Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (6)

 

Μυστική Εμπειρία

Η λέξη «μυστικός» συγγενεύει με τη βιβλική έννοια του μυστηρίου και δηλώνει τον οικείο δεσμό ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, δηλαδή την κοινωνία τους με νυμφικό χαρακτήρα. Αυτή η τελική ένωση αποτελεί το μυστήριο της θείας Σοφίας, το νόημα του σχεδίου Του σχετικά με τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου. Ένα νόημα που ούτε οι άγγελοι γνωρίζουν, αλλά το οποίο ο Θεός αποκαλύπτει στους αγίους. Αυτή είναι «το μυστήριον το από των αιώνων αποκεκρυμμένον», δηλαδή η αγάπη Του που φανερώθηκε διά του Χριστού και τελειώνεται μέσα στην Εκκλησία κατά τη διάρκεια της ιστορίας.
Η ανατολική παράδοση ουδέποτε διέκρινε με απόλυτη σαφήνεια τη μυστική ζωή από τη θεολογία, ούτε την προσωπική εμπειρία των θείων Μυστηρίων από το δόγμα που ομολογεί η Εκκλησία. Δεν γνώρισε ούτε διαζύγιο μεταξύ θεολογίας και πνευματικότητας ούτε κάποια devotio moderna. Αν η μυστική εμπειρία βιώνει το περιεχόμενο της κοινής πίστεως, η θεολογία το οργανώνει και το συστηματοποιεί. Έτσι, η ζωή κάθε πιστού διαμορφώνεται από το δογματικό περιεχόμενο της λατρείας, ενώ η διδασκαλία εκφράζει την εσωτερική εμπειρία της Αλήθειας που αποκαλύπτεται και προσφέρεται σε όλους. Η θεολογία είναι μυστική και η μυστική ζωή είναι θεολογική· αποτελεί την κορυφή της θεολογίας, τη θεολογία κατ’ εξοχήν, δηλαδή τη θεωρία της Αγίας Τριάδος εν Πνεύματι. Η θεολογία και η ζωή γίνονται τόσο περισσότερο μυστικές όσο περισσότερο είναι συγκεκριμένες, διότι τα μυστήρια, που από τη φύση τους είναι μυστικά, αποτελούν τις πιο συγκεκριμένες πράξεις που μπορούν να υπάρξουν. Γι’ αυτό οι Σύνοδοι ορίζουν τα δόγματα ως λειτουργικές διατυπώσεις που συγκροτούν μια ζωντανή δοξολογία, βιωμένη και διακηρυσσόμενη μέσα στη λατρεία. Ο Ευάγριος εκφράζει θαυμάσια αυτή την ενότητα:

«Εἰ θεολόγος εἶ, ἀληθῶς προσεύξῃ· καὶ εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ.»

Ήδη από τον 4ο αιώνα οι Πατέρες ταυτίζουν το μυστήριο της σωτηρίας με την ουσία των ιερών Μυστηρίων. Αυτό εξηγεί γιατί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ονόμασε τα κηρύγματά του Μυσταγωγικές Κατηχήσεις, γιατί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδωσε στις μελέτες του περί της θείας Λειτουργίας τον τίτλο Μυσταγωγία, και γιατί ο Ψευδο-Διονύσιος συγκέντρωσε τα συγγράμματά του υπό τον τίτλο Μυστική Θεολογία.
Ο Νικόλαος Καβάσιλας συνεχίζει αυτή την παράδοση, ονομάζοντας το έργο του περί των ιερών Μυστηρίων Η εν Χριστώ ζωή. Πράγματι, η μυστική ζωή είναι εξαρχής προσανατολισμένη στον λόγο του Αποστόλου Παύλου:

«Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20),

διότι, σύμφωνα με τον Κάλλιστο, το σπουδαιότερο γεγονός που λαμβάνει χώρα μεταξύ του Θεού και της ανθρώπινης ψυχής είναι να αγαπά και να αγαπιέται. «Ο θείος έρως», λέγει ο Άγιος Μακάριος, «έκανε τον Θεό να κατέβει στη γη και να εγκαταλείψει τα ύψη της σιωπής».
Η θεία και η ανθρώπινη επιθυμία συναντώνται και εκπληρώνονται στον ιστορικό Χριστό, μέσα στον οποίο ο Θεός και ο άνθρωπος ατενίζουν ο ένας τον άλλον σαν σε καθρέπτη και αναγνωρίζονται αμοιβαία, «διότι η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον άνθρωπο είναι οι δύο όψεις μιας ολοκληρωμένης αγάπης». Κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο έρως απογυμνώνεται από κάθε εγωκεντρική κτητικότητα και λιώνει μέσα στην «αγαπητική ένταση». Ο φιλάνθρωπος Θεός, από την πλευρά Του, ζητεί να αγαπηθεί για τον ίδιο τον εαυτό Του. Έτσι, η «μυστική ζωή» ταυτίζεται με τη «χριστιανική ζωή», από τη στιγμή που αυτή γίνεται βίωμα της αγάπης του Θεού, η οποία καταλαμβάνει τον άνθρωπο και της οποίας ο άνθρωπος έχει πλήρη συνείδηση. Πρέπει να υπογραμμιστεί ο υπαρξιακός χαρακτήρας της πίστεως. Για τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, όποιος δεν κινείται από το Άγιο Πνεύμα δεν είναι πραγματικά ανθρώπινο ον, όπως και για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο εκείνος που δεν έχει συνείδηση ότι «ενεδύθη τον Χριστόν» χάνει τη χάρη του Βαπτίσματος.
Η τιμή των μαρτύρων τους παρουσιάζει ως ανθρώπους πλήρεις από την παρουσία του Χριστού και διαμορφωμένους κατά το πρότυπο του Αναστημένου Χριστού. Η ασκητική κάθαρση ανάγεται έτσι στη μεγαλειώδη στιγμή της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς. Οι ασκητές είναι οι άμεσοι διάδοχοι των μαρτύρων, διότι σε αυτούς εκείνη η στιγμή παρατείνεται μέσω της ασκήσεως σε ολόκληρη τη ζωή τους. Ο Σταυρός προηγείται της αστραπιαίας λαμπρότητας της Αναστάσεως. Ωστόσο, αν κάθε μυστικός είναι ασκητής, δεν είναι κάθε ασκητής «μυστικός» με τη στενή έννοια του ανθρώπου που έχει κατακλυστεί από τη χάρη. Γι’ αυτό η άσκηση δεν αποτελεί ποτέ σκοπό καθ’ εαυτόν, αλλά μόνο μέσο για την επίτευξη, με τη βοήθεια του Κυρίου, της νυμφικής ενώσεως μεταξύ του Θεού και της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό το ύψιστο στάδιο της μυστικής εμπειρίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη χάρη του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να καταστήσει τον εαυτό του «τόπο του Θεού», θεοφανικό τόπο της παρουσίας Του. Δεν υπάρχει καμία τεχνική που να καθιστά κάποιον κύριο αυτής της εμπειρίας. Η ανώτερη μέθοδος καλλιεργεί τη σιωπηλή εσωτερική συγκέντρωση, την ησυχία· και τότε ο άνθρωπος, φθάνοντας στο ύψος της προσευχητικής ταπεινώσεως —η οποία είναι «ο τρόμος της καρδιάς μπροστά στις πύλες της Βασιλείας»— πέφτει ενώπιον αυτών των πυλών, τις οποίες όμως μόνο η ελεύθερη βούληση του Θεού μπορεί να ανοίξει.
Η Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου διδάσκει ότι η τέλεια αγάπη δεν εμφανίζεται στην αρχή αλλά στο τέλος της ενώσεως με τον Θεό. Ο βιβλικός Θεός μας αγαπά με ζηλωτική αγάπη και μας θέλει ολοκληρωτικά δικούς Του· η καθολική αγάπη φθάνει στην πλήρη πραγμάτωσή της όταν ο Θεός γίνει «τὰ πάντα ἐν πᾶσι». Ενώ ο Άγιος Ιωάννης λέγει: «ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα» (Α΄ Ιω. 3,2), ο Άγιος Παύλος μιλά στον ενεστώτα χρόνο:

«Ἡμεῖς δὲ πάντες, ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι, τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν...» (Β΄ Κορ. 3,18).

Με πρόσωπο ακάλυπτο, όπως ο Μωυσής, οι χριστιανοί αντανακλούν τη δόξα του Χριστού. Η θέα του Θεού μέσα στον Χριστό τους καθιστά όμοιους με τον Θεό. Έτσι, η χριστιανική ζωή προϋποθέτει τη χάρη μιας θεωρίας του Θεού, η οποία, έστω και λυκόφωτη ακόμη, μεταμορφώνει τον άνθρωπο κατά την εικόνα του Κυρίου. Χάρη σε αυτήν μπορεί να πιστεύει, να γνωρίζει και να ενώνεται μαζί Του, μεταπλασσόμενος σύμφωνα με την εικόνα και την ομοίωση του Θεού.

 

 

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ







ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

 

Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;

Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ ἅγιοι δηλαδή συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος και  φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, ἀποτελώντας τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στό πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, μέ τό ὁποῖο καλεῖται νά ἀναμετρᾶται διαρκῶς ὁ συνειδητός χριστιανός: «Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;» γιά τόν ὁποῖο καθημερινῶς μιλάει ἡ Ἐκκλησία.  

Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη ἀρκετῶν χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί «ἀγκυλώσεις». Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός˙ αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, κρατώντας ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε ἀπό τόν μοναχό στό  μοναστήρι εἴτε ἀπό τόν ζῶντα στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.

 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ἅγιος ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Μᾶς τό λέει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος «Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ». Χριστιανός εἶναι ὅποιος «μιμεῖται» τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – «ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους: «ἐν Αὐτῷ περιπατεῖτε» (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο δέν λέει καί τό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα γιά τούς ἁγίους ἀποστόλους; «ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι» (Ματθ. 19, 27).

Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου τήν τιμή τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, ὡς φίλοι τοῦ Κυρίου κατά τήν ὑπόσχεσή Του. «Ὑμεῖς φίλοί μου ἐστέ, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ἰωάν. 15, 14). Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ὁ ἅγιος δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει «ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ», γινόμενος γι’ αυτό «ἐνεργούμενο» τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Κι ἀνάλογα μάλιστα πρός τή δεκτικότητά του στό Πανάγιον Πνεῦμα, δηλαδή ἀνάλογα πρός τόν βαθμό τῆς ἀγάπης καί τῆς ταπεινώσεώς του, λαμβάνει περισσότερη ἤ λιγότερη χάρη, πού θά πεῖ ὅτι στήν ἁγιότητα ἔχουμε διαβαθμίσεις – δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο πνευματικό ὕψος. «Ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει» (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, γι’ αὐτό ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ  «ὑπάρχει ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο».

Ἰδίως, τό θέμα τῆς ταπεινώσεως θεωρεῖται τό κρισιμότερο ἐξ ὅλων.  Διότι ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; Ὁπότε ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, «συντονίζει» τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνοντας ἔτσι καί τόν βαθμό καθάρσεως τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστεως στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, τό κριτήριο τελικῶς τῆς ἁγιότητος.

 «Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας - ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές». Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει ἐν γένει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.

 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. «᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα» σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. Βεβαίως, ὁ ταπεινός εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.

Μετά τά παραπάνω εἶναι πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. «῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. «῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω» (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: «Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες» ἤ «ἅγιοι θά γίνουμε;» εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Κι εἶναι ἀλήθεια ὅτι σέ κάθε ἐποχή, ὅπως καί στή δική μας, ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, ὄχι μόνον οἱ γνωστοί καί ἀναγνωρισμένοι, ἀλλά καί οἱ ἀφανεῖς πού τούς γνωρίζει μόνον ὁ Θεός. Διότι ἡ ἀγιότητα δέν εἶναι προϊόν πρός διαφήμιση.


ΠΗΓΗ: https://pgdorbas.blogspot.com/2026/06/blog-post_06.html