Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή (5)

 

8. Το θυμικό και η καρδιά. Η επίδραση των παθών στην καρδιά

Ποιος δεν αντιλαμβάνεται τη μεγάλη σημασία που έχει η καρδιά στη ζωή μας; Όλα όσα εισχωρούν στην ψυχή από τον εξωτερικό κόσμο και διαμορφώνονται από το λογιστικό και το επιθυμητικό, πέφτουν μέσα στο χώρο της καρδιάς. Γι’ αυτό η καρδιά ονομάζεται “κέντρο της ζωής”.
Η καρδιά αισθάνεται όλα όσα σχετίζονται με την ύπαρξη μας. Σταθερά και αδιάλειπτα αισθάνεται την κατάσταση της ψυχής και του σώματος και συνάμα δέχεται ποικίλες εντυπώσεις από τις επιμέρους ενέργειες της ψυχής και του σώματος, από τα αντικείμενα του περιβάλλοντος, από τις εξωτερικές συνθήκες και, γενικά, από την πορεία της ζωής, παρακινώντας τον άνθρωπο να κάνει ότι την ευχαριστεί και ν’ αποφύγει ότι τη δυσαρεστεί.
Η υγεία και η ασθένεια του σώματος, η σφριγηλότητα και η πλαδαρότητα του, η δύναμη και η εξάντληση, η δραστηριότητα και η αδράνεια, μαζί με ότι έχει αντιληφθεί κανείς μέσω των πέντε σωματικών αισθήσεων (οράσεως, ακοής, γεύσεως, αφής, οσφρήσεως), ότι έχει απομνημονεύσει ή φανταστεί, ότι έχει πραγματοποιήσει ή πραγματοποιεί ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει, ότι έχει αποκτήσει ή αποκτάει, ότι μπορεί ή δεν μπορεί ν’ αποκτήσει, ότι τον ευχαριστεί ή τον δυσαρεστεί, είτε με πρόσωπα σχετίζεται είτε με καταστάσεις και γεγονότα, όλα αυτά αντανακλώνται στην καρδιά και την επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά.
Είναι, δηλαδή, αδύνατο για την καρδιά να βρίσκεται σε αδράνεια, σε κατάσταση ανάπαυλας, ακόμα και για μια στιγμή. Απεναντίας, βρίσκεται σε συνεχή ενεργητικότητα, αστασία και μεταβλητότητα, όπως ακριβώς ένα βαρόμετρο πριν από την καταιγίδα. Υπάρχουν, όμως, πολλές εντυπώσεις, που περνούν από την καρδιά χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη. Όταν, λ.χ., βρεθείς σ’ ένα μέρος για πρώτη φορά, όλα τραβάνε την προσοχή σου• αν, όμως, ξαναπάς εκεί δεύτερη ή και τρίτη φορά, δεν συμβαίνει το ίδιο.

Κάθε επίδραση στην καρδιά γεννάει ένα εντελώς ιδιαίτερο συναίσθημα μέσα της. Επειδή, λοιπόν, οι επιδράσεις είναι αναρίθμητες, αναρίθμητα είναι και τα αντίστοιχα συναισθήματα. Η γλώσσα μας, όμως, δεν διαθέτει τον πλούτο των λέξεων που απαιτείται για τον προσδιορισμό τόσων συναισθημάτων.
Έτσι τα εκφράζουμε με γενικούς όρους: ευχάριστο-δυσάρεστο, συμπάθεια-αντιπάθεια, κέφι-ακεφιά, χαρά-λύπη, ικανοποίηση-παράπονο, ηρεμία-ταραχή, ενθουσιασμός-απογοήτευση• ελπίδα-φόβος• ευσπλαχνία-ασπλαχνία. Παρατήρησε τον εαυτό σου, και θα δεις να έχει στην καρδιά τη μια το ένα συναίσθημα και την άλλη το άλλο.
Ο ρόλος, όμως, της καρδιάς δεν είναι μόνο η παθητική αποδοχή εντυπώσεων και η εκδήλωση ευφορίας ή δυσφορίας για την κατάσταση μας. Η καρδιά συντηρεί, επίσης, την ενεργητικότητα όλων των δυνάμεων της ψυχής και του σώματος. Κοίτα πόσο γρήγορα και πόσο αποτελεσματικά πραγματοποιείται κάτι, όταν το κάνουμε, όπως λέμε, με την καρδιά μας! Όταν απεναντίας, δεν το θέλει ή καρδιά μας, τα μέλη μας αδρανούν.
Γι’ αυτό, όσοι ξέρουν να ασκούν αυτοέλεγχο, όταν πρέπει να κάνουν ένα έργο που η καρδιά τους το αποφεύγει, φροντίζουν να βρουν τις θετικές ή τις ευχάριστες ή τις ωφέλιμες πλευρές του, ώστε να συμφιλιώσουν την καρδιά τους με το έργο και να διατηρήσουν μέσα τους την ενεργητικότητα που χρειάζεται για την εκπλήρωση του. Ο ζήλος, η κινητήρια δύναμη της βουλήσεως, προέρχεται από την καρδιά.
Όλοι δεν τ’ αγαπούν όλα. Και όλοι δεν έχουν δοσμένη την καρδιά τους στα ίδια πράγματα. Κάθε άνθρωπος, βλέπεις, έχει τις δικές του ροπές και κλίσεις. Αυτές εξαρτώνται κατά ένα μέρος από τη φυσική του προδιάθεση, πιο πολύ όμως από τις εντυπώσεις που αποκόμισε στα πρώτα χρόνια μετά τη γέννηση του, εντυπώσεις τόσο από την ανατροφή που πήρε όσο και από τις διάφορες βιοτικές περιστάσεις.
Ανεξάρτητα, πάντως, από το πως έχουν διαμορφωθεί οι κλίσεις ενός ανθρώπου, γεγονός είναι ότι τον εξωθούν στη ρύθμιση της ζωής του με τέτοιο τρόπο, ώστε να πλαισιώνεται από αντικείμενα και εξαρτήσεις που εναρμονίζονται μ’ αυτές ακριβώς τις κλίσεις. Έτσι μόνο είναι ειρηνικός, αφού έτσι είναι ικανοποιημένος.
Η ικανοποίηση, δηλαδή, των επιθυμιών του, τού δίνει ψυχική ηρεμία και γαλήνη. Να το μέτρο της καρδιάς για τη μέτρηση της ευτυχίας! Τίποτα δεν ενοχλεί τον άνθρωπο, τίποτα δεν τον ανησυχεί, τίποτα δεν τον ταράζει – αυτό είναι ευτυχία.
Αν ο άνθρωπος είχε πάντα νηφαλιότητα στο λογιστικό μέρος της ψυχής και αν ενεργούσε με φρόνηση σ’ όλες τις περιστάσεις, τότε ελάχιστα περιστατικά της ζωής του θα ήταν δυσάρεστα στην καρδιά του. Έτσι θα ήταν πιο ευτυχισμένος.
Αλλά, όπως σου έχω ήδη εξηγήσει, το λογιστικό σπάνια βρίσκεται σε καλή κατάσταση συνήθως παραδίνεται σε μάταιους ρεμβασμούς και περισπασμούς. Το επιθυμητικό, πάλι, ξεφεύγει από τη φυσιολογική του κλίση και παρασύρεται σε άστατες επιθυμίες, που προέρχονται όχι από ανάγκες της φύσεως αλλ’ από τα ξένα προς τη φύση μας πάθη.
Όσο, λοιπόν, αυτά τα δύο μέρη της ψυχής παραμένουν σε τέτοιαν ανωμαλία, η καρδιά δεν γνωρίζει ανάπαυση. Τα πάθη είναι που τυραννούν την καρδιά περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Και χωρίς τα πάθη, βέβαια, θ’ αντιμετώπιζε η καρδιά δυσάρεστες καταστάσεις, δεν θα βασανιζόταν όμως τόσο πολύ. Κοίτα πως την κατακαίει ο θυμός! Κοίτα πως την κομματιάζει το μίσος! Κοίτα πως τη λιώνει ο φθόνος! Κοίτα πως τη σπαράζει η λύπη, όταν πληγώνεται η υπερηφάνεια!
Αλήθεια, αν εξετάζαμε τα πράγματα λίγο πιο προσεκτικά, θα διαπιστώναμε ότι όλες οι ενοχλήσεις της καρδιάς προέρχονται από τα πάθη. Αυτά τα φθοροποιά πάθη, όταν ικανοποιούνται, δίνουν χαρά, χαρά όμως εφήμερη και όταν δεν ικανοποιούνται, αλλ’ απεναντίας βρίσκουν αντίσταση, τότε προξενούν λύπη διαρκή και αφόρητη.
Είναι φανερό, λοιπόν, πως η καρδιά αποτελεί τη ρίζα και το κέντρο της ζωής μας. Αυτή πληροφορεί τον άνθρωπο για την καλή ή την κακή κατάσταση του και προκαλεί την ενεργοποίηση άλλων δυνάμεων, από τη δράση των οποίων επωφελείται, επιτείνοντας ή, αντίθετα, αμβλύνοντας το συναίσθημα εκείνο, από το οποίο καθορίζεται η κατάσταση του ανθρώπου.
Φαίνεται ότι στην καρδιά είχε δοθεί αρχικά από τον Θεό πλήρης εξουσία πάνω σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής. Αυτό συμβαίνει και τώρα σε κάποιους ανθρώπους, στους πιο πολλούς, όμως έχει μερική μόνο εξουσία.
Γιατί, μετά την πτώση του Αδάμ, ήρθαν τα πάθη και διατάραξαν τη φυσική λειτουργία της καρδιάς. Η παρουσία των παθών δεν της επιτρέπει πια να μας πληροφορήσει θετικά και αξιόπιστα για την κατάστασή μας• οι εντυπώσεις αλλοιώνονται• οι κλίσεις διαστρέφονται• οι εσωτερικές δυνάμεις παίρνουν λάθος κατεύθυνση.
Γι’ αυτό, όσο έχουμε πάθη, πρέπει να ελέγχουμε και να συγκρατούμε την καρδιά μας, υποβάλλοντας τα συναισθήματα, τις επιθυμίες και τις τάσεις της σε αυστηρή κριτική και αξιολόγηση. Αν καθαρθεί κανείς από τα πάθη, τότε μπορεί ν αφήσει την καρδιά του ελεύθερη στη βούληση της όσο, όμως, τα πάθη του είναι ενεργά, αν αφήσει την καρδιά του στη βούληση της, θα αυτοκαταδικαστεί σε γενική αστάθεια και ανασφάλεια.
Η χειρότερη κατάσταση είναι του ανθρώπου εκείνου, που βάζει σκοπό της ζωής του να τροφοδοτεί με ηδονικές απολαύσεις την καρδιά, του ανθρώπου που επιδιώκει να ζήσει τη γλυκιά ζωή, τη «ντόλτσε βίτα», όπως τη λένε. Από την ώρα που οι σαρκικές επιθυμίες και οι αισθησιακές απολαύσεις βιώνονται έντονα, ο άνθρωπος βυθίζεται σε χυδαία ηδυπάθεια και χάνει ότι τον κάνει να ξεχωρίζει από τα άλλα έμβια όντα.
Να η ψυχική ζωή από κάθε πλευρά της! Σκόπιμα υπογράμμισα τι είναι φυσιολογικό και τι δεν είναι. Βλέπω πως είσαι πρόθυμη, χωρίς δική μου σχετική προτροπή, ν’ ακολουθήσεις το πρώτο και ν’ αποφύγεις το δεύτερο. Ο Θεός βοηθός!



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΡΑΦΗ (3)

 

3. ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ 

Το κακό εἰσβάλλει χωρίς αντίσταση στό σῶμα τῆς κοινωνίας. Τρέχει σαν ποτάμι, καλύπτοντας ὁλόκληρο τό σῶμα της. 
Ο κόσμος πλημμυρίζει ἀπό τό κακό. Γίνεται «κατακλυσμός» κακοῦ. Κάτι ἔπρεπε νά γίνει, για να σταματήσει τό κακό, καί νά ξεπλυθεῖ ἡ κοινωνία. 
Καί γίνεται. 
«Ιδών δέ ὁ Κύριος, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπί τῆς γῆς, καί πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπί τά πονηρά πάσας τάς ἡμέρας» (Γεν. 6:5). 
• «Επληθύνθησαν αἱ κακίαι»: 
Δέν λέει «ἐπληθύνθη ἡ κακία», ἀλλά «ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι». Ὅπου ὑπάρχει πορνεία, καλοπέραση καί ὑπερβολική ἀκρασία (λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), «γεννιοῦνται» ἄπειρα κακά· μέθη, κραιπάλη, ἀδικία. Ἡ πορνεία γίνεται «πηγή», ἀπ' ὅπου πηγάζουν, τρέχουν ἄπειρες κακίες (Ομιλ. ΚΓ.4 εἰς Γεν.). 
• «Πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς»: 
Το κακό (λέει πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης) δέν τό ἔκανε μόνο ὁ νέος, ἀλλά καί ὁ γέρος. Οχι μόνο ὁ ἄνδρας, ἀλλά καί ἡ γυναίκα. Ὄχι μόνο ὁ δοῦλος, ἀλλά καί ὁ ἐλεύθερος, καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος. 
Καί δέν τό ἔκαναν ἕνεκα ἀμελείας, οὔτε ἐπειδή παρασύρθηκαν, ἀλλά «ἐπιμελῶς» (Γεν. 6:5). Ήταν ἐπαγγελματίες ἁμαρτωλοί. 
Μέ ἄλλα λόγια, αὐτό πού τούς «ἔκαιε» ἦταν πῶς νά κάνουν τό κακό, καί ὄχι πῶς νά μήν τό κάνουν. Οὔτε κ ἄν περνοῦσε ἀπό τό μυαλό τους ἡ σωτήρια σκέψη τῆς μετανοίας. 
• «Πάσας τάς ἡμέρας»: 
Αμάρταναν ισοβίως. Ὅσο ζοῦσαν. Καί τότε ζοῦσαν μέχρι και 600, καί 700, και 800 χρόνια. Επί τόσα χρόνια ἁμάρταναν χωρίς καμμία διακοπή. Μόνιμο ἐπάγγελμά τους: Ἡ ἁμαρτία!!! 
Σε τέτοιο κόσμο ἔζησε ὁ Νώε. 
Ἤταν ( ὁ Νῶε) γυιός τοῦ Λάμεχ, τρισέγγονος τοῦ  ̓Αδάμ. Ἔζησε δηλαδή λίγο μετά τήν ἔξωση τοῦ προπάππου του Αδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. Παρόλο πού ἔζησε σε διεφθαρμένη κοινωνία, εὐωδίαζε ἀπό τήν ἀρετή. 
«Νῶε ἄνθρωπος δίκαιος» (Γεν. 6:9). Δίκαιος στη Γραφή εἶναι ἐκεῖνος πού ἐφαρμόζει ὅλα τά «δικαιώματα», τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή, ὁ Νῶε δέν ἦταν μόνο ἐγκρατής, αλλά ἦταν καί σέ ὅλα «τύπος καί ὑπογραμμός». Ηταν «τέλειος ἐν τῇ γενεᾷ αὐτοῦ» (Γεν. 6:10). Τέλειος στη δική του κοινωνία, πού μισοῦσε θανάσιμα τήν ἀρετή. 
• «Καί ἦν Νῶε ἐτῶν πεντακοσίων καί ἐγέννησε τρεῖς υἱούς, τόν Σήμ, τον Χάμ καί τόν Ἰάφεθ» (Γεν. 5:32). 
Ἡ Γραφή (σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) δέν ἀναφέρει χωρίς λόγο, ὅτι ὁ Νῶε στήν ἡλικία τῶν πεντακοσίων ἐτῶν ἀπέκτησε παιδιά. Το λέει αυτό γιά νά δείξει ἐμμέσως τό μέγεθος τῆς ἐγκρατείας του. Ενώ δηλαδή γύρω του ὅλοι εἶχαν «λυσσάξει» ἀπό τήν σαρκική ἐπιθυμία («πολλήν τήν λύσσαν καί τήν μανίαν ἐπιδεικνυμένων»), αὐτός μέχρι πού ἔφθασε στήν ἡλικία τῶν πεντακοσίων ἐτῶν, ὑπῆρξεν ἐγκρατής. Επί τόσα χρόνια χαλιναγωγοῦσε τήν ἀτίθαση σάρκα. Ἔτσι, ὄχι μόνο δέν ἦρθε σε παράνομη (ἐκτός τοῦ Γάμου) σαρκική σχέση, ἀλλ' ἀπέφυγε κι' αὐτή τή νόμιμη (ἐντός τοῦ Γάμου) σχέση (Ὁμιλ. ΚΔ' Γεν.). 
Ὁ ἐγκρατής Νώε, ζώντας σε τέτοιο κόσμο, ἦταν σάν τήν «μυίγα μέσα στο γάλα». «Βαρύς και βλεπόμενος» (Σοφία 2:12). Από γειτόνους, φίλους, συγγενεῖς, ἄκουγε καθημερινά (ἐπί πεντακόσια χρόνια) σχόλια ειρωνικά. Ηταν ὁ περίγελος πάντων. Ήταν «νούμερο»... 
Οὔτε μία καλή συμβουλή δέν ἄκουσε ἀπό κάποιο συνάνθρωπό του, οὔτε ἕνας δέν βρέθηκε να τοῦ δώσει θάρρος στόν ἀγῶνα του ἐναντίον τῆς σαρκός. Αλλά ὅλοι τους ξεσποῦσαν ἐπάνω του σάν ἀγριεμένα κύματα. Καί αὐτός δέν πτοεῖτο. Αλλά διέσχιζε ἀτάραχος τήν ἀγριεμένη θάλασσα. Γιατί ἦταν μεγάλος ἀθλητής. 
Ἡ παρθενία ἔχει μεγαλύτερη ἀξία, ὅταν ἀποκτᾶται ζώντας ἀνάμεσα σε πόρνους. Ἔτσι, ἡ ἐγκράτεια τοῦ Νώε εἶναι «βαρύτιμη», γιατί ἀποκτήθηκε κατοικώντας ἐπί πεντακόσια χρόνια μέσα σε «πορνεῖο».[1] 
«Ιδών δέ Κύριος ὁ Θεός, ὅτι ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι» (Γεν. 6:5). Τώρα εἶδε ὁ Θεός, ὅτι αὐξήθηκε ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων; Δέν τό ἤξερε ἀπό πρίν; Ασφαλῶς τό ἤξερε. 
Ἡ Γραφή θέλει νά πεῖ μ' αὐτό (διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), ὅτι παρά τήν τόση μακροθυμία τοῦ Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἐπέμειναν στήν ἁμαρτία. Καί ὄχι μόνο. Αλλά ἔγιναν καί χειρότεροι· «...ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι» (Ομιλ. ΚΓ' εἰς Γεν.).[2] 
• «Καί ἐνεθυμήθη, ὅτι ἐποίησε τόν ἄνθρωπον ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. 6:6). 
Βλέποντας ὁ μακρόθυμος Θεός τό πλάσμα Του να κολυμπά στούς βόθρους τῆς ἁμαρτίας, σκέφθηκε τήν ἡμέρα, πού τό ἐδημιούργησε. 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος βάζει στό «στόμα» τοῦ Θεοῦ τά λόγια: «Μήπως ἄραγε γι' αὐτό ἔκανα τόν ἄνθρωπο στή γῆ; Γιά νά καταπέσει τόσο χαμηλά καί ἐπικίνδυνα; Γιά νά γίνει ὁ ἴδιος αἰτία τῆς καταστροφῆς του; Ὄχι! Αλλ' ἐγώ ἐξ' ἀρχῆς τόν τίμησα πολύ, καί ἔδειξα γι' αὐτόν ἰδιαίτερη φροντίδα, ὥστε νά μή χαθεῖ. Ἐπειδή ὅμως δέν ἔκανε καλή χρήση τῆς ἀγάπης Μου, «ἀπαλείψω τόν ἄνθρωπο, ὅν ἐποίησα, ἀπό προσώπου γῆς, ὅτι μετεμελήθην» (Γεν. 6:7, βλ. Ὁμιλ. ΚΒ' εἰς Γεν.). 
• «Ἔσονται δέ αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατόν εἴκοσι ἔτη» (Γεν. 6:3): 
Παρόλο πού ὁ ἄνθρωπος κατέπεσε τόσο χαμηλά, ὁ Φιλεύσπλαχνος Θεός δέν τό ἐξαφανίζει από προσώπου γῆς. Θά τόν ἀνέχεται ἀκόμη 120(!) χρόνια. Γιατί δέν θέλει να χαθεῖ τό πλάσμα του. 
Προειδοποιεῖ τόν ἄνθρωπο. Μήπως και συνέλθει, ἀφυπνισθεῖ, μετανοιώσει, καί γλυτώσει τήν τιμωρία. Καί γιά νά μήν τόν «αγχώσει», τοῦ δίδει καιρό στή διάθεσή του: Εκατόν εἴκοσι χρόνια[3]
Ιδού! 
• «Καί είπε Κύριος: καιρός παντός ἀνθρώπου ἥκει ἐναντίον μου» (Γεν. 6:13). 
Ὁ Θεός ἀνακοίνωσε στο φίλο του Νώε τήν μεγάλη Του ἀπόφαση: «Το τέλος τῶν ἀνθρώπων ἔφθασε». Καί δικαιολογεῖται ( ὁ Θεός) στο Νῶε:
«Ὅτι ἐπλήσθη ἡ γῆ ἀδικίας» (Γεν. 6:13). Γέμισε ἡ γῆ ἀπό κακά. Το κακό παραέγινε. Δεν πάει ἄλλο! Γι' αὐτό θά κατακλύσω τήν γῆ ἀπό νερά, ὥστε νά μή μείνει τίποτε ζωντανό. Θά νεκρωθοῦν τα πάντα. 
Σε σένα (λέει στο Νῶε) ὑπόσχομαι τήν σωτηρία σου (Γεν. 6:17-18). Φτιάξε κιβωτό" γιά τόν ἑαυτό σου (Γεν. 6:14), τήν γυναίκα σου, τά παιδιά σου καί τίς γυναῖκες τους (Γεν. 6:18). 
Ὁ Νῶε ὑπάκουσε. Πῆρε ἐργάτες. Ἔκοψαν ἀπό τά δάση τεράστια ξύλα, τα μετέφεραν, καί ἔστησαν «εργοτάξιο». Μέ τά πρωτόγονα μέσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατασκεύαζαν στη στεριά, καί ἐπί ἑκατό ὁλόκληρα χρόνια, ένα γιγαντιαίο πλοίο (Γεν. 7:6) : 
Μήκος: 156 μέτρα 
Πλάτος: 26 μέτρα
Ύψος: 16 μέτρα 
Ἡ κατασκευή του κίνησε τήν περιέργεια ὅλων. Ρωτούσαν γιά νά μάθουν. Ὁ Νῶε ἅρπαζε τήν εὐκαιρία καί ἔκανε κήρυγμα μετανοίας. Αλλά καί οἱ ἐργάτες κτυπώντας καθημερινά τά ξύλα, «κτυποῦσαν» συνειδήσεις. Καί ὁ Νῶε καί οἱ ἐργάτες μέ τόν τρόπο τους, ἐπί ἑκατό χρόνια «κτυποῦσαν» σάλπιγγα μετανοίας. 
Καί δέν μετάνοιωσε οὔτε ἕνας. Το 'ριχναν στό «σορολόπ». Εἶχαν τίς ἀπόψεις τους. Σίγουρα θα ἔλεγαν: 
«Σάλεψε ὁ Νῶε. Φτιάχνει πλοῖο χωρίς να ὑπάρχει θάλασσα» 
«Ὁ Νῶε, πού μᾶς τό έπαιζε ὥς θρήσκος, τό 'ριξε στίς ἐπιχειρήσεις» 
Καί ὅ,τι ἄλλο «κατέβαζε» το διεστραμμένο τους μυαλό. 
Πέρασαν ἤδη ἑκατό χρόνια. Οἱ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι δέν ἔδειξαν τήν παραμικρή διάθεση μετανοίας. Ἔτσι ὁ Φιλάνθρωπος Θεός συντομεύει τόν χρόνο, μήπως καί ξυπνήσουν. Τά ἐναπομείναντα εἴκοσι χρόνια, τά κάνει ἑπτά ἡμέρες. (Γεν. 7:4) 
Δίδει ἐντολή νά ἐπιβιβασθοῦν στό «πλοῖο» ὁ Νῶε, ἡ οἰκογένειά του, ὡς καί κάθε είδος ζώων καί πτηνῶν (Γεν. 7:1-3). 
Πρίν, οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τούς ἐργάτες νά φτιάχνουν τήν Κιβωτό, καί ἔλεγαν, ὅ,τι ἔλεγαν. Τώρα βλέπουν τόν Νῶε, τήν οἰκογένειά του, τά ζωα, τά πτηνά μέσα στην Κιβωτό να περιμένουν ἐπί ἑπτά ὁλόκληρες ημέρες. (Γεν. 7:10) 
Τελευταία εὐκαιρία μετανοίας. 
Αλλ' ἔμειναν καί πάλι ἀσυγκίνητοι. Τέτοια πώρωση. Τέτοια στενοκεφαλιά. Τέτοιο μυαλό (;) κουβαλοῦσαν στο κεφάλι τους... 
Παγιδεύθηκαν ἀπό τά ἐπιχειρήματά τους, τίς ἀπόψεις τους. Τίς θεωροῦσαν «ἐγγύηση». Δέν περνοῦσε ἀπό τό μυαλό τους, πώς εἶναι δυνατόν νά πέφτουν ἔξω στην κρίση τους. Εἶχαν τήν ψευδαίσθηση, πώς ὁ Νῶε βρίσκεται σε πλάνη, ἐνῶ αὐτοί βρίσκονται στόν ἴσιο δρόμο... 
Ξαφνικά ήρθε αὐτό πού δέν περίμεναν: Ἡ και ταστροφή τους. 
«Οἱ καταρράκται τοῦ οὐρανοῦ ἠνεώχθησαν» (Γεν. 7:10). Ἔπεφτε καταρρακτώδης βροχή. Ἔπεφταν κύματα ὑδάτων. Καί ὄχι μόνο. Αλλά «ἐρράγησαν πᾶσαι αἱ πηγαί τῆς ἀβύσσου» (Γεν. 7:10). Ἔσπασαν ὅλες οἱ πηγές τῶν ὑπογείων ὑδάτων. Ξεπηδοῦσαν κύματα νεροῦ ἀπό τήν γῆ. 
Γῆ καί οὐρανός «ξεσποῦν» ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἐπί σαράντα συνεχεῖς νύκτες καί ἡμέρες τούς «σφυροκοποῦν» ἀνηλεῶς. 
Τί ἐφιαλτικές στιγμές πέρασαν αὐτοί οἱ ἐπαγγελματίες ἁμαρτωλοί, βλέποντας να «πετάγονται» μπροστά τους ποταμοί ὑδάτων, ἀλλά καί πέφτοντας στα κεφάλια τους, ἐπί τόσες νύκτες καί ἡμέρες, βροχή-κατακλυσμός! 
Πόσο θα πονοῦσαν: 
• ὅταν ἔβλεπαν να χάνονται τα σπίτια τους, οἱ σοδειές τους, τα «ζωντανά» τους! 
• ὅταν συνειδητοποίησαν, πώς ἔφθασε πιά τό τέλος τους! Σά «χαμένοι» ἔτρεχαν νά βροῦν σανί δα σωτηρίας, φωνάζοντας «βοήθεια». ('Αλλά ποιός να βοηθήσει ποιόν;) 
• ὅταν ἔβλεπαν μπρός στα μάτια τους να χάνεται ὁ πατέρας τους, ἡ μάνα τους, τό παιδί τους! 
• ὅταν ἔβλεπαν τήν φύση «ἀνόρεκτη» γιά ξαστεριά! (Τώρα κατάλαβαν, πώς ὁ Νῶε καλά τούς τα 'λεγε...) 
Μερικοί πρόλαβαν καί σκαρφάλωσαν σέ πανύψηλα δένδρα. Ὅμως ἡ πρωτοφανής βροχή δέν ἔλεγε να «κόψει». Ἔτσι ἡ στάθμη τοῦ νεροῦ ὅλο καί ἀνέβαινε, ὥσπου πνίγηκαν κι' αὐτοί. 
Καί αὐτοί πού πρόλαβαν καί «ἔπιασαν» τά πανύψηλα βουνά, καί αὐτοί ξεγελάσθηκαν. Τό νερό ἔφθασε μέχρι τά βουνά. Καί στήν ὑψηλότερη κορυφή. Καί ὄχι μόνο. Υπερκάλυψε όλες τις βουνοκορφές. (Γεν. 7:18) Τά πάντα ἐπί ἑκατόν πενήντα ἡμέρες ἦταν σκεπασμένα μέ νερό. (Γεν. 7:29) 
Ἡ γῆ ἔγινε ἕνας ἀχανής ὠκεανός! Πνίγηκαν οἱ πάντες. (Κι' αὐτοί πού ἔφτιαξαν τήν Κιβωτό) 
Ὁ Θεός τούς ἔδωσε προθεσμία μετανοίας ἑκατόν εἴκοσι χρόνια, κι' αὐτοί κορόιδευαν... 
Ἡ Κιβωτός ἔπλεε στα «ἄγρια» νερά ἀπό τόν Νοέμβριο μήνα, πού ξέσπασε ὁ κατακλυσμός, μέχρι τον Απρίλιο, πού ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν τά ὕδατα (Γεν. 8:4). Επί πέντε μῆνες ἦταν «ακυβέρνητη». 
Ὑπῆρχε μέγας κίνδυνος να «φαγωθεῖ ἀπό τά κύματα, ἤ νά προσκρούσει σε «σκόπελο», ἤ «ὕφαλο» καί νά συντριβεῖ. Καί ὅμως. Ἄραξε «σῶα καί ἀβλαβής» στό ὄρος Αραράτ[4] (Γεν. 8:4). Λές και εἶχε κάποιον ἐπιδέξιον, ἔμπειρον καί ὑπομονετικόν καπετάνιον. Καί εἶχε. 
• Ὁ Νῶε εἰσῆλθε στην Κιβωτό τήν 22α τοῦ δευτέρου μηνός (Νοεμβρίου, Γεν. 7:11), καί ἐξῆλθε τήν 27η τοῦ δευτέρου μηνός Νοεμβρίου, Γεν. 8:14) τοῦ ἑπομένου ἔτους (πού στέγνωσε ἡ γῆ). Δηλαδή: Ἐπί ἕνα ὁλόκληρο χρόνο ἦταν «φυλακισμένος» μές στην Κιβωτό. Χωρίς να ξέρει που βρίσκεται, καί ποῦ θά καταλήξει. 
• Στήν Κιβωτό δέν ὑπῆρχαν «γεννήτριες» που να παράγουν φῶς. Ἔτσι ὁ Νῶε ἐπί ἕνα χρόνο ἦταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Καί ὄχι μόνο. Αλλά κάθε τόσο ἄκουγε τά μουγγρητά τῶν ἀλόγων ζώων, πού βρίσκονταν μαζί του. Μυρίζονταν τίς ἀκαθαρσίες τους, πού συνεχῶς στοιβάζονταν... 
• Το σπουδαιότερο: Ο Νώε, βρισκόμενος ἐντός τῆς Κιβωτοῦ, καί ξεσπώντας ὁ κατακλυσμός, ἤξερε πώς ἔξω χάνονται οἱ πάντες. Πώς χάνονται οἱ ἐργάτες, πού ἐπί ἑκατό χρόνια συνεργάζονταν μαζί τους. Πώς χάνονται οἱ δικοί του ἄνθρωποι (οἱ πολυάριθμοι συγγενεῖς του, οἱ φίλοι του), πού ἔζησε μαζί τους 600 ὁλόκληρα χρόνια. Πιθανόν νά ἄκουγε τα βογγητά τους! Τί πόνος γιά τόν φιλεύσπλαχνο Νώε. 
• Παρόλο πού ζοῦσε σέ τέτοιες δραματικές συνθῆκες, δέν πτοήθηκε, δέν ἀπελπίσθηκε, δέν πανικοβλήθηκε. Παρέδωσε ἐξ' ὁλοκλήρου τόν ἑαυτόν του στόν Θεό. Τοῦ ἔδειξε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Καί ἐπειδή Τοῦ ἔδειξε τέτοια ἐμπιστοσύνη, ὁ Παντοκράτωρ Κύριος δέν τόν ἐγκατέλειψε. Τουναντίον ἦταν πάντα μαζί του. Τόν στήριζε, τόν ἐνίσχυε, τόν ἐνδυνάμωνε. 
Κι' αὐτό τό ἔνοιωθε ὁ Νῶε. Γι' αὐτό, μόλις πάτησε το πόδι του στην ξηρά, πρόσφερε θυσία στο Θεό, εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης γιά τή μεγάλη Του συμπαράσταση (Γεν. 8:20). 
Οἱ ἄνθρωποι πού πνίγηκαν ἀπό τόν κατακλυσμό, ζοῦσαν πρό Χριστοῦ. Καί μάλιστα στήν ἐποχή πού οἱ δέκα ἐντολές δέν εἶχαν ἀκόμα δοθεῖ στό Μωϋσῆ. Ζοῦσαν δηλαδή σε βαθύτατο σκοτάδι! Παρόλο αυτό τιμωρήθηκαν θανάσιμα γιά τίς ἁμαρτίες τους, προπαντός γιά τίς ἁμαρτίες τῆς σαρκός. Γιατί; 
Επειδή δέν ἀγωνίσθηκαν. Δέν προσπάθησαν να νικήσουν τήν ἁμαρτία. Αν προσπαθοῦσαν, θα νικοῦσαν, ὅπως ἔγινε μέ τόν Νώε. 
Κι' αὐτό σημαίνει: Ὅποιος δέν ἀγωνίζεται ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά παραδίδεται ἀμαχητί, θα τιμωρηθεῖ. Ἁπλῶς, τώρα ὁ Θεός μακροθυμεῖ, ὅπως μακροθύμησε καί τότε. 
Οἱ διεφθαρμένοι ἄνθρωποι (στήν ἐποχή τοῦ Νῶε), ὅταν ξέσπασε ὁ κατακλυσμός, τότε ἄλλαξαν μυαλά. (Ἐνῶ πρίν...). 
Ἕνα κατσικάκι, (λέει ἕνας μύθος τοῦ Αἰσώπου), βρισκόταν στην ταράτσα ενός διώροφου σπιτιοῦ· βλέπει στο δρόμο ἕνα λύκο. 
- Δέν ντρέπεσαι, παλιοτόμαρο. (τοῦ ἔλεγε). Τρῶς τις κατσίκες καί τίς γίδες τῶν φτωχῶν! 
-Αν θές νά τά ποῦμε, κατέβα κάτω. (ἀπάντησε ὁ λύκος). 
Ἂν ἔστω ἡ κατσίκα ἔκανε το τόλμημα και κατέβαινε προς τα κάτω, τότε σίγουρα τό πρῶτο πού θά ἔκανε μπρός στο λύκο, ἦταν νά τοῦ δείξει τήν μεταμέλεια της, γιά ὅ,τι εἰς βάρος του ξεστόμισε, ἐκλιπαρώντας τον ταυτόχρονα να τῆς χαρίσει τή ζωή. 
Καί ὁ ὄχλος στήν ἐποχή του Νῶε, ὅσο δέν κινδύνευε, μιλοῦσε σάν τήν κατσίκα πάνω στην ταράτσα. Ὅταν ὅμως βρέθηκε στο στόμα τοῦ θανάτου, μετανόησε, φωνάζοντας «βοήθεια». Αλλ' ὅμως ἦταν ἀργά, πολύ αργά. 
Καί ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 



[1] Αλήθεια. Πῶς τά κατάφερε καί στάθηκε τόσο ψηλά, σέ αὐτό τό χάος καί βαθύ σκοτάδι; Πῶς δέν «κάμφθηκε» ἀπό τήν ἀσφυκτική πίεση που δεχόταν ἐπί μονίμου βάσεως ἀπό τόν διεφθαρμένο ὄχλο; «Επειδή (ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) είχε μονίμως προσηλώσει τήν διάνοιά του στό Θεό, καί ἔτσι οὐδόλως νοιάζονταν γιά τό τί ἔλεγε γι' αὐτόν ὁ κόσμος». 

[2] «Το παράδειγμα τοῦ Νῶε διδάσκει, πώς τίποτε δέν μπορεῖ νά ἐμποδίσει ἐκεῖνον πού θέλει νά εἶναι σώφρων (ἐγκρατής)· νά ἐγρηγορεῖ καί νά φροντίζει ὑπέρ τό δέον για τήν σωτηρία του. Γι' αὐτό, κανείς ἄς μήν «τά βάζει» μέ τούς ἄλλους. Κανείς ἄς μήν τούς θεωρεῖ ὑπεύθυνους, ἀλλά νά ἀποδίδει τά πάντα στη δική του ἀδιαφορία» (Ομιλ. ΚΓ' εἰς Γεν.). 

[3] Ὁ ἐκ δεξιῶν ληστής, γιά νά μετανοιώσει, χρειάστηκε ένα λεπτό! Σε 120 χρόνια ὁ ἄνθρωπος προλαβαίνει ὄχι ἁπλῶς νά μετανοήσει, ἀλλά καί νά γίνει ἄγγελος, και κάτι παραπάνω! 

[4]  Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς πληροφορεί, πώς μέχρι τήν ἐποχή του σώζονταν στό ὄρος Αραράτ «κομμάτια» ἀπό τήν Κιβωτό του Νῶε. «Ἠκούσατε (λέει) περί τοῦ κατακλυσμοῦ καί τῆς πανωλεθρίας ἐκείνης; Οὐχί γέγονε, καί εἰς ἔργον ἐξέβη; Οὐχί καί τά λείψανα αὐτῆς ἕως νῦν ἐκεῖ σώζεται πρός ἡμετέραν ὑπόμνησιν;» (Περί τελείας Αγάπης, 7) 
Σήμερα πιά ἔχει ἀποδειχθεῖ ἐπιστημονικά, ὅτι ὁ κατακλυσμός ήταν πράγματι ἕνα ἀναμφισβήτητο ἱστορικό γεγονός. 
Μιά ἀκόμα ἀπόδειξη, ὅτι ἡ Γραφή καί σάν ἱστορικό βιβλίο εἶναι ἀξιόπιστη. 

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Α (6)

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ὅ,τι είσαι, είσαι. Μή φοβάσαι νὰ τὸ παραδεχθεῖς

Δεν ξέρω πόσο γίνομαι κατανοητός, δέν ξέρω πῶς τὰ ἀκοῦτε, πῶς τὰ καταλαβαίνετε αὐτά, ἀλλὰ ὑπάρχει για όλους σωτηρία. Όμως, ἔτσι πρέπει να τα πάρουμε τα πράγματα. Τώρα καταλαβαίνουμε καλύτερα πόσο ὁ καθένας μας πρέπει να γνωρίσει καλά-καλά τί εἶναι ὁ ἑαυτός του. Διότι μπορεῖ ὅλα αὐτά, ὡς γενικό πλαίσιο τοῦ ὅλου θέματος, νὰ εἶναι ἔτσι, ἀλλά στον καθένα ὅλη αὐτή ἡ κατάσταση ὑπάρχει κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Πόσο ἑπομένως χρειάζεται να βοηθηθούμε ἀλλὰ νὰ ἔχουμε διάθεση ἅμα δέν ἔχουμε διάθεση, δὲν καταλαβαίνουμε τίποτε- όμως έτσι εἰδικά να βοηθηθούμε, για να γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας.
Ο καθένας να γνωρίσει τον ἑαυτό του. Μήν ντρέπεσαι, μή φοβάσαι να παραδεχθεῖς ὅ,τι εἶσαι. Όχι τί θέλεις νὰ εἶσαι, ἀλλὰ ὅ,τι είσαι. Να το παραδεχθεῖς μάλιστα με εὐγνωμοσύνη, χωρίς να τα βάλεις με κανέναν. Οὔτε μὲ τὸν Θεό οὔτε με κανέναν ἄλλο νὰ τὰ βάλεις, οὔτε να παραπονιέσαι: «Γιατί νὰ εἶμαι ἔτσι; Γιατί νὰ μοῦ συμβαίνουν αὐτὰ; Γιατί νὰ ἔχω ἐγὼ αὐτὲς τῆς δυσκολίες;» Αυτά τα ξέρει ὁ Θεός. Ἐμεῖς ὀφείλουμε με ευγνωμοσύνη να δεχόμαστε ό,τι και να μᾶς συμβαίνει, καί ὑπομονετικά να γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἔτσι ὑπάρχει ἐλπίδα, ἀδελφοί μου, να γίνει κάτι στην ψυχή μας.
Δεν ξέρω, μπορεῖ νὰ κάνω λάθος, ἀλλὰ κατά κανόνα ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἔξω ἀπό τήν πραγματικότητα, ἔξω ἀπό τὸν ἑαυτό του, πού δέν τὰ ξέρει ἔτσι τα πράγματα, πού δέν τὰ εἶδε έτσι, πού δέν ἔχει διάθεση να σκύψει μέσα του, ἐκεῖνος νομίζει πώς τάχα ἔχει νὰ κάνει κάποιο ἄλλο έργο. Ὅμως, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος, ἂν πέσεις μέσα στη λάσπη, καί βουλώσει ή μύτη σου, τα μάτια σου, το στόμα σου, τά αὐτιά σου, τί θὰ σε ὠφελήσει, ἐὰν πεῖς στὸν ὑπηρέτη σου να πάει νὰ ἀρχίσει να δίνει λεφτά ἐδῶ κι ἐκεῖ γιὰ ἐλεημοσύνη (Βλ. Αγίου Συμεών του Ν. Θεολόγου, Έργα, Κατηχήσεις, Κατήχηση Ε. έκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλης, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 88-89.)

Ἡ μόνη δουλειά πού ἔχεις να κάνεις εἶναι...

Ἐμεῖς κάνουμε σπασμωδικές κινήσεις, ἐπειδή δὲν θέλουμε να κάνουμε αὐτό τό ἕνα, δηλαδή να παραδοθοῦμε στον Χριστό. Όχι με λόγια, ἀλλά στην πράξη να παραδοθοῦμε. Ὄχι μόνο να το έχουμε πόθο και ἐπιθυμία να παραδοθούμε, ἀλλά στην πράξη να το κάνουμε. Το ἔκανες αὐτή τήν ὥρα, δηλαδή παρέδωσες τώρα τὸν ἑαυτό σου στον Θεό, καὶ μετά από λίγο, πάλι· καὶ μετά από λίγο, πάλι. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ότι κοροϊδεύεις, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ότι συνέχεια βγαίνει ἀπό μέσα σου ακατέργαστο υλικό, τὸ ὁποῖο δέν το ἔβλεπες πρῶτα, και γι' αὐτό παραδίδεις ἐκ νέου τον ἑαυτό σου στον Θεό. Επειδή όμως δέν θέλουμε νὰ κάνουμε αὐτό, καὶ ἀπό τό ἄλλο μέρος θέλουμε νὰ εἶμαστε χριστιανοί, νά φαινόμαστε ώς χριστιανοί, κάνουμε ὑποκρισίες, ἔχουμε πλαστή καί φτιαχτή συμπεριφορά, ποὺ δὲν ἔχει σχέση με τη χριστιανική ἀρετή. Πιθανόν κάποιος, ἀκούγοντας ὅλα αὐτά, να ἀπελπίζεται, νὰ ἀπογοητεύεται. Δὲν εἶναι ἔτσι. Εἶναι λάθος αὐτό, ἀφοῦ ὅλα τὰ κάνει ὁ Θεός· δὲν τὰ κάνουμε ἐμεῖς. Ἂν ἐπιτρέπεται νὰ πῶ, ἡ μόνη δουλειά ποὺ ἔχεις να κάνεις εἶναι νὰ κόψεις το μέρος τοῦ καρπουζιοῦ πού βρίσκεται ἔξω ἀπό τό νερό. Κόψ' το λοιπόν καὶ πάρ' το. Μόνο του το καρπούζι θὰ ἀνέβει λίγο πιό πάνω. Ἐνῶ, ἄν προσπαθήσεις ἀλλιῶς νὰ τὸ ἀνεβάσεις, δὲν θὰ βρεῖς τρόπο. Θὰ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μέσα στο νερό. Κόψε αὐτό πού βγῆκε ἔξω ἀπό το νερό. Κόψε τὴν ἄλλη μέρα καὶ τὸ ἄλλο πού βγῆκε ἔξω ἀπό τό νερό. Σιγά-σιγά, κάθε μέρα, να παραδίδουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ ἐμπιστοσύνη στον Θεό· αὐτό εἶναι τὸ κόψιμο. Δηλαδή, ἂν σήμερα, ὅσο μπορούμε να νιώσουμε, να καταλάβουμε τὸν ἑαυτό μας, ἀπόλυτα, τέλεια τόν παραδώσουμε στον Θεό, αὔριο θά αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη να κάνουμε το ἴδιο. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια, ὅπως λέγαμε, ὅτι κοροϊδεύαμε πρῶτα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σήμερα βγῆκε ἀπό μέσα μας, ἀπό τὸ ὑποσυνείδητο, ἄλλος ἄνθρωπος πού δέν τὸν εἴχαμε ὑπ' ὄψιν. Καί τήν ἄλλη μέρα θα κάνουμε το ἴδιο, καὶ τὴν πιὸ ἄλλη καὶ τὴν πιό ἄλλη.
Ἀναφέραμε χθές, σχετικά με την ταπείνωση, καί το παράδειγμα μέ τό βαρέλι, τα βρώμικα νερά καί τὸν φελλό. Εἶναι τόσο χτυπητό τό παράδειγμα καί τόσο ἐκφραστικό, πού νομίζω ὅτι θα βοηθήσει τόν καθένα να ταπεινωθεί.

Νά κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται, γιά να νορμαλοποιηθεῖ ὁ ἑαυτός μας
Νά προβληματισθοῦμε

Σήμερα, πού ἦρθαν τα πάνω κάτω καὶ τὰ κάτω πάνω, ποὺ ἔχει πάθει ἀλλοίωση τό ἀνθρώπινο γένος, καὶ νὰ δοῦμε ποῦ θὰ πάει το πράγμα, ἔχει πρόβλημα καὶ μὲ τὸν ὕπνο ὁ ἄνθρωπος. Πόσοι καί πόσοι δέν μποροῦν νὰ κοιμηθοῦν καὶ παίρνουν φάρμακα και φάρμακα, χαπάκια καί χαπάκια, για να κοιμηθοῦν λίγο. Ἐνῶ ὁ εὐλογημένος ὁ ὕπνος ἔρχεται, ὅταν κανείς ἔχει μέσα του την εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι ὅμως θεωρητικά. Χρειάζεται να ὑπάρχει οὐσιαστικά ἡ εἰρήνη μέσα στον ἄνθρωπο, γιὰ νὰ ἔρθει ὁ ὕπνος.
Πρέπει πολύ να προβληματισθοῦμε, ὅσοι ἔχουμε διάθεση για κάτι τέτοιο, και πρωτίστως βέβαια ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ ἔπειτα καί γενικότερα να προβληματισθούμε- και να κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται, για να νορμαλοποιηθεῖ ὁ ἑαυτός μας και να ξεπεράσουμε ὅλες ἐκεῖνες τίς ἀόρατες δυνάμεις καὶ ἀόρατες καταστάσεις πού, παρά την καλή διάθεση τὴν ὁποία ἔχει ὁ ἄνθρωπος, δὲν ἀφήνουν να ἀπλωθεῖ μέσα του ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἡ λύτρωση που παρέχει ὁ Χριστός, ή χαρά που δίνει ὁ Χριστός. Ἔχεις καλή διάθεση, ἀλλὰ ἂν ἔχεις μέσα σου καταστάσεις οἱ ὁποῖες, ὅσο κι ἂν τὸ θέλεις νὰ εἶναι τακτοποιημένες, εἶναι ἀτακτοποίητες, κάτι πρέπει να γίνει.
Πάλι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ πῶ ὅτι ἔχει πάθει κάποια ἀλλοίωση ὁ ἄνθρωπος σήμερα, καί φαίνεται ὅτι δὲν φθάνει νὰ ποῦμε σε κάποιον ἀπλῶς: «Πίστεψε στον Χριστό». Ὄχι ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ πίστη στον Χριστό, ὄχι ὅτι δέν γιατρεύεται κανείς μὲ τὴν πίστη στον Χριστό, ἀλλά διότι, ἐνῶ νομίζεις ὅτι πιστεύεις, δέν πιστεύεις, ἐνῶ νομίζεις ὅτι ἀφήνεσαι στον Χριστό, δέν ἀφήνεσαι, ἐνῶ νομίζεις ὅτι κάνεις τὰ τοῦ Χριστοῦ, δὲν κάνεις τὰ τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι κοροϊδεύεις κάποιον· ὄχι. Ἀλλὰ ὑπάρχουν μέσα σου καταστάσεις πού, παρά την καλή διάθεσή σου, δέν ἀφήνουν αὐτή ἡ πίστη σου να προχωρήσει βαθύτερα.
Νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι στρώματα-στρώματα. Τί σημαίνει αὐτό; Αὐτό σημαίνει ὅτι τὴν ὥρα πού λέει κανείς εἰλικρινά καί τίμια καί χωρίς ὑποκρισία «παραδίδομαι στον Χριστό», παραδίδει το πάνω-πάνω στρῶμα. Τὰ ἄλλα στρώματα, πού εἶναι βαθύτερα, καθόλου δέν τὰ ἐλέγχει. Καί ὄχι μόνο δέν τὰ ἐλέγχει, ἀλλὰ αὐτά ἔχουν τὴν αὐτονομία τους καί διαφεντεύουν.
Γι' αὐτό συμβαίνουν αὐτά τά παράξενα. Δηλαδή, βλέπεις τὸν ἄλλο να κάνει κάτι, καί διερωτᾶσαι πῶς τὸ κάνει, ἀφοῦ μόλις προηγουμένως, μόλις χθές, λέγαμε κάποια πράγματα, και τώρα κάνει ὅ,τι κάνει, σὰν νὰ μὴν ἄκουσε τί εἴπαμε. Καί ὄχι μόνο κάνει αὐτό πού κάνει, πού καθόλου δέν ταιριάζει, ἀφοῦ ἤδη ἔχουμε πεῖ κάποια σχετικά πράγματα, ἀλλά καθόλου δέν καταλαβαίνει ὅτι δέν εἶναι σωστό. Δέν το καταλαβαίνει. Ἀντιλαμβάνεσθε τώρα τί γίνεται. Πῶς λοιπόν νὰ συνεννοηθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε ἄκρη; Γι' αὐτό σήμερα τόσο πολύ εἶναι ὁ καθένας μέσα στο καβούκι του. Υπάρχουν βέβαια κάποιες ἀνάγκες στην καθημερινή ζωή πού ἑνώνουν τοὺς ἀνθρώπους, βαθύτερα ὅμως ὁ καθένας εἶναι ἔρμαιο τοῦ ἑαυτοῦ του, θύμα τοῦ ἑαυτοῦ του.
Καταλαβαίνετε τώρα τί δουλειά ἔχει ὁ καθένας μας να κάνει, ἕως ὅτου ὅλα αὐτά τά στρώματα τῆς ὑπάρξεώς μας νὰ ὑποταχθοῦν στὸν Χριστό. Δέν θά ὑποταχθοῦν στον Χριστό διά τῆς βίας, δὲν θὰ ὑποταχθοῦν ἐν ἀγνοίᾳ μας, ἀλλά ἐν γνώσει μας. Δηλαδή, συγκεκριμένα νὰ πεῖ κανείς, ὅσο μπορεῖ νὰ καταλάβει: «Κύριέ μου, παραδίδομαι σ' ἐσένα· τελείωσε. Νά μέ κυβερνήσεις ἐσύ». Καί νά τό κάνει αὐτό τίμια, εἰλικρινά καὶ νὰ μπεῖ στὸν ἀγώνα πού ἔχει να κάνει. Ἀλλά συγχρόνως ὅμως, γιὰ νὰ ποῦμε ὅλη τὴν ἀλήθεια, νὰ μπεῖ στὴν ὑπακοή. Ἐμεῖς ἔχουμε ὅλη τὴν εὐχέρεια καί τὴν ἄνεση μέσα στην Έκκλησία να κάνουμε ὑπακοή.
Ἐάν ἔτσι τὸ πάνω-πάνω στρῶμα τῆς ψυχῆς σου το παραδώσεις στον Χριστό, τὴν ἄλλη μέρα ἕνα ἄλλο στρώμα, ποὺ εἶναι λίγο βαθύτερα καὶ δὲν φαινόταν ὡς τώρα, ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Καὶ ἂν εἰλικρινά καὶ τίμια κάνεις νέο δόσιμο, ἄλλο στρώμα ἔρχεται στὴν ἐπιφάνεια. Το δόσιμο αὐτό να το κάνεις χωρίς καθόλου νὰ ἀπορήσεις: «Εγώ χθές παραδόθηκα. Πάλι τὸ ἴδιο θα κάνω» Γι' αὐτὸ ἄλλωστε κανείς κάθε μέρα βάζει ἀρχή, πρέπει να βάζει ἀρχή. Όχι ἁπλῶς κάθε μέρα, ἀλλά καί κάθε στιγμή.
Πάντως, αὐτὸ τὸ ἔργο δὲν ὁλοκληρώνεται ἀπὸ τὴ μια μέρα στὴν ἄλλη. Μπορεῖ ἐπί μῆνες κανείς να ἀγωνίζεται, γιὰ νὰ κρατήσει αὐτή τὴν ὑπόσχεση πού ἔδωσε, ὅτι παρέδωσε τὸν ἑαυτό του στον Χριστό. Ἀφοῦ στην πράξη γίνει ὄντως αὐτή ἡ παράδοση, βγαίνει ἕνα στρῶμα ἀπό κάτω. Καὶ ἄν παραδοθεῖ καὶ αὐτό, ἂν παραδώσει δηλαδή κανείς ὅσο ἀπό τὸ ἀσυνείδητο περιεχόμενο τοῦ ἑαυτοῦ του βγεί στο συνειδητό -πράγμα πού ἀποδεικνύεται στην πράξη-καὶ ἄλλο στρώμα βγαίνει, μετά καί ἄλλο στρώμα, καὶ ἔρχεται ὥρα ποὺ ὅλος ὁ ἄνθρωπος παραδίδεται στον Χριστό.
Οἱ ἅγιοι δὲν εἶχαν συνειδητό, ὑποσυνείδητο, ἀσυνείδητο. Τα πάντα σ' αὐτοὺς ἦταν συνειδητό. Καὶ γι' αὐτό εἶναι τόσο ἀπλὴ ἡ ζωή τῶν ἁγίων καὶ τοῦ κάθε χριστιανοῦ πού πορεύεται αὐτόν τόν δρόμο, πού ζεῖ κατ' αὐτόν τον τρόπο. Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν να μπούμε σ' αὐτὸν τὸν ἀγώνα –ἐφόσον μᾶς δίνει ὁ Θεός ζωή, ἀλλὰ καὶ γι' αὐτὸ μᾶς τὴ δίνει τή ζωή– ὥστε σιγά-σιγά, σιγά-σιγά να νορμαλοποιηθεί ὅλος ὁ ἑαυτός μας, να παραδοθεί ὅλος ὁ ἑαυτός μας στον Χριστό. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα ἀγιάζεται ὅλος ὁ ἄνθρωπος.
Καί αὐτό ὅλο θα γίνει μὲ τὴν πίστη στον Χριστό. Ἀλλὰ μὴν περιμένουμε ὅτι, ἐπειδὴ εἶπαμε «πιστεύουμε στον Χριστό», τέλειωσε το θέμα. Ἡ πίστη θα πρέπει νὰ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα αὐτή τήν παράδοση. Στην πράξη ὅμως, τὴν ἄλλη μέρα κιόλας θα φανεῖ ὅτι σὰν νὰ μὴν παρέδωσε τὸν ἑαυτό του και νείς, διότι βγαίνουν νέα στρώματα. Έτσι, σιγά-σιγά ὅλος ὁ ἄνθρωπος παραδίδεται στον Χριστό, ὅλος ἐξαγιάζεται, ὅλος ἐλευθερώνεται καὶ εἶναι ὅλος χαριτωμένος καὶ ἀπλοῦς, ὅπως ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς.
Κάποιοι ἀσχολοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ ψυχολογικά θέματα. Βρίσκουν κατάλληλο γιατρό και κάνουν ψυχαναλύσεις καὶ βγάζουν ἀπὸ τὸ ἀσυνείδητό τους πολλά βιώματα και τακτοποιούνται κάπως ψυχολογικά· ἀλλά χωρίς τίποτε ἄλλο.
Ἐμεῖς ὅμως οἱ χριστιανοί, ἐὰν θέλουμε να γίνουμε τοῦ Χριστοῦ, θα πρέπει να μπούμε στὸν ἀγώνα αὐτό. Ὄχι γιατί, ἐπαναλαμβάνω, δὲν μᾶς σώζει ή χάρη τοῦ Χριστοῦ, ὄχι γιατί δέν φθάνει ἡ πίστη, ἀλλά διότι δεν πιστεύει ὅλο τὸ εἶναι μας, τὴν ὥρα πού λέμε ὅτι πιστεύουμε δέν παραδίδεται ὅλο τὸ εἶναι μας, τὴν ὥρα πού λέμε ὅτι παραδιδόμαστε. Καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν φθάνει στα βαθύτερα ἐκεῖνα στρώματα, πού δέν ἔχουν ἀκόμη παραδοθεί. Γι' αὐτό ὑπάρχουν χριστιανοί πού ἔζησαν πολλά χρόνια, ἔφθασαν σε μεγάλη ἡλικία καὶ παρ' ὅλα αὐτά ἔχουν μέσα τους ἀκατέργαστες καταστάσεις. Καί αὐτό, διότι ποτέ δὲν προχώρησε ἡ χάρη βαθύτερα. Έξωτερικά, πάνω-πάνω, ἐπιφανειακά, κάθε μέρα άσχολοῦνταν μὲ τὰ πνευματικά, χωρίς ὅμως να παραδοθεῖ τὸ ὅλο εἶναι τοῦ ἀνθρώπου στη χάρη τοῦ Θεοῦ.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ






ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Α (5)

 

Το θέμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος να δοθεῖ στὸν Θεό
Ὅλα νὰ τὰ βλέπουμε μέσα στην πρόνοια τοῦ Θεοῦ

Θὰ σᾶς παρακαλοῦσα καὶ θὰ σᾶς προέτρεπα, ἂν ἔχετε τη δυνατότητα, νὰ ἀκούσετε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπαμε χθές. Νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμα γιά ὅλους.
Ὅσο κι ἄν σᾶς φανεῖ παράδοξο, κι ἐγώ χθές, καθώς τα λέγαμε, πάρα πολύ ὠφελήθηκα. Σαν νὰ τὰ ἀκούγαμε πρώτη φορά, μολονότι εἶναι κάποια πράγματα πού τὰ εἴπαμε καί ἄλλη φορά. Ἀλλά σε καμιά περίπτωση δὲν ἐπαναλαμβάνει κανείς σὰν νὰ εἶναι γραμμόφωνο ἤ μαγνητόφωνο. Η καλύτερα, πιο σωστό εἶναι νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπαναλαμβάνει το γράμμα. Καί τὰ ἴδια ἀκριβῶς νὰ πεῖ κανείς, ἐφόσον εἶναι ζεσταμένα, ἐμπνευσμένα, ἂν θέλετε, ἀπό τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι τὰ ἴδια. Ἀλλὰ ἐν πάση περιπτώσει, ἐγώ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη να προτρέψω, ὅσοι ἔχετε τη δυνατότητα νὰ τὰ ἀκούσετε. Καί ὅλα τά ἄλλα, ἀλλά κυρίως τα δύο παραδείγματα που χρησιμοποιήσαμε, το καρπούζι μέσα στο νερό καὶ τὸ βαρέλι μὲ τὸν φελλό, καὶ τὰ ὁποῖα, νομίζω, φώτισε ὁ Θεὸς νὰ τὰ ἀναφέρουμε. Καί μπορεί να είναι σαν αστεία, ὅμως ἔχουν τη σημασία τους.
Δεν ξέρω πῶς τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία όλα κανείς να τὰ βλέπει μέσα στην πρόνοια τοῦ Θεοῦ τὸν ὅλο ἑαυτὸ του, τις καταστάσεις τοῦ ἑαυτοῦ του, που συμβαίνουν γύρω του, όσα συμβαίνουν μέσα του. Όλα είναι μέσα στην οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ὅλα εἶναι κάτω ἀπὸ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα δουλεύουν μόνο γιά το καλό.
Οι ψυχολόγοι καὶ οἱ ψυχίατροι ἐνεργοῦν ἁπλῶς σε ἀνθρώπινο ἐπίπεδο, ἐνῶ δὲν ἔχει μεγάλη αξία ἁπλῶς τὸ ἀνθρώπινο επίπεδο. Μέσα στὴν Ἐκκλησία όλα γίνονται κάτω από την πρόνοια τοῦ Θεοῦ, καί ὁ σκοπός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τελικά να δοθεῖ στὸν Θεό. Ο ψυχολόγος, ὁ ψυχίατρος συνήθως έργάζεται έτσι πού ότι θὰ κάνει, θὰ τὸ κάνει μὲ τὸν ἄνθρωπο ότι θὰ κάνει, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ό,τι θα κάνει, θὰ τὸ κάνει, γιὰ νὰ ἀναδείξει τον άνθρωπο. Βέβαια, μπορεῖ ἕνας ψυχολόγος ἀνθρωπίνως να ρυθμίσει κάποιον ποὺ ἔχει μέσα του άνισορροπία, καὶ νὰ τὸν βοηθήσει να ζήσει ὅπως ζοῦν καὶ οἱ ἄλλοι μέσα στη ζωής. Αυτό όμως καθόλου-καθόλου δεν σημαίνει ότι βοηθήθηκε ὁ ἄνθρωπος να δοθεί στον Θεό. Καὶ ὅλο τὸ θέμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος να δοθεί στον Θεό καί όχι ἁπλῶς νὰ μείνει στὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Καὶ ἀκριβῶς, χρειάζεται νὰ γένει αὐτή ἡ ἐργασία, την οποία παρομοιάζουμε, στο παράδειγμα μὲ τὸ καρπούζι μέσα στο νερό, μὲ τὸ κόψιμο τῆς φέτας του καρπουζιού που προεξέχει από το νερό.
Όταν κανείς γνωρίσει πῶς ἔχουν τα πράγματα καὶ κάνει σωστή εργασία, λίγο-λίγο, λίγο-λίγο θα αρχίσουν να βγαίνουν μέσα ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του, ή ὁποία εἶναι ἄβυσσος, καταστάσεις κρυμμένες στο υποσυνείδητο και στο ασυνείδητο. Καὶ ἂν τὰ βιώματα ποὺ εἶναι ἐκεῖ μέσα εἶναι καὶ ἀρρωστημένα, παθολογικά, τότε ὁ ἄνθρωπος άγεται καί φέρεται από αὐτά, περνά πάρα πολύ άσχημα καὶ δὲν μπορεῖ να καταλάβει τι τοῦ συμβαίνει. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν εἶναι πολὺ βεβαρημένα τα βιώματα που είναι μέσα του, εφόσον ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἐλέγχει, αὐτὰ ἐνεργοῦν αὐτόνομα. Μόνο το συνειδητό μπορεί κανεῖς νὰ ἐλέγξει. Όπως δηλαδή μόνο το καρπούζι που εἶναι ἔξω ἀπὸ το νερό, τρόπον τινά, βλέπουμε, ἐνῶ τὸ ἄλλο δὲν τὸ βλέπουμε. Ἂν λάβουμε υπ' όψιν μας ὅτι εἶναι θολό το νερό, δὲν μπορεῖς νὰ δεῖς πιο κάτω ἀπὸ τὴ στάθμη του νεροῦ. Ἔτσι, βλέπει κανείς μόνο το συνειδητό τῆς ὑπάρξεώς του
Είπαμε χαρακτηριστικά χθές ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεί να πεί: «Σήμερα κάνω αὐτὴ τὴ γενναία πράξη δένω ὅλο τὸν ἑαυτό μου στον Θεό, παραδίδομαι στον Θεό. Τελείωσε». Παραδόθηκες. Τι παρέδωσες. Παρέδωσες μόνο αὐτό πού ἐλέγχεις. Το 1/10. Παραδίδοντας αὐτὸ τὸ συνειδητό, εἶναι σαν νὰ κόβουμε με ένα σπαθί ἀκριβῶς στη στάθμη του νεροῦ τὴ φέτα τοῦ καρπουζιού που φαίνεται, καὶ ὅλο όσο είναι πάνω από τη στάθμη το παίρνουμε. Οπότε ἀμέσως το καρπούζι ἀνεβαίνει λίγο πιο πάνω. Έτσι λοιπὸν ὅταν παραδοθείς σήμερα εἰλικρινά, τίμια, παραδίδεις τὸ συνειδητό σου. Ὅμως αύριο κιόλας νιώθεις τὴν ἀνάγκη να ξαναπαραδώσεις στον Θεό τὸν ἑαυτό σου, ἀκριβῶς γιατί ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὑποσυνείδητο βγῆκε καὶ ἔγινε συνειδητό.
Πάντως, να ξέρουμε ὅτι τὰ βιώματα τοῦ ὑποσυνειδήτου, που, ὅπως εἶπαμε, μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἀρρωστημένα, δὲν τὰ ἀφήνει κανείς νὰ βγοῦν. Τὰ φοβάται. Ἂν ἔχει το κουράγιο νὰ τὰ ἀφήσει να βγοῦν καὶ νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό του ὅπως εἶναι στον Θεό, ἀρχίζει ἡ σωτηρία. Τὴν ἄλλη μέρα περισσότερο, την άλλη μέρα περισσότερο, τὴν ἐπόμενη φορά περισσότερο, ώσπου βγαίνει ὅλο τὸ ὑποσυνείδητο, βγαίνει ὅλο τὸ ἀσυνείδητο, καὶ ἔτσι παραδίδει κανείς ὅλο τὸν ἑαυτό του στον Θεό. Νὰ πῶς γίνεται κανείς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, χριστιανός,

Η σωτηρία είναι συνειδητό γεγονός

Να θυμηθοῦμε ἐδῶ αὐτὸ ποὺ ἰδιαίτερα τονίζει ὁ VL. Lossky στο βιβλίο Η μυστική θεολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. «Το γεγονός τῆς σωτηρίας εἶναι συνειδητό γεγονός. Δὲν εἶναι μαγικό γεγονός». Έν συνείδητα ὁ ἄνθρωπος ἐκλέγει τὸν Θεό, ἐνσυνείδητα πιστεύει στον Θεό, ενσυνείδητα παραδίδει τὸν ἑαυτό του στον Θεό καὶ κάνει τὸν ἀγώνα του. Δεν γίνονται ἔτσι στα κλέφτικα τὰ πράγματα ἢ στὸν ὕπνο ἢ μὲ μαγικό τρόπο.
Θὰ δεῖ κανεὶς ὅλη τή βρωμιά τῆς ὑπάρξεώς του, θὰ δεῖ ὅλη τὴν ἁμαρτία του. Όποιος δὲν τολμά, ὅποιος φοβάται νὰ τὰ δεῖ, θὰ ταλαιπωρείται μια ζωή, καὶ δὲν θὰ γίνει τίποτε. Ὅποιος ὅμως εἶναι ταπεινός καὶ ἐκ τῶν προτέρων, μὲ ὅσα ἔχει ἀκούσει, ἔχει διάθεση νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ οὔτε θα φοβηθεί οὔτε θα τρομάξει οὔτε θα δειλιάσει πῶς νὰ ἐκτεθεῖ στα μάτια του, αὐτὸς θὰ δεῖ ὅλη τὴν ἐξαχρείωση μέσα του. Πρέπει νὰ δεῖ κανείς τὴν ἁμαρτία του, νὰ δεῖ τὴν ἐξαχρείωση, νὰ δεῖ τὸ κακό ποὺ ἔχει μέσα του. Ἔτσι ταπεινώνεται κανείς.
Τι πράγματα εἶναι αὐτά σήμερα! Ἀκόμη καὶ στὴν ἐξομολόγηση που θα πάει κανείς, δὲν ξέρει πῶς νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ λέει στον πνευματικό: «Δέν ἔχω νὰ πῶ τίποτε, δέν αἰσθάνομαι τίποτε νὰ μὲ βαραίνει». Πῶς γίνεται αὐτό, καὶ οἱ ἄνθρωποι πᾶνε κι ἔρχονται καὶ καθόλου δεν κάνουν βουτιά μέσα στην ψυχή τους, ὥστε νὰ δεῖ κανείς τὴν ἁμαρτία, νὰ δεῖ αὐτή τὴν ἄβυσσο, νὰ δεῖ ὅλο αὐτὸ τὸ χτικιό, ἂν θέλετε -δὲν ξέρω ποιά ἄλλη λέξη να χρησιμοποιήσω- πού ἔχει μέσα του; Όποια λέξη κι ἂν ποῦμε, θὰ εἶναι πολύ λίγο μπροστά στην πραγματικότητα. Καί ὅμως, δὲν θέλει κανείς οὔτε ἔχει διάθεση να τή δεῖ. Καί ὅταν ἔτσι ἢ ἀλλιῶς θέλει να τη βγάλει από μέσα μας ὁ Θεός, το βάζει κανείς στα πόδια.
Γι' αὐτό ὁ ἄνθρωπος δέν κάθεται μὲ τὸν ἑαυτό του, γι' αὐτό δὲν μπορεῖ, π.χ., να προσευχηθεί. Δὲν μπορείς, γιατί προσευχόμενος θὰ βγεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός σου, θὰ βγοῦν ὅλα αὐτά τα στοιχειά ἀπό μέσα νὰ σε φᾶνε. Ἐσύ ὅμως νὰ μὴ φοβηθεῖς. Νὰ ἐπιμείνεις. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἀντέχεις. Δὲν τὸ ἀντέχεις, καὶ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι εἶναι φοβερό το πράγμα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι είναι φοβερό πράγμα, και με την έννοια ότι δὲν θέλεις νὰ δεῖς ὅτι εἶναι ἔτσι ὁ ἑαυτός σου. Το βάζεις στα πόδια λοιπόν, δὲν κάνεις προσευχὴ καὶ ζεῖς συνεχῶς ἐκτὸς πραγματικότητος, ἐκτὸς τοῦ ἑαυτοῦ σου. Συνέχεια ἀπασχολείσαι μὲ τὸ ἕνα, μὲ τὸ ἄλλο, ἀκριβῶς γιὰ νὰ μὴν ἀντιμετωπίσεις κατάματα τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ μὴ δεῖς τὸν ἑαυτό σου.

Νὰ δοῦμε τὴν ἁμαρτία μας

Ἐνσυνείδητο λοιπόν εἶναι τὸ γεγονός τῆς σωτηρίας. Νὰ τὸ ξέρουμε καὶ νὰ μή φοβηθούμε καθόλου, καὶ νὰ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φανερώσει τὸν ἑαυτό μας. Καὶ νὰ δεῖ ὁ Θεὸς ὅτι τὸ δεχόμαστε ὄχι με λόγια, ἀλλὰ στὴν πράξη. Όταν δηλαδή κάποια στιγμή, εἴτε κάνουμε ένα λάθος εἶτε κάτι ἄλλο συμβεί, καί ἐπιτρέψει ὁ Θεὸς νὰ φανεῖ ὅλη ἡ πονηριά μας, ὅλο το χτικιό, ὅλη ἡ ἄχαρη κατάσταση ποὺ εἶναι μέσα μας, νὰ τὸ δοῦμε, νὰ τὸ δεχθοῦμε, νὰ ποῦμε μάλιστα καὶ εὐ χαριστώ «Θεέ μου, τέτοιο πράγμα εἶχα μέσα μου καὶ δὲν τὸ καταλάβαινα. Σ' εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού ἐπέτρεψες νὰ δῶ τι εἶμαι». Νὰ τὸ δεῖς αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἀγκαλιάσεις. Όχι μὲ τὴν ἔννοια ὅτι θὰ τὸ κρατήσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔννοια ὅτι θὰ παραδεχθείς πώς ἐσὺ ἤσουν που τὸ εἶχες αὐτὸ μέσα σου. Να το παραδεχθεῖς καὶ μὴ θέλεις να ρίξεις ἀλλοῦ τὴν εὐθύνη καὶ μὴν ἀποστρέψεις το πρόσωπό σου καὶ δὲν θέλεις τάχα νὰ τὸ δεῖς.
Πῶς μερικοί, μερικές, ποὺ ἐργάζονται σε βρώμικες δουλειές, ὅ,τι κι ἂν συμβαίνει, σκύβουν καὶ ὑπομονετικά κάνουν τέλεια δουλειά. Μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας λεπτεπίλεπτος ή καμιά λεπτεπίλεπτη καὶ τάχα ντρέπεται καὶ τάχα σιχαίνεται καὶ τάχα δὲν μπορεί. Καὶ ἂν κάνει κάποια δουλειά, μισοδουλειά θά εἶναι. Ἐδῶ, στη δική μας περίπτωση, χρειάζεται να δοῦμε τὴν ἁμαρτία μας. Να δούμε όλο αυτό το οποίο ἐμεῖς τὸ κρατοῦμε σὰν νὰ τὸ θέλουμε, καὶ μέσα στο ὁποῖο εἶναι βουτηγμένη ή ψυχή μας μια ζωή όλoκληρη. Νὰ τὸ δοῦμε, νὰ τὸ συναισθανθούμε. Να δούμε πόσο δύσκολο εἶναι, ἀδύνατο δηλαδή, να ξεγλιτώσουμε ἀπό αὐτή την κατάσταση. Όπότε κανείς πείθεται πλήρως: «Τελείωσε. Ἐγώ θα χαθῶ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄδης. Βλέπει δηλαδή κανείς ὅτι εἶναι στον άδη.
Ἀλλά ξέρουμε ὅτι ἔχουμε Σωτήρα, ξέρουμε ότι ὁ Χριστός ἦρθε. Τότε αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε τι θὰ πεῖ ὅτι ἦρθε νὰ μᾶς σώσει, και τρέχουμε στον Σωτήρα. Τρέχουμε στον Κύριο με πόνο, με προσευχή, μὲ κραυγή, μὲ πίστη, μὲ ἐλπίδα καὶ πεποίθηση ἀκλόνητη ὅτι ὁ Κύριος θὰ μᾶς δεχθεῖ καὶ θὰ μᾶς σώσει Το θέλει ὁ Κύριος ἔτσι νὰ πᾶμε. Δὲν εἶναι ὅτι εἶναι ἕνα τόλμημα δικό μας ή ένα θράσος δικό μας. Ἐκεῖνος τὸ θέλει νὰ πᾶμε ἔτσι, νὰ ἐμπιστευθοῦμε ἔτσι, καὶ γι' αὐτὸ μᾶς ἔδωσε τις ὑποσχέσεις. Ὁπότε κανείς κάνει αὐτὴ τὴν ἐργασία, καὶ λίγο-λίγο, λίγο-λίγο βγαίνει ὅλη ἡ φθορά ἀπὸ τὴν ψυχή, ποὺ ὑπάρχει στο ὑποσυνείδητο και στο ἀσυνείδητο.
Πόσο θα κρατήσει αὐτό; Μια ζωή. Ως το τέλος τῆς ζωῆς μας θὰ ἔχουμε ἔργο να κάνουμε. Αλλά ἔχει χάρη το πράγμα. Μπορεί βέβαια, κάθε τόσο που κά νεις βουτιά μέσα σου ή καθώς παραδίδεσαι στον Θεό, να βγαίνει μόνο του αὐτό, ἡ φθορά δηλαδή που ἔχεις μέσα σου, καὶ τὸ βλέπεις, θέλεις δὲν θέλεις. Εἶναι μιὰ ἄχαρη κατάσταση, μια βρώμικη κατάσταση, ἀλλὰ ἔχει χάρη το πράγμα, ἐπειδὴ ἀκριβῶς λυτρώνεσαι, μια για πάντα λυτρώνεσαι, σώζεσαι, ἀπαλλάσσεσαι ἀπό αὐτὴ τὴν κατάσταση.




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ