Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [19]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις
Το βάπτισμα καὶ οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας
Βαπτισματική χάρη καί συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου

Ερώτησις: Πόθεν ἔσχεν ὁ ἄνθρωπος τὰ πάθη; Ἀπόκρισις: Καὶ τὴν ψυχήν καὶ τὸ σῶμα ἀπαθῆ ἔκτισεν ὁ Θεός· διὰ δὲ τῆς παρακοῆς ἐξέπεσεν εἰς πάθη.
Ὁ Θεός ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καί κατά τὸ σῶμα καὶ κατά τὴν ψυχή ἀπαθή, χωρίς πάθη, καλόν λίαν. Να το ξέρουμε αὐτό. Ὅλοι δηλαδή, χωρίς ἐξαίρεση, εἴμαστε σὰν ἄγγελοι ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς. Ἀπό τὴν ἄλλη πλευρά ὅμως, ἔχουμε πάθη. Ἔχουμε πάθη, ἐπειδή κληρονομοῦμε τήν ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶναι σὰν ἀρρώστια πού κληρονομείται. Το βάπτισμα αἴρει το προπατορικό ἁμάρτημα, σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τὸ προπατορικό ἁμάρτημα, ἀλλά οἱ συνέπειες τῆς ἁμαρτίας δέν αἴρονται.
Γιά νά τό καταλάβουμε καλύτερα, νὰ ποῦμε τὸ ἑξῆς: Ἔχουμε ἕνα παιδάκι διανοητικά καθυστερημένο, παράλυτο ἤ με κάποια ἄλλη ἀναπηρία. Αὐτά εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς γενικότερης ἁμαρτωλῆς καταστάσεως ποὺ ὑπάρχει στο ἀνθρώπινο γένος καὶ ποὺ ξεσπάει ἀλλοῦ ἔτσι, ἀλλοῦ ἀλλιῶς. Και ποτέ να μην το παίρνουμε προσωπικά ὅτι να, σ' αυτή την περίπτωση συμβαίνει αὐτό, διότι κάποια αμαρτία ἔκαναν οἱ γονεῖς. Όχι δεν οφείλονται αὐτά σε προσωπικές αμαρτίες. Εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἐδῶ ἔτσι, ἀλλοῦ ἀλλιῶς. Βαπτίζεται λοιπόν το παιδάκι, καὶ ἐνῶ καθαρίζεται ἀπὸ τὸ προπατορικό ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖο εἶναι σάν μιὰ ἀρρώστια μέσα στὸν ἄνθρωπο, οἱ συννέπειες μένουν. Ὁ Θεός ὅμως οἰκονομεῖ ἔτσι τὰ πράγματα, πού τελικά ἀπό ὅλα βγαίνει καλό.
Το βάπτισμα λοιπόν δὲν αἴρει τις συνέπειες που ἔχει ἡ ἁμαρτωλή κατάσταση στον ἕναν ἡ στὸν ἄλλο. Καθαρίζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ προπατορικό αμάρτημα, ὅμως μένουν οἱ συνέπειες. Ἐξακολουθεί δηλαδή το παιδί νὰ εἶναι ἀνάπηρο κτλ. Έτσι, γενικότερα ἐλευθερώνεται ὁ ἄνθρωπος, σώζεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό το προπατορικό ἁμάρτημα διὰ τοῦ βαπτίσματος, ἀλλά ὅλα τὰ κουσούρια μένουν. Νὰ μὴ μᾶς κακοφαίνεται αὐτό, νὰ μήν μπερδευόμαστε καί πελαγώνουμε καὶ λέμε: «Τι γίνεται!» Μολονότι εἴμαστε βαπτισμένοι, ἡ ψυχοσύνθεση τοῦ καθενός, οἱ ὅποιες καταβολές του, παραμένουν μετά το βάπτισμα, ὅπως ἦταν ἀπὸ την πρώτη στιγμή που ὑπάρχουμε.
Ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς καταλαβαίνουμε καλύτερα τὸν ἅγιο Διάδοχο Φωτικῆς, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι ἡ χάρη που παίρνει κανείς μὲ τὸ βάπτισμα κάνει τὸ πρῶτο ἔργο κατά τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος. Δηλαδή, ἀποκαθιστᾶ τὸ κατ' εἰκόνα, καθαρίζει το κατ' εἰκόνα ἀπὸ τὸ προπατορικό αμάρτημα. Ἡ χάρη ὅμως αὐτὴ τοῦ βαπτίσματος, πού ὑπάρχει μέσα στον χριστιανό, μετά δὲν ἐνεργεῖ μόνη της, ἀλλά θέλει τή συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ γιὰ νὰ γίνει τὸ ὅλο ἔργο στὸν ἄνθρωπο, περιμένει ἡ χάρη να μεγαλώσει ὁ ἄνθρωπος, καί ὡς λογικό ὄν νὰ συνεργασθεῖ μαζί της. Δηλαδή, να δοθεῖ κανείς στή χάρη οἰκειοθελῶς, καί ἡ χάρη να δουλέψει μέσα του, για να τον φτιάξει· ὁπότε φθάνει κανείς στο καθ' ὁμοίωσιν, φθάνει στην τέλεια κατάσταση πού εἶναι ἡ ἀγάπη.
Ἡ ὅποια λοιπόν ψυχοσύνθεση τοῦ καθενός, οἱ ὅποιες καταβολές καί τὰ ὅποια κουσούρια τοῦ καθενός μένουν μετά το βάπτισμα. Ἄλλο τώρα ἄν κάνει ὁ Θεός κάποιο θαῦμα. Ἔχουμε τέτοιες περιπτώσεις. Κάποιο παιδί, ἄς ποῦμε, κινδυνεύει να πεθάνει καί, ἀβάπτιστο ὄν, βαπτίζεται καί γίνεται καλά ὡς ἐκ θαύματος. Τα θαύματα πάντοτε τα κάνει ὁ Θεός, ἀλλά ὅταν θέλει ἐκεῖνος καί ὅσα θέλει ἐκεῖνος καί για τον λόγο πού θέλει ἐκεῖνος. Ἀλλιῶς, μένουν τα ὅποια κουσούρια, τὰ ὁποῖα ὅμως τελικά στόν βαπτισμένο δέν μένουν γιὰ νὰ χαθεῖ, οὔτε μένουν ἁπλῶς γιά νά ταλαιπωρηθεῖ, ἀλλά ἔχουν τον σκοπό τους.
Δέν ὑπάρχει περίπτωση –το πιστεύω πάρα πολύ αὐτό– ποὺ νὰ ἔχουμε κάποιο κουσούρι, καί νά μήν εἶναι γιά τό καλό μας· γιά τό καλό ἡμῶν τῶν ἰδίων ἤ καί τῶν γύρω μας. Δέν ὑπάρχει περίπτωση πού νὰ ἔχει κανείς μή καλή ψυχοσύνθεση, μή καλές καταβολές, καί νά εἶναι ὁπωσδήποτε γιά το κακό του. Είναι για το καλό του. Πώς τα οἰκονομεί ὁ Θεός, έκείνος ξέρει. Χωρίς να σημαίνει αὐτό ὅτι ὅλοι ώφελοῦνται. Δεν φθάνει ἁπλῶς νὰ τὰ ἔχει οἰκονομήσει ὁ Θεός καλά πρέπει καί ὁ ἀνθρωπος να τὰ δεῖ ἔτσι, νά τά καταλάβει έτσι και να συνεργασθεῖ ἀνάλογα μέ τόν Θεό.

Εἶναι μόνο για καλό ὅ,τι ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ ἔχουμε

Στά χρόνια μας ἐμφανίζονται καὶ ψυχοπάθειες σε βαπτισμένους ἀνθρώπους, καὶ ὁ λόγος δὲν εἶναι ὅτι κάτι κακό ἔκαναν αὐτοί. Μπορεί βέβαια να ἔχουμε καί τέτοιες περιπτώσεις. Ἀλλά τις περισσότερες φορές εἶναι ἡ ψυχοσύνθεση πού ἔχει κανείς ἀπό τήν ὥρα πού δημιουργείται ἡ ὕπαρξή του, εἶναι οἱ καταβολές πού ἔχει ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς συλλήψεώς του, οἱ ὁποῖες συμβάλλουν στὴν ἐμφάνιση ψυχοπάθειας. Ὅμως οἱ διάφορες ψυχοπάθειες, ποὺ ὑπάρχουν, εἶναι μόνο για καλό· δὲν εἶναι για κακό. Βέβαια, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει μέ το δίκιο του να λέει: «Γιατί σ' ἐμένα»· καί τρομάζει, ἀνησυχεί, δυσκολεύεται, καί μερικές φορές νιώθει να χάνεται, να καταποντίζεται. Ἐμεῖς τὰ βλέπουμε ἔτσι. Δέν ξέρουμε τί λέει ὁ Θεός. Μπορεῖ κάποιος να φύγει ἀπό αὐτόν τον κόσμο καί νὰ αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ὅτι χάνεται, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τέτοιων κα ταστάσεων, καί νά νομίζουν καί ἄλλοι γύρω του ὅτι χάνεται, καί νά μή χάνεται καθόλου.
Μὲ τὸν θάνατο χωρίζει ἡ ψυχή ἀπὸ τὸ σῶμα. Αὐτὲς οἱ καταβολές οἱ μὴ ὑγιεῖς καὶ ἡ ὅλη άρρωστημένη ψυχοσύνθεση ὑπάρχουν κυρίως στὴν ἐπαφή τῆς ψυχῆς μὲ τὸ σῶμα, τοῦ σώματος μὲ τὴν ψυχή, σ' αὐτὴ τὴν κοινή λειτουργία που ὑπάρχει ἀνάμεσα στα δύο αὐτὰ στοιχεῖα τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν χωρίζει ἡ ψυχή ἀπὸ τὸ σῶμα, λυτρώνεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ κουσούρια· καὶ ἀνάλογα με την πίστη ποὺ ἔδειξε, ὅσο ζοῦσε, ἀνάλογα μὲ τὴν ὑπομονή που ἔδειξε, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐλπίδα πού εἶχε στον Θεό, φεύγει τρισχαριτωμένος στον ἄλλο κόσμο. Καί καθώς ἡ ὅλη στάση του, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπό αὐτόν, ἦταν τέτοια ποὺ ὁ Θεός τὸν ἔσωσε, αὐτὸς ἔχει νὰ λάβει πολύ μισθό, ἕνεκα τοῦ ὅτι ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ. Καί δέν ταλαιπωρήθηκε ἐπειδὴ αὐτός προσωπικά ἔφταιγε. Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα φταίει. Μή θεωροῦμε ὅτι ἐμεῖς δὲν φταίμε. Ἐξίσου φταίμε κι ἐμεῖς, ποὺ εἴμαστε ἔξω ἀπό μιά τέτοια περίπτωση. Δέν φταίει μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τέτοιες καταστάσεις ἤ μόνο οἱ πρόγονοί του.

Καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπαθῆ ἔκτισεν ὁ Θεός διὰ δὲ τῆς παρακοῆς ἐξέπεσεν εἰς πάθη.

Ὁ Θεός λοιπόν, λέει ὁ ἀββᾶς, ἔκανε ἀπαθή τόν ἄνθρωπο, καὶ τὴν ψυχή του καί τὸ σῶμα, ἀλλά ὅμως λόγῳ τῆς παρακοῆς ἔρχονται ὅλα αὐτά τά κακά. Καί νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη σύγχυση στούς ἀνθρώπους, ἕνα κομφούζιο· οἱ ἄνθρωποι μπερδεύονται, μπλέκονται. Σύν τοῖς ἄλλοις, οἱ μέν (οἱ ὑγιεῖς) κοροϊδεύουν τοὺς δὲ, τοὺς ὑποτιμοῦν, σὰν νὰ ἤθελαν ἐκεῖνοι νὰ εἶναι μικρόνοες ἤ ἀρρωστημένοι ἢ ὅ,τι ἄλλο εἶναι ἡ ἔχουν. Ὅλα αὐτά εἶναι πολύ ἐπικίνδυνα. Οφείλουμε να σεβόμαστε την καθεμιά ψυχή, κι ἂν ἀκόμη ἡ ψυχή αὐτή εἶναι μπλοκαρισμένη και παγιδευμένη σε άρρωστημένες καταστάσεις. Κάθε ἄνθρωπο νά σεβόμαστε, καὶ για κάθε άνθρωπο να ἐλπίζουμε καὶ νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νὰ τον σώσει.
Ἐὰν λοιπόν τὰ καταλάβουμε αὐτά σωστά καὶ τὰ ἀντιμετωπίσουμε σωστά, νομίζω ὅτι ὄντως μετά δὲν ἔχει κανείς πρόβλημα: «Γιατί να είμαι έτσι; Γιατί νὰ εἶμαι ἀλλιῶς; Γιατί να κληρονομήσω ἕναν τέτοιο χαρακτήρα; Γιατί να γεννηθῶ μὲ ἕναν τέτοιο χαρακτήρα -μέ τέτοια κουσούρια, μὲ τέτοια ψυχοσύνθεση, με τέτοια κατάστασης» Δὲν ἔχει πλέον τέτοιο πρόβλημα κανείς, ὅταν τὰ ἀκούσει ἔτσι καὶ τὰ ἀπο δεχθεῖ, τὰ πιστέψει ἔτσι ὅπως λέμε καὶ δεῖ μέσα σε ὅλα αὐτά, ὅσο κι ἄν φαίνεται παράδοξο, τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού για καλό του ἐπέτρεψε νὰ εἶναι τοῦ το, νὰ εἶναι ἐκεῖνο. Ἐὰν τὰ πάρει κανείς ἔτσι, δὲν ἔχει πλέον πρόβλημα γιατί νὰ εἶναι ἔτσι, γιατί να εἶναι ἀλλιῶς, ἀλλά μέριμνά του εἶναι πῶς θὰ ἐνεργήσει σωστότερα, γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ ὅλα αὐτά ὄντως καλό. Διότι αὐτά βοηθούν πάρα πολύ στο να τα πεινωθεῖ κανείς, να μετανοήσει, νὰ ἀπαγκιστρωθεί ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, νὰ ἐλπίσει στον Θεό.

Ἡ λατρεία τοῦ ἑαυτοῦ μας
Βουλιαγμένοι μέσα στη φιλαυτία


Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε ἀπό ἕνα βιβλίο ἑνός καθολικοῦ συγγραφέα – αὐτό ὅμως δέν ἔχει σημασία- να θυμηθῶ κάτι. Ὡς φοιτητής ποὺ τὸ εἶχα διαβάσει, μοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση τὸ ἑξῆς που λέει κάπου: «Θὰ ζητᾶς τὸν ἑαυτό σου καί θά βρίσκεις τὸν ἑαυτό σου, ἀλλά ὅμως ὄχι γιὰ νὰ λυθεῖ τὸ πρόβλημά σου, ἀλλά για να μπερδευτεῖς περισσότερο». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φίλαυτος, ἐγωλάτρης. Δέν το καταλαβαίνουμε, ἰδέα δέν ἔχουμε, ὅμως βουλιάξαμε ἐκεῖ μέσα στη φιλαυτία μας, ὅπως βουλιάζουν οἱ ψυχοπαθεῖς μέσα στην ἀρρώστια τους. Ἂς ποῦμε, κάποιος εἶναι βουλιαγμένος στη μελαγχολία καί δέν βγαίνει με τίποτε ἀπό κεῖ. Καίτοι το διαισθάνεται ὅτι, ἄν βγεῖ, λυτρώνεται, δέν βγαίνει. Τί ἔρωτας εἶναι αὐτός μέ τή μελαγχολία του, με την κόλασή του! Τα ἀρρωστημένα αὐτά πράγματα ἔχουν πολλή δύναμη.
Γενικότερα λοιπόν ἔχει οἰκοδομηθεῖ ἕνας ἔρωτας μὲ τὸν ἑαυτό μας, ἕνα μπλέξιμο -καί δέν ξεμπλέκουμε εὔκολα- με τη λατρεία τοῦ ἑαυτοῦυ μας, με τη φρον τίδα γιά τόν ἑαυτό μας, με τη φιλαυτία Ἄλλοτε αὐτό ἐκδηλώνεται σὰν ἕνας φόβος μην πάθουμε τίποτε, σάν μιά ἀνασφάλεια, μια μοναξιά, μιὰ ἀνησυχία -μήπως δέν πᾶνε καλά τα πράγματα στη ζωή, μήπως δὲν πετύχω, μήπως πέσω ἔξω, μήπως με γελάσουν καί τί θά κάνω· ἄλλοτε σάν μιά μέριμνα μή χάσουμε τοῦτο, μή χάσουμε ἐκεῖνο, να προλάβουμε τὸ ἕνα, να προλάβουμε τὸ ἄλλο ἄλλοτε πάλι σὰν ἐπιθυμία νὰ χαροῦμε τὸ ἕνα, νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ἄλλο. Καὶ εἶναι ὅλα μιά ματαιότητα. Ἀπό μια πλευρά ὅλα αὐτά δημιουργοῦνται, καὶ τὰ ζεῖ κανείς ἔτσι, διότι ἀγκαλιάστηκε μὲ τὸ ἄθλιο ἐγώ. Μόλις λυτρωθεῖ ἀπό τὸ ἐγώ, ἐξαφανίζονται.
Ἔρχεστε ἐδῶ, διότι θέλετε νὰ ἀκούσετε αὐτὰ τα πράγματα. Τὰ ἀκούει κανείς, ἀλλά ἐπειδὴ πάλι μέσα στο ἴδιο καζάνι βράζει, γι' αὐτό μέσα ἀπὸ ἐκεῖ τὰ ἀκούει, μέσα ἀπό ἐκεῖ τὰ ἐκτιμᾶ καὶ κάπου ἐκεῖ μέσα θέλει να τά ἐφαρμόσει. Μήν τυχόν ξεφύγει ἀπό τὸ ἀγκάλιασμα αὐτό. Καί ἔτσι γίνεται ὅλο τὸ κακό. Αὐτό φαίνεται ἰδιαίτερα στις ψυχοπάθειες. Ἀλλὰ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπό μιά πλευρά εἶναι, θὰ τολμούσαμε νὰ ποῦμε, ψυχοπαθεῖς. Ἀπό μια πλευρά Καί ὑπάρχουν οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες ποὺ εἶναι χτυπητές, καὶ μᾶς βοηθοῦν νὰ δοῦμε τί συμβαίνει σε ὅλους μας.

Αὐτές τις ἡμέρες μοῦ ἔτυχε μια περίπτωση. Εἶχα μπροστά μου ἕναν ὄχι τυχαῖο ἄνθρωπο, με πτυχίο ἀνωτάτης σχολῆς, με πείρα στη ζωή. Όμως, μπορεῖ νὰ εἶναι κανείς μὲ πτυχία, μὲ δὲν ξέρω τί, ἀλλὰ ἔτσι καὶ εἶναι ἀγκαλιασμένος μὲ τὴ φιλαυτία του καὶ σὰν νὰ ἔχει ἔρωτα μὲ αὐτή, μετά δεν ξέρει τίποτε ἄλλο. Ὅλα τὰ βλέπει ἀπὸ ἐκεῖ μέσα. Ἔτσι καὶ ἐδῶ, Τοῦ τὰ ἔλεγα ἔτσι, τοῦ τὰ ἔλεγα ἀλλιῶς, τίποτε. Ὄχι ἁπλῶς, λόγῳ τῆς καταστάσεώς του, δέν καταλάβαινε τί λέγαμε, ἀλλά καί ἡ ὅλη στάση του ήταν τέτοια, ποὺ δὲν ἤθελε ἡ δική μου προσπάθεια να συντελέσει, ὥστε νὰ βγεῖ ἀπό τήν κατάστασή του καί νὰ δεῖ τὰ πράγματα ἔξω ἀπό αὐτήν. Φυσικά, ὅπως καταλαβαίνετε, σ' αὐτές τις περιπτώσεις ὅ,τι κι ἂν γίνει ἀπὸ τὴν πλευρά τοῦ ὑπευθύνου, θὰ εἶναι μάταιο.

Μὲ τὴν ὑπακοή δίνεται το καίριο χτύπημα στή φιλαυτία

Σ' αὐτές τις περιπτώσεις τὸ ἀποτελεσματικό, το καίριο χτύπημα δίνεται –καί ἀνοίγει ὁ δρόμος, και προχωροῦν τὰ πράγματα- ἐάν κάνει κανείς ὑπακοή. Ἔλεγα σε μιά ἄλλη συγκεκριμένη περίπτωση αὐτές τις μέρες: «Βρέ παιδί μου, ἔτσι ὅπως εἶναι τὰ πράγματα τώρα, ἤδη ἔχεις μια πείρα. Τὰ ἔκανες θάλασσα τελείωσε. Ἐνήργησες ἔτσι, ἐνήργησες ἀλλιῶς, προσπάθησες ἔτσι, προσπάθησες ἀλλιῶς. Δὲν ἔγινε τίποτε ἄλλο, παρά μπερδεύτηκες ἀκόμη περισσότερο, ὅπως μπερδεύεται το ζωύφιο πού θα πέσει πάνω στὸν ἱστὸ τῆς ἀράχνης, καί, το καημένο, θέλει τάχα να φύγει, ἀλλὰ ὅσο προσπαθεῖ νὰ φύγει, τόσο πε ρισσότερο τυλίγεται ἐκεῖ μέσα». (Καί δέν εἶναι μόνο αὐτό. Ἂν θὰ ἔτυχε νὰ δεῖτε καμιά φορά, τρέχει ἀμέσως ἡ ἀράχνη καὶ γύρω-γύρω ἀπό τὸ ζωύφιο ὑφαίνει συνέχεια, μὴν τυχόν τῆς ξεφύγει.) «Ἀφοῦ εἶσαι ἔτσι ποὺ εἶσαι, τοῦ εἶπα, τί σε πειράζει νὰ πεῖς «Εγώ τὰ ἔκανα θάλασσα. Ήρθα σ' αὐτὸν τὸν πάτερ. Γιὰ νὰ ἔρθω, τοῦ ἔχω μιὰ ἐμπιστοσύνη. Θα κάνω λοιπόν ὅ,τι μοῦ πεῖ”. Γιὰ ἕνα διάστημα τουλάχιστον. Δεν πρόκειται ούτε νὰ σοῦ ἐπιβάλουν τίποτε οὔτε να χάσεις τίποτε». Δὲν τὸ κάνει ὅμως. Δὲν τὸ κάνει και παιδεύεται.
Ἡ πείρα ἔδειξε ἀτράνταχτα, κατά ἀπόλυτο τρόπο, ὅτι ὅποιος θελήσει να πιστέψει σ' αὐτὸ ποὺ τοῦ λένε -καθώς ἀπό τή δική του πλευρά δεν βλέπει καμιά προκοπή, ἀλλά μόνο θάλασσα τα κάνει- λυτρώνεται, ἐφόσον βέβαια αὐτὸ δὲν γίνεται στα τυφλά, ἀλλά πάει κανείς κάπου ποὺ ἔχει ἐμπιστοσύνη, ποὺ ἔχει ἐκτίμηση, ποὺ δὲν τοῦ ἐπιβάλλουν κάτι. Γιατί το να δείξεις ἐμπιστοσύνη σε κάποιον εἶναι καί ἐπικίνδυνο. Δηλαδή, μπορεῖ νὰ σὲ ἐκμεταλλευτεί ἄγρια ὁ ἄλλος, ἂν τὸν ἐμπιστευθεῖς. Ἀλλὰ λίγο πολύ ὅμως κανείς μπορεῖ νὰ δεῖ, ἐφόσον δουλεύει το μυαλό του, ὅτι ἐκεῖ ποὺ πάει μὲ ἐμπιστοσύνη δὲν ὑπάρ χει κίνδυνος νὰ τὸν ἐκμεταλλευθοῦν. Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἀπέδειξαν τα πράγματα ὅτι ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴν ἐμπιστοσύνη, λυτρώνεται.

Η διπλή λύτρωση

Λυτρώνεται κατ' ἀρχὴν ψυχολογικά. Ἀλλά καθώς ὅλο αὐτό γίνεται σε πνευματικό ἐπίπεδο -δέν ξέρω πόσο θά μέ καταλάβετε ἀνοίγει ὁ δρόμος για τὴν πνευματική ζωή, και σιγά-σιγά λυτρώνεται και πνευματικά. Μὲ ἕνα σμπάρο δυό τρυγόνια. Μπορεί κάποιος νὰ μὴν ἔχει ψυχολογικά προβλήματα, ἀλλά νὰ εἶναι ἕνας ἐγωιστής καὶ νὰ ἔχει ὅλα τὰ ἁμαρτωλά -πάθη, ἀδυναμίες, ἁμαρτωλές συνήθειες- καὶ νὰ ζεῖ πέρα για πέρα ἁμαρτωλή ζωή. Ἐνῶ δηλαδή εἶναι τακτοποιημένος ψυχολογικά, εἶναι ἀλύτρωτος πνευματικά. Ὁ ἄλλος πού ἔχει τὰ ψυχολογικά προβλήματα, ἐάν δείξει αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη, μὲ ἕνα σμπάρο δυό τρυγόνια, ὅπως εἶπαμε. Τακτοποιείται ψυχολογικά, ἀλλά αὐτὸ τὸ ἴδιο εἶναι συγχρόνως καί πνευματικό· δηλαδή, ἀνοίγει ὁ δρόμος ὁ πνευματικός, καί σιγά-σιγά λυτρώνεται πνευματικά.
Ὅπως ἔχω πεῖ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις, ἄς τὰ ἔχεις αὐτά· αὐτά εἶναι τοῦ σκαριοῦ για πολλούς καί διαφόρους λόγους. Ἐάν βρεῖς τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ μελαγχολία πού ἔχεις γίνεται μετάνοια. Ἤ, ἔχεις φοβερό αἴσθημα κατωτερότητος, πού δέν ξέρεις ἀπό πότε ἀρχίζει καὶ τί ρίζες καί παραφυάδες ἔχει. Ὅλο αὐτό τό αἴσθημα κατωτερότητος γίνεται ταπείνωση. Ἕτοιμη ταπείνωση. Πῶς χώνει τήν κουτάλα κανείς σὲ ἕνα καζάνι και βάζει φαγητό στο πιάτο, ἔτσι σὰν νὰ τὴν ἔχει κανείς ἕτοιμη τήν ταπείνωση, ἐνῶ ἕνας ἀσκητής χρόνια μπορεῖ νά παιδεύεται, για να φθάσει σε μια κάποια ταπείνωση. Σ' αὐτὸν ποὺ ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος, ἔτσι καί καταλάβει τί εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα καὶ τὸ ἀφήσει λέγοντας μὲ ἕναν ἀέρα, μὲ τὴν καλή ἔννοια: «Αὐτό το πράγμα εἶσαι, κι ἐγώ κάθομαι καὶ σε προσκυνῶ τόσα χρόνια;», ὅλο αὐτὸ τὸ αἴσθημα γίνεται ταπεί νωση. Αὐτός πού ἔχει αἴσθημα ὑπεροχῆς, εὔκολα δέν γλιτώνει. Αὐτός όμως που έχει αίσθημα μειοκτικότητος, σὰν νὰ ἔχει, τρόπον τινά, έτοιμη ταπείνωση. Απλως, να δεχθεῖ νὰ εἶναι ταπεινός. Μόλις το δεχθεῖ αὐτό, να την ἡ ταπείνωση.
Το μυστικό στις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις εἶναι νὰ ἔχει κανείς το κουράγιο να βάλει κάτω τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἔχει ὁδηγό, ὁπωσδήποτε πρέπει κάπου να στηριχθεί Δὲν μπορεῖ μόνος του. Θα τα θαλασσώσει.
Εφόσον όμως θα κάνει ὑπακοή καὶ θὰ τὰ πάρει σωστά τα πράγματα, θα γλιτώσει ἀπὸ τὴν ὅποια ψυχασθένεια καὶ θὰ γίνει σωστός χριστιανός.








ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ
















Όταν η ανθρώπινη νοημοσύνη απαντά στην τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ)...... (2ο Μέρος)

 

Το FUKRI όπως είχαμε αναφέρει πρόκειται για ένα φόρουμ χριστιανικών ομολογιών. Δεν αποτελεί κρατική υπηρεσία ούτε διαθέτει κανονιστική αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει εκκλησίες οπότε η συμμετοχή σε αυτό δεν είναι υποχρεωτική.
Από την εξέταση του νομικού πλαισίου της Ινδονησίας διαφαίνεται  ότι η συμμετοχή σε έναν τέτοιο φόρουμ δεν αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση ή τη διατήρηση της κρατικής νομικής αναγνώρισης μιας Εκκλησίας.
Το κράτος της Ινδονησίας αναγνωρίζει τις θρησκευτικές κοινότητες μέσω των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, κυρίως μέσω του Υπουργείου Θρησκευμάτων (Kementerian Agama) και, στην περίπτωση των χριστιανικών κοινοτήτων, μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Χριστιανικών Υποθέσεων (Direktorat Jenderal Bimbingan Masyarakat Kristen – Ditjen Bimas Kristen). Η διαδικασία αυτή αφορά την νομική υπόσταση μιας εκκλησιαστικής οργάνωσης, τη διοικητική της δομή και την καταχώρισή της στο κράτος.
Οι προϋποθέσεις που τίθενται από την κρατική διοίκηση αφορούν ζητήματα όπως η ύπαρξη νόμιμης εκκλησιαστικής δομής, καταστατικού, διοίκησης, οργανωτικής λειτουργίας και των απαιτούμενων διοικητικών εγγράφων. Δεν υπάρχει στις διαδικασίες εγγραφής των εκκλησιαστικών οργανισμών κάποια απαίτηση που να προβλέπει ότι μια Εκκλησία πρέπει προηγουμένως να είναι μέλος του FUKRI διότι η φύση ενός τέτοιου φόρουμ δεν έχει καμία σχέση με την κρατική αναγνώριση. Λειτουργεί ως πλαίσιο συνεργασίας και κοινής παρουσίας χριστιανικών οργανώσεων σε κοινωνικά, εθνικά ή διαθρησκειακά ζητήματα. Δεν αποτελεί κρατικό όργανο, ούτε διαθέτει αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει την ύπαρξη μιας Εκκλησίας. Η συμμετοχή σε ένα φόρουμ όπως το FUKRI αποτελεί προσωπική επιλογή.
Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία, δεν υπάρχει νομική διάταξη που να υποχρεώνει για την συμμετοχή στο FUKRI προκειμένου να θεωρείται κανείς νόμιμα αναγνωρισμένος από το κράτος της Ινδονησίας. Η αναγνώριση μιας Εκκλησίας και η συμμετοχή της σε ένα διαχριστιανικό φόρουμ είναι δύο διαφορετικά και ανεξάρτητα ζητήματα.

Τι απαιτείται για την εγγραφή νομικής αναγνώρισης:


1. Αίτηση της ενδιαφερόμενης Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου.

2. Φωτοαντίγραφο της Απόφασης Εγγραφής (SK) της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου, της οποίας ζητείται η ανανέωση.

3. Βεβαίωση από τον Προϊστάμενο της Περιφερειακής Υπηρεσίας του Υπουργείου Θρησκευμάτων (Kakanwil Kementerian Agama), διά του Επόπτη της Χριστιανικής Κοινότητας / του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Χριστιανικών Θρησκευτικών Υποθέσεων / του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Καθοδήγησης της Χριστιανικής Κοινότητας (Kabid Bimas Kristen) της περιοχής όπου βρίσκεται η έδρα της Συνόδου, στην οποία δηλώνεται ότι η Κεντρική Οργάνωση Εκκλησίας/Σύνοδος εξακολουθεί να είναι ενεργή, έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά και, ως εκ τούτου, κρίνεται κατάλληλη για ανανέωση της εγγραφής της στη Γενική Διεύθυνση Καθοδήγησης της Χριστιανικής Κοινότητας (Ditjen Bimas Kristen).

4. Σύντομο ιστορικό της ίδρυσης και της πορείας της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου.

5. Σύνθεση της Διοίκησης της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου

6.. Φωτοαντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης ίδρυσης της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου (1 αντίγραφο).

7. Καταστατικό (Anggaran Dasar) και Εσωτερικός Κανονισμός (Anggaran Rumah Tangga) της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου.

8. Φωτοαντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης σχετικά με το Καταστατικό και τον Εσωτερικό Κανονισμό της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου (1 αντίγραφο).

9. Πρακτικά συνεδρίασης (αποτελέσματα της Συνόδου / MUBES / Γενικής Συνέλευσης) σχετικά με τροποποιήσεις του Καταστατικού, όπως:

αλλαγή της σύνθεσης της Διοίκησης της Συνόδου (Συνοδικό Συμβούλιο ή άλλο ισοδύναμο όργανο),

αλλαγή της διεύθυνσης της έδρας της Συνόδου,

αλλαγή της ονομασίας.

10. Φωτοαντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης σχετικά με:

την τροποποίηση του Καταστατικού,

την τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού,

την αλλαγή της Διοίκησης της Συνόδου,

την αλλαγή της ονομασίας της Εκκλησίας,

την αλλαγή της διεύθυνσης της Εκκλησίας.

12. Πρόγραμμα δράσης της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου

13. Στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη των δραστηριοτήτων, έκθεση προόδου (Progress Report) ή ετήσιες εκθέσεις της Κεντρικής Οργάνωσης Εκκλησίας/Συνόδου για τα τελευταία πέντε (5) έτη.

14. Δήλωση με επικόλληση χαρτοσήμου (materai), με την οποία αναλαμβάνεται η υποχρέωση σύνταξης και υποβολής ετήσιων και πενταετών εκθέσεων στη Γενική Διεύθυνση Καθοδήγησης της Χριστιανικής Κοινότητας (Ditjen Bimas Kristen).

15. Δήλωση με επικόλληση χαρτοσήμου (materai), με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχει διαφορά ή αμφισβήτηση σχετικά με τη διοίκηση της Οργάνωσης και ότι η Οργάνωση δεν αποτελεί διάδικο σε οποιαδήποτε δικαστική υπόθεση.

Επίσης:



Σαρωμένο αντίγραφο της αίτησης του φορέα, απευθυνόμενης προς τον Προϊστάμενο του Γραφείου του Υπουργείου Θρησκευμάτων της Περιφέρειας (Kabupaten) Blitar.

Σαρωμένο αντίγραφο της αίτησης εγγραφής του Χριστιανικού Ιδρύματος (Yayasan Kristen), απευθυνόμενης στη Γενική Διεύθυνση Καθοδήγησης της Χριστιανικής Κοινότητας (Ditjen Bimas Kristen) του Υπουργείου Θρησκευμάτων της Δημοκρατίας της Ινδονησίας.

Σαρωμένο αντίγραφο του Καταστατικού (Anggaran Dasar – AD) και του Εσωτερικού Κανονισμού (Anggaran Rumah Tangga – ART).

Σαρωμένο αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης ίδρυσης.

Σαρωμένο αντίγραφο της απόφασης έγκρισης του Ιδρύματος ως νομικού προσώπου, εκδοθείσας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Σαρωμένο αντίγραφο της σύνθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου του φορέα.

Σαρωμένο αντίγραφο της βεβαίωσης έδρας (πρωτότυπο), εκδοθείσας από την αρμόδια τοπική κοινότητα (Kelurahan).

Σαρωμένο αντίγραφο του Αριθμού Φορολογικού Μητρώου (NPWP).

Σαρωμένο αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα του Ιδρύματος.

Σαρωμένο αντίγραφο των στοιχείων της διεύθυνσης της γραμματείας του Ιδρύματος, του αριθμού τηλεφώνου και της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail).

Σαρωμένα αντίγραφα των δελτίων ταυτότητας του Προέδρου, του Γραμματέα και του Ταμία.

Υπεύθυνη Δήλωση περί της γνησιότητας των εγγράφων. 


(συνεχίζεται)



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Οι αντιφάσεις μιας «δεύτερης οφειλομένης απαντήσεως»....


Διαβάζοντας και τη δεύτερη απάντηση (εδώ) του ίδιου αρθρογράφου και ομολογώ ότι, αντί να ανατρέψει όσα έγραψα, κατόρθωσε να τα επιβεβαιώσει ακόμη περισσότερο.
Θα δώσω λοιπόν μία τελευταία απάντηση, σχολιάζοντας ότι αξίζει σχολιασμού, όχι γιατί πιστεύω ότι υπάρχει ουσιαστικός λόγος, αλλά για να καταδειχθεί περίτρανα ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα δικά μου σχόλια, αλλά στα ίδια τα γραφόμενα του αρθρογράφου. Επίσης θα κάνω και κάτι ακόμη. Θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο που απαντά. Δηλαδή ότι είχα γράψει στο προηγούμενο άρθρο:  
«Τα ίδια επιχειρήματα επανέρχονταν συνεχώς, οι ίδιες θέσεις ανακυκλώνονταν και, το κυριότερο, πολλές φορές οι ίδιες οι νεότερες δημοσιεύσεις του αναιρούσαν τις προηγούμενες».

Ξεκινά λέγοντας ότι δήθεν διολίσθησα «σε προσωπικές επιθέσεις». Προσωπική επίθεση όμως δεν υπάρχει πουθενά. Δεν σχολίασα ούτε την προσωπική του ζωή, ούτε τα κίνητρά του, ούτε τον χαρακτήρα του. Σχολίασα αποκλειστικά τα γραπτά του και μάλιστα όχι παραφράζοντάς τα, αλλά παραθέτοντας αυτούσιες τις φράσεις του και δείχνοντας πώς η μία συγκρούεται με την άλλη. Όταν κάποιος αυτοαναιρείται μέσα στα ίδια του τα άρθρα, δεν ευθύνεται εκείνος που το επισημαίνει. Ευθύνεται εκείνος που γράφει τις αντιφατικές θέσεις.
Στη συνέχεια με κατηγορεί ότι δήθεν «διαστρεβλώνω τις θέσεις του». Η πραγματικότητα είναι πολύ απλούστερη. Δεν χρειάστηκε να διαστρεβλώσω τίποτε. Αντιγραφή και επικόλληση των ίδιων των λόγων του έκανα. Εάν οι θέσεις του, όταν διαβαστούν αυτούσιες, δημιουργούν αντιφάσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι η παράθεση των λόγων του αλλά οι ίδιοι οι λόγοι του.
Έπειτα κάνει λόγο για μία δήθεν 
«αναπόφευκτη και συντριπτική θεολογική αντιπαράθεση». Η έκφραση αυτή μου προκάλεσε απορία. Συντριπτική ως προς τι ακριβώς διότι δεν επιχείρησα να σχολιάσω τις προσωπικές του θεωρίες περί της εκκλησιολογίας (την οποία ουδέποτε έχω δει) του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, ούτε περί του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, ούτε περί της ιστορίας του παλαιοημερολογιτισμού. Το άρθρο μου είχε έναν και μόνο σκοπό. Να επισημάνει αντιφάσεις του ιδίου. 

«Πρόκειται για την κλασική τακτική εκείνου που επιδιώκει να έχει τον τελευταίο λόγο «στα χαρτιά», αποφεύγοντας όμως να εκτεθεί σε έναν αληθή, ζωντανό διάλογο επί των Πηγών και των Ιερών Κανόνων».

Τον τελευταίο λόγο είναι αδύνατον να τον έχω διότι είναι σύνηθες τον τελευταίο λόγο να μην τον έχω, ειδικά με αποτειχισμένους, διότι ενώ είπα ότι δεν θα συνεχίσω είδα νέα ''απάντηση''.... Για να δούμε θα τον έχω αυτήν την φορά;
Πηγές και Ιερούς Κανόνες δεν είδα στις απαντήσεις του αλλά εν πάση περιπτώσει…..
Συνεχίζει λέγοντας ότι δήθεν αποκρύπτω τις 
«χαοτικές εκκλησιολογικές διαφορές» μεταξύ του αγώνα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς και του παλαιοημερολογιτικού κινήματος. Ειλικρινά και πάλι δυσκολεύομαι να καταλάβω σε ποιο σημείο συνέβη κάτι τέτοιο. Πού ακριβώς σύγκρινα εγώ τον Όσιο Ιουστίνο με το παλαιοημερολογιτικό κίνημα; Πού εξίσωσα τις δύο περιπτώσεις; Πού έγραψα ότι πρόκειται για ταυτόσημα ιστορικά γεγονότα; Πουθενά. Την εξίσωση αυτή τη δημιουργεί αποκλειστικά ο ίδιος, για να την ανατρέψει στη συνέχεια. Πρόκειται για μία κλασική μέθοδο κατασκευής ενός φανταστικού αντιπάλου όπως ανέφερα στο προηγούμενο άρθρο. Πρώτα αποδίδεις στον άλλον μία θέση που ουδέποτε εξέφρασε έπειτα καταρρίπτεις αυτή τη θέση και στο τέλος παρουσιάζεις τον εαυτό σου ως νικητή της αντιπαράθεσης. Στην πραγματικότητα όμως δεν απάντησες στον συνομιλητή σου, απάντησες στον εαυτό σου και αυτό ακριβώς συμβαίνει και εδώ.
Ο αρθρογράφος συνεχίζει ισχυριζόμενος ότι 
«απέτυχα παταγωδώς» να απαντήσω στα δήθεν συντριπτικά δογματικά επιχειρήματά του. Η διατύπωση αυτή είναι μάλλον υπερβολική, διότι για να αποτύχει κάποιος να απαντήσει σε ένα ζήτημα, πρέπει πρώτα να έχει επιχειρήσει να το συζητήσει. Επομένως, είναι σαν να πυροβολεί κάποιος προς τον ουρανό και κατόπιν να διακηρύσσει ότι νίκησε έναν αντίπαλο που ουδέποτε βρέθηκε μπροστά του.

Γράφει ακόμη:

«Γιατί οι Γ.Ο.Χ. αρνούνται να αναγνωρίσουν την αγιότητα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς;»

Πότε ακριβώς οι Γ.Ο.Χ. συνεδρίασαν και αποφάσισαν ότι δεν αναγνωρίζουν τον Όσιο Ιουστίνο; Πότε τέθηκε επισήμως τέτοιο θέμα; Πότε εκδόθηκε σχετική συνοδική απόφαση; Και γιατί εν τέλει να τους πέφτει λόγος ως προς την αγιότητά του; Μήπως είναι αναγνωρισμένοι από την επίσημη εκκλησία ώστε ο λόγος τους περί της αγιότητος οποιοδήποτε προσώπου να περιέχει την ανάλογη σημασία και βαρύτητα προς την αναγνώρισή του ή όχι;
Προσωπικά πάντως αποδέχομαι την αγιότητά του οπότε άστοχο το επιχείρημα και φυσικά έχει άλλον σκοπό η ερώτησή του αυτή. Και μετά μιλάει για σοφιστείες.... Να ασχοληθεί καλύτερα με τους ομόφρονές του οι οποίοι δεν αναγνωρίζουν τον Όσιο Ιερώνυμο Αιγίνης και άλλους, υβρίζοντάς τους συνεχώς!
Όσον αφορά τα λεγόμενά του για την στέρηση μυστηριακής χάριτος, πρωτίστως θα πρέπει να ξεκινήσει τις ερωτήσεις προς και πάλιν ομόφρονές του αποτειχισμένους οι οποίοι έχουν τις αυτές εκκλησιολογικές θέσεις, συν ότι έχουν αρχίσει να μην αναγνωρίζουν και την αγιότητα προσώπων.
Έπειτα να μεταβεί άκρα δεξιά, και για να τον βοηθήσουμε του προτείνουμε και την περιοχή, δηλαδή προς Κερατέα, και έπειτα να ρωτήσει εμένα γι΄ αυτό το ζήτημα. Αυτή είναι η σωστή σειρά.
Οι χειροτονίες των Γ.Ο.Χ. είναι αδιαμφισβήτητες και προ Ρώσων της Διασποράς και μετά Ρώσων. Στην δεύτερη φάση ειδικά η μεγαλύτερη απόδειξη είναι τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα. 

Συνεχίζει επαναλαμβάνοντας ότι η διακοπή κοινωνίας του 1924 έγινε αποκλειστικά για το ημερολογιακό ζήτημα. 
Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. 
Οἱ παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.  Διακοπή κοινωνίας υπήρξε το 1935 μετά την έξοδο εκ της νεοημερολογίτικης εκκλησίας των τριών Επισκόπων που ανέλαβαν τον αγώνα των παλ/τών. Οπότε συνιστούμε στον αρθρογράφο να στρωθεί στο διάβασμα και έπειτα ερωτήσεις.....
Επίσης παρουσιάζει μία εξαιρετικά απλουστευμένη παρουσίαση της ιστορίας. Η αλλαγή του ημερολογίου ασφαλώς υπήρξε το άμεσο γεγονός, δεν υπήρξε όμως το μοναδικό ζήτημα. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής συνέδεαν ευθέως την ημερολογιακή μεταβολή με τη γενικότερη πορεία προς την ένωση με τους ετεροδόξους. Τα σχετικά κείμενα του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου, αλλά και δεκάδες δημοσιεύσεις εκείνης της περιόδου, έχουν ήδη παρουσιαστεί κατά καιρούς στο ιστολόγιο το δικό μου και άλλων. Δεν πρόκειται λοιπόν για προσωπική μου ερμηνεία αλλά για ιστορικές πηγές.
Η έμφαση που δόθηκε στο ημερολόγιο ήταν απολύτως λογική διότι αυτό ήταν το πρώτο ορατό βήμα κατά την ομολογία των ίδιων των καινοτόμων. Ένα μικρό παράδειγμα:
«ἀποτελεῖ δὲ μάλιστα τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ποθητὴν Κοινωνίαν τῶν Ἐκκλησιῶν(Συνεδρία Οικ. Πατριαρχείου «περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ μελέτης τοῦ ζητήματος τοῦ Ἡμερολογίου»)
Αυτό διακηρυσσόταν τότε ως η απαρχή της ενότητας με τις δυτικές ομολογίες και ήταν λοιπόν φυσικό η αντίδραση να επικεντρωθεί εκεί εφόσον πράγματι άλλαξε το ημερολόγιο. Επίσης να ερευνήσει το γιατί οι Παπικοί με πόθον επιθυμούσαν την αλλαγή αυτή. Ένα μικρό επίσης παράδειγμα: «
Επιθυμῶ ἐν τοσούτῳ, ἡ φωνὴ τοῦ ὀρθοῦ λόγου νὰ εἰσακουσθῇ νικητικῶς, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δυστυχές μίσος μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῶν δύο ἐκκλησιῶν νὰ γλυκανθῇ μὲ τοὺς ὁποίους ἔχουν ἀπὸ τὴν σήμερον οἱ ἄνθρωποι τρόπους, καὶ μεταξὺ τῶν τρόπων τούτων ὑπάρχει εἷς, τοῦ ὁποίου τὴν δύναμιν ἐπικαλοῦμαι, δηλαδὴ τὴν μεταμόρφωσιν τοῦ μηνολογίου τῆς Ἀνατολικῆς ἐκκλησίας»(Σύγγραμμα περί των από την Κωνσταντινούπολη πριγκήπων της Βλαχομοδαβίας). 

Κατόπιν επανέρχεται στο αγαπημένο του επιχείρημα ότι δήθεν επιχείρησα να πλήξω την αξιοπιστία του. Η αξιοπιστία ενός συγγραφέα δεν πλήττεται επειδή την σχολιάζει κάποιος άλλος, πλήττεται όταν τα ίδια του τα κείμενα αλληλοσυγκρούονται και αυτό ακριβώς επισήμανα.
Συνεχίζοντας, υπάρχει ένα ακόμη σημείο που αξίζει να σταθεί κανείς, διότι αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο δομείται συνολικά η επιχειρηματολογία του αρθρογράφου.
Γράφει:

«Η αντικειμενική αλήθεια μιας εκκλησιολογικής θέσεως δεν εξαρτάται από την προσωπική στάση του εισηγητή της».

Σε αυτό συμφωνώ απολύτως όμως αυτό δεν ήταν ποτέ το αντικείμενο της κριτικής μου. Έγραψα ότι ο ίδιος χρησιμοποιεί ως επιχείρημα εναντίον των αποτειχισμένων κάτι το οποίο ισχύει πρώτα για τον ίδιο. Όταν γράφει ότι:

«Μια αποτείχιση χωρίς επίσκοπο έχει ημερομηνία λήξης.»

και λίγο αργότερα δηλώνει:

«Δεν ανήκω σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων, για λόγους που δεν είναι του παρόντος»,

Δεν του ασκώ προσωπική κριτική αλλά του επισημαίνω ότι η ίδια η θεωρία του στρέφεται εναντίον της προσωπικής του θέσεως. Αν θεωρεί ότι αυτό δεν τον αφορά, τότε ας εξηγούσε γιατί δεν τον αφορά. Δεν αρκεί να γράφει αόριστα με κεφαλαία γράμματα ακόμη μια αντίφαση:

«ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ.»

Όταν ο ίδιος απαιτεί από όλους τους άλλους να απαντούν δεν μπορεί για τη δική του περίπτωση να αρκείται στη φράση 
«δεν είναι του παρόντος». Το «δεν είναι του παρόντος» παύει να υπάρχει από τη στιγμή που ο ίδιος δημιούργησε ολόκληρο άρθρο επάνω στην ανάγκη υπάρξεως επισκόπου.
Ισχυρίζεται λοιπόν ότι δεν απάντησα στα δογματικά του επιχειρήματα. Μα πώς να απαντήσω σε κάτι που ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο της κριτικής μου; Εάν γράψω ένα άρθρο για τις αντιφάσεις ενός μαθηματικού και εκείνος απαντήσει με διαλέξεις περί φυσικής, δεν σημαίνει ότι ο μαθηματικός δικαιώθηκε επειδή εγώ δεν ασχολήθηκα με τη φυσική. Απλώς άλλαξε θέμα και αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ.
Και έρχομαι στο ερώτημα που μου απευθύνει προσωπικά:

«Ανήκετε εσείς στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Καλλίνικο η οποία αποδέχεται ως κανονικό τον (κατά τα λεγόμενά σας) «Οικουμενιστή» Επίσκοπο Νικοπόλεως Δανιήλ;»

Παρατηρεί κανείς ότι ενώ ο ίδιος αρνήθηκε να απαντήσει, επικαλούμενος ότι 
«δεν είναι του παρόντος», τώρα απαιτεί εκ μέρους μου δημόσια δήλωση. Η αντίφαση είναι ολοφάνερη. Για τον ίδιο δεν είναι του παρόντος αλλά για τους άλλους είναι;
Επίσης ουδέποτε απεκάλεσα τον Σεβασμιώτατο π. Δανιήλ «Οικουμενιστή». Προκαλώ οποιονδήποτε να βρει μία πρόταση όπου τον αποκαλώ Οικουμενιστή ώστε να διαπιστωθεί περίτρανα το ποιος πάσχει από ''παραλήρημα''!

Θα επαναλάβω ότι είχα επαναλάβει και στον προηγούμενο σχολιασμό. Δεν μας ενδιαφέρουν οι προσωπικές εκτιμήσεις του αρθρογράφου αλλά το τι λέγει η ίδια η Εκκλησία της Ινδονησίας, πόσο μάλλον δεν μας ενδιαφέρει όταν ο ίδιος δεν έχει καμία σχέση μαζί της ως μέλος της ή ως μέλος των Γ.Ο.Χ., και δυστυχώς γι΄ αυτόν δεν αναφέρει η Εκκλησία της Ινδονησίας όσα αναφέρει ο ίδιος, έχοντας άριστη σχέση με τους υπόλοιπους Επισκόπους των Γ.Ο.Χ.
Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας. 
Υπάρχει όμως ακόμη μία αντίφαση στην προηγούμενη απάντηση που λησμόνησα να την αναφέρω.
Ο αρθρογράφος υποστήριζε ότι η GOI δεν πρέπει να ταυτίζεται με τους Γ.Ο.Χ., διότι η Ορθοδοξία της 
αποδεικνύεται από το έργο της. Δηλαδή το έργο είναι εκείνο που πιστοποιεί την Ορθοδοξία. Ωραία. Τότε γιατί ολόκληρο το προηγούμενο άρθρο του ήταν αφιερωμένο στην ανάγκη υπάρξεως κανονικής εκκλησιαστικής υπαγωγής; Γιατί απαιτούσε από τους αποτειχισμένους να ενταχθούν υποχρεωτικά στον Αρτέμιο; Εάν το έργο αρκεί, τότε ούτε ο Σεβ. Αρτέμιος είναι αναγκαίος. Εάν όμως η κανονική εκκλησιαστική υπαγωγή είναι αναγκαία, για οποιονδήποτε λόγο, τότε η υπαγωγή της GOI στον Αρχιεπίσκοπο Καλλίνικο δεν μπορεί ξαφνικά να χαρακτηρίζεται δευτερεύουσα με διάφορες φθηνές δικαιολογίες. Δεν αλλάζει το κριτήριο ανάλογα με το τι θέλει κάθε φορά ο καθένας να υπερασπιστεί.

Απαράδεκτο λεχθέν είναι το κάτωθι:
 
«Η GOI δεν ξεκίνησε από καβγάδες για το ημερολόγιο στην Αθήνα».

Αυτή η πρόταση περιέχει ακόμη μία αντίφαση και  αυτή μόνο φθάνει ώστε να διακόψει οριστικά κανείς κάθε συνομιλία. Τους διωγμούς, τους θανάτους, τους υποκοπάνους, και πόσα ακόμη ο αρθρογράφος τα θεωρεί έτσι ελαφρά τη καρδία 
«καβγάδες για το ημερολόγιο» αλλά έπειτα..... προσπαθεί να πείσει για την  «αγάπη» που έχει προς όσους έχυσαν αίμα, ιδρώτα και δάκρυα!!!

Και περνάω στην περίφημη «αποκάλυψη»:

«Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον διάλογο ο κ. Ι.Π., αποκαλύπτουμε ότι αρνήθηκε κατηγορηματικά να δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του τα παρακάτω άρθρα-απαντήσεις μας, καθώς αυτά κατέρριπταν πλήρως την επιχειρηματολογία του».

Να και πάλι οι... «αναγνώστες». Φαίνεται ότι αποτελούν μόνιμη έγνοια του αρθρογράφου. Πέρα όμως από αυτό, ας μείνω στην ουσία.
Για να ισχυριστεί κανείς ότι κάποιος «αρνήθηκε κατηγορηματικά», θα πρέπει προηγουμένως να έχει υπάρξει ένα σαφές και εξίσου κατηγορηματικό «όχι, δεν τα δημοσιεύω». Κάτι τέτοιο ουδέποτε ειπώθηκε εκ μέρους μου. Εκείνο που συνέβη ήταν πολύ απλούστερο: δεν του απάντησα καν διότι το ένα άρθρο ήταν εντελώς άσχετο με τα ζητήματα περί Ινδονησίας που πραγματευόμουν την περίοδο εκείνη, ενώ για το άλλο έχω ήδη απαντήσει με ξεχωριστό δικό μου άρθρο υπό τον τίτλο «Όταν η ανθρώπινη νοημοσύνη απαντά στην τεχνητή νοημοσύνη» το οποίο και θα συνεχισθεί. Οπότε δεν επρόκειτο περί ''αποκάλυψης'' αλλά καλύτερα περί απόκρυψης της αλήθειας!
Επιπλέον, σε πλήθος επιμέρους ισχυρισμών του ενός άρθρου του είχα ήδη απαντήσει αναλυτικά μέσα από τα σχόλια του ιστολογίου (υπάρχουν ακόμα δημοσιευμένα) σε συνομιλία με τον ίδιο, διότι συνηθίζει να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια όπως ανέφερα και προηγουμένως. Επομένως, ο ισχυρισμός περί «κατηγορηματικής αρνήσεως» και «καταρρίψεως» δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία ακόμη επίκληση της αυθεντίας του η οποία εξυπηρετεί το αφήγημά του, και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. 
Κλείνοντας οριστικά, θα παρατηρήσω κάτι που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε νέα εμφάνιση αποτειχισμένου αρθρογράφου στο διαδίκτυο. Ο καθένας θεωρεί ότι «ανακάλυψε την Αμερική» και ότι θα δώσει, επιτέλους, τις «αποστομωτικές απαντήσεις» που δεν έδωσε κανείς άλλος πριν από αυτόν ή ότι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι σε κάθε έναν ξεχωριστά που φυτρώνει ως τα μανιτάρια, να δίνουμε απαντήσεις και πάλιν (από εμένα και άλλους), ενώ ήδη τις έχουμε δώσει τουλάχιστον εδώ και είκοσι έτη. 
Ανακυκλώνονται τα ίδια επιχειρήματα, επαναλαμβάνονται οι ίδιες κατηγορίες, παρουσιάζονται ως νέες οι ίδιες θεωρίες που έχουν ήδη συζητηθεί εδώ και δεκαετίες,  και, δυστυχώς, επαναλαμβάνονται και οι ίδιες αντιφάσεις.
Δεν είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τέτοιου είδους κείμενα ούτε, ασφαλώς, θα είναι η τελευταία. Τα έχω δει από πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, με διαφορετικά ονόματα και διαφορετικά ιστολόγια. Εκείνο όμως που παραμένει πάντοτε ίδιο είναι το αποτέλεσμα. Ξεκινούν καταγγέλλοντας τις πράξεις των άλλων και καταλήγουν να πέφτουν οι ίδιοι στις ίδιες ή και σε μεγαλύτερες.

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ