Ανέγνωσα άρθρο (εδώ) ὑπὸ τὸν τίτλο: «Οφειλόμενη απάντηση στο ιστολόγιο "ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ"».
Νομίζω όμως ότι ο τίτλος δεν αποδίδει το πραγματικό περιεχόμενο, διότι ουδέποτε ζήτησα από τον αρθρογράφο να απολογηθεί ούτε θεώρησα ότι μου «οφείλει» κάποια απάντηση. Απλώς σχολίασα τα ίδια τα γραφόμενά του και κυρίως μία προφανή αντίφαση που περιείχε το άρθρο του.
Ο ίδιος βεβαίως θεωρεί ότι παραπλανώ τους αναγνώστες και ότι έσπευσε να τους διαφωτίσει ώστε να μη δημιουργηθεί σύγχυση. Η εισαγωγή αυτή μου θύμισε μία παλαιότερη γνωστή περίπτωση αποτειχισμένου, του οποίου κύριο μέλημα δεν ήταν τόσο η ουσία των επιχειρημάτων όσο οι... «αναγνώστες» του. Ας αφήσουμε όμως τις αναμνήσεις και ας δούμε αν πράγματι δημιουργήσαμε σύγχυση ή αν τελικώς ο ίδιος απάντησε σε πράγματα που ουδέποτε γράψαμε.
Θα ξεκινήσω από το τέλος του άρθρου του, διότι εκεί βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του.
Γράφει χαρακτηριστικά:
«Η αναφορά σε Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας είναι ανακριβής. Υπάρχει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI), η Ορθοδοξία της οποίας αποδεικνύεται από την πορεία και το έργο της και όχι από την ένταξή της στη Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Καλλινίκου.»
Διαβάζοντάς το κανείς σχηματίζει την εντύπωση ότι η Εκκλησία της Ινδονησίας εμφανίσθηκε κάπως... αυτομάτως, ουρανοκατέβατη! Σαν να μην έχει ιστορική αφετηρία. Σαν ο π. Δανιήλ να χειροτονήθηκε μόνος του. Σαν να απέκτησε μόνος του Αποστολική Διαδοχή. Σαν να χειροτονεί μόνος του κληρικούς. Σαν να μην υπάρχει συγκεκριμένη εκκλησιαστική υπαγωγή.
Με την ίδια ακριβώς λογική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυρισθεί ότι ούτε οι παλαιοημερολογίτες υπήρξαν ποτέ Γ.Ο.Χ., επειδή η Ορθοδοξία τους αποδεικνυόταν από το έργο τους και όχι από την υπαγωγή τους. Ή ακόμη, μετά τις χειροτονίες της Ρωσικής Διασποράς, να ισχυρισθεί ότι πάλι δεν ήταν Γ.Ο.Χ., αλλά απλώς «Ορθόδοξοι», επειδή αυτό αποδεικνυόταν από την πορεία τους.
Εάν αυτή είναι η λογική του αρθρογράφου, τότε ομολογουμένως τιμά ιδιαιτέρως και τους ίδιους τους Γ.Ο.Χ., έστω και αν δεν το αντιλαμβάνεται.
Το θέμα όμως δεν είναι ούτε τι πιστεύει ο αρθρογράφος ούτε τι πιστεύω εγώ αλλά το τι δηλώνουν οι ίδιοι.
Στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ινδονησίας αναγράφεται αυτολεξεί:
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) αποτελεί σήμερα μέρος της κανονικής επικράτειας της Μητροπόλεως Σίδνεϋ και Ωκεανίας της Γνησίας Ελληνορθοδόξου Εκκλησίας (GGOC), υπό το ωμοφόριο του Μητροπολίτου Καλλινίκου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος.»
Στον δε επίσημο κατάλογο του ιερού Κλήρου αναγράφονται κανονικά ο Αρχιεπίσκοπος κ. Καλλίνικος, καθώς και ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Φώτιος και μάλιστα με τις φωτογραφίες τους.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι τι θα ήθελε να ισχύει ο αρθρογράφος ούτε πώς επιθυμεί να παρουσιάσει τα πράγματα αλλά το τι δηλώνει η ίδια η Εκκλησία της Ινδονησίας και η ίδια δηλώνει ξεκάθαρα την εκκλησιαστική της υπαγωγή είτε του αρέσει είτε όχι.
Στη συνέχεια ο αρθρογράφος αφιερώνει αρκετές παραγράφους για να μας πληροφορήσει πόσα χρόνια παρακολουθεί την Εκκλησία της Ινδονησίας, πόσα άρθρα έχει γράψει, τι γνωρίζει ο ίδιος και τι δήθεν δεν γνωρίζουν οι υπόλοιποι. Ομολογώ ότι όλα αυτά είναι εντελώς αδιάφορα για την παρούσα συζήτηση. Η αλήθεια ενός επιχειρήματος δεν εξαρτάται από τα χρόνια ενασχόλησης εκείνου που το προβάλλει ούτε από τον αριθμό των άρθρων που έχει συγγράψει, διαφορετικά, θα έπρεπε όλοι να αποδεχόμαστε αυτομάτως οποιονδήποτε γράφει επί είκοσι ή τριάντα χρόνια για ένα θέμα. Αυτό δεν είναι επιχείρημα αλλά επίκληση στην αυθεντία του εαυτού του και δεν πείθει κανέναν.
Στη συνέχεια ο αρθρογράφος μάς κατηγορεί ότι δήθεν αποσιωπούμε τα άρθρα του και την πολυετή ενασχόλησή του με την Εκκλησία της Ινδονησίας.
Γράφει χαρακτηριστικά:
«Ο κ. Παπαρήγας, αντί να παρουσιάσει την πλήρη εικόνα, επιλέγει να αποσιωπήσει τα σχετικά μου άρθρα...»
Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να κατανοήσω τι ακριβώς ζητά. Θα έπρεπε δηλαδή κάθε φορά που σχολιάζουμε ένα συγκεκριμένο άρθρο του, να ανατρέχουμε και να απαντούμε σε δεκάδες ακόμη άρθρα που έχει συγγράψει επί σειρά ετών; Με την ίδια λογική, θα μπορούσα και εγώ να απαιτήσω από οποιονδήποτε σχολιάζει ένα δικό μου άρθρο να απαντήσει προηγουμένως σε όλα όσα έχω δημοσιεύσει τα τελευταία δέκα ή δεκαπέντε χρόνια και εάν δεν το πράξει, να τον κατηγορήσω ότι κάνει «επιλεκτική παρουσίαση στην υπηρεσία προκαθορισμένης ατζέντας». Αυτό ασφαλώς δεν αποτελεί σοβαρή επιχειρηματολογία. Εκτός όμως αυτού, ο αρθρογράφος λησμονεί — ή ίσως επιλέγει να λησμονεί — ότι επί αρκετό χρονικό διάστημα δημοσίευα κανονικά τα σχόλιά του στο ιστολόγιό μου και απαντούσα αναλυτικά στις θέσεις του. Η διακοπή δεν έγινε επειδή δεν υπήρχαν απαντήσεις, αλλά επειδή παρατηρήθηκε το ίδιο ακριβώς φαινόμενο που έχουμε και σήμερα. Τα ίδια επιχειρήματα επανέρχονταν συνεχώς, οι ίδιες θέσεις ανακυκλώνονταν και, το κυριότερο, πολλές φορές οι ίδιες οι νεότερες δημοσιεύσεις του αναιρούσαν τις προηγούμενες. Κάποια στιγμή ένας διάλογος παύει να είναι διάλογος όταν μετατρέπεται σε αέναη επανάληψη.
Στη συνέχεια, εισάγει ένα εντελώς νέο «κριτήριο Ορθοδοξίας».
Γράφει:
«Ας τεθεί, λοιπόν, ένα απλό και μετρήσιμο ερώτημα: πόσους Προτεστάντες και Μωαμεθανούς βάφτισαν Ορθοδόξους τα τελευταία είκοσι χρόνια οι Γ.Ο.Χ. Ελλάδος;»
Ομολογώ ότι δεν γνώριζα πως η Ορθοδοξία αποδεικνύεται πλέον με στατιστικές! Εάν αυτό αποτελεί πράγματι κριτήριο, τότε ο αρθρογράφος οφείλει να είναι συνεπής μέχρι τέλους και να προσχωρήσει στην επίσημη Εκκλησία, η οποία αριθμητικά βαπτίζει ασυγκρίτως περισσότερους ανθρώπους από οποιαδήποτε άλλη αντιοικουμενιστική ομάδα. Άραγε αυτό αποδεικνύει ότι βρίσκεται στην αλήθεια; Ασφαλώς όχι. Η Ορθοδοξία ουδέποτε μετρήθηκε με αριθμούς, ούτε η αλήθεια της Εκκλησίας εξαρτήθηκε ποτέ από το πλήθος των βαπτίσεων, των πιστών ή των ναών. Εάν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε όλες οι αιρέσεις που κατά καιρούς αριθμούσαν εκατομμύρια οπαδούς θα έπρεπε να θεωρούνται δικαιωμένες.
Ακολουθεί μία ακόμη παράδοξη εξέλιξη.
Αφού πρώτα επιχειρεί να πείσει ότι αποσιωπούμε δήθεν το έργο της Εκκλησίας της Ινδονησίας, αφιερώνει αρκετές ακόμη παραγράφους για να υπερασπισθεί την ιεραποστολή της. Ειλικρινά όμως δεν αντιλαμβάνομαι ποιο ακριβώς σημείο προσπαθεί να αντικρούσει. Ποιος αμφισβήτησε το ιεραποστολικό έργο της και ποιος έγραψε ότι δεν βαπτίζονται άνθρωποι αλλά και ποιος αρνήθηκε ότι υπάρχει αξιόλογη δράση; Επομένως, πολεμά μία θέση που ουδέποτε διατυπώθηκε εκ μέρους μου. Όταν κάποιος απαντά σε επιχειρήματα που το ιστολόγιό μου δεν προέβαλε, τότε στην πραγματικότητα δεν απαντά στον συνομιλητή του· απαντά σε έναν αντίπαλο που κατασκεύασε ο ίδιος!
Ας έρθω όμως τώρα στην αρχή του άρθρου, εκεί όπου, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και η μεγαλύτερη και πάλι αντίφασή του.
Ο ίδιος γράφει:
«Ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων, για λόγους που δεν είναι του παρόντος.»
Η φράση αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ολόκληρου του άρθρου διότι ο ίδιος αφιέρωσε δεκάδες παραγράφους για να αποδείξει ότι η μόνη συνεπής, ρεαλιστική και έντιμη λύση είναι η ένταξη στη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου. Και όμως... την ίδια στιγμή πληροφορεί τον αναγνώστη ότι ο ίδιος δεν βρίσκεται εκεί. Δεν εφαρμόζει δηλαδή αυτά ακριβώς που προτείνει στους άλλους και όταν προσπαθεί να εξηγήσει γιατί, η απάντηση είναι: «Δεν είναι του παρόντος.» Δυστυχώς όμως αυτό δεν αποτελεί απάντηση, αποτελεί υπεκφυγή διότι όταν κάποιος χαρακτηρίζει μία συγκεκριμένη πορεία ως τη μοναδική συνεπή και έντιμη λύση, οφείλει πρωτίστως να την έχει ακολουθήσει ο ίδιος διαφορετικά συμβουλεύει τους άλλους να πράξουν εκείνο που ο ίδιος αποφεύγει και αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας.
Στη συνέχεια όμως η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ο ίδιος είχε γράψει στο προηγούμενο άρθρο του:
«Αν οι αποτειχισμένοι ιερείς δεν έχουν δικό τους επίσκοπο, για να χειροτονεί νέους ιερείς, η κίνησή τους είναι καταδικασμένη να σβήσει βιολογικά με τον θάνατο των σημερινών ιερέων. Συνεπώς, η θέση τους "είμαστε μέσα στην Εκκλησία, αλλά δεν κοινωνούμε με τους επισκόπους της" φαντάζει εκκλησιολογικά μετέωρη.»
Αυτό δεν το γράψαμε εμείς το έγραψε ο ίδιος. Επομένως, με βάση τη δική του λογική, όσο ο ίδιος δεν ανήκει σε καμία εκκλησιαστική δομή, όσο δεν εφαρμόζει ο ίδιος τη «μοναδική συνεπή λύση» που προτείνει στους άλλους, βρίσκεται ακριβώς στην κατάσταση που περιγράφει, δηλαδή σε μία εκκλησιολογικά μετέωρη κατάσταση. Δεν τον χαρακτηρίζουμε εμείς έτσι, ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται μέσα από το ίδιο του το σκεπτικό. Εάν λοιπόν η αποτείχιση χωρίς επίσκοπο έχει «ημερομηνία λήξεως», όπως έγραψε, τότε η δική του θέση έχει ακριβώς την ίδια ημερομηνία λήξεως. Εάν μία τέτοια κατάσταση είναι «εκκλησιολογικά μετέωρη», τότε αυτό ισχύει πρωτίστως για τον ίδιο και εάν η μόνη λύση είναι η ένταξη στη Σύνοδο του Σεβ. Αρτεμίου, τότε η πρώτη υποχρέωση ανήκει στον ίδιο και όχι στους άλλους. Δυστυχώς, όσα απαιτεί από τους άλλους, δεν τα εφαρμόζει στον εαυτό του.
Ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί μία άλλη θέση του.
Γράφει:
«Η άποψη για το αν μια απλή διαμαρτυρία μπορεί να συγκινήσει ή να μεταστρέψει μια ιεραρχία... αγγίζει τα όρια του ρεαλισμού. Ιστορικά, καμία διοικούσα Εκκλησία δεν υποχώρησε ή δεν άλλαξε γραμμή επειδή μια μικρή ομάδα ιερέων και λαϊκών σταμάτησε το μνημόσυνο.»
Εφόσον λοιπόν ο ίδιος θεωρεί ότι ιστορικά κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί, γεννούνται αναπόφευκτα ερωτήματα. Ποιος είναι ο σκοπός της συνεχούς αρθρογραφίας του; Ποιος είναι ο σκοπός των συνεχών αντιοικουμενιστικών αναλύσεων; Ποιος είναι ο σκοπός των παρεμβάσεων, των σχολίων και των δημοσιεύσεων; Εφόσον ο ίδιος διακηρύσσει ότι μία τέτοια διαμαρτυρία δεν πρόκειται ποτέ να επιφέρει αλλαγή, τότε ο ίδιος αναιρεί την ίδια τη δραστηριότητά του διότι και η δική του αρθρογραφία μία μορφή διαμαρτυρίας αποτελεί και μάλιστα πολύ μικρότερη από τη διακοπή μνημοσύνου που ο ίδιος χαρακτηρίζει ιστορικά αναποτελεσματική. Με άλλα λόγια, καταλήγει να ακυρώνει το ίδιο το έργο που ο ίδιος επιτελεί.
Στη συνέχεια γράφει:
«Η προσπάθεια του π. Θεοδώρου να ισορροπήσει στη μέση... στερείται πρακτικής βιωσιμότητας και ιστορικού προηγουμένου.»
Δεν θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε. Αντιθέτως συμφωνούμε απολύτως! Το πρόβλημα όμως είναι άλλο. Αυτά δεν τα γράφει ένας άνθρωπος που έχει ήδη επιλέξει τη λύση που προτείνει, τα γράφει ένας άνθρωπος ο οποίος λίγες γραμμές νωρίτερα δήλωσε ότι δεν ανήκει πουθενά. Έτσι, το επιχείρημα στρέφεται εναντίον του ίδιου. Εκ του στόματός του κρίνεται. Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε απολύτως τίποτε.
Συνεχίζει ακόμη πιο απόλυτα:
«Μια αποτείχιση που παραμένει "μετέωρη" (χωρίς επίσκοπο) έχει ημερομηνία λήξεως.»
''Συ είπας'' και δεν έχουμε να προσθέσουμε ούτε μία λέξη.
Και λίγο παρακάτω:
«Από καθαρά πρακτική και δομική άποψη, η ένταξη στη Σύνοδο του Αρτεμίου... θα ήταν η μόνη συνεπής διέξοδος...»
Λίγες παραγράφους αργότερα:
«Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια.»
Εδώ πλέον τερματίζει η εικόνα. Ο ίδιος διακηρύσσει ότι μόνο μία πορεία ευθυγραμμίζει τις πράξεις με τα λόγια και ο ίδιος ομολογεί ότι δεν την ακολουθεί. Τι μεγαλύτερη απόδειξη χρειάζεται; Τι περισσότερο μπορεί να σχολιάσει κανείς; Ο ίδιος περιγράφει το μέτρο της συνέπειας και ο ίδιος δεν το εφαρμόζει. Γι' αυτό και πραγματικά πιστεύω ότι ο αρχικός τίτλος του άρθρου του είναι λανθασμένος. Δεν πρόκειται για «οφειλόμενη απάντηση» προς εμένα. Πρόκειται για ένα άρθρο το οποίο, σχεδόν σε κάθε ενότητα, απαντά στον ίδιο του τον εαυτό και πολλές φορές, η πιο δύσκολη αντίφαση δεν είναι εκείνη που επισημαίνουν οι άλλοι αλλά είναι εκείνη που αποκαλύπτουν τα ίδια μας τα λόγια.
Υ.Γ. Δεν πρόκειται να επανέλθω για τους παραπάνω λόγους που ήδη εξήγησα.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Περί των «λαθών» των παλαιοημερολογιτών και των «μη λαθών» των αποτειχισμένων.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου