεώσεως, η οποία αναβλύζει ως ζωντανή πηγή μέσα
στην Εκκλησία».
Μέσα στον κόσμο, η Εκκλησία μετρά τον χρόνο και την ύπαρξη με το έσχατον, όνομα
που αμφισβητεί κάθε σύμπαν κλεισμένο στη δική του εμμένεια, και έτσι διατυπώνει
την ιερατική κλήση του ίδιου του κόσμου. Ο κόσμος δεν γίνεται Εκκλησία, αλλά
εναρμονίζεται «συμφωνικά» με την Εκκλησία, «ασυγχύτως και αδιαιρέτως»,
εκπληρώνοντας τον δικό του σκοπό με τη βοήθεια των ιδιαίτερων χαρισμάτων του. Ο
λόγος της Εκκλησίας είναι το αλάτι που δίνει γεύση στα λόγια, διαχέοντάς τα
τελικά μέσα σε όλους τους πολιτισμούς του σήμερα.
«Ο Θεός αγάπησε τον κόσμο» ακόμη και ενώ βρισκόταν κάτω από την εξουσία της
αμαρτίας. Η νίκη του Χριστού, που έφθασε μέχρι την κάθοδο στον Άδη, αναδεικνύει
μια κοσμική διάσταση ικανή να καταργήσει κάθε όριο. Όπως η δοξολογία επεκτείνει
τη δόξα του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και η χαρισματική θέωση
(theosis) είναι μια έννοια κατ’ εξοχήν δυναμική, της οποίας η ενέργεια
αντανακλά σε ολόκληρο το σύμπαν.
Πολιτισμός και πίστη
Η δημιουργία καθίσταται
παρόμοια με τον σπόρο του σιταριού που αποδίδει εκατονταπλάσιο καρπό. Ο Θεός
δεν ολοκλήρωσε τον κόσμο ως κάτι στατικό, αλλά τον δημιούργησε μέσα στον χρόνο,
σε κατάσταση δυναμικής ανάπτυξης. Γι’ αυτό και η ιστορία είναι ο χώρος όπου
συνεχίζεται η συνεργασία της θείας και της ανθρώπινης ενέργειας μέχρι την
τελική ωρίμανση της κτίσης.
Η αρχική εντολή προς τον άνθρωπο να «εργάζεται» και να «φυλάσσει» τον Παράδεισο
ανοίγει τις απεριόριστες προοπτικές του πολιτισμού. Η καλλιέργεια της γης
μεταβάλλεται σε καλλιέργεια της ανθρώπινης ύπαρξης, της τέχνης, της επιστήμης
και κάθε μορφής δημιουργικής εργασίας. Η κουλτούρα, όταν αναπτύσσεται μέσα στο
πνεύμα της αναγωγής προς τον Θεό, ανασυνθέτει κατά τον δικό της τρόπο τη
«κοσμική λειτουργία», το γήινο προοίμιο της ουράνιας δοξολογίας. Από τη φύση
του ο άνθρωπος είναι προορισμένος γι’ αυτή τη λειτουργία. Είναι ένα ζωντανό
άσμα αφιερωμένο στη δημιουργική παντοδυναμία του Θεού. Η δόξα του Χριστού
αποκαλύπτεται στον άνθρωπο που έχει τοποθετηθεί ως ποιητής και υμνωδός της
θείας λαμπρότητας. Φωτισμένος ήδη από την παρούσα ζωή, ο άνθρωπος θαυμάζει το
σύμπαν, συναγωνίζεται τις ουράνιες δυνάμεις σε ακατάπαυστη δοξολογία και οδηγεί
ολόκληρη την κτίση προς τον Θεό.
Ο Χριστός δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα της δημιουργικής δράσεως, ιδιαίτερα
μέσω του μυστηρίου του Χρίσματος. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης επιμένει στη
βασιλική δύναμη που έχει ο άνθρωπος να άρχει και να διαμορφώνει. Ως βασιλιάς,
ιερέας και προφήτης, μέσω των χαρισμάτων του, ο άνθρωπος καθίσταται κατά κάποιο
τρόπο συνδημιουργός.
Η προαιώνια ύπαρξη των λογικών αρχών των όντων μέσα στον Θεό προσδίδει
εξαιρετική αξία στην ανθρώπινη εργασία. Οι άνθρωποι γίνονται «συνεργοί Θεού».
Όταν η Γραφή καλεί να ζητούμε τη Βασιλεία του Θεού και να επισπεύδουμε την
ημέρα του Κυρίου, αυτό σημαίνει ότι καλούμαστε να συμβάλλουμε στην κρυφή
ωρίμανση του κόσμου. Πρόκειται για πνευματικές γεννήσεις που πραγματοποιούνται
μέσα στην ιστορία και προετοιμάζουν την τελική έλευση του Κυρίου.
Η μεγάλη αγάπη, καθαρμένη από την άσκηση, αποτελεί το αληθινό πεπρωμένο του
ανθρώπου. Η «οντολογική τρυφερότητα» των μεγάλων μυστικών —όπως του αγίου Ισαάκ
του Σύρου και του αγίου Μακαρίου— εκτείνεται προς κάθε ύπαρξη, ακόμη και προς
τα πιο ταπεινά πλάσματα ή και τους ίδιους τους δαίμονες. Μαζί με αυτήν υπάρχει
ένας εικονογραφικός τρόπος θεωρήσεως του κόσμου: η δυνατότητα να διακρίνει
κανείς μέσα από τη διαφάνεια των όντων το θείο νόημα που τα συγκροτεί. Από εδώ
πηγάζει ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Ορθοδοξίας και ο βαθύς ανθρωπισμός της.
Μετά τον Θεό, κάθε άνθρωπος καλείται να θεωρείται ως εικόνα θεϊκής αξίας. Όπως
λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεός τρέφει ευχαριστιακά τους ανθρώπους
με τη γνώση των τελικών σκοπών του κόσμου. Ολόκληρη η δημιουργία μοιάζει με μια
απέραντη παραβολή, μέσα στην οποία μπορεί να διαβαστεί η θεία ποίηση που είναι
εγγεγραμμένη στην ίδια τη φύση των πραγμάτων. Οι εικόνες των ευαγγελικών
παραβολών και τα υλικά στοιχεία των μυστηρίων δεν είναι τυχαία· όλα έχουν τον
σκοπό τους μέσα στην οικονομία της σωτηρίας. Τα πάντα είναι εικόνα, αναλογία
και συμμετοχή στο έργο του Θεού. Τα πάντα αποτελούν ύμνο και δοξολογία. Όπως
έγραψε ο Paul Claudel, τα πράγματα παύουν να είναι τα έπιπλα μιας φυλακής και
γίνονται τα έπιπλα ενός ναού.
Τα χαρίσματα και οι δωρεές του Θεού καθορίζουν την αποστολή του ανθρώπου: να
καλλιεργεί τον απέραντο αγρό του κόσμου, να ανανεώνει όλες τις τέχνες και όλες
τις επιστήμες και να οικοδομεί μια ανθρώπινη ύπαρξη αντάξια του Θεού. Αυτό
είναι δυνατό μόνο μέσα από μια διακονία που δεν αποτελεί απλώς κοινωνική
υπηρεσία, αλλά πράξη θεραπείας και αποκαταστάσεως της διασαλευμένης ισορροπίας.
Πρόκειται για την κοινωνία όλων των ανθρώπων, προσανατολισμένη προς την απόλυτη
καινοτομία της Βασιλείας και προς τον ύστατο πόθο που περιγράφει η Αποκάλυψη.
Η πατερική σκέψη διαμορφώνει έτσι μια μεγαλειώδη φιλοσοφία της δημιουργίας, η
οποία υπερβαίνει κατά πολύ μια απλή δικαίωση του πολιτισμού. Όταν η κουλτούρα
μεταβάλλεται σε διακονία της Βασιλείας του Θεού, τότε δικαιώνει την ίδια την
ιστορία, τον άνθρωπο και το ιερατικό του λειτούργημα μέσα στον κόσμο.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (15)
Ο Θεός και ο άνθρωπος
Αν η βιβλική έννοια της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» είναι θεμελιώδης για τη χριστιανική ανθρωπολογία, το παράδοξο είναι ότι αποδεικνύεται ακόμη πιο σημαντική για την αθεϊστική ανθρωπολογία. Πράγματι, ο αθεϊσμός δεν αρνήθηκε ποτέ την ομοιότητα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Για τον Νικολάι Χάρτμαν, τον Φόιερμπαχ ή τον Καρλ Μαρξ, το ανθρώπινο πρόσωπο ορίζεται από ιδιότητες κατεξοχήν θεϊκές: νοημοσύνη, ελευθερία, δημιουργία, προφητική διαύγεια. Για τον Σαρτρ, ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά «σχέδιο», άρα ελευθερία, πράγμα που σημαίνει ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας και υπερέχει αυτής. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για τον Θεό: «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», Αυτός που συγκεντρώνει μέσα Του ολόκληρο το Είναι.
Στο έργο του Η πίστη ενός απίστου, ο Φρ. Ζανσόν γράφει: «Το σύμπαν είναι μια μηχανή παραγωγής θεών… Το ανθρώπινο είδος είναι ικανό να ενσαρκώσει τον Θεό και να Του προσδώσει πραγματικότητα». Για τον Χάιντεγκερ, πιο απαισιόδοξο, ο άνθρωπος είναι ένας «ανίσχυρος θεός», αλλά πάντως θεός. Παντού ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του σε σχέση με το Απόλυτο· για να κατανοήσει κανείς τον άνθρωπο, πρέπει να κατανοήσει αυτή τη σχέση. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο για τους πιστούς όσο και για τους αθέους, το πρόβλημα του ανθρώπου είναι θεανθρώπινης φύσεως. Ο Θεός είναι το αρχέτυπο ή το οριακό ιδανικό του ανθρώπινου εγώ. Βεβαίως, το ανθρώπινο πρόσωπο φέρει μέσα του κάτι απόλυτο· κατά τον τρόπο του, υπάρχει καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό: αυτό είναι ο άξονας του φιλοσοφικού συστήματος του Σαρτρ. Έτσι, ο Θεός και ο άνθρωπος μοιάζουν· ούτε οι Έλληνες ποιητές, ούτε ο σκεπτικιστής Ξενοφάνης, ούτε ο Φόιερμπαχ, ούτε ο Φρόιντ το αρνήθηκαν ποτέ. Το πρόβλημα είναι να γνωρίσουμε ποιος είναι ο δημιουργός ποίου… Η αθεϊστική οπτική αποκτά μια απροσδόκητη μεθοδολογική σημασία· πράγματι, οι άθεοι ταυτίζουν τον Θεό με τον άνθρωπο, αλλά δεν σταματούν μπροστά στο τεράστιο μιας τέτοιας εξίσωσης. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, ενώ οι διακηρύξεις της Βίβλου και των αγίων Πατέρων είναι εξίσου εκπληκτικές, οι άθεοι είναι απείρως πιο συνεπείς από τους χριστιανούς.
Η σκέψη των Πατέρων ανέρχεται μέχρι τη σχέση μεταξύ Θεού και Δημιουργίας. Η βιβλική έννοια της «ομοίωσης» θεμελιώνει την ίδια την Αποκάλυψη. Αν ο Θεός-Λόγος είναι ο λόγος που ο Πατέρας απευθύνει στο παιδί Του —τον άνθρωπο— τότε υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στον θείο λόγο και στον ανθρώπινο λόγο· αυτό αποτελεί το οντολογικό θεμέλιο κάθε ανθρώπινης γνώσης. Οι νόμοι της φύσεως τίθενται από τον Θεό. Εφόσον ο Θεός είναι Δημιουργός, Ποιητής του σύμπαντος, ο άνθρωπος Του μοιάζει, όντας κι αυτός, κατά τον τρόπο του, δημιουργός και ποιητής. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διευκρινίζει: «Ο υπερβατικός, ακατάληπτος και ανείπωτος Θεός δέχεται να συμμετέχει σ’ Αυτόν ο νους μας». Και ακόμη περισσότερο: «Ο άνθρωπος μοιάζει με τον Θεό επειδή ο Θεός μοιάζει με τον άνθρωπο», λέει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ατενίζοντας, στον καθρέφτη της Σοφίας Του, την ουράνια ανθρωπότητα του Χριστού (βλ. Κολ. 1,15· Α΄ Κορ. 15,47· Ιω. 3,13). Αυτή προορίζεται να ενώσει «τὰ πάντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Εφ. 1,10), ένα «μυστήριον… ὃ προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων» (Α΄ Κορ. 2,7): ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού ενόψει της Ενανθρωπήσεως, η οποία αποτελεί την έσχατη βαθμίδα της κοινωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Η εικόνα της Θεοτόκου (του τύπου της Ελεούσας) που κρατά τον μικρό Ιησού εκφράζει τέλεια αυτό το γεγονός. Αν υπάρχει η γέννηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο (Χριστούγεννα), υπάρχει επίσης η γέννηση του ανθρώπου μέσα στον Θεό, μέσω της Αναλήψεως. Πρέπει να προσέξουμε αυτή την πατερική θεώρηση σύμφωνα με την οποία η θέωση του ανθρώπου εξαρτάται από την ενανθρώπηση του Θεού: «Ο άνθρωπος είναι το ανθρώπινο πρόσωπο του Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, και γι’ αυτό «ο άνθρωπος, προορισμένος να απολαύσει τα θεία, συγγενεύει κατά φύσιν με εκείνα στα οποία καλείται να μετέχει». Ομοίως ο άγιος Μακάριος: «Μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει η στενότερη συγγένεια». Το ανθρώπινο πνεύμα ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο «θείο περιβάλλον»: «Η θέα του Θεού είναι η ζωή της ψυχής».
Η πατερική ανθρωπολογία κινείται σε αυτό το θεϊκό επίπεδο· μας καταπλήσσει με τις αιχμηρές, παράδοξες και εξαιρετικά τολμηρές διατυπώσεις της. Αρκεί να επαναλάβει κανείς, σχεδόν τυχαία, μερικές γνωστές αλλά πάντοτε εντυπωσιακές θέσεις: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, ώστε ο άνθρωπος να γίνει Θεός κατά χάριν και να μετέχει στη θεία ζωή». «Ο άνθρωπος είναι ένα ον που έλαβε την εντολή να γίνει Θεός». «Ο άνθρωπος οφείλει να ενώσει τη δημιουργημένη φύση με την άκτιστη θεία ενέργεια». «Είμαι άνθρωπος κατά φύσιν και Θεός κατά χάριν». «Εκείνος που μετέχει στο θείο φως γίνεται και ο ίδιος, κατά κάποιον τρόπο, φως». Μικρόκοσμος ο άνθρωπος, αλλά και μικρόθεος, ένας «μικρός Θεός». Στην ίδια του τη δομή φέρει ένα θεολογικό αίνιγμα: είναι ένα μυστηριώδες ον, «ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» (Α΄ Πέτρ. 3,4) — ένας καθαρά αποφατικός ορισμός, που εξηγεί το ενδιαφέρον των Πατέρων για το imago Dei. Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο πλούτος της «εικόνας» αντανακλά τη θεία τελειότητα, στην οποία συγκλίνουν όλα τα αγαθά, και φανερώνει τη θεία δύναμη της ελευθερίας της αυτοκαθορίσεως.
Όταν ο άνθρωπος λέει «υπάρχω», μεταφράζει σε ανθρώπινους όρους κάτι από την απολυτότητα του Θεού, ο οποίος λέει: «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν». Για τους Πατέρες, οι φράσεις αυτές ήταν «λόγοι ζωής», ζωτικοί λόγοι που γίνονταν δεκτοί και βιώνονταν ως τέτοιοι. Δυστυχώς, στην ιστορία διαπιστώνεται μια πτώση από αυτά τα ιλιγγιώδη ύψη στην πεζότητα της σχολαστικής θεολογίας, όπου οι πύρινες αυτές εικόνες έγιναν άψυχα κλισέ, κοινοτοπίες που χρησιμοποιούνταν για να στηρίξουν τη μία ή την άλλη αφηρημένη, διανοητική και πολεμική θεολογική θέση, χωρίς καμία συγκλονιστική ή επαναστατική συνέπεια για τη ζωή του κόσμου.
Στο επίπεδο της συνηθισμένης ευσέβειας, ο κακώς νοούμενος ασκητισμός καταλήγει σε σκοταδισμό. Η τυπική ταπείνωση, όταν θεωρείται ως πιστοποιητικό ορθοδοξίας, οδηγεί σε έναν ορθόδοξο «βαρθιανισμό»[1], όπου ο άνθρωπος, μειωμένος σχεδόν στο μηδέν, δεν μπορεί παρά να αυτοκαταστραφεί ή να εξεγερθεί. Σε ορισμένα ευσεβιστικά ρεύματα, ο μονοφυσιτισμός δεν ξεπεράστηκε ποτέ, παίρνοντας τη μορφή ενός «υπερβατικού εγωισμού» χαρακτηριστικού της ατομικής σωτηρίας. Βλέπουμε εδώ τη μονοφυσιτική περιφρόνηση προς το σώμα και την ύλη, τη φυγή των «καθαρών πνευμάτων» προς τον ουρανό, την αδιαφορία για τον πολιτισμό και για την κλήση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, καθώς και την εχθρότητα ή ακόμη και το μίσος προς τη γυναίκα και προς την ομορφιά.
Ο «μανικός έρωτας» του Θεού για τον άνθρωπο, για τον οποίο μιλά ο Νικόλαος Καβάσιλας, και στον οποίο αναφέρεται επίσης ο μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος λέγοντας θαυμάσια ότι: «Ο Πατέρας είναι η Αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η σταυρωμένη Αγάπη, και το Άγιο Πνεύμα είναι η ακατανίκητη δύναμη του Σταυρού», όλη αυτή η θρησκεία της Εσταυρωμένης Αγάπης μεταβλήθηκε παραδόξως είτε σε «πατερναλιστική»[2] θρησκεία (του κληρικαλισμού), είτε σε θρησκεία του «σαδιστικού Πατέρα» (τη νομική θεωρία της ικανοποιήσεως, σύμφωνα με την οποία ο Υιός «ικανοποιεί» ή «κατευνάζει την οργή του Πατέρα»), σε θρησκεία νόμου, τιμωρίας και εμμονής με την κόλαση, σε μια «τρομοκρατική» θρησκεία όπου το Ευαγγέλιο περιορίζεται σε ένα ηθικιστικό σύστημα… Ακόμη και τον 19ο αιώνα, η συνήθης θεολογία έλεγε ότι «ο πλούσιος αντιπροσωπεύει τη θεία Πρόνοια, και οι φτωχοί δοξάζουν τον Θεό που δημιούργησε τους πλουσίους»! Όταν θεωρεί κανείς τον πλούτο και τη φτώχεια ως θεσπισμένα από τον Θεό, δεν μπορεί παρά να ταλαντεύεται ανάμεσα σε έναν Πατέρα-τύραννο, φοβερό και τρομακτικό, και σε έναν Πατέρα-πατριάρχη, ήρεμο και παρηγορητικό. Η αυθεντική όμως παράδοση μας μεταδίδει την αληθινά διαλεκτική ένταση για την οποία μιλά τόσο έντονα ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: όχι το ένα ή το άλλο, αλλά και τα δύο συγχρόνως. Είναι η ένταση ανάμεσα στην υποκειμενική ταπείνωση και στο αντικειμενικό γεγονός της συλλειτουργίας, της δημιουργικής και ποιητικής συμπράξεως με τον Θεό. Πρέπει να ξαναμάθουμε τις αντινομίες που ήταν τόσο οικείες στους Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο άνθρωπος λέει: «Είμαι ατελής», και ο Θεός του απαντά: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν» (Ματθ. 5,48). Ο άνθρωπος λέει: «Είμαι χώμα και στάχτη», και ο Χριστός του λέει: «Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ» (Ιω. 15,14). «Γένος τοῦ Θεοῦ ἐσμέν», λέει ο άγιος Παύλος (Πράξ. 17,28), και ο άγιος Ιωάννης: «Τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβετε παρ’ αὐτοῦ μένει ἐν ὑμῖν, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τις διδάσκῃ ὑμᾶς» (Α΄ Ιω. 2,27). «Φέρω την πληγή των αδικιών μου, αλλά είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα της ανείπωτης δόξας Σου», λέει συνοψίζοντας με δύναμη το τροπάριο της νεκρώσιμης ακολουθίας.
Ο άνθρωπος είναι κτιστός και όμως άκτιστος, επειδή «γεννήθηκε ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος»· είναι γήινος και ουράνιος, κτίσμα και Θεός εν γενέσει. Η τόλμη των Πατέρων εμβαθύνει αυτά τα ρητά και τα αξιώματα, επιδιώκοντας να «μη λυπούμεθα» και να «μη σβήνουμε το Άγιο Πνεύμα».
Βεβαίως, η ανατολική θεώρηση της θέωσης δεν είναι λογική λύση ούτε αφηρημένη έννοια, αλλά λύση ζωής και χάριτος, αντινομική όπως όλα τα χαρίσματα, διότι πηγάζει από την ίδια τη θεία αντινομία. Οι Πατέρες το διείδαν αυτό όταν είπαν ότι το Όνομα του Θεού είναι συσχετισμένο με τον κόσμο. Όπως ο Θεός μπορεί να είναι συγχρόνως απόλυτος και σχετικός — Θεός της ιστορίας και Θεός εντός της ιστορίας — έτσι και το μυστήριο της αγάπης Του υπερβαίνει την ίδια Του την απολυτότητα, ωθώντας Τον να γίνει Πατέρας. Με τον ίδιο τρόπο, η φράση του αγίου Εφραίμ του Σύρου: «Κάθε Εκκλησία είναι Εκκλησία αμαρτωλών και πάροικων» συμφιλιώνεται με τον λόγο του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Αληθινά, μεγάλο είναι το μυστήριο ενός Θεού ανάμεσα σε ανθρώπους, ενός Θεού ανάμεσα σε θεούμενους». Και στις δύο περιπτώσεις, το μυστήριο είναι ένα και το αυτό.
[1] https://www.thegospelcoalition.org/essay/barthian-theology/
[2] https://en.wikipedia.org/wiki/Paternalism
Κυριακή 14 Ιουνίου 2026
Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας εκφράζει τη διαφωνία του για το Sofia Pride 2026
Με ανακοίνωσή του το Πατριαρχείο Βουλγαρίας εκφράζει τη διαφωνία του και αντιτίθεται στη διεξαγωγή του «Sofia Pride 2026», το οποίο λαμβάνει χώρα σήμερα 13 Ιουνίου στη βουλγαρική πρωτεύουσα.
Όπως αναφέρει η ανακοίνωση του Πατριαρχείου: “Η εν Βουλγαρία Ορθόδοξη Εκκλησία – Πατριαρχείο Βουλγαρίας μαρτυρεί αδιάκοπα την αγάπη του Θεού για κάθε άνθρωπο και καλεί τον καθένα να ζει σύμφωνα με το Άγιο Ευαγγέλιο, με αγνότητα, αρετή και πιστότητα στο θέλημα του Θεού. Η φροντίδα για την πνευματική υγεία του λαού, για το μέλλον των παιδιών και για τη διατήρηση των χριστιανικών αξιών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διακονίας της.
Υπό αυτή την έννοια, η Ιερά Σύνοδος δεν εγκρίνει και αντιτίθεται στη διεξαγωγή του «Sofia Pride 2026» και εκφράζει τη διαφωνία της με τις ιδέες και τα μηνύματα που προωθούνται μέσω αυτής της εκδήλωσης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό ως άνδρας και γυναίκα και ότι η οικογένεια, που βασίζεται στην ευλογημένη γαμήλια ένωση μεταξύ άνδρα και γυναίκας, είναι το φυσικό και θεόδοτο περιβάλλον για τη ζωή, την αγάπη, τη γέννηση και την ανατροφή των παιδιών.
Παρατηρούμε με ανησυχία τις προσπάθειες να παρουσιαστούν απόψεις και πρότυπα συμπεριφοράς που είναι ασύμβατα με τη χριστιανική ηθική διδασκαλία ως ισοδύναμη εναλλακτική λύση στην τάξη που έχει θεσπίσει ο Θεός για την ανθρώπινη ζωή. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό όταν τέτοια μηνύματα απευθύνονται σε παιδιά και νέους που ακόμη χτίζουν το αξιακό τους σύστημα και την προσωπική τους ταυτότητα. Η φροντίδα για τη νεότερη γενιά μας υποχρεώνει να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Οὐαὶ τῷ κόσμῳ ἀπὸ τῶν σκανδάλων· ἀνάγκη γάρ ἐστιν ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· πλὴν οὐαὶ τῶν ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ τὸ σκάνδαλον ἔρχεται» (Ματθ. 18:7)“.
Στη συνέχεια της ανακοίνωσης αναφέρεται: “Απευθύνουμε έκκληση με ιδιαίτερη προσοχή στους γονείς να επιβλέπουν την πνευματική και ηθική ανάπτυξη των παιδιών τους και να τα εκπαιδεύουν με σεβασμό στις χριστιανικές αρετές και τις οικογενειακές αξίες. Είναι άσοφο για τους ενήλικες να αφήνουν τους νέους χωρίς σαφείς ηθικές κατευθυντήριες γραμμές σε έναν κόσμο γεμάτο αντιφατικά μηνύματα και πειρασμούς. Είναι καθήκον μας να τους βοηθήσουμε να οικοδομήσουν ένα υγιές σύστημα αξιών βασισμένο στην αλήθεια, την υπευθυνότητα και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Με ποιμαντική αγάπη απευθυνόμαστε τόσο στους διοργανωτές όσο και στους συμμετέχοντες σε αυτή την εκδήλωση, καθώς και σε όλους τους συμπατριώτες μας. Η Εκκλησία δεν απορρίπτει κανέναν και δεν παύει να προσεύχεται για κάθε άνθρωπο, αλλά είναι υποχρεωμένη να μαρτυρεί ξεκάθαρα την αλήθεια του Ευαγγελίου και να προστατεύει τα πιστά παιδιά της από την πνευματική πλάνη. Η αληθινή ελευθερία δεν συνίσταται στην επιβεβαίωση κάθε επιθυμίας ή επιδίωξης, αλλά στην ακολούθηση της αλήθειας που απελευθερώνει τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην πληρότητα της εν Θεώ ζωής.
Καλούμε όλους τους κρατικούς θεσμούς, τους δημόσιους οργανισμούς και ολόκληρη την κοινωνία μας να συνεργαστούν για την προώθηση του γάμου και της οικογένειας, για την ενίσχυση των ηθικών θεμελίων του λαού και για τη διατήρηση των πνευματικών και πολιτιστικών αξιών πάνω στις οποίες βασίζεται η βουλγαρική κρατική υπόσταση. Κανένα έθνος δεν μπορεί να έχει ένα υγιές μέλλον εάν αποδυναμώνει τον σεβασμό για την οικογένεια, την γονεϊκότητα και τα ηθικά θεμέλια που γενιές Βουλγάρων έχουν διατηρήσει και μεταδώσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά τους“.
Κλείνοντας την ανακοίνωσή του, το Πατριαρχείο Βουλγαρίας υπενθυμίζει ότι αύριο, Κυριακή 14 Ιουνίου, η τοπική Εκκλησία τιμά πάντες τους εν Βουλγαρία Αγίους και σημειώσει σχετικά: “Σας υπενθυμίζουμε ότι στις 14 Ιουνίου, η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Κυριακή πάντων των εν Βουλγαρία Αγίων. Την παραμονή αυτής της λαμπρής εορτής, ας θυμηθούμε το κατόρθωμά τους, την αφοσίωσή τους στον Χριστό και την πνευματική κληρονομιά που μας κληροδότησαν. Είναι απαράδεκτο στις ημέρες που τιμούμε τη μνήμη των αγίων που έλαμψαν στη βουλγαρική γη να ξεχνάμε τις αξίες για τις οποίες έζησαν, υπέφεραν και μαρτύρησαν.
Μας διδάσκουν ότι η αληθινή αξιοπρέπεια του ανθρώπου αποκαλύπτεται στην αγιότητα, στην αγάπη για τον Θεό και τον πλησίον και στην επιδίωξη της ευσέβειας. Οι άγιοι πρόγονοί μας μας έχουν δείξει ότι η πάλη με τα πάθη, συμπεριλαμβανομένων των σαρκικών παθών, βρίσκεται στο επίκεντρο της χριστιανικής ζωής. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να μετατρέπουμε τα αμαρτωλά πάθη και τις κλίσεις σε κανόνα, παράδειγμα για μίμηση ή ιδεολογία. Αντίθετα, πρέπει να αναζητήσουμε δύναμη από τον Θεό για να τα καταπολεμήσουμε, αντλώντας με γεμάτες χούφτες από το θησαυροφυλάκιο της χάρης της Εκκλησίας στα ιερά Μυστήριά της.
Ας μιμηθούμε το κατόρθωμα όλων των Βουλγάρων αγίων, ώστε να παραμείνουμε ως λαός πιστός στις πνευματικές μας ρίζες και στην σωτήρια Ορθόδοξη πίστη. Με τις προσευχές τους, είθε ο Κύριος να χαρίσει στον λαό μας ειρήνη, πνευματική νηφαλιότητα και ενότητα, να ενισχύσει τις βουλγαρικές οικογένειες, να προστατεύσει τα παιδιά και τους νέους και να μας οδηγήσει στο δρόμο της αλήθειας και της σωτηρίας“.
Българската православна църква – Българска Патриаршия неизменно свидетелства за Божията любов към всеки човек и призовава всички към живот според светото Евангелие, в чистота, добродетел и вярност към Божията воля. Грижата за духовното здраве на народа, за бъдещето на децата и за съхраняването на християнските ценности е неотменна част от нейното служение.
В тази връзка Светият Синод не одобрява и се противопоставя на провеждането на „София Прайд 2026“ и изразява своето несъгласие с идеите и посланията, които се популяризират чрез това събитие. Православната църква изповядва, че човекът е сътворен от Бога като мъж и жена и че семейството, основано на благословения брачен съюз между мъж и жена, е естествената и богодарувана среда за живот, любов, раждане и възпитание на децата.
С тревога наблюдаваме опитите възгледи и модели на поведение, несъвместими с християнското нравствено учение, да бъдат представяни като равностойна алтернатива на установения от Бога ред за човешкия живот. Особено обезпокоително е, когато подобни послания се насочват към деца и младежи, които все още изграждат своята ценностна система и личностна идентичност. Грижата за младото поколение ни задължава да напомним думите на нашия Господ Иисус Христос: „Горко на света от съблазните, защото съблазни трябва да дойдат; обаче горко на оногова човека, чрез когото съблазън дохожда“ (Мат. 18:7).
Затова се обръщаме с особено внимание към родителите да бдят над духовното и нравственото възрастване на децата и да ги възпитават в уважение към християнските добродетели и семейни ценности. Безразсъдно е възрастните да оставят младите хора без ясни нравствени ориентири в свят, изпълнен с противоречиви послания и изкушения. Наш дълг е да им помагаме да изграждат здрава ценностна система, основана на истината, отговорността и уважението към човешкото достойнство.
С пастирска любов се обръщаме както към организаторите и участниците в това събитие, така и към всички наши сънародници. Църквата не отхвърля никого и не престава да се моли за всеки човек, но е длъжна ясно да свидетелства за евангелската истина и да предпазва своите верни чеда от духовна заблуда. Истинската свобода не се състои в утвърждаването на всяко желание или стремеж, а в следването на истината, която освобождава човека и го води към пълнотата на живота в Бога.
Призоваваме всички държавни институции, обществените организации и цялото ни общество да съдействат за утвърждаването на брака и семейството, за укрепването на нравствените устои на народа и за съхраняването на духовните и културните ценности, върху които е изградена българската държавност. Никой народ не може да има здраво бъдеще, ако отслабва уважението към семейството, родителството и нравствените основи, които поколения българи са съхранявали и предавали като свое безценно наследство.
Напомняме, че на 14 юни Българската православна църква отбелязва Неделята на всички български светии. В навечерието на този светъл празник нека си спомним за техния подвиг, за тяхната вярност към Христос и за духовното наследство, което са ни завещали. Недопустимо е в дните, когато почитаме паметта на светците, просияли в българската земя, да забравяме ценностите, за които те са живели, страдали и свидетелствали. Те ни учат, че истинското достойнство на човека се разкрива в светостта, в любовта към Бога и ближния и в стремежа към богоуподобяване. Нашите свети предци са ни показали, че борбата със страстите, включително с плътските страсти, е в центъра на християнския живот. Нямаме правото да превръщаме греховните страсти и наклонности в норма, пример за подражание или идеология. Напротив, трябва да търсим от Бога сили, за да се борим с тях, черпейки с пълни шепи от благодатната съкровищница на Църквата в нейните свети Тайнства.
Да подражаваме на подвига на всички български светии, за да пребъдем като народ, верен на своите духовни корени и на спасителната православна вяра. Нека по техните молитви Господ да дарува на народа ни мир, духовна трезвост и единство, да укрепва българските семейства, да закриля децата и младите хора и да ни води по пътя на истината и спасението.
Заедно да ги възпеем като наши небесни застъпници:
„Чествайки вашия почитан събор и празнувайки светата ви памет, светци, просияли изсред българите, ние усърдно ви молим: молете Господ за всички и най-вече за вашите родственици – да се запази българската земя от всякакви беди и народът да се утвърди навеки в православната вяра, та като поживеем мирен живот, заедно с вас да получим вечното отечество в блаженото царство на Христос Бог.“
Амин.




