Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Μνήμη τῆς ἁγίας παρθενομάρτυρος ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ, τῆς Ρωμαίας.

 

Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Παρασκευή γεννήθηκε σε χωριὸ κοντὰ στὴν Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138) ἀπὸ γονεῖς χριστιανούς, τὸν Ἀγάθωνα καὶ τὴν Πολιτεία, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσαν χρόνια τὸν Κύριο νὰ τοὺς δώσει τέκνο. Ὁ Θεός, ποὺ ἱκανοποιεῖ πάντα τὴν ἐπιθυμία τῶν φοβουμένων Αὐτόν, τοὺς χάρισε μια θυγατέρα, τὴν ὁποία ὀνόμασαν Παρασκευὴ λόγῳ τῆς ἡμέρας τῆς γεννήσεώς της καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ ζωοποιό Πάθος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πιο τρυφερὴ ἡλικία της ἀφιερώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὰ θεάρεστα έργα. Δὲν ἔνιωθε καμμία ἕλξη γιὰ τὰ θορυβώδη παιχνίδια τῆς ἡλικίας της, ἀλλὰ περνοῦσε τὸν καιρό της εἴτε στὴν ἐκκλησία, παρακολουθώντας τις ἱερὲς Ἀκολουθίες, εἴτε στὸ σπίτι, καταγινόμενη στην μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχή. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, ἐνῶ ἦταν δώδεκα ἐτῶν[1], διεμοίρασε τὰ μεγάλα πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ κατόπιν ἀποσύρθηκε σὲ μονή, ὅπου ἐνεδύθη τὸ μοναχικό Σχῆμα. Ἀφοῦ πέρασε κάποιο διάστημα με πλήρη υποταγὴ στὴν ἡγουμένη της, διψώντας νὰ κάνει καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κοινωνοὺς τοῦ θησαυροῦ τῆς Πίστεως, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὰ χωριὰ καὶ στὴν ὕπαιθρο. Εφερε σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν, προκαλώντας τὸν φθόνο καὶ τὸ μίσος τῶν Ἑβραίων, ποὺ τὴν κατήγγειλαν στὸν βασιλέα τῆς περιοχῆς στὴν ὁποία βρισκόταν[2]. Ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ συλλάβουν τὴν εὐγενῆ χριστιανὴ καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὅταν τὴν εἶδε, ἔμεινε ἔκθαμβος μπροστὰ στὸ κάλλος της, κατόπιν δὲ προσπάθησε νὰ τὴν προσελκύσει μὲ κολακεῖες λέγοντας: «Ἂν πεισθεῖς στὰ λόγια μου καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, θὰ λάβεις πολλὰ ἀγαθά· ἂν ὅμως ἐπιμείνεις, νὰ ξέρεις ὅτι θὰ ὑποστεῖς τρομερά βασανιστήρια». Ἡ τρυφερὴ κόρη τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα: «Ποτέ δεν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶ τὸν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ κανένα μαρτύριο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη του. Γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ εἶπε: Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ ̓ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς (Ἰω. 8, 12). Ὅσο γιὰ τοὺς θεούς σας, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ τούτου (Ιερ. 10, 11)». Ξεχείλισε τότε ἡ ὀργὴ τοῦ ἡγεμόνα καὶ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς στρατιῶτες νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τῆς ἁγίας πυρακτωμένη περικεφαλαία. Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ὅμως, λουσμένη στὴν θεϊκὴ δρόσο, ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐν τῇ καμίνῳ, δὲν ἔνιωσε κανέναν πόνο. Ἀφοῦ ξερίζωσαν τὰ στήθη της, τὴν ἔριξαν στὴν φυλακὴ μὲ μία ασήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος, ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐπεφάνη μέσα σὲ μεγάλο σεισμὸ καὶ ἐθεράπευσε τὴν ἁγία κόρη. Μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτό, ἑβδομήντα στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς ἐπίστευσαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀμέσως ἐκτελέσθηκαν μὲ ἐντολὴ τοῦ τυράννου, ὁ ὁποῖος κάλεσε ἐκ νέου τὴν Παρασκευὴ ἐνώπιόν του. Ὅταν ἐκείνη ἐπανέλαβε τὴν φλογερή ὁμολογία της, έκαυσαν καζάνι γεμάτο λάδι καὶ πίσσα καὶ τὴν ἔβαλαν μέσα. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ ἀκόμη, καθὼς τὸ σῶμα της εἶχε λάβει μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἁγνεία τὸν ἀρραβώνα τῆς μελλούσης ἀφθαρσίας, ἡ ἁγία παρέμεινε ἀβλαβής. Θεωρώντας πως τὸ μεῖγμα δὲν ἦταν ἀρκετὰ καυτό, ο τύραννος πλησίασε καὶ τυφλώθηκε ἀπὸ τὴν πύρα[3]. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ πόνου ἦλθε σὲ ἐπίγνωση τοῦ ἁμαρτήματός του καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Λυπήσου με, δούλη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καὶ δῶσε μου πίσω τὸ φῶς μου κι ἐγὼ θὰ πιστέψω στὸν Θεὸ ποὺ κηρύττεις». Μὲ τὴν προσευχὴ τῆς ἁγίας, ὄχι μόνο ξαναβρῆκε τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, ἀλλὰ ἔλαβε καὶ τὸ φῶς τῆς Πίστεως καί, κατόπιν αιτήματός του, βαπτίσθηκε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς σωματοφύλακές του.
Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἀφέθηκε ελεύθερη γιὰ νὰ συνεχίσει τὴν ἀποστολή της. Βρισκόταν σὲ πόλη ποὺ διοικοῦσε κάποιος Ἀσκληπιὸς καὶ κήρυττε ἐκεῖ τὸν Χριστό, ὅταν συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο. Ὁ Ἀσκληπιὸς τῆς ζήτησε νὰ δηλώσει την ταυτότητά της καὶ ἡ ἁγία σφράγισε τὸν ἑαυτό της μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ δήλωσε ὅτι ἦταν δούλη τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, προσφέρθηκε στον Σταυρὸ καὶ στὸν θάνατο γιὰ τὴν Σωτηρία μας καὶ θὰ ἐπιστρέψει ἐν δόξῃ νὰ κρίνει ζώντας καὶ νεκρούς. Ὁ τύραννος πρόσταξε νὰ ραβδισθεῖ, ἀλλὰ ἡ ἁγία συνέχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὸν οὐρανό, ἐνῶ ὅταν ὁ Ἀσκληπιὸς διέκοψε τους δήμιους γιὰ νὰ τῆς προτείνει νὰ θυσιάσει τὸν ἔφτυσε περιφρονητικὰ στὸ πρόσωπο. Ἔξαλλος ἐκεῖνος διέταξε νὰ μαστιγωθεῖ μέχρις ὀστέων. Μετὰ ἀπὸ μία νύκτα ὅμως ποὺ πέρασε στὸ κελλί της, οἱ στρατιῶτες τὴν βρῆκαν τὸ πρωὶ σώα καὶ ἀβλαβῆ. Ἡ Παρασκευὴ ζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ μεταβεῖ στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ὅλοι οἱ ἐθνικοὶ χάρηκαν πιστεύοντας ὅτι θὰ θυσίαζε. Ἀφοῦ προσευχήθηκε ἐπί μακρόν, ἡ ἁγία ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὰ εἴδωλα γκρεμίσθηκαν μὲ μεγάλο πάταγο κάνοντας τὸν λαὸ νὰ ἀναφωνήσει: «Μέγας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν». Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων μαινόμενοι ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ νὰ τελειώνει μαζί της καὶ ἔριξαν τὴν Παρασκευή σὲ λάκκο, ὅπου θανάτωσε μὲ τὴν προσευχή της τον δράκο καὶ τὰ ἑρπετὰ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ μέσα.
Βλέποντας ὅτι ὅλα τὰ μέσα ἀπέβαιναν ἄκαρπα, ὁ Ἀσκληπιὸς ἔστειλε τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ σὲ ἄλλο βασίλειο, ποὺ τὸ κυβερνοῦσε ὁ σκληρὸς Ταράσιος[4]. Στὸν τόπο ἐκεῖνο θεράπευσε, ἐπικαλούμενη τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ τῆς ἔφεραν, ἀλλὰ ὅταν ὁ βασιλέας τὸ πληροφορήθηκε, πρόσταξε νὰ τὴν ὁδηγήσουν στο δικαστήριο και, κατηγορώντας την ὅτι ἔκανε μάγια, διέταξε νὰ τὴν ρίξουν σὲ δυσώδη λάκκο με δηλητηριώδη ζῶα. Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ὁ κόπρος αὐτὸς ὁμοιώθηκε μὲ εὐωδιαστὸ ἀνοιξιάτικο λιβάδι καὶ ὑπὸ τὴν προστασία ἀγγέλου ἡ ἁγία ἐξῆλθε ἀβλαβὴς ἀπὸ ὅλα τὰ βασανιστήρια στὰ ὁποῖα τὴν ὑπέβαλαν. Ἀνίκανος πλέον νὰ συγκρατήσει τὸ μένος του, ὁ βασιλέας διέταξε τοὺς δήμιους νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν. Πέφτοντας στα γόνατα, ἡ Παρασκευὴ προσευχήθηκε με δάκρυα, ἐμπιστευόμενη την γενναία ψυχή της στον Χριστό, τὸν Νυμφίο της, ζητώντας του νὰ συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες ἐκείνων ποὺ θὰ τιμοῦσαν τὴν μνήμη της. Ὅταν τὸ κεφάλι της ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὸ ξίφος, ἀκούστηκε οὐράνια φωνὴ ποὺ τὴν καλωσόριζε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὴν ἔλευση τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγγείλει μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα της. Ἔκτοτε τὰ διεσπαρμένα σὲ ἱεροὺς ναοὺς τεμάχια ἀπὸ τὰ τίμια λείψανά της δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐπιτελοῦν πλῆθος ἰάσεων, ἰδιαιτέρως σὲ ὅσους πάσχουν ἀπὸ παθήσεις τῶν ματιῶν.

 


[1] Κατ ̓ ἄλλους εἴκοσι ἐτῶν.

[2] Σύμφωνα με τις νεώτερες ἐκδοχὲς τοῦ Μαρτυρίου, στον νέο αὐτοκράτορα Αντωνίνο τὸν Εὐσεβῆ (περὶ τὸ 140).

[3] Κατὰ τὶς νεώτερες εκδοχές, τυφλώνεται ἀπὸ τὸ μεῖγμα λαδιοῦ καὶ πίσσας ποὺ τοῦ ρίχνει ἡ Παρασκευή.

[4]  Στις νεώτερες εκδοχές, ὁ Ἀσκληπιὸς μεταστρέφεται καὶ ἡ ἁγία συνεχίζει ἀπὸ μόνη της τὴν ἀποστολή της στο βασίλειο τοῦ Ταρασίου.



 

ΠΗΓΗ: ''ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ'', ΤΟΜ. 11ος, Αθήναι 2008

Η σχέση ζώντων και κεκοιμημένων. (7ο μέρος)

 

Ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες η Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τελοῦσε μιά ἀκολουθία ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων ὄχι μόνο κατά τη διάρκεια τῆς ταφῆς αὐτῶν, ἀλλά καί κατά την 3η, τήν 9η καί τήν 40η ἡμέρα, καθώς καί τά τρίμηνα, τά ἑξάμηνα καί τά ἐννεάμηνα ἀπό τόν θάνατό τους, ἀλλά καί κάθε ἔτος τήν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου αὐτῶν[1].
Σε αυτά πρέπει να προστεθεί καί ἡ δυνατότητα πού ἔχει κάθε οικογένεια να τελεῖ μνημόσυνο κατά το δοκοῦν, τό ὁποῖο ὀνομάζεται καί «παννυχίδα», καθώς καί τά «κόλλυβα», που τελοῦνται στο τέλος τῆς λειτουργίας μετά από αἴτημα τῶν οἰκογενειῶν γιά τήν μνημόνευση τῶν τεθνεώτων τους ἤ ἀκόμη καί τίς ἡμέρες πού εἶναι ἀφιερωμένες ἀπό τήν Ἐκκλησία στους κεκοιμημένους. Τα κόλλυβα εὐλογοῦνται ἀπό ἱερέα εἰς μνήμην ἑνός, περισσοτέρων ἤ καί ὅλων τῶν τεθνεώτων, τοποθετοῦνταν κάποτε δίπλα από τούς τάφους γιά τούς πτωχούς καί τούς ἱερεῖς, ἀλλά στίς ἡμέρες μας καταναλίσκονται ἀπό τό ποίμνιο στο τέλος τῆς λειτουργίας, μέ τρόπο πού συμβολίζει πάντοτε το μοίρασμα, ὑπό τήν πνευματική ἔννοια τῆς ἀλληλεγγύης τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μέ τίς ὑπέρ κεκοιμημένων προσευχές και την συμπαράσταση πρός τίς οἰκογένειές τους[2].
Το Σάββατο κάθε ἑβδομάδος, ὡς ἡμέρα ἀναπαύσεως, εἶναι ἀφιερωμένο στους κεκοιμημένους, με ειδικές προσευχές προς αὐτοὺς σε διάφορες ἀκολουθίες". Επιπλέον, πολλές ημέρες του λειτουργικοῦ ἔτους εἶναι ἀφιερωμένες στην μνήμη τῶν κεκοιμημένων: το Σάββατο που προηγείται της Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, τα Σάββατα της 3η καί τῆς 4η Εβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Τρίτη τῆς Ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ (πού ἀκολουθεῖ τήν β ́ Κυριακή του Πάσχα), το Σάββατο πρό τῆς Πεντηκοστῆς, τό ἐπονομαζόμενο και «Ψυχοσάββατον» και το Σάββατο πρό τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου (21 Οκτωβρίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο, 3 Νοεμβρίου σύμφωνα μέ τό Ἰουλιανό).
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη θεία Εὐχαριστία. Ορισμένοι μάλιστα Πατέρες συνιστοῦν νά ἀφιερώνεται ἡ θεία Εὐχαριστία ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων[3].
Ἡ λειτουργία τοῦ Αγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία τελεῖται στὶς ἡμέρες μας, ἀλλά καί αὐτή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ ὁποία τελείται συγκεκριμένες ημέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ὅπως ὁρίζει το Τυπικό, ειδικά μάλιστα κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, περιλαμβάνουν πολλές ευχές ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων. Πρὸ τῆς δεήσεως ὑπέρ τῶν κατηχουμένων τελεῖται ἡ «εκτενής δέησις» (ἢ λιτανεία) για τους κεκοιμημένους πού οἱ πιστοί ἐζήτησαν να προσευχηθεῖ ὁ ἱερέας καί γιά ὅσους ἐπιθυμεῖ καί ὁ ἴδιος, συνήθως ἐνορίτες ἤ πνευματικά τέκνα[4].

- «Ἔτι δεώμεθα ὑπέρ αναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ τῆς κεκοιμημένου/ης δούλου/ης τοῦ Θεοῦ (τάδε τά ὀνόματα), καί ὑπέρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῶν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιον τε καί ἀκούσιον.

- »Όπως, Κύριος ὁ Θεός τάξῃ τήν ψυχήν αὐτῶν, ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται· τά ἐλέη τοῦ Θεοῦ, τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καί ἄφεσιν τῶν αὐτῶν ἁμαρτιῶν, παρά Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ βασιλεῖ καί Θεῷ ἡμῶν αἰτησώμεθα. - »Ὁ Θεός τῶν πνευμάτων και πάσης σαρκός, ὁ τόν θάνατον καταπατήσας, τόν δέ διάβολον καταργήσας και ζωήν τῷ κόσμῳ σου δωρησάμενος· αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τῶν κεκοιμημένων δούλων, ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη και στεναγμός.

- »Πᾶν ἁμάρτημα τό παρ' αὐτῶν πραχθέν ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἤ διανοίᾳ, ὡς ἀγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρη σον· ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καί οὐχ ἁμαρτήσει· σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις· ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τόν αἰῶνα, καί ὁ νόμος σου ἀλήθεια.

- »Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τῶν μακαρίων καί ἀειμνήστων κτιτόρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης καί ὑπέρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καί τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων».

Στο μέσον τῆς λειτουργίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μετά τήν ἐπίκληση (πού ἀντιστοιχεί μέ τόν καθαγιασμό στην λατινική λειτουργία), ὁ ἱερέας κάνει τήν ἀκόλουθη προσευχή: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην λατρείαν ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστών, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».
Καί ἕπεται ἡ ἀκόλουθη ἐπίκληση τοῦ ἱερέως: «Και μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ ̓ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου (καί μνημονεύει ἐνταῦθα ὀνομαστί ὧν βούλεται τεθνεώτων) καί ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου σου», ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καί στή λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου:
Κατά την προετοιμασία τῆς Προσκομιδῆς ἤ Προθέσεως, στην ἐκτενή δέηση ὁ ἱερέας προσεύχεται «ὑπέρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καί τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων» καί μνημονεύει αἴροντας ἕνα πρόσφορο (στρογγυλό, μικρό κομμάτι ἄρτου, οἱ δύο πλευρές τοῦ ὁποίου συμβολίζουν τις δύο ενωμένες φύσεις τοῦ Χριστοῦ, σε μία ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ μέ τά ἀρκτικόλεξα IC XC ΝΙΚΑ), διά τῆς λόγχης τη ὁποία συμβολίζει αυτή που χρησιμοποίησε ὁ Κεντυρίων για να διαπεράσει την πλευρά τοῦ Χριστοῦ), ένα τριγωνικό μεταλλικό κομμάτι που συμβολίζει την Αγία Τριάδα. Ὁ ἱερέας κάνει το ίδιο στην μνήμη τῶν κεκοιμημένων, ονομαστικά γιά ὅσους ἔχει ζητηθεῖ ἀπό τούς πιστούς καί ἔχουν ἐγγραφεί στα Δίπτυχα τῶν κεκοιμημένων που δίδουν στον ιερέα συνοδεία μικρότερων προσφόρων. Ὅλα τά κομμένα κομμάτια ἄρτου μετά τη θεία Μετάληψη βυθίζονται ἀπό τόν ἱερέα στό ἱερό Δισκοπότηρο διά τῆς ἱκεσίας οἱ ἁμαρτίες τῶν πιστῶν στήν μνήμη τῶν ὁποίων τεμαχίσθηκαν τα κομμάτια ἄρτου να τύχουν ἀφέσεως διά τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί διά τῆς θείας Κοινωνίας.



[1] Βλ. Αποστολικές Διαταγές, Η', 43. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, Λόγος, Ζ ́, 17· ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τοῦ τέλους ἡμῶν καί τῆς ἱερᾶς τάξεως τῆς κηδείας, 371-372, PG 155, 689C, 692A-D.

[2] Σχετικά μέ τό νόημα τῶν κολλύβων βλ. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τοῦ τέλους ἡμῶν, PG 155, 688-692. J. GOAR, Ευχολόγιον sive Rituale Graecorum, Paris 1647, σ. 658-661 GABRIEL SÉVÉROS, Sur les colyves, στο R. SIMON, Fides Ecclesiae orientalis, Paris 1671, σ. 23-30 ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ, Ταμεῖον Ὀρθοδοξίας, Τριπολιτσᾶ 18855 (1780'), σ. 161- 163. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ὁμολογία πίστεως, Βενετία 1819, σ. 8- 50. L. PETIT, «La grande controverse des colybes», Echos d'Orient, 2, 1899, o. 321-331.

[3] 12. Βλ. μεταξύ ἄλλων ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ, Lettres, 1, 2. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑ, Dialogues, IV, 57-60 ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ, Βίος Ἰωάννου Κύπρου, 24 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Βίος Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, 17, PG 114, 484-485 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί του τέλους ἡμῶν, 369. 373. PG 155, 688D et 6934 METROPOLITE GABRIEL DE NOVGOROD ET SAINT PETERSBOURG, Explication de la liturgie, Saint- Pétersbourg 1799, σ. 165. ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ POPOVITCH, Philosophie orthodoxe de la vérité. Dogmatique de l'Eglise orthodoxe, t. 5, σ. 383. Ση μειώνουμε ἐν τούτοις, ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁμιλοῦμε για «προσευχές ὑπέρ κεκοιμημένων» ἤ «μνημόσυνο κεκοιμημένων» μᾶλλον στο γενικότερο πλαίσιο της λειτουργίας παρά σέ μία ἀκολουθία πού ἀφιερώνεται ἀποκλειστικά στους κεκοιμημένους, ἀφοῦ: 1) ὅπως ἀναφέρει καί μία ευχή τῆς θείας Λειτουργίας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ὁ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος» 2) δεν μπορεί νά ὑπάρξει λειτουργία ἀφιερωμένη ἀποκλειστικά στους κεκοιμημένους, ἀφοῦ αὐτοί δέν χωρίζονται ποτέ ἀπό τούς ζῶντες· 3) ἡ λειτουργία δέν μπορεῖ νά θεωρηθεί οὔτε να χρησιμοποιηθεῖ ὡς μέσο.

[4] Αὐτή ἡ ἐκτενής δέηση είναι ταυτόσημη με αυτήν που γίνεται κατά την νεκρώσιμη ακολουθία και γίνεται μόνο ὅταν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται ἐντός τῆς ἑβδομάδας.

 

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

«Διὰ νὰ μὴ περιπλανώνται αἱ σκέψεις σας, πρέπει νὰ εὑρίσκεσθε εἰς συχνὴν παρουσίαν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ σας...» (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

«Διὰ νὰ μὴ περιπλανώνται αἱ σκέψεις σας, πρέπει νὰ εὑρίσκεσθε εἰς συχνὴν παρουσίαν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ σας.
Ὅταν σᾶς ἐπιτίθενται οἱ κακοὶ διαλογισμοί, οφείλετε νὰ ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα του νοός σας ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ ἐκδιώξῃ αὐτούς. Οταν δὲ οἱ διαλογισμοὶ ἐπηρεάζουν τὴν καρδίαν καὶ ὑποβάλλουν εἰς αὐτὴν τὴν θανατηφόρον ἡδονήν, τότε πρέπει νὰ μέμφεσθε (κατηγορῆτε) τὸν ἑαυτόν σας ὡς φιλαμαρτήμονα, καὶ παρακαλέσατε τον Κύριον νὰ σᾶς συγχωρήσῃ δι' αὐτό,
Ἐφ ̓ ὅσον δὲν ἔχουν ἀκόμη νεκρωθῆ ἐντελῶς τὰ πάθη μας, αἱ κακαὶ σκέψεις, αἱ κακαὶ ἐπιθυμίαι, αἱ κινήσεις καὶ προθέσεις τῶν παθῶν τούτων δὲν θὰ παύσουν να ταράττουν ὑμᾶς.
Ελαττώνονται αὗται μόνον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν παθῶν μας. Ρίζα καὶ δύναμις ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ «ἐμπαθές» τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἐδῶ πρέπει να στραφῇ ὅλη ἡ προσοχή μας. Υπάρχει παιδευτικὸν καὶ ἀπαλλακτικὸν μέσον: ἡ ἀδιάλειπτος μνήμη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ πρὸς Αὐτὸν ἀδιάλειπτος προσευχή. Οἱ ̔́Αγιοι τοῦ Θεοῦ ἐγνώριζον νὰ ἀποδιώκουν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ πᾶν ἀποτρόπαιον καὶ νὰ συγκρατοῦν ἑαυτοὺς ἀτρώτους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ καθαρούς. Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν πλευρὰν τοῦ ὅπλου, ἡ δὲ καρδιακή και συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον. Αναγνώσατε περὶ τούτου καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχίου εἰς τὸ περὶ ἐγρηγόρσεως.
Όπως κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ συρρέουν εἰς τὴν ψυχὴν πάντα τὰ τῆς μοχθηρίας πάθη, χωρὶς νὰ ἀφήσουν κἂν θέσιν εἰς κάτι ψυχωφελὲς καὶ καθαρόν, οὕτω καὶ κατὰ τὴν παρουσίαν αὐτῆς, διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἀπο διώκεται πᾶν ἀντίθετον τῆς ψυχῆς.
Εἶναι ἴδιον τῆς νοερᾶς προσευχῆς νά ἀποκαλύπτῃ τὰ πάθη, τὰ κεκρυμμένα καὶ ἀφανῶς βιοῦντα ἐντὸς τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας. Ἡ προσευχὴ αὕτη καὶ τὰ ἀποκαλύπτει καὶ τὰ ἐξαλείφει. Εἶναι ἴδιον τῆς προσευχῆς αὐτῆς νὰ φανερώνῃ τὴν αἰχμαλωσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠχμαλωτίσθη ἀπὸ τὰ πεπτωκότα πονηρά πνεύματα. Ἡ προσευχὴ αὕτη ἀποκαλύπτει τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτὴν καὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ αὐτήν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπορῇ κανείς, ὅταν ἐξανίστανται τὰ πάθη εἰς τὴν πεπτωκυίαν ἡμῶν κατάστασιν ἢ ὅταν διεγείρωνται ὑπὸ τῶν σκοτεινῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Τὰ πάθη δαμάζονται διὰ τῆς προσευχῆς καὶ πρέπει, ὅταν ἐξανίστανται αὐτά, νὰ λαμβάνωμεν τὸ φοβερὸν, διὰ τοὺς δαίμονας, ὅπλον τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἠρέμως να προφέρωμεν εἰς τὴν καρδίαν τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸν» καὶ τότε αὐτὰ θὰ ἠρεμήσουν.
Ενίοτε ἡ ἐξέγερσις τῶν παθῶν καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν ἐχθρικῶν διαλογισμῶν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε μᾶς φέρουν εἰς μέγα ψυχικὸν ἀγῶνα τοῦ ἀοράτου μαρτυρίου. Τότε ὀφείλομεν νὰ προτάξωμεν (προβάλωμεν) τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων διὰ θερμοτέρας ἐπικλήσεως, καὶ ὁπωσδήποτε ἡ νίκη ἡμῶν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία».

  (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

Ο Άγιος Θεοφάνης ξεκινά από κάτι που φαίνεται απλό, αλλά αποτελεί θεμελιώδη αρχή ολόκληρης της πνευματικής ζωής: ο νους δεν πρέπει να μένει ακυβέρνητος.

«Διὰ νὰ μὴ περιπλανώνται αἱ σκέψεις σας, πρέπει νὰ εὑρίσκεσθε εἰς συχνὴν παρουσίαν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ σας».

Δεν προτείνει απλώς να «σκεφτόμαστε τον Θεό» κατά διαστήματα. Μιλά για μια συχνή παρουσία ενώπιον του Θεού, η οποία τοποθετεί τον άνθρωπο σε μια διαρκή εσωτερική αναφορά προς Αυτόν. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι έρχονται κακές σκέψεις. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι ο νους έχει τη δυνατότητα να περιπλανηθεί. Να φύγει από το κέντρο του, να παρασυρθεί από εικόνες, επιθυμίες, φόβους, φαντασίες, αναμνήσεις και λογισμούς, και τελικά να αρχίσει να ζει μέσα σε έναν κόσμο που δημιουργείται και κινείται εσωτερικά χωρίς αναφορά στον Θεό. Γι' αυτό δεν λέει πρώτα «πολεμήστε τις σκέψεις» αλλά στρέψτε τον νου προς τον Θεό. Η πνευματική ζωή δεν παρουσιάζεται εδώ ως μια αδιάκοπη ψυχολογική πάλη με κάθε σκέψη ξεχωριστά. Ο άνθρωπος δεν καλείται να εξετάζει εξαντλητικά κάθε λογισμό που εμφανίζεται μέσα του, αλλά καλείται να έχει στραμμένο το εσωτερικό του βλέμμα προς τον Θεό. Όσο ο νους απομακρύνεται από την παρουσία του Θεού, τόσο γίνεται ευάλωτος στην περιπλάνηση και όσο επιστρέφει στον Θεό, τόσο αποκτά κέντρο και κατεύθυνση.

Στη συνέχεια γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένος:

«Ὅταν σᾶς ἐπιτίθενται οἱ κακοὶ διαλογισμοί, οφείλετε νὰ ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας ἀπὸ αὐτούς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον».

Εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά σημαντική πνευματική αρχή. Δεν μας λέει να καθίσουμε να συζητήσουμε με τον λογισμό, να εξετάσουμε γιατί ήρθε, από πού προήλθε, αν μπορούμε να τον αντικρούσουμε ή αν μπορούμε να τον νικήσουμε με τη δύναμη της σκέψης, αλλά «ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας». Δηλαδή ο νους πρέπει να πάψει να κοιτάζει προς εκεί όπου βρίσκεται ο πειρασμός και να στραφεί προς τον Χριστό. Αυτό μας δείχνει ότι ο λογισμός αποκτά δύναμη όχι απλώς επειδή εμφανίζεται, αλλά επειδή ο άνθρωπος στρέφει την προσοχή του προς αυτόν και αρχίζει να τον φιλοξενεί εσωτερικά. Πλήρη αντιμετώπιση του λογισμού ήδη από την αρχή της πορείας του, γι' αυτό χρησιμοποιεί την εικόνα του βλέμματος του νοός. Το εσωτερικό βλέμμα πρέπει να αποσπασθεί από τον λογισμό και να στραφεί προς τον Κύριο.

«Ὅταν δὲ οἱ διαλογισμοὶ ἐπηρεάζουν τὴν καρδίαν καὶ ὑποβάλλουν εἰς αὐτὴν τὴν θανατηφόρον ἡδονήν...»

Δεν μιλά πλέον μόνο για έναν λογισμό που πέρασε από τον νου, αλλά για λογισμό ο οποίος επηρεάζει την καρδιά και εισάγει μέσα της την «θανατηφόρον ἡδονήν» και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του αποσπάσματος.
Ο λογισμός μπορεί να ξεκινήσει ως μία απλή εσωτερική κίνηση, αλλά όταν ο άνθρωπος αρχίζει να τον δέχεται, να τον απολαμβάνει και να τον τρέφει, τότε η σκέψη παύει να είναι απλώς σκέψη. Αρχίζει να γίνεται εμπαθής κίνηση της καρδιάς. Γι' αυτό ο Άγιος αμέσως οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτομεμψία:

«νὰ μέμφεσθε τὸν ἑαυτόν σας ὡς φιλαμαρτήμονα» και στην παράκληση προς τον Θεό: «παρακαλέσατε τὸν Κύριον νὰ σᾶς συγχωρήσῃ».

Δεν πρόκειται εδώ για μία νοσηρή αυτοκαταδίκη. Η αυτομεμψία του Αγίου είναι αναγνώριση της πραγματικής πνευματικής κατάστασης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν δικαιολογεί το πάθος του, δεν λέει «έτσι είμαι», ούτε μεταφέρει την ευθύνη αποκλειστικά στον λογισμό ή στον διάβολο. Αναγνωρίζει ότι είναι φίλος της αμαρτίας και γι' αυτό χρειάζεται το έλεος του Θεού».

«Ἐφ' ὅσον δὲν ἔχουν ἀκόμη νεκρωθῆ ἐντελῶς τὰ πάθη μας, αἱ κακαὶ σκέψεις, αἱ κακαὶ ἐπιθυμίαι, αἱ κινήσεις καὶ προθέσεις τῶν παθῶν τούτων δὲν θὰ παύσουν νὰ ταράττουν ὑμᾶς».

Οι κακές σκέψεις δεν εμφανίζονται πάντοτε ως κάτι εντελώς ξένο προς τον άνθρωπο. Συνδέονται με την κατάσταση της πτωτικής ανθρώπινης φύσεως και με πάθη που δεν έχουν ακόμη νεκρωθεί. Γι' αυτό λέει:

«Ελαττώνονται αὗται μόνον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν παθῶν μας».

Δηλαδή δεν πρέπει να περιμένουμε ότι θα εξαφανιστούν όλες οι κακές κινήσεις του νου απλώς επειδή προσπαθούμε να διώξουμε μία-μία τις σκέψεις. Η θεραπεία του λογισμού συνδέεται με τη θεραπεία του πάθους.

 «Ρίζα καὶ δύναμις ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ “ἐμπαθές” τοῦ ἑαυτοῦ μας».

Εδώ βρίσκεται ουσιαστικά το κέντρο ολόκληρου του αποσπάσματος.
Ο άνθρωπος πρέπει να προσέξει όχι μόνο τι σκέφτεται, αλλά τι υπάρχει μέσα του που κάνει αυτή τη σκέψη ελκυστική, επίμονη και δραστική.

«Ἐδῶ πρέπει νὰ στραφῇ ὅλη ἡ προσοχή μας».

Η πνευματική εργασία δεν είναι απλώς μία προσπάθεια να ελέγξουμε εξωτερικά τη συμπεριφορά μας. Το ζήτημα βρίσκεται βαθύτερα. Ο άνθρωπος μπορεί να μη διαπράττει εξωτερικά μία πράξη και όμως να διατηρεί μέσα του την εμπαθή κίνηση που οδηγεί προς αυτήν. Μπορεί να αποφεύγει την πράξη αλλά να καλλιεργεί τη φαντασία, την εξωτερική αμαρτία αλλά να τρέφει εσωτερικά την επιθυμία, ακόμα να είναι ήρεμος εξωτερικά και μέσα του να διεξάγεται ένας ολόκληρος πόλεμος.

«Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν πλευρὰν τοῦ ὅπλου, ἡ δὲ καρδιακή και συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον».

Δεν υποτιμά την προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού, απλώς δεν την ταυτίζει με ολόκληρη την ουσία της προσευχής. Το να λέγει κάποιος: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» με τα χείλη του είναι η εξωτερική έκφραση μιας βαθύτερης εσωτερικής πράξεως. Ουσιαστικά μας προειδοποιεί εναντίον μιας μηχανικής αντίληψης της ευχής.
Ο Άγιος προσθέτει δύο χαρακτηρισμούς: καρδιακή και συνειδητή.
Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, δηλαδή να μην παραμένει μία εξωτερική λεκτική πράξη, αλλά να γίνεται πραγματική στροφή της εσωτερικής υπάρξεως προς τον Χριστό και πρέπει να είναι συνειδητή. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει σε Ποιον απευθύνεται και τι ζητά και όχι να επαναλαμβάνει απλώς μία φράση για να σταματήσει έναν ενοχλητικό λογισμό. Δεν χρησιμοποιείται το όνομα του Ιησού σαν ένα είδος «πνευματικού μηχανισμού» που θα εξαφανίσει αυτομάτως κάθε ανεπιθύμητη σκέψη.
Χρησιμοποιεί τη λέξη «ὅπλον» και όχι τυχαία. Όταν ο λογισμός επιτίθεται τότε το πάθος εξεγείρεται και η ψυχή ταράσσεται. Απέναντι σε αυτή την επίθεση ο άνθρωπος δεν καλείται να εμπλακεί σε μία ατέρμονη εσωτερική συζήτηση αλλά προτάσσει το όνομα του Ιησού. Με λίγα λόγια το όπλο είναι η προσφυγή στον ίδιο τον Χριστό δια μέσω καρδιακής και συνειδητής στροφή προς Αυτόν.
Δεν λέει ότι η καρδιακή προσευχή απλώς «βοηθά» τον άνθρωπο να απομακρύνει το κακό αλλά «ἀποδιώκει». Όταν ο νους επιστρέφει πραγματικά στον Χριστό, ο λογισμός δεν βρίσκει πλέον στην ίδια εσωτερική υποδοχή και μπορούμε να συνδέσουμε αυτή τη φράση με όσα είπε προηγουμένως ο ίδιος: «ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας ἀπὸ αὐτούς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον». Η ευχή δεν είναι απλώς μία φράση που διώχνει κάτι αλλά μία πράξη με την οποία αλλάζω το σημείο στο οποίο είναι στραμμένη η εσωτερική μου προσοχή.
Επίσης το πιο σημαντικό: δεν πολεμάμε τον λογισμό μόνοι μας. Αν ο άνθρωπος προσπαθήσει να νικήσει έναν λογισμό αποκλειστικά με τη δική του δύναμη, υπάρχει κίνδυνος να συνεχίσει να ασχολείται μαζί του, να τον αναλύει, να τον αντικρούει, να τον φοβάται, να τον εξετάζει, και έτσι, ενώ νομίζει ότι τον πολεμά, να συνεχίζει να του δίνει την προσοχή του.
Το: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», είναι στροφή του ανθρώπου προς το Πρόσωπο του Χριστού και αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν εμπιστεύεται τη δική του δύναμη, αλλά ζητά το έλεος του Θεού. Γι' αυτό και η ευχή γίνεται πραγματικό όπλο.
Το επόμενο σημείο είναι ακόμη βαθύτερο:

«Εἶναι ἴδιον τῆς νοερᾶς προσευχῆς νὰ ἀποκαλύπτῃ τὰ πάθη, τὰ κεκρυμμένα καὶ ἀφανῶς βιοῦντα ἐντὸς τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας».

Μας παρουσιάζει κάτι που εύκολα μπορεί να παρεξηγηθεί. Με τη προσευχή δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα αισθάνεται πάντοτε μεγαλύτερη εσωτερική ηρεμία. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να στρέφεται προς τον Θεό, μπορεί να αρχίσει να βλέπει πράγματα μέσα του που προηγουμένως δεν έβλεπε. Τα πάθη υπήρχαν ήδη, δεν τα δημιούργησε η προσευχή, απλώς τα αποκάλυψε. Όπως ένα δυνατό φως δεν δημιουργεί τη σκόνη μέσα σε ένα δωμάτιο αλλά την κάνει ορατή, έτσι και η νοερά προσευχή φέρνει στην επιφάνεια κινήσεις της καρδιάς που προηγουμένως μπορούσαν να παραμένουν κρυμμένες. Δια τούτο η αποκάλυψη των παθών δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αποτυχία της προσευχής αλλά  ως η αρχή της θεραπείας. Το λέει ξεκάθαρα:

«Ἡ προσευχὴ αὕτη καὶ τὰ ἀποκαλύπτει καὶ τὰ ἐξαλείφει».

Πρώτα τα αποκαλύπτει και κατόπιν τα εξαλείφει. Ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να δει την πληγή για να αρχίσει να ζητά πραγματικά τη θεραπεία της.

Ακόμη πιο βαριά είναι η επόμενη διατύπωση:

«Εἶναι ἴδιον τῆς προσευχῆς αὐτῆς νὰ φανερώνῃ τὴν αἰχμαλωσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠχμαλωτίσθη ἀπὸ τὰ πεπτωκότα πονηρὰ πνεύματα».

Σύμφωνα με την ασκητική παράδοση,  στον πνευματικό αγώνα διεξάγεται πνευματικός πόλεμος και πρέπει να προσέξουμε τη σειρά. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να αποδίδει κάθε λογισμό αυτομάτως στον διάβολο. Ο ίδιος έχει ήδη μιλήσει για τα πάθη που υπάρχουν μέσα μας, για το «ἐμπαθές» και για τις κινήσεις της καρδιάς. Υπάρχει λοιπόν τόσο η εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου όσο και η επίθεση των πονηρών πνευμάτων. Η προσευχή φανερώνει αυτή την πραγματικότητα και ταυτόχρονα γίνεται το μέσο της ελευθερίας:

«Ἡ προσευχὴ αὕτη ἀποκαλύπτει τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτὴν καὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ αὐτήν».

Επομένως, η προσευχή δεν είναι μόνο άμυνα αλλά και ελευθερία.

Ο Άγιος προλαβαίνει μία πολύ συνηθισμένη απορία:

«Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπορῇ κανείς, ὅταν ἐξανίστανται τὰ πάθη...»

Ο άνθρωπος πολλές φορές, όταν αρχίζει να αγωνίζεται πνευματικά και βλέπει ότι οι λογισμοί ή τα πάθη γίνονται εντονότερα, μπορεί να αναρωτηθεί: «Αφού προσεύχομαι, γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως η προσευχή μου δεν έχει αποτέλεσμα;» Ο Άγιος Θεοφάνης λέει να μην απορείς. Τα πάθη υπάρχουν στην πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και μπορούν επίσης να διεγείρονται από τα πονηρά πνεύματα. Η παρουσία τους, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ο άνθρωπος εγκαταλείφθηκε τον Θεό αλλά το τι πρέπει να κάνει όταν εμφανίζονται:

«νὰ λαμβάνωμεν τὸ φοβερὸν, διὰ τοὺς δαίμονας, ὅπλον τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ»

και:

«ἠρέμως νὰ προφέρωμεν εἰς τὴν καρδίαν τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν”».

Εδώ χρειάζεται προσοχή, διότι ο ίδιος, όπως είπαμε, έχει ήδη διευκρινίσει ότι η προφορική επίκληση είναι η εξωτερική πλευρά του όπλου. Η ουσία βρίσκεται στην καρδιακή και συνειδητή στροφή προς τον Χριστό: «ἡ δὲ καρδιακὴ καὶ συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον».

Δεν πρόκειται για μία μαγική χρήση ενός ιερού ονόματος αλλά για την επιστροφή ολόκληρου του ανθρώπου προς το πρόσωπο του Χριστού και ο άνθρωπος που δέχεται την επίθεση του λογισμού δεν μένει μόνος απέναντί του και δεν προσπαθεί να νικήσει τον λογισμό με τον λογισμό, επικαλείται τον Χριστό.

 «Ἐνίοτε ἡ ἐξέγερσις τῶν παθῶν καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν ἐχθρικῶν διαλογισμῶν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε μᾶς φέρουν εἰς μέγα ψυχικὸν ἀγῶνα τοῦ ἀοράτου μαρτυρίου».

Η πνευματική ζωή δεν είναι πάντα ήρεμη. Όπως είπαμε υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος βρίσκεται σε πραγματικό εσωτερικό πόλεμο, σε «ἀόρατον μαρτύριον» και το μαρτύριο αυτό δεν φαίνεται στους ανθρώπους. Ο εξωτερικός άνθρωπος μπορεί να μην παρουσιάζει τίποτε το ιδιαίτερο, ενώ εσωτερικά να διεξάγεται ένας αγώνας ανάμεσα στη συγκατάθεση και στην απόρριψη, ανάμεσα στην επιθυμία και στην προσευχή, ανάμεσα στην έλξη του πάθους και στη στροφή προς τον Χριστό. Και ακριβώς τότε δεν λέει να φοβηθούμε αλλά:

«νὰ προτάξωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ».

Δηλαδή, όταν αυξάνεται η επίθεση, να αυξάνεται και η προσφυγή στον Χριστό.

Και η τελευταία φράση είναι και το αποκορύφωμα ολόκληρου του λόγου:

«ἡ νίκη ἡμῶν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία».

Η νίκη δεν αποδίδεται τελικά στην ανθρώπινη ψυχική αντοχή. Μόνον «Διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» επιτύγχανεται.

 


Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (μέρος 3ο) - Δημητρίου Αβντέεφ (+2022)


 
Ο μακαριστός Δημήτριος Αντβέεφ στην Ιερά Μονή Ιβήρων Αγίου Όρους

(συνέχεια από εδώ)


Τα γεγονότα βοούν

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύγχρονη ζωή δεν ευνοεί την ψυχική υγεία των ανθρώπων. Η κοινωνική ένταση στην κοινωνία αυξάνεται κάθε χρόνο. Από την άλλη πλευρά, είναι εμφανής μια ηθική κρίση. Πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν σε κατάσταση πνευματικού κενού: μη έχοντας στην καρδιά τους την πίστη του Χριστού, διολισθαίνουν στο μονοπάτι της αμαρτίας. Και η αμαρτωλή ζωή δεν μπορεί ποτέ να φέρει την πραγματική ευτυχία.

Υπάρχουν, φυσικά, περιπτώσεις ψυχολογικών κλονισμών και μεταξύ των Ορθοδόξων Χριστιανών, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο απαλλαγμένος από την αμαρτία, αλλά οι Ορθόδοξοι προσεύχονται στον Κύριο για έλεος, καταφεύγουν στα μυστήρια της εξομολόγησης και της θείας κοινωνίας που θεραπεύουν την ψυχή, και ο πολυεύσπλαχνος Κύριος, που λυπάται όσους μετανοούν, θεραπεύει τις καρδιές τους και τους χαρίζει ψυχική ειρήνη.

Εάν όμως ένας άνθρωπος δεν έχει σταθερές ηθικές πεποιθήσεις, εάν δεν προστατεύεται από έναν πνευματικό φράχτη ενάντια στη δαιμονική "καταιγίδα", τότε ο κίνδυνος να νοσήσει ψυχικά αυξάνεται πολλαπλάσια, πράγμα που επιβεβαιώνουν και τα γεγονότα: σε όλες σχεδόν τις χώρες ο αριθμός των ψυχικά ασθενών αυξάνεται συνεχώς.

Για τη δική μας ρωσική κοινωνία μαρτυρούν τα ακόλουθα γεγονότα. Το επίπεδο της γενικής εγκληματικότητας από το 1987 έως το 1996 αυξήθηκε κατά 2,2 φορές. Ο αριθμός των γάμων μέχρι το 1996 μειώθηκε κατά 17%, ενώ των διαζυγίων αυξήθηκε κατά 21%. Ο αριθμός των παιδιών που γεννήθηκαν εκτός γάμου αυξήθηκε κατά 76%. Από το 1985 έως το 1995 ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξήθηκε κατά 79%.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η ψυχική υγεία της αναπτυσσόμενης γενιάς. Οι θολοί πνευματικοί προσανατολισμοί στην κοινωνία και οι βαριές κοινωνικές συνθήκες αποτέλεσαν βαρύ φορτίο για τις εύπλαστες παιδικές ψυχές.

Πολλές οικογένειες μπορούν να χαρακτηριστούν δυσλειτουργικές: οι γονείς συχνά κάνουν κατάχρηση αλκοόλ, ενώ οι αλκοολικές μητέρες δεν είναι πλέον σπάνιο φαινόμενο. Το 50% των 13χρονων κοριτσιών και αγοριών καταναλώνουν αλκοόλ. Η ηλικία έναρξης του καπνίσματος μειώθηκε στα 10 έτη για τα αγόρια και στα 12 για τα κορίτσια. Κανέναν δεν εκπλήσσει σήμερα το γεγονός ότι οι μαθητές συνάπτουν σεξουαλικές σχέσεις. Κάθε δέκατη άμβλωση γίνεται από έφηβο κορίτσι. Η ναρκομανία αυξάνεται μεταξύ των νέων. Τα αφροδίσια νοσήματα στους εφήβους και η παιδική πορνεία είναι —αλίμονο— θλιβερά χαρακτηριστικά της εποχής μας.

Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας, στις αρχές του 1995 υπήρχαν στη Ρωσία 50.000 εγκαταλελειμμένα παιδιά, ενώ 620.000 έφηβοι ήταν εγγεγραμμένοι στα αρχεία της αστυνομίας. Εμφανίστηκαν έφηβοι — κατά συρροή δολοφόνοι. Η δικαστική ψυχιατρική σχεδόν δεν γνώριζε τέτοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, και μπορεί κανείς να συμπεράνει τι τεράστιο επίπεδο επιθετικότητας στην κοινωνία αντικατοπτρίζουν.

Οι δοκιμασίες για τα παιδιά ξεκινούν ήδη από τη βρεφική ηλικία. Να μερικές γραμμές από το γράμμα μιας νεαρής μητέρας: "Έκλεψαν την παιδική ηλικία από τα παιδιά. «Χάρη» στην τηλεόραση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα μικρά παιδιά ξέρουν ήδη τι είναι το σεξ και πώς και με ποιον μπορούν να το κάνουν. Όταν μεγαλώσουν, θα μπορέσουν άραγε να εκτιμήσουν την αγνή αγάπη; Δείτε τι κινούμενα σχέδια δείχνουν στα παιδιά. Και μόνο ο τίτλος τι λέει — «Ο Τρελάρας», «Ο Πόλεμος των Άστρων» και άλλα τέτοια. Ταινίες ανήθικες και αμαθείς. Πρόσφατα έδειξαν το κινούμενο σχέδιο «Όλα τα σκυλιά πάνε στον παράδεισο». Η ουσία αυτής της ταινίας: δεν χρειάζεται να δουλεύεις, πρέπει να παίζεις τυχερά παιχνίδια μέχρι να κερδίσεις, και πολιτισμένη αναψυχή σημαίνει κορίτσια από καμπαρέ. Και τι παιχνίδια προσφέρουν στα παιδιά: νίντζα, εξωγήινους από το διάστημα, ρομπότ-δολοφόνους κ.λπ. Για ποιο σκοπό; Τι μπορούν να δώσουν αυτά τα παιχνίδια στα παιδιά;". Αλίμονο, ο συγγραφέας αυτών των γραμμών λαμβάνει πολλά τέτοια γράμματα, και σε κάθε ένα υπάρχει ο πόνος και η θλίψη των γονέων για όσα συμβαίνουν γύρω.

Παρουσιάζει ενδιαφέρον μια έρευνα που διεξήχθη από τα τμήματα αστυνομίας και εκπαίδευσης στο Φούλερτον της Καλιφόρνια (ΗΠΑ) το 1988, συγκρίνοντας τις σχολικές προκλήσεις:

• Τα κύρια προβλήματα στο σχολείο το 1940: ομιλία την ώρα του μαθήματος, μάσημα τσίχλας, φασαρία, τρέξιμο στους διαδρόμους, ακαταστασία.

• Τα κύρια προβλήματα στο σχολείο το 1988: χρήση ουσιών, αλκοόλ, εφηβική εγκυμοσύνη, αυτοκτονίες, βιαιοπραγίες και ληστείες.

Το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτές οι κοινωνικές μεταβολές σημειώθηκαν μέσα σε λίγες δεκαετίες, συνδέοντάς τις με την άνοδο του υλισμού και την παγκόσμια εξάπλωση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, εκφράζοντας μια απαισιόδοξη πρόβλεψη για το μέλλον.

Το πρόγραμμα των τηλεοπτικών μας εκπομπών είναι γεμάτο από τερατώδεις τίτλους, πίσω από τους οποίους κρύβονται η βία και η διαφθορά. Παντού στα μέσα μαζικής ενημέρωσης επιδεικνύονται γυμνά σώματα. Στα ρωσικά σχολεία, σεκταριστές κάθε είδους διεξάγουν έργο που αποσκοπεί στην υπονόμευση των πνευματικών αξιών της Ορθοδοξίας. Το πνεύμα της φιλοχρηματίας και της λατρείας του δολαρίου, η αλλαγή φύλου, η εικονική πραγματικότητα και η ευθανασία, ο σατανισμός, η παιδική πορνογραφία, οι οδηγίες για αυτόχειρες και τρομοκράτες — να οι τρομακτικές πραγματικότητες της ζωής μας.

Τα παιδιά εκτίθενται στην επιρροή αποκρυφιστών, υπνωτιστών και άλλων σκοτεινών προσωπικοτήτων. Οι συνέπειες αυτών των επιδράσεων για τις εύπλαστες ψυχές τους είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Οι γιατροί γνωρίζουν πόσες σοβαρές επιπλοκές βιώνουν οι άνθρωποι μετά τις τηλεοπτικές συνεδρίες των σύγχρονων "μάγων". Και όμως, τα παιδιά είναι το μέλλον μας! Πώς θα είναι λοιπόν αυτό;

Βασικές μορφές νευρώσεων

Στην ιατρική συνήθως διακρίνονται τρεις βασικές κλασικές μορφές νευρώσεων: η νευρασθένεια, η ψυχαναγκαστική νεύρωση και η υστερία. Ας τις εξετάσουμε με τη σειρά με την οποία συνήθως περιγράφονται στην ειδική βιβλιογραφία.

Νευρασθένεια. Θεωρείται η πιο συχνή μορφή νεύρωσης. Ως αυτόνομη νοσολογική οντότητα απομονώθηκε στη δεκαετία του 1880. Αυτή η νεύρωση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1869, ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο, από τους Αμερικανούς γιατρούς Beard και Van Deusen. Από τότε, η διάγνωση της νευρασθένειας διαδόθηκε ευρέως. Ο καθηγητής Μπ. Ντ. Καρβασάρσκι αναφέρει ένα αξιοπερίεργο παράδειγμα: στον βρετανικό στρατό κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου δημιουργήθηκε ένα ειδικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, μετά την ολοκλήρωση του οποίου ο γιατρός λάμβανε τον τίτλο του "εμπειρογνώμονα στη νευρασθένεια".

Η εν λόγω ασθένεια, όπως φαίνεται από το ίδιο το όνομα, εκδηλώνεται με νευρική αδυναμία μέχρι και βαθιά εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ανθρώπου. Κατά τη διάρκειά της, οξύνονται οι λανθάνουσες εστίες λοιμώξεων, ενώ υπενθυμίζουν την παρουσία τους η χολοκυστίτιδα, η γαστρίτιδα, το γαστρικό έλκος ή το έλκος του δωδεκαδακτύλου. Αυτή η πάθηση λειτουργεί ως ένα είδος καταλύτη που φέρνει στο φως τη σωματική παθολογία.

Το πορτρέτο του νευρασθενικού είναι τυπικό — πρόκειται για έναν άνθρωπο ευερέθιστο, οξύθυμο, που αρπάζεται εύκολα, όπως λέγεται "με τη μία", του οποίου τα νεύρα εμφανώς τον εγκαταλείπουν (υπερσθενική μορφή νευρασθένειας), ή, αντίθετα, νωθρό, κλαψιάρη, που αισθάνεται κόπωση και εξάντληση όλων των ζωτικών του δυνάμεων (υποσθενική μορφή). Αλλά νά τι είναι ενδιαφέρον: η αυξημένη ερεθιστικότητα και η οξυθυμία του νευρασθενικού δεν κατευθύνονται προς τον εαυτό του, αλλά προς τους γύρω του! Όλοι και όλα τον εκνευρίζουν, συχνά είναι ιδιότροπος, πέφτει εύκολα σε θυμό και οργή, αλλά σχεδόν ποτέ δεν ανυψώνεται στο πνευματικό ύψος της συνειδητοποίησης των δικών του ατελειών, λαθών και αμαρτιών. Έτσι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, η νευρασθένεια είναι μια εγωιστική νεύρωση, η οποία τρέφεται από το πάθος που στην πατερική βιβλιογραφία ονομάζεται υπερηφάνεια ή οίηση.

Ο ιερέας Αλέξανδρος Ελτσανίνοφ έγραφε: "Η νευρικότητα και τα λοιπά είναι είδη αμαρτίας, και μάλιστα της υπερηφάνειας. Ο πιο μεγάλος νευρασθενικός είναι ο διάβολος. Μπορεί κανείς να φανταστεί ως νευρασθενικό έναν άνθρωπο ταπεινό, καλό, υπομονετικό;". 

"Η ερεθιστικότητα του χαρακτήρα προέρχεται από τη μη γνώση του εαυτού μας, από την υπερηφάνεια και ακόμη από το ότι δεν συνειδητοποιούμε το βάθος της φθοράς της φύσης μας και δεν γνωρίσαμε τον πράο και ταπεινό Ιησού" (άγιος δίκαιος Ιωάννης της Κρονστάνδης). 

"Κανείς δεν πρέπει να δικαιολογεί την ερεθιστικότητα με κάποια ασθένεια" (στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα).

Για τα αίτια της ερεθιστικότητας και της απώλειας της ψυχικής ειρήνης, ο αρχιεπίσκοπος Αρσένιος Ζαντάνοφσκι έλεγε: "Μερικές φορές, ξαφνικά εμφανίζεται μέσα σου μια ερεθισμένη κατάσταση, δυσαρέσκεια με τους ανθρώπους γύρω σου, ή απλώς μια κακή, καταθλιπτική κατάσταση του πνεύματος, μελαγχολία, απογοήτευση. Η παραμικρή αφορμή — και η διάθεσή σου χαλάει. Από τι συμβαίνει αυτό; Προφανώς, το ψυχικό σου έδαφος είχε προετοιμαστεί από πριν για μια τέτοια διάθεση. Η ερεθιστικότητα, η δυσαρέσκεια με τους ανθρώπους προκαλούνται από τον φθόνο, την κακή διάθεση απέναντί τους...".

Επομένως, μπορεί να βγει το συμπέρασμα ότι η νευρασθένεια, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, είναι συνέπεια της απομάκρυνσης από τον Χριστό, μιας φυγής προς τον νεοπαγανισμό. Είναι εκδήλωση των παθών. Η νευρασθένεια μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος αντίθετου της πραότητας, της ταπεινοφροσύνης, της υπομονής και της ειρηνικής διάθεσης του πνεύματος.

Οι ποιμένες της Εκκλησίας έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση της ειρήνης στην ψυχή κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ζωής. "Δεν σας εύχομαι ούτε πλούτο, ούτε δόξα, ούτε επιτυχία, ούτε καν υγεία, παρά μόνο ψυχική ειρήνη. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Αν έχετε ειρήνη — θα είστε ευτυχισμένοι" (όσιος Αλέξιος του Ζοσίμοβο). Από εδώ βγαίνει ένα λογικό συμπέρασμα: το καλύτερο φάρμακο για τη νευρασθένεια είναι η βαθιά μετάνοια, ο χριστιανικός τρόπος ζωής με την υπομονετική και ταπεινή άρση του σταυρού μας.

Νεύρωση των ψυχαναγκαστικών καταστάσεων (ψυχαναγκαστική νεύρωση). Ψυχαναγκαστικές, δηλαδή υπάρχουσες ανεξάρτητα από τη θέληση και την επιθυμία του ανθρώπου, μπορούν να είναι τόσο ορισμένες σκέψεις, αναμνήσεις, ιδέες, αμφιβολίες, όσο και πράξεις. Στη νεύρωση των ψυχαναγκαστικών καταστάσεων κατατάσσονται συνήθως και οι ψυχαναγκαστικοί φόβοι. Εάν ένας άνθρωπος βιώνει έναν ανεξήγητο φόβο για κάτι άγνωστο, τότε γίνεται λόγος για σύνδρομο φόβου· εάν φοβάται συγκεκριμένα το σκοτάδι, το ύψος, τα αιχμηρά αντικείμενα, τους κλειστούς χώρους, τέτοιες ψυχαναγκαστικές καταστάσεις ορίζονται ως φοβίες, διευκρινίζοντας στο όνομά τους το είδος ή την κατεύθυνσή τους. Για παράδειγμα, καρκινοφοβία — ο φόβος να αρρωστήσει κανείς από καρκίνο, κλειστοφοβία — ο φόβος των κλειστών χώρων, υψοφοβία — ο φόβος του ύψους, μυσοφοβία — ο φόβος της ακαθαρσίας, παντοφοβία — ο φόβος για όλα όσα τον περιβάλλουν.

Μερικές φορές οι φοβίες εμφανίζονται υπό την ανάλογη περίσταση: ο φόβος του ύψους μόνο κατά την ανάβαση σε ύψος, ο φόβος των ποντικιών στη θέα ενός ποντικιού (ο Πέτρος ο Α', για παράδειγμα, φοβόταν πανικόβλητα τις κατσαρίδες)· μερικές φορές όμως εμφανίζονται ακόμη και με τη σκέψη και μόνο κάποιου πράγματος.

Ο φόβος είναι συμφυής με τη φύση του πεπτωκότος ανθρώπου ("Ο φόβος είναι η απουσία της ελπίδας", λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός) και είναι βαθιά βιολογικός, διότι ο άνθρωπος φέρει μέσα του και τη ζωώδη αρχή, η οποία ενστικτωδώς φοβάται την απειλή από έξω: το σκοτάδι, τις επιθέσεις κ.λπ. Σε πολλές περιπτώσεις, είναι αυτός ακριβώς που εκτελεί τον ρόλο ενός είδους προστατευτικού μηχανισμού, προφυλάσσοντάς μας από καθετί που απειλεί την ευημερία μας. Φοβούμενος, ο άνθρωπος γίνεται πιο άγρυπνος, ικανός να προστατεύσει τον εαυτό του, να σωθεί από την επερχόμενη απειλή. Ο φόβος είναι εδραιωμένος από τη φύση στη μνήμη των προηγούμενων γενεών, στο "συλλογικό ασυνείδητο" (Καρλ Γιουνγκ), όπως λένε οι ψυχαναλυτές.

Ωστόσο, οι νευρωτικοί φόβοι χαρακτηρίζονται ακριβώς από το ότι δεν προκύπτουν από καμία πραγματική απειλή, ή η απειλή αυτή είναι ψευδαισθητική και απίθανη. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος υποφέρει από καρδιοφοβική νεύρωση, δηλαδή φοβάται ότι η καρδιά του μπορεί να σταματήσει σε μια απροσδόκητη στιγμή. Από τη μία πλευρά, θεωρητικά αυτό είναι εφικτό, αφού συμβαίνει ξαφνικός θάνατος και σε νέους ανθρώπους, που μέχρι τότε θεωρούνταν υγιείς, αλλά η αντικειμενική πιθανότητα μιας τέτοιας ξαφνικής ανακοπής της καρδιάς ειδικά σε αυτόν τον άνθρωπο είναι μηδαμινή, και αντίθετα υπάρχει ένας επινοημένος, φανταστικός κίνδυνος για τη ζωή, ο οποίος οφείλεται σε λανθασμένες σκέψεις και αβάσιμους φόβους.

Και νά ένα άλλο παράδειγμα: μια μητέρα, που αγαπά θερμά το μωρό της, ξαφνικά πιάνει τον εαυτό της να σκέφτεται ότι μπορεί να το στραγγαλίσει. Αυτή η σκέψη την τρομοκρατεί, δεν ανταποκρίνεται στις ηθικές της αντιλήψεις, δεν υπαγορεύεται από καμία πραγματική εξωτερική περίσταση — αντίθετα, είναι παράλογη, στερούμενη κάθε κοινής λογικής. Αλλά σαν ακίδα, ριζωμένη γερά στη συνείδηση, αρχίζει να της προκαλεί πόνο, για τον οποίο ντρέπεται να ομολογήσει σε κάποιον.

Οι ψυχαναγκαστικές σκέψεις συχνά ξεκινούν με την ερώτηση: "Κι αν ξαφνικά;". Στη συνέχεια αυτοματοποιούνται, ριζώνουν στη συνείδηση και, επαναλαμβανόμενες επανειλημμένα, δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες στη ζωή. Και όσο περισσότερο ο άνθρωπος παλεύει με αυτές, τόσο πιο δυνατά τον κυριεύουν.

Μια σημαντική αιτία της ανάπτυξης και της ίδιας της ύπαρξης του νευρωτικού φόβου είναι η διογκωμένη αισθητική φαντασία, κάτι που συνήθως προσπερνά η ειδική βιβλιογραφία η αφιερωμένη σε αυτή τη θεματολογία. Διότι ο άνθρωπος, για παράδειγμα, δεν φοβάται απλώς να πέσει από το ύψος, αλλά και "εξάπτει" με κάθε τρόπο τη φανταστική κατάσταση, οραματιζόμενος την κηδεία του, τον εαυτό του να κείτεται στο φέρετρο και άλλα παρόμοια.

Επιπλέον, σε τέτοιες καταστάσεις υπάρχει αδυναμία της ψυχικής άμυνας (λογοκρισία) λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης προσωπικότητας ή ως αποτέλεσμα της αμαρτωλής της κατάστασης. Είναι πασίδηλο το γεγονός της αυξημένης υποβλητικότητας στους αλκοολικούς. Εξασθενούν σημαντικά την ψυχική αντοχή τα πορνικά αμαρτήματα. Αντίκτυπο έχει επίσης και η έλλειψη συνεχούς εσωτερικής εργασίας για αυτοέλεγχο, πνευματική νήψη και συνειδητή διαχείριση των σκέψεών μας (αυτές οι ενασχολήσεις περιγράφονται στην πατερική βιβλιογραφία).

Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι ορισμένοι λογισμοί στην πραγματικότητα είναι ξένοι προς τον συγκεκριμένο άνθρωπο, καθώς είναι δαιμονικοί. Δυστυχώς, ο άνθρωπος συχνά δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει την πραγματική πηγή των λογισμών του, και στην ψυχή του διεισδύει χωρίς κόπο η δαιμονική υποβολή. Μόνο οι έμπειροι ασκητές και οι άγιοι άνθρωποι, που έχουν ήδη καθαριστεί από τον προσευχητικό αγώνα και τη νηστεία, είναι σε θέση να εντοπίσουν την προσέγγιση των πνευμάτων του σκότους. Οι ψυχές όμως των κοινών θνητών, καλυμμένες από το αμαρτωλό σκοτάδι, συχνά δεν το αισθάνονται ούτε το βλέπουν αυτό, διότι το σκοτεινό πάνω στο σκοτεινό δύσκολα διακρίνεται.

Ο Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνοφ εξηγεί: "Τα πνεύματα της πονηρίας διεξάγουν τον πόλεμο εναντίον του ανθρώπου με τέτοια πονηριά, ώστε οι λογισμοί και οι φαντασιώσεις που υποβάλλουν, να φαίνονται στην ψυχή ως δικοί της".

Ο Επίσκοπος Βαρνάβας Μπελιάεφ γράφει: "Το λάθος των σημερινών ανθρώπων έγκειται στο ότι νομίζουν πως υποφέρουν μόνο "από σκέψεις", ενώ στην πραγματικότητα υποφέρουν ακόμη περισσότερο από τους δαίμονες... Έτσι, όταν προσπαθούν να νικήσουν τη σκέψη με τη σκέψη, βλέπουν ότι οι αντίθετες σκέψεις δεν είναι απλώς σκέψεις, αλλά σκέψεις "ψυχαναγκαστικές", δηλαδή σκέψεις με τις οποίες δεν μπορείς να βγάλεις άκρη και μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος είναι ανίσχυρος, οι οποίες δεν συνδέονται με καμία λογική και είναι για αυτόν ξένες, εξωτερικές και μισητές... Αλλά αν ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει την Εκκλησία, τη χάρη, τα ιερά μυστήρια και την πολυτιμότητα των αρετών, τότε με τι να αμυνθεί; Φυσικά, με τίποτα. Και τότε, εφόσον η καρδιά είναι άδεια από ταπείνωση και άλλες αρετές, έρχονται οι δαίμονες και κάνουν με τον νου και το σώμα του ανθρώπου ό,τι θέλουν" (Ματθ. 12:43-45).

Αυτά τα λόγια του δεσπότη Βαρνάβα επιβεβαιώνονται με ακρίβεια κλινικά. Οι νευρώσεις των ψυχαναγκαστικών καταστάσεων θεραπεύονται πολύ πιο δύσκολα από όλες τις άλλες μορφές νευρώσεων. Συχνά δεν ανταποκρίνονται καθόλου σε καμία θεραπεία, εξαντλώντας όσους υποφέρουν από αυτές με βαρύτατα βάσανα. Σε περίπτωση επίμονων ψυχαναγκασμών, ο άνθρωπος χάνει μόνιμα την ικανότητα προς εργασία και απλώς καθίσταται ανάπηρος. "Ο φόβος προξενεί μεγάλη ζημιά", γράφει ο στάρετς Μακάριος της Όπτινα, "το σώμα εξασθενεί από την κατάπτωση του πνεύματος και την απώλεια της ηρεμίας, και έτσι, χωρίς να υπάρχει ασθένεια, έρχεται η ασθένεια". Η εμπειρία δείχνει ότι η πραγματική ίαση μπορεί να επέλθει μόνο με τη χάρη του Θεού.

Κάθε άνθρωπος χρειάζεται τον φόβο Θεού (τον σεβασμό και το δέος ενώπιον του Κτίστη του), αλλά αυτό το μεγάλο δώρο συχνά διαστρεβλώνεται και αντικαθίσταται από μια ζωώδη δειλία. Ο φόβος Θεού έχει πολλά στάδια, το πρώτο από τα οποία συνίσταται στον φόβο της παραβίασης των θείων εντολών — στο να αμαρτήσει κανείς, να πράξει κάτι μιαρό, ανάξιο, προσβλητικό στα μάτια του Θεού. Το δεύτερο στάδιο του ανήκει ήδη σε πιο τέλειους ασκητές της ευσέβειας και περιλαμβάνει τον φόβο της απομάκρυνσης από τον Θεό, της στέρησης της χάρης Του, της θείας ειρήνης, διότι αυτή η απομάκρυνση σημαίνει πνευματικό θάνατο.

"Ἰδού, ο φόβος Θεού (θεοσέβεια) είναι σοφία", αναφέρεται στην Αγία Γραφή (Ιώβ 28:28). "Ζώντας χωρίς φόβο Θεού, δεν μπορείς να επιτελέσεις τίποτα ευγενικό και θαυμαστό", γράφει ο οικουμενικός δάσκαλος της Εκκλησίας, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Με βάση την πατερική βιβλιογραφία, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ακριβώς ο φόβος Θεού είναι ικανός να θεραπεύσει τον άνθρωπο από τις νευρώσεις του: όταν ο άνθρωπος αποκτά αυτό το πνευματικό χάρισμα, τότε με αυτόν τον ευγενή φόβο καταποντίζονται οι άλλοι μικροί, καθημερινοί φόβοι. Όπως ένα μεγάλο κύμα στη θάλασσα απορροφά τον μικρό κυματισμό, έτσι και ο αληθινός φόβος Θεού καταπίνει τους νευρωτικούς φόβους — τις φοβίες.

Και τέλος, η τελευταία πτυχή που αφορά τα αίτια εμφάνισης του φόβου, η οποία επίσης δεν εξετάζεται στην επιστημονική βιβλιογραφία. Ένδειξη για αυτήν βρίσκουμε στην Αγία Γραφή: "φόβος δεν υπάρχει στην αγάπῃ, αλλά η τέλεια αγάπη εκδιώκει τον φόβο, διότι ο φόβος έχει βασανιστήριο" (Α Ιω. 4:18). Αποδεικνύεται ότι η ύπαρξη φόβου στην ψυχή και την καρδιά του ανθρώπου σημαίνει την απουσία ή την έλλειψη αγάπης προς τον Θεό.

Τώρα ας μιλήσουμε εν συντομία για τις ψυχαναγκαστικές (καταναγκαστικές) πράξεις. Ο χαρακτήρας τους μπορεί να είναι εξαιρετικά ποικίλος. Συχνά παίρνουν τη μορφή κάποιου συνηθισμένου τελετουργικού και επαναλαμβάνονται αντίθετα προς τη λογική και την αναγκαιότητα. Για παράδειγμα, το ψυχαναγκαστικό πλύσιμο των χεριών· τελετουργικά κατά το γδύσιμο και το ντύσιμο· άσκοπες μετακινήσεις επίπλων· συχνό μέτρημα χρημάτων· χτυπηματάκια, λικνίσματα· αποφυγή συγκεκριμένων αντικειμένων· επανάληψη ορισμένων λέξεων και πράξεων κατά τη συνάντηση με ένα φαινομενικό κακό. Χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι το αίσθημα ανακούφισης μετά την εκτέλεση της ψυχαναγκαστικής πράξης. Ωστόσο, αυτή η ανακούφιση είναι προσωρινή και σύντομα εμφανίζεται και πάλι η ανάγκη επανάληψης του εν λόγω τελετουργικού.

Ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση της φύσης των ψυχαναγκαστικών πράξεων είναι η προαναφερθείσα ξένη προέλευσή τους και ο εξαναγκαστικός τους χαρακτήρας προς τη διάπραξη μιας παράλογης πράξης. Νά τι γράφει σχετικά με αυτό ο επίσκοπος Βαρνάβας (Μπελιάεφ): "Από πού προέρχεται λοιπόν ο εξαναγκασμός, εάν ο άνθρωπος με όλες τις δυνάμεις της ψυχής του αποδιώχνει και δεν τον θέλει, θεωρώντας τον στοιχείο ξένο και νοσηρό; Είναι ξεκάθαρο, από μια άλλη πνευματική οντότητα — πονηρή και ακάθαρτη. Είναι κατανοητός αυτός ο παραλογισμός στις σκέψεις, κατανοητή αυτή η τυραννία, για την οποία μιλούν και οι ίδιοι οι επιστήμονες, κατανοητή αυτή η ανακούφιση μετά το πεπραγμένο... (δηλαδή ο διάβολος απομακρύνεται για λίγο, ικανοποιημένος που ανάγκασε τον άνθρωπο να κάνει κάτι ενάντια στην επιθυμία του), κατανοητή και η βασανιστική δυσαρέσκεια με τον εαυτό του, διότι η συνείδηση βασανίζει τον άνθρωπο επειδή υπάκουσε στον διάβολο".

Σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις, ο άνθρωπος δεν ελέγχει πλέον τον εαυτό του και γίνεται ενός είδους "βιορομπότ". Θυμηθείτε, για παράδειγμα, την τελετουργική δολοφονία των τριών μοναχών της Όπτινα Πούστιν, η οποία διαπράχθηκε από έναν εγκληματία που ομολόγησε αργότερα ότι μια ξένη δύναμη τον παρέσυρε σε αυτό το έγκλημα και δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Για μια τέτοια δύναμη, που κυριεύει τη θέληση και τη συνείδηση, κάνουν συχνά λόγο και άλλοι εγκληματίες. Αυτό, πάντως, συνήθως δεν οδηγεί στην απαλλαγή τους από τη δικαστική ευθύνη. Για μια εξαναγκαστική, ξένη και ακαταμάχητη έλξη μιλούν επίσης οι ασθενείς με ναρκομανία και αλκοολισμό. Το τι είδους δύναμη κρύβεται πίσω από όλα αυτά, νομίζω, είναι κατανοητό.

(Συνεχίζεται)


ΠΗΓΗ: https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/08/3-2022.html




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ