Ορισμένες εξελίξεις και προκλήσεις,
ιδίως ως προς την έννοια της ενότητας
Κατά
την ίδρυση της DGI συνενώθηκαν δύο επιδιώξεις, δηλαδή το mengesa
(να είναι ένα) και το mandiri (να είναι αυτάρκης). Στο ιδρυτικό
συνέδριο του 1950, το οποίο αργότερα θεωρήθηκε και ως η πρώτη γενική συνέλευση
της DGI, διακηρύχθηκε επίσης ο στόχος του συμβουλίου, χωρίς όμως να
προσδιοριστεί ακόμη με ακρίβεια το νόημα ή το περιεχόμενό του, ούτε ο τρόπος με
τον οποίο θα επιτυγχανόταν. Στα επόμενα χρόνια και στις επόμενες συνελεύσεις
υπήρξε εκτεταμένη συζήτηση και έντονη προσπάθεια γύρω από αυτά τα ζητήματα.
Στο δεύτερο συνέδριο, από τις 20 έως τις 30 Ιουνίου 1953, διατυπώθηκε, για
παράδειγμα, ότι «αυτό που εννοείται με τη συγκρότηση της Μίας Χριστιανικής
Εκκλησίας είναι η συγκρότηση μίας Εκκλησίας του Χριστού στην Ινδονησία, η οποία
θα έχει μία ομολογία πίστεως και μία βάση εκκλησιαστικής τάξεως». Με βάση αυτό,
η DGI συγκρότησε μια ειδική επιτροπή Πίστεως και Τάξεως, κατά το πρότυπο όσων
γίνονταν στο ΠΣΕ. Το έργο αυτής της επιτροπής ήταν να προσαρμόσει και να
ενοποιήσει τις ομολογίες πίστεως και τις εκκλησιαστικές τάξεις των μελών, ώστε
να υπάρξει ένα κοινό έδαφος ενότητας. Ωστόσο, στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι
αυτή η συγκριτική προσέγγιση δεν ταίριαζε με την ουσία και τη φύση της
Εκκλησίας, διότι τα κριτήρια της εκκλησιαστικής ενότητας δεν καθορίζονται από την
ιστορική και εμπειρική πραγματικότητα της Εκκλησίας.
Κατά διαστήματα, από συνέδριο σε συνέδριο, η συζήτηση για την ουσία και το
νόημα της εκκλησιαστικής ενότητας και για τον τρόπο έκφρασης της φανέρωσής της
συνεχιζόταν, χωρίς να επιτευχθεί κάποιο τελικό αποτέλεσμα ή συμφωνία. Δεν θα
απαριθμήσουμε πόσα έγγραφα εργασίας και κείμενα έχουν ήδη γραφτεί και
παρουσιαστεί πάνω σε αυτό το θέμα. Από τη μία πλευρά υπήρχε έμφαση στην
πνευματική ή ουσιώδη ενότητα, ενώ από την άλλη πλευρά υπήρχε έμφαση στην
ομοιομορφία ορισμένων θεσμικών και περισσότερο λειτουργικών πτυχών.
Τη δεκαετία του 1960 εμφανίστηκε επίσης, εν μέρει ως απόηχος της τρίτης
συνέλευσης του ΠΣΕ στο Νέο Δελχί, η ιδέα ότι η ενότητα θα έπρεπε να εκφράζεται
καθαρά σε κάθε τόπο ή σε τοπικό επίπεδο, και όχι στο ανώτερο ή συνοδικό
επίπεδο. Η DGI προσπάθησε να εφαρμόσει αυτή την ιδέα μέσω μιας πρακτικής
συναίνεσης, σύμφωνα με την οποία κάθε εκκλησία-μέλος θα έπρεπε να απέχει από
την ίδρυση νέων ενοριών στις περιοχές των άλλων εκκλησιών, ώστε οι τοπικές
ενορίες των διαφορετικών δογμάτων να μπορούν να κατευθυνθούν περισσότερο προς
την ενσωμάτωση. Ή τουλάχιστον όλα τα μέλη θα έπρεπε να είναι πρόθυμα να
καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των πιστών και των
χειροτονημένων κληρικών των άλλων εκκλησιών-μελών της DGI. Όμως αυτή η ιδέα
ερχόταν σε σύγκρουση με την έντονη επιθυμία και φιλοδοξία κάθε ομολογίας να
διαθέτει τοπικές ενορίες σε όσο το δυνατόν περισσότερες περιοχές ή επαρχίες.
Από το 1984 και εξής, αυτή η αμοιβαία αναγνώριση έγινε θεωρητικά αποδεκτή, ως
ένα από τα λεγόμενα Πέντε Έγγραφα της Εκκλησιαστικής Ενότητας.
Στο μεταξύ, η DGI συνέχισε να αναζητά έναν αποδεκτό και κατάλληλο τύπο
εκκλησιαστικής ενότητας. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, το 1960
συγκροτήθηκε μια νέα επιτροπή με αποστολή να σχεδιάσει ένα σχήμα για τη Μία
Χριστιανική Εκκλησία ως στόχο της DGI. Στην πέμπτη γενική συνέλευση της DGI, το
1964, η επιτροπή αυτή πρότεινε δύο έννοιες: μία σύνοδο, παρόμοια με τη Διάσκεψη
του Λάμπεθ στην Αγγλικανική Εκκλησία, ή μια ομοσπονδία. Η συνέλευση αυτή,
ωστόσο, δεν συζήτησε διεξοδικά τις δύο αυτές έννοιες, αλλά επικεντρώθηκε σε
εισηγήσεις τριών ομιλητών, του G.H.M. Siahaan από την HKBP,
του P.H. Rompas από την GPI και του Soedarmo από την GKJ.
Παρότι
η συζήτηση δημιούργησε εντάσεις, το συνέδριο κατόρθωσε να καταλήξει στο
συμπέρασμα ότι κάθε εκκλησία-μέλος της DGI, χωρίς καμία εξαίρεση, επιθυμούσε
σύντομα τη συγκρότηση της Μίας Χριστιανικής Εκκλησίας και δεσμευόταν να
ενισχύσει την προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση, κατανοώντας ταυτόχρονα η μία
την άλλη ως προς τις διαφορές γνώμης σχετικά με την ταχύτητα, τους τρόπους και
τη διαδικασία της συγκρότησης. Αυτή η συναίνεση έδειξε ότι τον κύριο ρόλο θα
τον διαδραμάτιζαν οι ίδιες οι εκκλησίες-μέλη, με τη DGI να περιορίζεται στον ρόλο
του συντονιστή και διευκολυντή.
Με βάση αυτή τη συναίνεση, από το 1964 και μετά, η DGI προχώρησε σε ορισμένα
επιπλέον βήματα. Εκτός από τη συνέχιση της προσπάθειας για τη διαμόρφωση ενός
πλαισίου Πίστεως και Τάξεως, η DGI μαζί με τα μέλη της επιχείρησε επίσης να
διαμορφώσει μια κοινή αντίληψη περί λατρείας. Πολύ σύντομα όμως
συνειδητοποίησαν ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν μπορούσε να είναι μία
ενιαία Εκκλησιαστική Τάξη, μία ενιαία Ομολογία Πίστεως και μία ενιαία
Λειτουργία, διότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε ομοιομορφία, η οποία ήδη από το
1953 είχε απορριφθεί. Γι’ αυτόν τον λόγο επιχείρησαν να βρουν ένα διαφορετικό
πρότυπο ενότητας, δηλαδή την ενότητα μέσα στη διαφορετικότητα, ένα πρότυπο που
αντανακλούσε την επιρροή της «Δήλωσης του Νέου Δελχί του 1961 περί Ενότητας».
Στη
βάση αυτή, το 1967, η Επιτροπή Ενότητας της DGI πρότεινε, στην έκτη σύνοδο ή
συνέλευση της DGI στο Μακασάρ, ένα σχέδιο με την ονομασία Tata Sinode
Oikoumene Gereja-gereja di Indonesia (Οικουμενική Συνοδική Τάξη των
Εκκλησιών της Ινδονησίας), γνωστό εφεξής ως Tata Sinogi.
Αναγνωριζόταν ότι αυτή η οικουμενική σύνοδος δεν ταυτιζόταν ακόμη με τη Μία
Χριστιανική Εκκλησία, αλλά σε σύγκριση με το παρελθόν αποτελούσε ένα μεγάλο
βήμα προς τα εμπρός. Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου
διατυπώνονταν, μεταξύ άλλων, ορισμένες βασικές αρχές.
1.
Η ενότητα των εκκλησιών στην Ινδονησία με τη μορφή ενός συμβουλίου θα
ενισχυόταν ώστε να αποτελεί εκκλησιαστικό θεσμό με τη μορφή μιας συνόδου.
2.
Η απόφαση της κύριας συνεδρίασης (sidang utama) αυτής της συνόδου θα δεσμεύει
τα μέλη.
3. Η θεμελιώδης διδασκαλία και ομολογία της είναι ο Λόγος του Θεού, το
Σύμβολο της Πίστης των Αποστόλων και η Κοινή Κατανόηση της Πίστης.
Απογοητευτικά,
η γενική αυτή συνέλευση δεν αποδέχθηκε το σχέδιο, το οποίο απλώς συνιστούσε «ένα έγγραφο που πρέπει να συζητηθεί και να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω
αγώνα, ανοίγοντας περισσότερες δυνατότητες για τις εκκλησίες-μέλη». Στις
επόμενες συναντήσεις, ακόμη και στην έβδομη συνέλευση της DGI στο
Pematangsiantar το 1971, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «ο χρόνος δεν έχει ακόμη
ωριμάσει για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τη συγκρότηση της Συνόδου. Το θέμα αυτό θα αποτελέσει την μέριμνα των εκκλησιών μας. Προφανώς, οι
προσπάθειες που έχουν καταβληθεί έως τώρα προς τη φανέρωση της ενότητας δεν
είναι ακόμη τόσο εντατικές και συνολικές».
Από
το 1971 και εξής, η DGI, μαζί με τα μέλη της, συνέχισε τις προσπάθειές της για
να βρει ένα καταλληλότερο και πιο αποδεκτό πρότυπο ενότητας. Μέσω διαφόρων
τρόπων παρακολούθησης διαπιστώθηκε ότι οι εκκλησίες στην Ινδονησία προτιμούσαν
να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη φανέρωση της ενότητάς τους ως «ενότητα σε κάθε
τόπο (σε τοπικό επίπεδο)» και «ενότητα στην πράξη», παρά στην ενότητα σε
επίπεδο οργάνωσης, λατρείας και ομολογίας. Ως εκ τούτου, η DGI και τα μέλη της
όφειλαν να προβούν σε έναν επαναπροσανατολισμό. Εγκατέλειψαν την παλαιά
αντίληψη του «δια-ομολογιακού οικουμενισμού» και την έμφαση στην ενότητα της
οργάνωσης, της λατρείας και της ομολογίας, και στράφηκαν σε μια νέα προσέγγιση,
την ενσωμάτωση της ενότητας στη λατρεία, στη μαρτυρία (testimony, marturia) και
στη διακονία (diakonia), ενώ ταυτόχρονα ανέπτυσσαν την έννοια της «ενότητας
μέσα στη διαφορετικότητα». Σε οργανωτικό επίπεδο, μόνο μία επιτροπή χειριζόταν
τα καθήκοντα της μαρτυρίας και της διακονίας, και αυτό κατανοήθηκε ως ο
ευαγγελικός ρόλος του οικουμενικού κινήματος. Με άλλα λόγια, η ενότητα των
εκκλησιών υπάρχει χάριν της μαρτυρίας και της διακονίας προς τον κόσμο, ενώ ως
προς την κατανόηση της μορφής της ενότητας, έγινε σαφές ότι αυτή έπρεπε να
εκφράζεται όλο και περισσότερο με ισχυρό κίνητρο, συμμετοχή (υποστήριξη) και
εντολή των μελών της DGI, και όχι απλώς μέσω της δομικής μορφής.
Μέσα
από έναν αριθμό συζητήσεων και σεμιναρίων κατά τη δεκαετία του 1970,
διαπιστώθηκε επίσης ότι η ενότητα της Εκκλησίας, ή και η ίδια η Μία Εκκλησία
στην Ινδονησία, ουσιαστικά υπήρχε ήδη σύμφωνα με την ουσία της Εκκλησίας· το
έργο των εκκλησιών είναι να τη φανερώσουν και να την εφαρμόσουν. Μέσα από αυτή
τη συνειδητοποίηση έγινε επίσης σαφές ότι το οικουμενικό κίνημα έπρεπε να
αποφύγει τον κίνδυνο του θεσμικισμού, της ομοιομορφίας και μιας συγκεντρωτικής,
πυραμιδοειδούς ενότητας ή κοινότητας. Η συνέπεια αυτής της συνείδησης ήταν η
αναδιατύπωση του στόχου της DGI, συμπεριλαμβανομένου και του καταστατικού της.
Ήδη από τη δεκαετία του 1970 υπήρχε η ιδέα να αλλάξει η ορολογία από pembentukan
(συγκρότηση) σε penampakan ή perwujudan
(φανέρωση). Σε συμφωνία με αυτό, προτάθηκε επίσης ο όρος dewan στο όνομα της DGI να αντικατασταθεί από τον όρο persekutuan. Χρειάστηκε όμως χρόνος για να εσωτερικευθούν αυτές οι δύο ιδέες ή
προτάσεις, έως ότου έγιναν αποδεκτές και αποφασίστηκαν στην δέκατη γενική
συνέλευση στο Ambon το 1984.
Σε
συμφωνία με την αναδιατύπωση του νοήματος και του στόχου του οικουμενικού
κινήματος, από τη δεκαετία του 1970 παρατηρείται μια ισχυρή τάση προς
μεγαλύτερη κοινωνική και ανθρωπιστική μέριμνα και διακονία. Η τάση αυτή, όπως
αποτυπώθηκε και στο θέμα της γενικής συνέλευσης της DGI στο Pematangsiantar το
1971, «Disuruh ke dalam dunia» (Αποσταλμένοι μέσα στον κόσμο), επηρεάστηκε από
το θέμα και τον προβληματισμό της γενικής συνέλευσης του ΠΣΕ στην Ουψάλα το 1968.
Αυτό θα το δούμε αναλυτικότερα σε επόμενη ενότητα.
Ύστερα
από κάποια προετοιμασία και συζητήσεις κατά την περίοδο μεταξύ των γενικών
συνελεύσεων της DGI του 1976 και του 1984, στη γενική συνέλευση του Ambon το
1984 το όνομα της DGI άλλαξε και έγινε Persekutuan Gereja-gereja di
Indonesia (PGI). Ένα από τα επιχειρήματα και τις εξηγήσεις για αυτή
την αλλαγή ήταν ότι ο όρος Persekutuan
(Κοινωνία) είναι περισσότερο εκκλησιολογικός και βιβλικός
από τον όρο Dewan
(Συμβούλιο). Επιπλέον, με τον νέο αυτό όρο η ιδέα της ενότητας γίνεται πιο
εμφανής και πιο απτή. Μαζί με αυτή την αλλαγή, η συνέλευση ενέκρινε επίσης μια
σειρά κειμένων με την ονομασία Lima Dokumen Keesaan Gereja
(LDKG) (Πέντε Έγγραφα Εκκλησιαστικής Ενότητας), τα οποία αποτελούνται από τα
εξής:
1.
Pokok-pokok Tugas Panggilan Bersama (PTPB) (Τα βασικά σημεία του έργου
της κοινής κλήσεως)
2. Pemahaman Bersama Iman Kristen (PBIK) (Η κοινή κατανόηση της
χριστιανικής πίστεως)
3. Piagam Saling Mengakui dan Saling
Menerima (PSMSM)
(Ο Χάρτης της αμοιβαίας αναγνώρισης και αποδοχής)
4.
Tata Dasar Persekutuan
Gereja-gereja di Indonesia
(TD-PGI) (Το Καταστατικό της PGI)
5. Menuju
Kemandirian Teologi, Daya dan Dana
(MKTDD) (Προς την αυτάρκεια στη θεολογία, στο ανθρώπινο δυναμικό και στους
οικονομικούς πόρους)
Τα
έγγραφα αυτά κατά καιρούς αναθεωρούνταν, επικαιροποιούνταν και
αναδιατυπώνονταν, ανάλογα με την εξέλιξη της PGI και με την κατανόηση που είχαν
τα μέλη της για το πλαίσιο και τις προκλήσεις τους. Για παράδειγμα, κατά και
μετά τη γενική συνέλευση του 2000 στο Palangkaraya, το περιεχόμενο και η
διάρθρωσή τους τροποποιήθηκαν. Το δεύτερο έγγραφο, Pemahaman
Bersama Iman Kristen (PBIK), τοποθετήθηκε στην πρώτη θέση, με βάση
την παραδοχή ότι η Μία Χριστιανική Εκκλησία (Gereja Kristen yang Esa)
πρέπει να οικοδομείται πάνω σε μια κοινή κατανόηση της πίστης. Ο τίτλος της
σειράς άλλαξε επίσης και έγινε Dokumen Keesaan Gereja
(DKG) (Έγγραφα Εκκλησιαστικής Ενότητας), προαναγγέλλοντας τη δυνατότητα
προσθήκης ή μείωσης του αριθμού των εγγράφων που την απαρτίζουν. Ωστόσο, η
γενική συνέλευση του Δεκεμβρίου 2004 αποφάσισε να επαναφέρει το έγγραφο Pokok-pokok
Tugas Panggilan Bersama (PTPB) στην πρώτη θέση, τροποποιώντας
ταυτόχρονα τον τίτλο ώστε να γίνει Dokumen Keesaan Gereja 2004–2009.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
H Οικουμενική Κίνηση στην Ινδονησία (1ο μέρος)
''ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ'' ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Π.Σ.Ε.)


0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου