Σχέσεις και διάλογος με ανθρώπους
άλλων θρησκειών
Μεταξύ των ιεραποστολικών εταιρειών
που συμμετείχαν στα Διεθνή Ιεραποστολικά Συνέδρια έως το 1938 υπήρχε η αντίληψη
ότι οι άλλες θρησκείες αποτελούσαν αντικείμενα ευαγγελισμού, δηλαδή
εκχριστιανισμού. Οι εκκλησίες στην Ινδονησία κληρονόμησαν επίσης αυτή την
αντίληψη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, τόσο κατά την ιεραποστολική περίοδο
πριν από το 1942 όσο και κατά την περίοδο μετά την ανεξαρτησία της Ινδονησίας,
προκλήθηκε έντονη ένταση εξαιτίας μιας τέτοιας θεώρησης. Η ένταση αυτή, ιδίως
μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού, ενισχύθηκε περαιτέρω από το ζήτημα του dasar
negara, δηλαδή του θεμελίου του κράτους: Ισλάμ ή Pancasila; Κατά την ιαπωνική
περίοδο και την εποχή της «Παλαιάς Τάξης» ή του Soekarno, από το 1942 έως το
1965, η ένταση και η σύγκρουση εκδηλώνονταν κυρίως σε επίσημα και θεσμικά φόρουμ,
όπως τα BPUPKI/PPKI και η Konstituante. Από την αρχή όμως της εποχής της Νέας
Τάξης ή του Soeharto, η ένταση και η σύγκρουση άρχισαν να εκφράζονται πιο
ανοιχτά και να εμπλέκουν τον απλό λαό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το 1967 ξέσπασε το
Peristiwa Makassar, και το περιστατικό αυτό ακολούθησαν πολλές άλλες
συγκρούσεις.
Από την αρχή της ύπαρξής του, το DGI μαζί με τα μέλη του έδωσε προσοχή στο
ζήτημα των διαθρησκειακών σχέσεων, ιδίως με το Ισλάμ. Στην πρώτη, ιδρυτική του
διάσκεψη το 1950, ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν αφορούσε το Kementerian
Agama, δηλαδή το Υπουργείο ή Τμήμα Θρησκευτικών Υποθέσεων. Αρκετοί
συμμετέχοντες εξέφρασαν την ανησυχία ότι το υπουργείο αυτό θα οδηγούσε την
Ινδονησία στο να καταστεί ισλαμικό κράτος. Στη δεύτερη διάσκεψη το 1953, μία
από τις επιμέρους εισηγήσεις ανέφερε ότι υπήρχε σοβαρή προσπάθεια από
ορισμένους μουσουλμάνους να δημιουργηθεί ένα ισλαμικό κράτος, στο οποίο θα
εφαρμοζόταν ο ισλαμικός νόμος. Με βάση αυτή την αναφορά, η διάσκεψη εξέδωσε ψήφισμα
σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία, παραπέμποντας στο άρθρο 18 της
Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και σχετικά με το
Υπουργείο Θρησκευτικών Υποθέσεων. Η δεύτερη αυτή διάσκεψη κατέληξε επίσης στο
συμπέρασμα ότι οι χριστιανοί και οι εκκλησίες στην Ινδονησία καλούνται πάντοτε
να κηρύττουν το Ευαγγέλιο προς τις άλλες θρησκείες με την κατανόηση ότι ο
πυρήνας και το μυστικό της ευαγγελικής κηρύξεως είναι η αγάπη προς τον Θεό και
η αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
Παρόμοια ανησυχία εκφράστηκε και στην τρίτη διάσκεψη το 1956. Η διάσκεψη αυτή
κατέληξε σε μια κοινή συνείδηση και ευθύνη να θεωρείται ολόκληρη η χώρα ως ένα
ενιαίο πεδίο ευαγγελισμού. Παρά τις ορισμένες εντάσεις στις διαθρησκειακές
συναντήσεις, ιδίως στις σχέσεις Χριστιανών και Μουσουλμάνων, κατά την περίοδο
της Παλαιάς Τάξης υπήρχε η γενική εντύπωση ότι η σχέση μεταξύ των χριστιανών
και της κυβέρνησης ήταν αρκετά στενή. Ο Soekarno έδειχνε εμπιστοσύνη σε έναν
αριθμό χριστιανών ηγετών στην κυβέρνησή του, αν και δεν εκπροσωπούσαν όλοι το
Parkindo, το χριστιανικό πολιτικό κόμμα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν οι Dr.
Johannes Leimena, Arnold Mononutu, Herling Laoh, H. Johannes και Dr. Ferdinand
L. Tobing. Ο Leimena, εξέχουσα προσωπικότητα του Parkindo, έγινε μάλιστα
δεύτερος Αντιπρωθυπουργός και αρκετές φορές διορίστηκε υπηρεσιακός Πρόεδρος.
Ο
Soekarno συμμετείχε επίσης και εκφώνησε ομιλίες σε αρκετές σημαντικές
εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, όπως στην τρίτη και πέμπτη διάσκεψη του DGI το 1956
και το 1964, στην ιδρυτική διάσκεψη της East Asia Christian Conference στο
Parapat της Βόρειας Σουμάτρας το 1957, καθώς και στον εορτασμό των εκατό ετών
της HKBP στο Tarutung της Βόρειας Σουμάτρας το 1961. Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί
έκπληξη το γεγονός ότι οι χριστιανοί, συμπεριλαμβανομένων και των καθολικών,
υποστήριξαν το 1963 την πρόταση να διοριστεί ο Soekarno πρόεδρος εφ’ όρου ζωής.
Όταν το καθεστώς του Soekarno έληξε και αντικαταστάθηκε από τη Νέα Τάξη του
Soeharto, σε ορισμένους μουσουλμανικούς κύκλους υπήρξε η προσδοκία ότι η θέση
και ο ρόλος τους στην κυβέρνηση θα ενισχύονταν. Ωστόσο, απογοητεύθηκαν όταν
διαπίστωσαν ότι πολλοί χριστιανοί ηγέτες κατέλαβαν θέσεις εμπιστοσύνης στα
κυβερνητικά σχήματα ήδη από την αρχή του καθεστώτος της Νέας Τάξης. Περισσότερο
ακόμη και από τις διάφορες αιτίες που πυροδότησαν μια σειρά ανοικτών
συγκρούσεων από το 1967 και έπειτα, συμπεριλαμβανομένου του αιματηρού Peristiwa
Makassar της 1ης Οκτωβρίου 1967, το γεγονός αυτό ώθησε ορισμένες μουσουλμανικές
ομάδες και ηγέτες να εκφράσουν την απογοήτευσή τους και τις αντιρρήσεις τους
απέναντι στις στρατηγικές των χριστιανών, συμπεριλαμβανομένης της λεγόμενης
«εκχριστιανίσεως» της Ινδονησίας, ήδη λίγο μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της
30ής Σεπτεμβρίου / 1ης Οκτωβρίου 1965.
Η αυξανόμενη ένταση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων, που προκλήθηκε από το
περιστατικό της Makassar και ακολούθησε αυτό, οδήγησε την κυβέρνηση να αναλάβει
την πρωτοβουλία για τη σύγκληση ενός Musyawarah Antar Umat Beragama, δηλαδή
μιας Διαθρησκειακής Διαβούλευσης, στην Τζακάρτα στις 30 Νοεμβρίου 1967.
Παρόμοια διάσκεψη διοργανώθηκε από το Παγκόσμιο Συμβούλιο
Εκκλησιών σε συνεργασία με δύο ερευνητικά ιδρύματα από την Αγγλία το 1976 στο
Chambésy της Ελβετίας, με τη συμμετοχή δύο Ινδονήσιων εκπροσώπων, των H. M.
Rasjidi και Ihromi.
Από την αρχή της εποχής της Νέας Τάξης έως τη λεγόμενη εποχή της Μεταρρύθμισης
πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες, για να μην πούμε χιλιάδες, διαθρησκειακές
διαβουλεύσεις ή φόρουμ διαλόγου, ιδίως μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ.
Παράλληλα, γράφτηκαν αναρίθμητα κείμενα γύρω από αυτό το ζήτημα, ανεξάρτητα από
το τι εννοούσαν κάθε φορά οι συγγραφείς με τον όρο «διάλογος». Ιδρύθηκαν ακόμη
και αρκετοί διαθρησκειακοί θεσμοί με σκοπό τη διαχείριση αυτού του ζητήματος.
Ωστόσο, στην πράξη, οι συγκρούσεις με θρησκευτικές διαστάσεις, ακόμη και οι
ταραχές δεν μειώθηκαν. Γι’ αυτό δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι διατυπώθηκαν ορισμένα κριτικά
ερωτήματα: ποιος είναι τελικά ο σκοπός όλων αυτών των διαβουλεύσεων ή συνεδρίων
διαλόγου; Μήπως αποτελούν σπατάλη χρόνου, πόρων και ενέργειας; Μήπως δεν είναι
παρά ένα προσωπείο ή ένα καμουφλάζ που συγκαλύπτει συγκεκριμένες προθέσεις και
σχέδια των αντίστοιχων πλευρών, οι οποίες συχνά είναι αντίθετες προς όσα
διακηρύσσονται σε τέτοια φόρουμ διαλόγου;
Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι ακτιβιστές και πρωταγωνιστές του διαλόγου
απάντησαν ότι ακριβώς επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν συγκρούσεις,
υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη να συνεχιστούν οι διάλογοι, ώστε να εκφράζονται
οι αντίστοιχες απόψεις, πεποιθήσεις, ταυτότητες και συναισθήματα, αλλά και να
ασκείται αυτοκριτική και εσωτερική ανασκόπηση. Παρ’ όλα αυτά, αναγνωρίστηκε ότι
πολλοί από αυτούς τους διαλόγους ξεκίνησαν και χρηματοδοτήθηκαν από την
κυβέρνηση και ότι υπήρχε πίσω τους μια πολιτική ατζέντα, γεγονός που καθιστούσε
δύσκολη την επίτευξη ενός γνήσιου και αυθεντικού διαλόγου.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση και υπό αυτές τις συνθήκες, το DGI/PGI, μέσω του
τμήματος έρευνας και μελετών του, του Lembaga Penelitian dan Studi, που
αργότερα μετονομάστηκε σε Badan Penelitian dan Pengembangan (Balitbang),
διοργάνωσε από το 1981 και εξής μια σειρά από Seminar Agama, δηλαδή
Σεμινάρια για τις Θρησκείες, τα οποία στην ουσία αποτέλεσαν φόρουμ
διαθρησκειακού διαλόγου. Πέρα από την πρόσκληση συμμετεχόντων και εισηγητών από
όλες τις «επίσημες» θρησκείες, τα σεμινάρια αυτά είχαν ως στόχο να εξοπλίσουν
και να εκπαιδεύσουν φοιτητές από διάφορες θεολογικές σχολές, ιδίως μέλη της
Persetia, σε διαθρησκειακές γνώσεις και σε δεξιότητες διαλόγου. Κάθε σεμινάριο
πραγματοποιήθηκε με ένα συγκεκριμένο θεματικό άξονα, όπως «Επισκόπηση του Ισλάμ
από διάφορες οπτικές» το 1981, «Η ανάπτυξη του ισλαμικού κινήματος και της
ισλαμικής σκέψης στην Ινδονησία» το 1982, «Θρησκεία και εκσυγχρονισμός» το
1985, «Ηθική και δεοντολογία στην οικοδόμηση του έθνους» το 1987, «Περιβάλλον
και εθνική ανάπτυξη» το 1988, «Πνευματικότητα στη σύγχρονη κοινωνία» το 1989,
«Θρησκεία και οικονομική ανάπτυξη» το 1991, «Πλουραλισμός και δημοκρατία» το
1992, «Οι θρησκείες και η πολιτισμική πρόκληση» το 1994, «Οι θρησκείες μπροστά
στην τρίτη χιλιετία» το 1996 και «Θρησκείες, βία και ειρήνη στην εποχή της
Μεταρρύθμισης» το 1999.
Κλείνοντας την αποτίμησή του για τα σεμινάρια που πραγματοποιήθηκαν κατά την
περίοδο 1981–1999, ο Djaka Soetapa καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, μέσα από αυτά
τα σεμινάρια, αναδείχθηκε πως οι θρησκείες έχουν κοινή ατζέντα και κοινές
ανησυχίες, οι οποίες θεμελιώνονται στην ανθρωπινότητα και διαθέτουν θεϊκή
διάσταση. Όλες οι θρησκείες έχουν την επιθυμία να διαχειριστούν αυτές τις
ατζέντες και ανησυχίες και, συνεπώς, όταν εκδηλώνονται συγκρούσεις με
θρησκευτική διάσταση, οι ίδιες οι θρησκείες διαψεύδουν και απογοητεύουν την
ίδια τους την κλήση. Παρότι αυτή η σειρά σεμιναρίων δεν έχει ακόμη καταδείξει
με σαφήνεια την ουσιαστική της συμβολή στην προώθηση μεγαλύτερης αρμονίας και
αμοιβαίας κατανόησης, το PGI και τα μέλη του επιμένουν να αποδέχονται το
μερίδιο της ευθύνης τους στην οικοδόμηση και την ενίσχυση μιας πιο ευνοϊκής και
υγιούς διαθρησκειακής σχέσης.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
H Οικουμενική Κίνηση στην Ινδονησία (1ο μέρος)
H Οικουμενική Κίνηση στην Ινδονησία (2ο μέρος)
H Οικουμενική Κίνηση στην Ινδονησία (3ο μέρος)
''ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ'' ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (Π.Σ.Ε.)



0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου