Στήν παραβολή τοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου, ὁ τελευταῖος, εὑρισκόμενος στόν Ἅδη, μπορεῖ νά ἀντικρίσει τόν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ στους κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ἐνῶ μπορεῖ νά κάνει διάλογο μαζί του (Λκ. 16,33). Το περιστατικό αὐτό μᾶς κάνει νά ἀναρωτηθοῦμε ἐάν πρόκειται γιά μιά κατ' ἐξαίρεση κατάσταση και μιά γνώση πού ἀποκαλύφθηκε, ὅπως ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι[1], ἤ γιά μιά συνήθη κατάσταση, ὅπως ὑποστηρίζουν κάποιοι ἄλλοι, ἀποτελώντας ἔτσι μία ἀπό τίς πηγές μαρτυρίου γιά ὅσους εὑρίσκονται στόν Ἅδη.
Σύμφωνα μέ τήν ἀποκάλυψη πού ἔκανε στον Μακάριο Αἰγύπτου μία ψυχή, ἡ ὁποία εὑρίσκετο στόν Ἅδη, δίπλα ἀπό πολύ ἁμαρτωλούς, οἱ ψυχές ἐκεῖ τελοῦν σέ κατάσταση ἀπομονώσεως, στερούμενες μεταξύ τους σχέσεων στην συνήθη κατάσταση αὐτῶν, ἐνῶ δέν μποροῦν νά δοῦν ἡ μία τήν ἄλλη. Ἡ κατάσταση αὐτή ἀποτελεῖ μιά ἐπιπρόσθετη πηγή βασάνων καί δέν μπορεῖ να γίνει ὑποφερτή παρά μόνο χάρις στις προσευχές τῶν ζώντων πού τούς ἐπιτρέπουν να βλέπονται μεταξύ τους μόνο μερικῶς. «Ὅσο ἀπομακρυσμένος εἶναι ὁ οὐρανός ἀπό τή γῆ (Ησ. 55,9), τόσο εἶναι καί τό πῦρ πού ὑπάρχει ἀπό κάτω μας, ἐνῶ ἐμεῖς εὑρισκόμαστε μέσα του ἀπό τά πόδια ὥς τό κεφάλι. Κανείς μας δέν μπορεῖ νά δεῖ κάποιον ἄλλον κατά πρόσωπο, ἀφοῦ τό πρόσωπο τοῦ καθενός μας εἶναι κολλημένο στην πλάτη κάποιου ἄλλου. Ὅταν προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς, τότε καθένας μας μπορεῖ νά δεῖ μέρος τοῦ προσώπου τοῦ ἄλλου. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνακούφισή μας». Ἡ ἀδυναμία να αντικρίσουν τό πρόσωπο ἄλλων ἀνθρώπων ἐκφράζει με συμβολικό τρόπο το κλείσιμο στόν ἑαυτό μας, τόν εγωκεντρισμό, τήν ἄγνοια καί τήν ἀμοιβαία ἀπάθεια, τήν ἀγάπη τοῦ Ἐγώ (φιλαυτία) και, συνεπῶς, τήν ἔλλειψη αγάπης γιά τόν ἄλλον που προξενεῖται ἀπό τήν ἁμαρτία καί εἶναι συστατικό στοιχεῖο αὐτῆς. Ὅταν ἡ κατάσταση αὐτή ἀποκαλυφθεῖ στόν ἄνθρωπο ἀμέσως μετά τόν θάνατό του στην πλήρη φύση της. -ἤτοι ἡ ἀρνητική πνευματικότητα-, ἀφοῦ πρόκειται για παραβίαση της πρώτης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ καί ἀντίθεση στη φύση καί τό θέλημά Του, ἀποτελεῖ γιά τόν τεθνεῶτα πηγή φρικτῶν βασάνων.
Ἐντελῶς διαφορετική εἶναι ἡ κατάσταση τῶν ψυχῶν στόν Παράδεισο, ἀφοῦ αὐτή χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀμοιβαία ἀγάπη, διά τῆς ὁποίας οἱ ψυχές ὁμοιάζουν στον Θεό καί συμμετέχουν τῶν ἀγαθῶν Του, ἀποτελώντας ἔτσι πηγή εὐδαιμονίας. Ἡ ἀγάπη αυτή συνδέεται άρρηκτα με μια βαθύτερη ἀμοιβαία γνώση, ὑπερφυσική, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ὑπό τό θεῖο φῶς. Ὁ Αγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἐπικαλεῖται ευρέως αὐτήν τήν άμοιβαία γνώση τῶν δικαίων, ἀποδεικνύοντας μάλιστα μέ ποιόν τρόπο βασίζεται στον Θεό και στις σχέσεις μεταξύ των προσώπων τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ, ἀπορρίπτοντας ὅσους πιστεύουν ἐσφαλμένα ὅτι ὅσοι καταφέρουν νά δοῦν ὅραμα τόν Θεό παραμένουν ἀπομονωμένοι σε κατάσταση εκστάσεως καί ἄγνοιας ὅσων τους περιβάλλουν:
«Προς εκείνους που λένε ότι οι άγιοι δεν βλέπουν ούτε γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, αλλά βλέπουν μόνο τον Θεό, επειδή δήθεν είναι ολόκληροι ενωμένοι μαζί Του με όλες τις αισθήσεις τους, θα μπορούσε να απαντήσει ο ίδιος ο Θεός και να πει: "Με γνωρίσατε, άνθρωποί μου; Είδατε το φως μου; Με δεχθήκατε μέσα σας; Γνωρίσατε από προσωπική εμπειρία τις ενέργειες του Αγίου μου Πνεύματος ή όχι;" Εκείνοι, νομίζω, δεν θα τολμήσουν να Του απαντήσουν: "Ναι, Δέσποτα." Αν όμως το πουν, τότε θα τους απαντήσει: "Πώς λοιπόν, αφού έχετε αποκτήσει εμπειρία αυτών των πραγμάτων, λέτε ότι εκείνοι που πρόκειται να έχουν μέσα τους Εμένα δεν θα γνωρίζουν ο ένας τον άλλον; Εγώ είμαι ο αψευδής Θεός, ο αληθινός Θεός, ο άγιος Θεός, Αυτός που κατοικεί μέσα στους αγίους. Πώς λοιπόν κατοικώ μέσα τους; Όπως είπα ότι Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα και ο Πατέρας μέσα σε Εμένα, έτσι και Εγώ θα κατοικώ σε όλους τους αγίους, και όλοι οι άγιοι θα κατοικούν μέσα σε Εμένα." Και θα προσθέσει ακόμη: "Αφού λοιπόν Εγώ είμαι μέσα στους αγίους μου και οι άγιοί μου μέσα σε Εμένα, και Εγώ είμαι μέσα στον Πατέρα μου και ο Πατέρας μου μέσα σε Εμένα, και όπως ο Πατέρας γνωρίζει Εμένα και Εγώ γνωρίζω τον Πατέρα, είναι ολοφάνερο ότι και οι άγιοι γνωρίζουν Εμένα και Εγώ γνωρίζω τους αγίους· και, κατά τον ίδιο τρόπο, οι άγιοι οφείλουν να γνωρίζουν και να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον."... Εάν λοιπόν οι άγιοι έχουν γίνει όμοιοι με τον Θεό και θα γνωρίσουν τον Θεό τόσο όσο ο Θεός γνώρισε εκείνους, και όπως ο Πατέρας γνωρίζει τον Υιό και ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα, έτσι πρέπει και οι άγιοι να βλέπουν και να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον. Ακόμη και όσοι ποτέ δεν είχαν δει ο ένας τον άλλον σωματικά σε αυτόν τον κόσμο, τότε θα γνωρίζονται μεταξύ τους. Πώς λοιπόν δεν ντρέπεστε να μιλάτε, να ερευνάτε και να διδάσκετε για πράγματα που δεν γνωρίζετε, σαν να έχετε ήδη αποκτήσει γνώση ακόμη και των υπέρτερων από εμάς μυστηρίων και σαν να έχετε οριστεί από τον Θεό διδάσκαλοι; Διότι, όπως ποτέ ο Πατέρας δεν θα αγνοήσει τον Υιό ούτε ο Υιός τον Πατέρα, έτσι και οι άγιοι, αφού έχουν γίνει κατά χάριν θεοί επειδή κατοικεί μέσα τους ο Θεός, δεν θα αγνοήσουν ποτέ ο ένας τον άλλον. Αντίθετα, θα βλέπουν τη δόξα ο ένας του άλλου, καθώς και τη δική τους, όπως ο Υιός βλέπει τη δόξα του Πατέρα και ο Πατέρας τη δόξα του Υιού. Επομένως, όσοι λένε ότι οι άγιοι, όταν αξιωθούν της θεωρίας του Θεού, ούτε θα βλέπουν ούτε θα γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, πραγματικά βαδίζουν στο σκοτάδι. Δεν έχουν γίνει μέτοχοι της κοινωνίας με τον Θεό, ούτε της θεωρίας και της αληθινής γνώσεώς Του, και μιλούν και διαβεβαιώνουν πράγματα τα οποία ούτε γνωρίζουν ούτε είδαν ποτέ.»[2]

 


[1] Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά θάνατον, σ. 80. 99. Βλ. ἐπί παραδείγματι C. ANDRONIKOF, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι μεταξύ πάντων τῶν τεθνεώτων «ὑπάρχει μια ἐπικοινωνία ἄνευ χωροχρονικῶν ὁρίων» («La dormition comme type de mort chrétienne», σ. 27).

[2] Traites ethiques I.12





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top