Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

«Oυ δει αιρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι». Προσεγγίζοντας την κατ’ ακρίβεια πράξη της Εκκλησίας (Β΄ Μέρος)

 

Στις προηγούμενες παραγράφους 1 είδαμε ότι σύμφωνα με την κατ’ ακρίβεια πράξη της Εκκλησίας μας η συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς είναι εντελώς ανεπίτρεπτη, τα δε επιτίμια που ορίζουν οι Ιεροί Κανόνες για τους παραβάτες είναι πολύ βαριά: καθαίρεση για τους κληρικούς, αφορισμός για τους λαϊκούς.

Όμως «τα εκκλησιαστικά πράγματα θεωρούνται κατά δύο τρόπους, κατ’ ακρίβεια και κατ’ οικονομία, και όταν δεν μπορούν να γένουν τα κατά ακρίβειαν, γίνονται τα κατά οικονομίαν» τονίζει χαρακτηριστικά ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεοςi συγκεφαλαιώνοντας την μακραίωνη ποιμαντική παράδοση της Εκκλησίας μας.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: μήπως κάποιες φορές «κατ’ οικονομία»ii επιτρέπεται η συμπροσευχή, χωρίς να έχουμε παράβαση των Ι. Κανόνων και χωρίς να επικρέμανται οι κανονικές συνέπειες;


1. Η Εκκλησιαστική Οικονομία και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της

Κατά τον καθηγητή του Κανονικού Δικαίου και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο (Κοτσώνη) «οικονομία είναι ή έστιν ότε εξ ανάγκης ή χάριν μείζονος ωφελείας τινων ή της καθ’ όλου Εκκλησίας αρμοδίως και υπό ορισμένας προϋποθέσεις επιτρεπομένη προσωρινή ή μόνιμος εκ της «ακριβείας» απόκλισις, εφ’ όσον ταυτοχρόνως παραμένει αλώβητος η ευσέβεια και η του δόγματος ακεραιότης» iii

Με άλλα λόγια η οικονομία είναι θεσμός του Κανονικού Δικαίου που «δεν αποσκοπεί εις την κατάλυσιν της κανονικής τάξεως και της εν γένει παραδόσεως της Εκκλησίας, αλλά εν εσχάτη αναλύσει εις την εμπέδωσιν αυτής»iv. Δεν είναι λοιπόν περιφρόνηση και αναίρεση της κανονικής τάξεως, καταστρατήγηση των Ιερών Κανόνων και αυθαιρεσίαv, αλλά «καρπός της ποιμαντικής και θεραπευτικής διακονίας της Εκκλησίας». vi Η χρήση της μάλιστα δεν περιορίζεται στα όρια του Κανονικού Δικαίου, καθώς είναι ευρύτατη – από την Αποστολική ακόμα εποχή – για όλο το φάσμα της Εκκλησιαστικής ζωής (λατρεία, διοίκηση, ποιμαντική)vii. Τα όρια στην εφαρμογή της βρίσκονται σε θέματα «εν οις η ευσέβεια ου λυμαίνεται»viii και κατά τον Αλεξανδρείας Ευλόγιο «ότε το δόγμα της ευσεβείας ουδέν παραβλάπτεται. ου συγχωρεί δε συγκατάβασις εις τα της Ορθοδόξου πίστεως. … (του δόγματος) γαρ ακράτου και ακαπηλεύτου μένοντος, η οικονομία περί των τε έξωθεν αυτού χώραν ευρίσκει συνίστασθαι»,ix.

Η εκκλησιαστική οικονομία πηγάζει από το πνεύμα της αγάπης και του ελέους του Θεού προς τον άνθρωπο και θεμελιώνεται στη θεία ενανθρώπηση και το όλο απολυτρωτικό έργο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. x Μάλιστα ο Πατριάρχης Κων/πόλεως Άγ. Νικόλαος ο Μυστικός διευρύνει την οικονομία λέγοντας: «οικονομία εστί μίμησις της θείας φιλανθρωπίας»xi.

Παρά την ευρύτατη χρήση της όμως δεν υπάρχουν καθορισμένοι κανόνες για την εφαρμογή της,xii αλλά μόνο ένα πλαίσιο εντός του οποίου ο ασκών την οικονομία οφείλει να ενεργεί xiii. Αυτό ενέχει τον σοβαρότατο κίνδυνο να παρεκκλίνει κάποιος στην αυθαιρεσία και την παράβαση της εκκλησιαστικής τάξεως εξ απροσεξίας ή και σκοπιμότητος πολύ εύκολα με συνέπειες σοβαρές για την εκκλησιαστική ζωή. Επ’ αυτού σημειώνει ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: «ουχί σπανίως οδηγεί εις κατακριτέας καταχρήσεις, πολλάς τη Εκκλησία προξενούσας ζημίας, ουδείς δύναται να αμφισβητήση, ουχί δε σπανίως η κατάχρησις αύτη γίνεται επί σκανδαλισμώ και συνεπώς εξεγέρσει της χριστιανικής κοινωνίας». xiv

Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι για να εφαρμοσθεί η οικονομία μεταξύ άλλων:

1. Πρέπει να υπάρχει αδήριτος ανάγκη ώστε εκ της παραλείψεως της εφαρμογής της να απειλείται σοβαρή πνευματική ζημιά,xv ή να επιδιώκεται η επίτευξη ωφελείας για τα μέλη ή το σύνολο της Εκκλησίας που αλλιώς δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, καθότι «η Εκκλησία εφαρμόζουσα την οικονομίαν αποβλέπει εις την μείζονα πνευματικήν ωφέλειαν, ήτις δύναται να προέλθη εκ της εφαρμογής ταύτης»xvi

Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Κύριλλος Δ΄ σημειώνει: «οι πνευματικώς προϊστάμενοι μεταχειρίζονται εξ ανάγκης ενίοτε οικονομίαν και συγκατάβασιν, εν οις η ευσέβεια ου λυμαίνεται, δια να αποφύγωσι τα μεγαλύτερα κακά και τα επακολουθούντα και επηρτημένον τοις χριστιανοίς ψυχικόν όλεθρον και τούτο πάλιν να γίνηται με στοχασμόν ακριβή και όσον είναι αναγκαία και εύλογος οικονομία και συγκατάβασις, δια να μη γίνηται απλώς και ως έτυχε παράλυσις και ανατροπή εις τας εγγράφους νομικάς διατάξεις και κεκρατηκυίας εκκλησιαστικάς παραδόσεις και συνηθείας και ακολούθως πρόσκομμα ειπείν και απώλεια». xvii

2. Οι κατ’ οικονομία ενεργούντες οφείλουν να ενεργούν «εν πλήρει συναισθήσει, ότι τούτο απετέλει παρέκκλησιν από της «ακριβείας» xviii. Αυτό σημαίνει ότι η χρήση της οικονομίας δεν δημιουργεί εθιμικό κανόνα δικαίου που να αναιρεί την κατ’ ακρίβεια πράξηxix. Κατά συνέπεια με την οικονομία δεν περιφρονείται, αλλά μάλλον κρατύνεται έτι πλέον η ισχύς των Ι. Κανόνων: «ο προβαίνων εις την εκκλησιαστικήν οικονομίαν πράττη τούτο διατηρών αμείωτον τον προς την καθεστηκυίαν εκκλησιαστικήν τάξιν σεβασμόν … Εντεύθεν εξηγείται η προσπάθεια των όντως κατ’ οικονομίαν ενεργούντων, όπως υπογραμμίσουν, ότι τα υπ’ αυτών λαμβανόμενα μέτρα δεν παραβλάπτουν το κύρος των Ι. Κανόνων και των Πατερικών Διατάξεων»xx

Όταν η οικονομία χορηγείται εγγράφως είναι σύνηθες να μνημονεύεται στο έγγραφο η κατ’ ακρίβεια πράξη και διδασκαλία της Εκκλησίας καθώς και οι λόγοι που επιβάλλουν την παρέκκλιση από αυτήxxi. Συνεπεία των ανωτέρω, ο ενεργών κατ’ οικονομίαν οφείλει να κατανοεί και να απονέμει το δέοντα σεβασμό στους θέλοντας την ακρίβεια. Οι επιζητούντες την ακρίβεια δεν νοείται να στιγματίζονται με ακραίους χαρακτηρισμούς εξ αυτού και μόνου του λόγου, αλλά αντιθέτως κατά τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο xxii «η Εκκλησία ως αληθής μητέρα «επαινεί σφόδρα (τους) μετά τοσαύτης ακριβείας θέλοντας ζειν» όπως σημειώνει ο Άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας xxiii.

Αντίθετα, όταν δεν πληρούται η ανωτέρω προϋπόθεση, αλλά «ει τις των δοκούντων τοις θεοφόροις Πατράσι σαλεύει τι, ουκ έστι τούτο οικονομία κλητέον, αλλά παράβασις και προδοσία δόγματος και περί το θείον ασέβεια» λέει κατηγορηματικά ο Αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας. xxiv.

3. Για να θεωρείται η απόκλιση από την ακρίβεια ως εκκλησιαστική οικονομία θα πρέπει να «χορηγείται με μεγάλη περίσκεψη και σύνεση» xxv ώστε να μην δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο Σώμα της Εκκλησίας από όσων επιδιώκει τη θεραπεία. xxvi

4. Τέλος, είναι απολύτως απαραίτητο, η συνείδηση της Εκκλησίας να αποδέχεται την απόκλιση από την ακρίβεια ως κατ’ οικονομία γενομένη. Διότι τελικός κριτής επί της γης όλων των αποφάσεων των εκκλησιαστικών οργάνων είναι «Η ΚΟΙΝΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ» xxvii – κλήρου και λαού. Κατά τον Μ. Βασίλειο «αι περί τας εκκλησίας οικονομίαι γίνονται μεν παρά των πεπιστευμένων την προστασίαν αυτών, βεβαιούνται δε παρά των λαών». xxviii Δεν πρέπει να μας διαφεύγει αυτό που τονίζει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ότι αυτή η συνείδηση της Εκκλησίας «και αυτής της οικουμενικής συνόδου ανωτέρα είναι» xxix, γι’ αυτό και χαρακτήρισε ως ληστρικές και άκυρες ακόμα και Συνόδους οι οποίες πληρούσαν όλα τα κριτήρια και είχαν συγκροτηθεί ως Οικουμενικές (βλ. Φερράρας-Φλωρεντίας). «Υπεράνω της υπό των νόμων και των ιερών κανόνων παρεχομένης αρμοδιότητος, υπάρχει η ηθική αρμοδιότης του συνόλου πληρώματος της Εκκλησίας, η οποία είναι αδέκαστος … Διατάξεις αι οποίαι προβλέπουν περί «κατ’ οικονομίαν» ενεργειών της Εκκλησίας … δέον όπως αύται ευρίσκωνται εν αρμονία προς την καθολικήν της Εκκλησίας συνείδησιν, η οποία και εν προκειμένω, καθοδηγουμένη υπό του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί το ύπατον επί της γης περί της «εκκλησιαστικής οικονομίας» κριτήριον». xxx Οι λόγοι του Οικουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου συγκεφαλαιώνουν την εκκλησιαστική παράδοση: «Η τελική κρίσις εφ’ όλων των εν τω διαλόγω διεξαγομένων και των εν τέλει επιτευχθησομένων απόκειται μεν εις τας Εκκλησίας, ως διοικούντα και αποφαινόμενα όργανα θείας εμπνεύσεως, αλλά και εις αυτόν τον πιστόν λαόν του Θεού. Ούτος, με το αλάνθαστον κριτήριον της εαυτού πίστεως και την συμμμαρτυρίαν της εαυτού συνειδήσεως, αποδέχεται μεν τα θεαρέστως αποφασιζόμενα, απορρίπτει δε τα μη θεοπρεπώς κατασκευαζόμενα» xxxi

Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω το περιστατικό που συνέβη επί Πατριαρχίας του Κπόλεως Γερμανού Β΄ (1222-1240), όταν η Πατριαρχική Σύνοδος θέλησε να φανεί προς στιγμήν επιεικής και να επιτρέψει στη Κυπριακή Ιεραρχία «κατ’ οικονομίαν» να συμμορφωθεί με ορισμένους όρους που έθεσαν οι Λατίνοι κατακτητές. Μόλις έγινε γνωστή η απόφαση εξοργισμένα πλήθη κληρικών, μοναχών και λαϊκών εισόρμησαν στην αίθουσα της συνεδριαζούσης Συνόδου και αφού δήλωσαν ότι τη συμμόρφωση αυτή τη θεωρούν άρνηση της πίστεως απαίτησαν από τον Πατριάρχη την ανάκληση της αποφάσεως. Η Πατριαρχική Σύνοδος σεβομένη την συνείδηση του πιστού λαού ανακάλεσε την κατ’ οικονομία ληφθείσα απόφασή της! xxxii

Είναι λοιπόν απολύτως σαφές ότι όταν δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις έχουμε «νόθο»,xxxiii «άτοπον» xxxiv «κακή και επίπλαστο» οικονομία, «ουκέτι, σύγγνωθι, οικονομίας τρόπος, αλλά παρανομίας και παραβάσεως των θείων κανόνων όφλημα», κατά τον όσιο Θεόδωρο Στουδίτη. xxxv


2. Συμπροσευχή με αιρετικούς και εκκλησιαστική οικονομία

Έχει ήδη αναφερθεί ότι η οικονομία δεν περιορίζεται μόνο στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας, αλλά, όπως σημειώνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, «το θέμα της οικονομίας δεν είναι απλώς θέμα πειθαρχίας και τάξεως του Κανονικού Δικαίου, αλλ’ έχει και μίαν θεολογικήν και δη εκκλησιαστικήν διάστασιν, ήτις ουδόλως είναι δυνατόν να παροραθή. Εντός των πλαισίων της εκκλησιολογικής ταύτης διαστάσεως της οικονομίας, επιδιώκεται η εφαρμογή αυτής εις τας σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους εκτός αυτής ευρισκομένους Χριστιανούς»xxxvi.

Ασφαλώς στα πλαίσια της παρούσας εργασίας δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί στην πληρότητά του το ερώτημα της εκκλησιαστικής οικονομίας στις διαχριστιανικές σχέσεις (πχ. αναγνώριση «μυστηρίων» xxxvii, intercommunion, εισδοχή αιρετικών, επανένωση στην μία Εκκλησία, διατύπωση δογμάτων), αλλά θα περιοριστούμε αυστηρά στο επιτρεπτό ή μη της συμπροσευχής με τους ετεροδόξους.

Μελετώντας τα σχετικά κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας και των εγκρίτων κανονολόγων εύκολα διαβλέπουμε ότι είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να εφαρμόσουν πολλαπλώς την οικονομία όταν κάποιος αιρετικός αρνηθεί την πλάνη και θελήσει να επιστρέψει στην Εκκλησία,xxxviii ενώ αντίθετα είναι εξαιρετικά φειδωλοί έως και εντελώς αρνητικοί στη χρήση της οικονομίας για τη συμπροσευχή με αιρετικούς.

Μάλιστα είναι πολύ πιο αυστηροί και κατηγορηματικοί στην απαγόρευση της μεταβάσεως των Ορθοδόξων σε Ναό αιρετικών για συμπροσευχή μαζί τους σε οποιαδήποτε περίπτωση και ανάγκη, ενώ ορισμένοι είναι κάπως ανεκτικοί και κατ’ οικονομία δέχονται τους αιρετικούς να παρίστανται στην Ορθόδοξη λατρεία. Πάντως ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτή η οποιαδήποτε συμμετοχή των αιρετικών στη λατρευτική πράξη. Η κατ’ οικονομίαν ανεκτική αυτή στάση των Ορθοδόξων ποιμένων έχει καθαρά ποιμαντική προοπτική: «προτιθέμενοι την οικονομίαν, προς το μη καταβαλείν, αλλά κερδήσαι ηρέμα και κατά μικρόν τους αδελφούς, υπέρ ων ο κοινός Σωτήρ και Δεσπότης ημών το εαυτού αίμα εξέχεεν» xxxix

Ας δούμε πιο αναλυτικά ορισμένες περιπτώσεις:

1. Μήπως «η στενοχωρία του τόπου» επιτρέπει την κατ’ οικονομίαν συμπροσευχή με αιρετικούς;

Όχι! λέει ο Πατριάρχης Αντιοχείας και «των ιερών κανόνων διασημότατος εξηγητής»xl Θεόδωρος Βαλσαμών. Σε ερώτηση του Αλεξανδρείας Μάρκου εάν λόγω της «στενοχωρίας του τόπου», δηλ. της ελλείψεως επαρκούς αριθμού Ορθοδόξων Ναών και της πληθώρας των αιρετικών, «ακινδύνως ιερουργήσει τις ή συνεύξεται μετά αιρετικών … εις την εκκλησίαν αυτών, είτε μην και ημετέραν;» ο Βαλσαμών αφού παραθέτει τους κανόνες ΞΔ΄ των Αγ. Αποστόλων και Στ΄, ΛΓ΄ και ΛΔ΄ της εν Λαοδικεία επισημαίνει: «Έστωσαν ουν ανάθεμα οι απερχόμενοι προς αυτούς. Δια τοι τούτο και ημείς ψηφιζόμεθα, μη μόνον αφορισμώ και καθαιρέσει καθυποβάλλεσθαι τους λαϊκούς και κληρικούς, συνευχομένους εν Εκκλησία Ορθοδόξων ή αιρετικών, ή οπουδήποτε συνευχομένους αυτοίς ιερατικώς … αλλά και μειζόνως κολάζεσθαι, κατά των ρηθέντων κανόνων περίληψιν» και καταλήγει «η γαρ στενοχωρία των τόπων, και ο των αιρετικών πληθυσμός, της Ορθοδόξου πίστεως ου μετήμειψε την ακεραιότητα». xli

2. Όταν δεν υπάρχει ορθόδοξος Ναός επιτρέπεται κατ’ οικονομίαν η συμπροσευχή με αιρετικούς;

Όχι! απαντά ο Πατριάρχης Κπόλεως Αγ. Νικηφόρος ο Ομολογητής προτείνοντας μία διέξοδο στο πρόβλημα της μη υπάρξεως Ορθοδόξων Ναών: επιτρέπει, αν υπάρχει ανάγκη, να χρησιμοποιείται Ναός που έχει καθιερωθεί από αιρετικούς, αλλά θα πρέπει ο Ναός αυτός να αντιμετωπίζεται ως «κοινός οίκος»: «τας Εκκλησίας τας υπό των αιρετικών ενθρονισθείσας, παρακελευόμεθα ως εις κοινόν οίκον κατά ανάγκην εισιέναι και ψάλλειν, πήξαντας εν μέσω Σταυρόν. εν δε τω θυσιαστηρίω, μήτε εισέρχεσθαι, μήτε θυμιάν, μήτε ευχήν επιτελείν, μήτε κανδήλαν ή λύχνον άπτειν»xlii. Προκύπτει αστασίαστα ότι και αυτός δεν συγχωρεί την συμπροσευχή με αιρετικούς, αλλά τη χρησιμοποίηση του Ναού τους ως απλού χώρου για την τέλεση Ορθοδόξου ακολουθίας. Η πρακτική αυτή εφαρμόζεται σήμερα στη διασπορά, όπου χρησιμοποιούνται χώροι λατρείας ετεροδόξων, αλλά με τη χρήση ιερού αντιμηνσίου για την τέλεση Ορθοδόξου Θ. Λειτουργίας, όπως θα χρησιμοποιείτο το αντιμήνσιο «εις κοινόν οίκον κατά ανάγκην».

3. Μήπως «βίας επειγούσης» επιτρέπεται κατ’ οικονομίαν η συμπροσευχή με αιρετικούς;

Όχι! ισχυρίζεται ο Νικηφόρος Γρηγοράς (ιδ΄αι. ). Στην ερώτηση του μαθητού του Αγαθαγγέλου «ει εξείη … των ετεροδόξων ενίοις συνεύχεσθαι και βίας επειγούσης» απαντά κατηγορηματικά: «Βέλτιον εν υπαίθροις και ερημίαις και όρεσι ακίβδηλον Θεώ προσάγειν τον ύμνον ή δυσσεβών κοινωνία χρωμένους χρυσώ κεκοσμημένοις και πλακών στιλπνότητι προσέχειν τεμένεσιν»,xliii δηλαδή καλύτερα στην ύπαιθρο, στις ερημιές και στα βουνά να προσφέρουμε γνήσια και ανόθευτη λατρεία στο Θεό, παρά έχοντας επικοινωνία με τους δυσεβείς αιρετικούς να πηγαίνουμε στους μεγαλοπρεπείς και χρυσοστόλιστους Ναούς τους!

4. Ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος προτρέπει τους χριστιανούς που είναι «δυνατοί και θερμοί και σταθεροί στην Πίστη» και προσκαλούνται από αιρετικούς που τους σέβονται και τους ευλαβούνται, κατ’ οικονομία να διατηρούν επικοινωνία μαζί τους ακόμα και να συντρώγουν με απώτερο σκοπό να τους ωφελήσουν xliv. Δεν αναφέρει όμως τίποτα σχετικά με τη χρήση της οικονομίας στη συμπροσευχή με τους αιρετικούς.

5. Σε ποιες όμως περιπτώσεις κατ’ οικονομίαν επιτρέπεται η παρουσία Ορθοδόξων στους Ναούς αιρετικών και η συμμετοχή στη λατρεία τους;

i. Όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος της εργασίας, απαγορεύεται η είσοδος σε Ναούς αιρετικών «προσεύξασθαι» ή «ευχής ή θεραπείας ένεκα» (κανών ΞΔ΄ Αγ. Αποστόλων και Θ΄ της εν Λαοδικεία). Κατά συνέπεια, όχι μόνο κατ’ οικονομίαν αλλά και κατ’ ακρίβεια δεν απαγορεύεται «η παρακολούθησις της λατρείας των ετεροδόξων εκ μέρους απλών μελών της Ορθοδόξου Εκκλησίας (η οποία) θα ηδύνατο να ερμηνευθή και ως πράξις φιλοφροσύνης»xlv ή για εθιμοτυπικούς ή κοινωνικούς και μόνο λόγους.

ii. Ο Αγ. Νικηφόρος Ομολογητής αναφέρει ότι επιτρέπεται η είσοδος εις τα «κοιμητήρια αγίων», ήτοι εις τα Μαρτύρια, έστω και αν αυτά κατέχονται υπό αιρετικών, για την προσκύνηση των Ι. Λειψάνων και όχι για την συμπροσευχή με τους αιρετικούς, «ει μη τι αν εξ ανάγκης, κατά μόνον το ασπάσασθαι το του Αγίου λείψανον η είσοδος γένοιτο». xlvi

iii. Ο πνευματικός κυρ Γρηγόριος (μέλος της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας) λέει χαρακτηριστικά: «εγώ ότε εις ναόν εισέλθω Λατίνων, ου προσκυνώ τινά των εκείσε αγίων, επεί ουδέ γνωρίζω τινά. Τον Χριστόν ίσως μόνον γνωρίζω, αλλ’ ουκ οίδα πως περιγράφεται, αλλά ποιώ τον σταυρόν μου και προσκυνώ. Τον σταυρόν ουν, ον αυτός ποιώ, προσκυνώ και ουχ έτερον τι των εκείσε θεωρουμένων μοι». xlvii

6. Σε ποιες όμως περιπτώσεις κατ’ οικονομίαν επιτρέπεται η παρουσία αιρετικών στην Ορθόδοξη λατρεία μας;

Επαναλαμβάνουμε ότι ενώ για την συμμετοχή των Ορθοδόξων στη λατρεία των αιρετικών η κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας είναι κατηγορηματικά αρνητική, εν τούτοις είναι πιο διαλλακτική στην κατ’ οικονομίαν είσοδο των αιρετικών σε Ορθοδόξους Ναούς:

i. Η κατ’ ακρίβεια πράξη, όπως προελέχθη, απαιτεί την συμμετοχή στη λατρευτική πράξη της Εκκλησίας μας μόνο των μελών της και όχι των αβαπτίστων ή αιρετικών. Κατ’ οικονομίαν όμως έχει επιτραπεί αιρετικοί ή και μη Χριστιανοί να παρακολουθούν την Ορθόδοξη λατρεία – ακόμα και τη Θ. Λειτουργία – όταν υπάρχει εκ μέρους τους διάθεση γνωριμίας της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μας. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι η παρακολούθηση της Θ. Λειτουργίας στον Ι. Ν. Αγ. Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη από την αντιπροσωπεία των ειδωλολατρών Ρώσων και ο εκχριστιανισμός στη συνέχεια ολοκλήρου του Ρωσικού λαού.

ii. Επίσης, ο Ι. Χρυσόστομος προσκαλεί τους αιρετικούς στο Ναό όπου ομιλούσε με την ελπίδα της επιστροφής τους στην αλήθεια της Εκκλησίας: «ενταύθα μοι τον αιρετικόν κάλει. Εάν τε παρή, εάν τε μη παρή. Εάν τε γαρ παρή παρά της ημετέρας φωνής παιδευέσθω. Εάν τε μη παρή, δια της υμετέρας ακροάσεως μανθανέτω». xlviii

iii. Διευρύνοντας την προαναφερθείσα πρόταση του Αγ. Νικηφόρου του Ομολογητού για την είσοδο σε Ναούς αιρετικών προς προσκύνηση των εκεί ευρισκομένων Ι. Λειψάνων, μπορούμε να δεχθούμε ότι επιτρέπεται και η είσοδος των ετεροδόξων σε Ορθοδόξους Ναούς προς προσκύνηση των Ι. Λειψάνων τα οποία φυλάσσουμε και τα σέβονται και αυτοί. Μία τυχόν απαγόρευση της εισόδου και προσκυνήσεως των Ι. Λειψάνων θα ήταν ασφαλώς μακριά από το γνήσιο εκκλησιαστικό πνεύμα. Και ασφαλώς όταν οι ετερόδοξοι «επιστρέφουν» στην Εκκλησία μας Ι. Λείψανα λόγοι φιλοξενίας καθώς και ευχαριστίας επιβάλλουν την κατ’ οικονομία παρουσία τους στις σχετικές εκκλησιαστικές εκδηλώσεις, ασφαλώς χωρίς ενεργό λειτουργική συμμετοχή στην Ορθόδοξη λατρεία μας.

iv. Οι Πατριάρχες Κπόλεως Γεννάδιος Σχολάριοςxlix και Ιεροσολύμων Δοσίθεοςl και ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος (Βουλγαρίας) Δημήτριος Χωματιανόςli αναφερόμενοι σε όσους εκ των αιρετικών έρχονται με σεβασμό να παρακολουθήσουν την Ορθόδοξη λατρεία μας και ζητούν την ευλογία μας, προτείνουν να μην τους αποπέμπουμε, αλλά αντιθέτως να τους προσφέρουμε και αντίδωροlii και τον αγιασμό μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γεννάδιος ενώ επιτρέπει στους Ορθοδόξους να δίδουν την ευλογία σε αιρετικούς, τους αποτρέπει όμως να ζητούν την ευλογία και τον αγιασμό των αιρετικών! «Αρκετόν ουν εστίν, ότι υμείς ου ζητείτε ουδέ αγιασμόν παρ’ αυτών, διότι εισίν ετερόδοξοι κεχωρισμένοι». Ο Αχρίδος Δημήτριος αισθάνεται την ανάγκη να αιτιολογήσει την πρότασή του αυτή λέγοντας ότι «η τοιαύτη συνήθεια δύναμιν έχει κατά μικρόν μεθελκύσαι αυτούς καθόλου προς τα καθ’ ημάς ιερά ήθη και δόγματα». liii

v. Μία άλλη περίπτωση όπου αιρετικοί επιτρέπεται κατ’ οικονομία να συμμετέχουν σε Ορθόδοξη Ακολουθία έχουμε στην κατ’ οικονομία τέλεση Εξοδίου Ακολουθίας και ταφής ετεροδόξου υπό Ορθοδόξου Ιερέως, όταν δεν υπάρχουν ποιμένες του δόγματος του κεκοιμημένου,liv καθώς και κατά την τέλεση του μυστηρίου του Γάμου, όταν το ένα μέλος τυγχάνει ετερόδοξο (μικτός Γάμος). lv

vi. Ασφαλώς σήμερα με την αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών όλο και συχνότερα και στις ενορίες παρατηρείται προσέλευση ετεροδόξων στην Ορθόδοξη λατρεία. Οι σκέψεις του αειμνήστου π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου αποτελούν την πλέον ενδεδειγμένη αντιμετώπιση από τους υπευθύνους ποιμένες: «αν … θελήση αιρετικός τις να εισέλθη, τότε βεβαίως δεν θα διακόψωμεν την λατρείαν, ούτε θα καλέσωμεν την Αστυνομίαν. Θα συνεχίσωμεν την λατρείαν και μετά το πέρας αυτής θα πλησιάσωμεν τον ετερόδοξον και μετ’ ευγενείας θα είπωμεν εις αυτόν τι λέγουσιν εν προκειμένω οι ιεροί κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και θα υποδείξωμεν ότι άλλοτε οφείλει να φέρηται προς αυτούς μετά σεβασμού. Ημείς ουδέποτε θα εισέλθωμεν εις ετερόδοξον Ναόν εν ώρα λατρείας, τηρούντες εν απολύτω ακριβεία τους ι. Κανόνας. Περί την είσοδον όμως ετεροδόξων ετεροδόξων εις τους ημετέρους Ναούς μικρά τις ελαστικότης, εν τω πνεύματι της εκκλησιαστικής οικονομίας, δεν βλάπτει»lvi. 


(συνεχίζεται)


 

1 βλ. www. oodegr. com/oode/papismos/synefxesthe1. htmwww. alopsis. gr/alopsis/symprose. htm, εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ (1701/7. 9. 07, 1702/14. 9. 07, 1703/21. 9. 07, 1704/28. 9. 07 και 1705/5. 10. 07).

iΗ παρούσα εργασία αφιερούται στη μνήμη του κατηχητού Γεωργίου Ξ. Οικονόμου, του πρώτου διδάξαντός με τους Ι. Κανόνες στα μαθήματα του Μέσου Κατηχητικού Σχολείου της Αναπλαστικής Σχολής Πατρών, επί τη συμπληρώσει 15ετίας από της κοιμήσεώς του.

Δοσιθέου Ιεροσολύμων προς Μιχαήλ Βελιγραδίου, εν Κ. Δελικάνη, Τα εν τοις κώδιξι του Πατριαρχικού Αρχειοφυλακείου σωζόμενα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα, (στο εξής: Δελικάνη, Έγγραφα) τόμος Γ΄ εν Κωνσταντινουπόλει, (φωτοαναστατική επανέκδοση 1999), σ. 684

ii «Οι ιεροί κανόνες σπανίως χρησιμοποιούν τον όρο «οικονομία» και προτιμούν τους όρους «φιλανθρωπία», και «επιείκεια» (Καν. Ε΄, ΙΑ΄, ΙΒ΄ της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και Λ΄ της εν Χαλκηδόνι). Ο όρος «οικονομία» απαντά εις τους κανόνας ΚΘ΄, Λ΄, ΛΖ΄, ΡΒ΄ της Πενθέκτης εν τη εννοία της συγκαταβάσεως και της διευθετήσεως. Αλλαχού ο όρος «οικονομία» (καν. Β΄ της Β΄ Οικουμ. Συνόδου) δέον να ερμηνευθή δια του όρου «χειροτονία» (Π. Μπρατσιώτου, Π. Τρεμπέλα, Κ. Μουρατίδου, Α. Θεοδώρου, Ν. Μπρατσιώτου, Η Εκκλησιαστική Οικονομία Υπόμνημα εις την Ι. Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σ. 14 υποσ. 20) (στο εξής: Καθηγητών, Υπόμνημα)

iii Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας», Εν Αθήναις 1957, σ. 209 (στο εξής: Κοτσώνη, Προβλήματα)

iv Καθηγητών, Υπόμνημα, σ. ii.

v Π. Μπούμη, Η Εκκλησιαστική «Οικονομία» κατά το Κανονικόν Δίκαιον, Εκκλησία τ. 48(1971), σ. 353

vi Γ. Μεταλληνού, «Ομολογώ εν Βάπτισμα», ερμηνεία και εφαρμογή του Ζ΄ κανόνος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου από τους Κολλυβάδες και τον Κων/νο Οικονόμο, Αθήνα 19962, σ. 44.

vii Κατά τον Πατριάρχη Κπόλεως Καλλίνικο Β΄ «είωθεν η της Εκκλησίας ιερά κρίσις εις τα πολλά συγκαταβαίνειν οικονομικώς εν τισι των μικροτέρων, ίνα μη τοις μείζοσι και κυριωτέραν προξενήσει ζημίαν και ολέθριον κίνδυνον», εν Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις, τ. Β΄, Κωνσταντινούπολις 1888, σ. 396.

viii Κυρίλλου Δ΄ Κωνσταντινουπόλεως, Τω Αντιοχείας, εν Δελικάνη Έγγραφα, τ. Β΄, σ. 178.

ix PG 103, 953-956. Αναλυτικότερα βλ. Κοτσώνη, Προβλήματα, σ. 168, 172 και Α. Αλιβιζάτου, Η Οικονομία κατά το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1949, σ. 12 και 58, (στο εξής: Αλιβιζάτου, Οικονομία), Καθηγητών, Υπόμνημα, σ. 19-24, Μεθόδιος Φούγια, Μητρ. Πισιδίας, Εκκλησιαστική Οικονομία και Χριστολογική Ορολογία, Αθήνα 1998, σ. 57-59, (στο εξής: Φούγιας, Οικονομία), B. Archondonis, The problem of Oikonomia today, Kanon 6(1983), σ. 42-43, (στο εξής: Bartholomeos, Oikonomia)

x Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου 16-28 Ιουλίου 1971, Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, εν Γραμματεία Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Chambesy Γενεύης 1973, σ. 136, (στο εξής: Διορθόδοξη Επιτροπή, Οικονομία)

xi PG 111, 213

xii Αλιβιζάτου, Οικονομία, σ. 43, Π. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον Α΄ Αθήναι 1989, σ. 65-66, του αυτού, Οικονομία, ΘΗΕ τ. 9, στ. 679, του αυτού, Νομοκανονικαί απαντήσεις σε ερωτήματα Εξωτερικής Ιεραποστολής, Αθήνα 1999, σ. 31-32, Α. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, τ. Α΄ Αθήναι 1952, σ. 105, Δ. Πετρακάκου, Νομοκανονικαί ενασχολήσεις, Αθήναι 1943, σ. 63-71.

xiii Η Εκκλησία «επί είκοσι τώρα αιώνας, ουδέποτε καθόρισεν επισήμως και εν συνόδω δι’ ειδικού κειμένου, κανονικού ή άλλου, τα κατά την οικονομίαν ακριβώς και λεπτομερώς» (Β. Αρχοντώνη (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου), Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Επίσκεψις, τευχ. 50/14. 3. 1972, σ. 13). Η Α΄ Πανορθόδοξος Διάσκεψις (Ρόδος 1961) είχε συμπεριλάβει το θέμα της εκκλησιαστικής οικονομίας στον καταρτισθέντα κατάλογο (πρώτο στο κεφ. VII (Θεολογικά θέματα), η Δ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ 1968) ανέθεσε στην Εκκλησία της Ρουμανίας τη μελέτη και η Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (16-18 Ιουλίου 1971) κατέληξε στην εισήγηση «Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» (Γραμματεία Προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Διορθόδοξος Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου 16-28 Ιουλίου 1971, Chambesy Γενεύης 1973, σ. 115-149) στην οποία ασκήθηκε σοβαρή κριτική που οδήγησε στη συνέχεια σε απόσυρση του θέματος (Bartholomeos, Oikonomia, σ. 39-41). Εμπεριστατωμένη κριτική στο κείμενο της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής έγινε υπό των Καθηγητών Π. Μπρατσιώτου, Π. Τρεμπέλα, Κ. Μουρατίδου, Α. Θεοδώρου και Ν. Μπρατσιώτου με το από 5 Ιουνίου 1972 υπόμνημά τους στην Ι. Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος (κυκλοφόρησε και αυτοτελώς). Στους ανωτέρω απάντησε ο Μεθόδιος Φούγιας, (Μητροπ. Αξώμης) με σειρά άρθρων του στο περιοδικό «Εκκλησιαστικός Φάρος» που αναδημοσιεύθηκαν στο Μ. Φούγιας, Μητροπ. Πισιδίας, Εκκλησιαστική Οικονομία και Χριστολογική Ορολογία, Αθήνα 1998. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών με τον καθηγητή Παν. Τρεμπέλα εις Ορθόδοξον Τύπον (15. 2. 1974, 1. 4. 1974).

xiv Αλιβιζάτου, Οικονομία, σ. 57, πρβλ. Μ. Φαράντου, Το θέμα του διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των ετεροδόξων και ιδία μετά των Παλαιοκαθολικών, Θεσσαλονίκη, 1971, σ. 13.

xv Κων. Μουρατίδου, Η ουσία και το πολίτευμα της Εκκλησίας κατά την διδασκαλίαν του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αθήναι 19772, σ. 171, Κοτσώνη, Προβλήματα, σ. 64. Κατά τον Δημ. Χωματιανό «γίνεσθαι, ουχί από ραθυμίας και καταφρονήσεως, αλλά υπό μόνης ανάγκης» (αυτόθι σ. 102). Επίσης πολλοί κανόνες μνημονεύουν την εξ ανάγκης χρησιμοποίηση της οικονομίας (ενδεικτικά ΞΘ΄ Αγ. Αποστόλων, Β΄ της Α΄ Οικουμ. Συνόδου («επειδή πολλά ήτοι υπό της ανάγκης, ή άλλως επειγομένων των ανθρώπων, εγένετο παρά τον κανόνα τον εκκλησιαστικόν»), ΙΒ΄ της εν Νεοκαισαρία).

xvi Αλιβιζάτου, Οικονομία, σ. 62, πρβλ. Ιω. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β΄, Εν Αθήναις 1953, σ. 972-973. Στην εισήγηση της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου τονίζεται ότι η οικονομία στην Ορθοδοξία εφαρμόζεται «εν μέτρω … εν οις δει, και όταν δει και οσάκις δει», Διορθόδοξη Επιτροπή, Οικονομία, σ. 143.

xvii Κυρίλλου Δ΄ Κωνσταντινουπόλεως Τω Αντιοχείας, εν Δελικάνη, Έγγραφα, τ. Β΄, σ. 178.

xviii Ι. Κοτσώνη, Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων (intercommunio), εν Αθήναις 1957, σ. 160-161, (στο εξής Κοτσώνη, intercommunio).

xix S. Troianos, Der Begriff der Oikonomia im byzantinischen Recht (Unter Beruecksictigung der gegenwaertigen griechischen Kanonistik), εν 17η Ετήσια Θεολογική Συνάντηση Πανεπιστημίου Αγ. Τύχωνος, Μόσχα 2007, τ. 1 (ρωσ. ) σ. 139-146.

xx Κοτσώνη, Οικονομία, σ. 105. Κατά τον Κων/νο Οικονόμο «έχει και η οικονομία τους ιδίους όρους και τα μέτρα των πραγμάτων και τους καιρούς, ατάραχον εις το διηνεκές και αστασίαστον και ολόκληρον την Εκκλησίαν διατηρούσα, μήποτε λίαν οικονομούσα παρανομήση, και τας προς καιρόν ενδόσεις αυτής αι συγκαταβάσεις ως κυρίας παραστήση και ισοσθενείς της αφ’ ης συγκατέβη ακριβείας των θείων νόμων» εν Γ. Μεταλληνού, «Ομολογώ εν Βάπτισμα», σ. 115 (υποσ. 326).

xxi Π. Μπούμης, Κανονικόν Δίκαιον, Α΄ Αθήναι 1989, σ. 68, του ιδίου, Η εκκλησιαστική «Οικονομία» κατά το Κανονικόν Δίκαιον, Εκκλησία τ. 48(1971), σ. 355.

xxii Bartholomeos, Oikonomia, σ. 46-47

xxiii PG 77, 320.

xxiv Γ. Ράλλη- Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών Κανόνων, Αθήνησιν, 1855, (στο εξής: Ρ-Π, Σύνταγμα), Δ΄ σ. 398.

xxv Π. Μπούμη, Κανονικόν Δίκαιον, Α΄, σ. 62.

xxvi Είναι απαραίτητο «όχι μόνο εις την διακρίβωσιν των προθέσεων του λαμβάνοντος το κατ’ οικονομίαν μέτρον … αλλά και εις την εκτίμησιν των αποτελεσμάτων τα οποία τούτο δύναται να επιφέρη εις την καθόλου εκκλησιαστικήν ζωήν. Εάν δηλαδή, … η πράξις του δε αύτη δεν επιφέρει γενικήν της εκκλησιαστικής τάξεως παράλυσιν και ανατροπήν, τότε αύτη είναι οικονομία» (Κοτσώνη, Οικονομία, σ. 104-105), πρβλ. Π. Μπούμη, Η εκκλησιαστική «Οικονομία» κατά το Κανονικόν Δίκαιον, Εκκλησία τ. 48(1971), σ. 354

xxvii Β. Αρχοντώνη (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου), Περί την κωδικοποίησιν των Ι. Κανόνων και των κανονικών διατάξεων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Ανάλεκτα Βλατάδων 6, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 98, (στο εξής: Βαρθολομαίου, Κωδικοποίηση), Δ. Μπαλάνου, Το πρόβλημα της συγκλήσεως Οικουμενικής Συνόδου, εν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 3(1936/37), σ. 135

xxviii PG 32, 860.

xxix Βαρθολομαίου, Κωδικοποίηση, σ. 98, πρβλ. ανωνύμου, Ο Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας επί της Οικουμενικής Κινήσεως και των Θεολογικών Διαλόγων, ΣΩΤΗΡ, Αθήναι 20073, σ. 45

xxx Κοτσώνη, Οικονομία, σ. 113, 130.

xxxi Προσφώνησις προς την αντιπροσωπείαν της Εκκλησίας της Ρώμης (Φανάριον, 30. 11. 1984), εις Επίσκεψις, τευχ. 326/1. 12. 1984, πρβλ. «σε τελευταία ανάλυση το πλήρωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχει το αναφαίρετο κανονικό δικαίωμα να «διακρίνη» και να κρίνη την αποδοχή ή την απόρριψη των οποιωνδήποτε αποφάσεων που βρίσκονται έξω από τα πλάισια της ορθοδόξου παραδόσεως», Δ. Παπανδρέου, Μητρ. Ελβετίας, Ποιμαντική των διαλόγων, εν Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής Α. Π. Θ. , 28(1985), σ. 424.

xxxii Κοτσώνη, intercommunio, σ. 75.

xxxiii Ειρήνη Τσαγρή, Νομική φύσις της Εκκλησιαστικής Οικονομίας, Εφημερίς Ελλήνων Νομικών, τ. 39(1972), σ. 878.

xxxiv Νικολάου Μυστικού, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Τω τα πάντα αγιωτάτω πάπα της πρεσβυτέρας Ρώμης, PG 111, 212

xxxv PG 99, 984, αναλυτικότερα βλ. Αλιβιζάτου, Οικονομία, σ. 40

xxxvi Βαρθολομαίου Αρχοντώνη (νυν Οικουμενικού Πατριάρχου), Η οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Επίσκεψις, τευχ. 50/14. 3. 1972, σ. 14, πρβλ. «Η Οικονομία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία», εν Διορθόδοξη Επιτροπή, Οικονομία, σ. 136, Φούγιας, Οικονομία , σ. 38 και Bartholomeos, Oikonomia, σ. 40-41

xxxvii Κατά τον π. Γ. Φλωρόφσκυ δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της οικονομίας, βλ. Γ. Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του ζώντος Χριστού, Μία Ορθόδοξη ερμηνεία της Εκκλησίας, μτφρ. Ι. Παπαδοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σ. 129-148.

xxxviii «οικονομίας ένεκα, μη ακριβολογούμενοι σφόδρα περί τους μεταγιγνώσκοντας» Αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας, Επιστολή 37η προς Μάξιμον διάκονον Αντιοχείας, (PG 77,321), ενώ κατά τον Ε΄ Κανόνα της εν Αγκύρα Συνόδου «τους δε επισκόπους εξουσίαν έχειν τον τρόπον της επιστροφής δοκιμάσαντας φιλανθρωπεύεσθαι, ή πλείονα προστιθέναι χρόνον», αναλυτικότερα βλ. Παν. Τρεμπέλα, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Γ΄, Αθήναι 1961, σ. 48 κ. εξ, Γ. Μεταλληνού, «Ομολογώ εν Βάπτισμα», σ. 113, Δ. Στανιλόαε, Για ένα ορθόδοξο Οικουμενισμό, Ευχαριστία-Πίστη-Εκκλησία (Το πρόβλημα της intercommunion), Πειραιεύς 1976, σ. 31-32, Διορθόδοξη Επιτροπή, σ. 138 κ. εξ. , Φούγιας, Οικονομία, σ. 58.

xxxix Δημητρίου Χωματιανού, εν Ρ-Π, Σύνταγμα, Ε΄σ. 436

xl κατά τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, εν Γ. Μεταλληνού, «Ομολογώ εν Βάπτισμα», σ. 80.

xli Ρ- Π, Σύνταγμα, Δ΄, σ. 459-460.

xlii Ρ- Π, Σύνταγμα, Δ΄, σ. 431α. Ο Άγ. Νικηφόρος αιτιολογεί την άποψη ότι ο ναός των αιρετικών είναι «κοινός οίκος» λέγοντας: «ου χρη το καθόλου εις τας τοιαύτας εκκλησίας εισιέναι … άμα γαρ τω εισαχθείναι την αίρεσιν, απέστη ο έφορος των εκείσε άγγελος, κατά την φωνήν του Μ. Βασιλείου, και κοινός οίκος ο τοιούτος χρηματίζει Ναός. Και ου μη εισέλθω, φησίν, εις Εκκλησίαν πονηρευομένων» (Ρ- Π, Σύνταγμα, Δ΄, σ. 431δ).

xliii Κοτσώνη, intercommunio, σ. 89-90

xliv Λόγος ΛΑ΄ «προς ποιμένα» , παρ. ξε΄.

xlv Κοτσώνη, intercommunio, σ. 255.

xlvi Απόκρισις ε΄, Ρ- Π, Σύνταγμα, Δ΄, σ. 431ε.

xlvii π. Θ. Ζήση, Για τη συμπροσευχή Πατριάρχου και Πάπα ποια σύνοδος θα επιβάλει την κανονικότητα; Θεοδρομία, 6,2 (2004) σ. 175.

xlviii Ομιλία εις τον ιερομάρτυρα Φωκά, PG 50, 702.

xlix Γενναδίου Σχολαρίου, Άπαντα, έκδ. D. Sideridis-M. Jugie-L. Petit, τ. 5, σ. 201-202, πρβλ, Μητρ. Προϊλάβου Καλλινίκου, «Πως δει δέχεσθαι τους εξ αιρέσεων προσερχομένους», Θεολογία, τ. 9(1931), σ. 242-243

l Δελικάνη, Έγγραφα, τ. Γ΄, σ. 684.

li Αναλυτικότερα περί του Χωματιανού βλ. κατωτέρω.

lii Υπενθυμίζουμε την δια του Αντιδώρου επίσκεψη της Χάριτος του Θεού στον Αγ. Νεομάρτυρα Αχμέτ, εν Συναξαριστής Νεομαρτύρων, Θεσσαλονίκη 19892, σ. 509

liii Ρ-Π, Σύνταγμα, Ε΄ σ. 435.

liv βλ. υπ’ αριθμ. 1621/343/15. 3. 1891 Eγκύκλιος της Ι. Συνόδου, εν Σ. Γιαννοπούλου, Συλλογή Eγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από του 1833 μέχρι σήμερoν, Εν Αθήναις 1901, σελ. 574-575. Για τη σχετική ακολουθία βλ. Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον, έκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 199914, σ. 276. Αναλυτικότερα η εξέλιξη της εκκλησιαστικής πράξεως στο θέμα της ταφής ετεροδόξων βλ. Κοτσώνη, intercommunio, σ. 242-247.

lv Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β΄, εν Αθήναις 1953, σ. 1003, Β΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, εν Δ. Παπανδρέου, Προς την Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον, Αθήναι 1990, σ. 37

lvi Ε. Θεοδωροπούλου, Άρθρα-Μελέται-Επιστολαί, Α΄, Εν Αθήναις 1986, σ. 215



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Περί Οικουμενιστικών Διασκέψεων και Συνεδρίων

 

Στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος[1] δημοσιεύτηκε πύρινο άρθρο στηλιτεύσεως του Οικουμενισμού που αφορά ένα συνέδριο του ΠΣΕ που διεξήχθη στην Αθήνα τον Μάη.
Οικουμενιστικά συνέδρια και εκδηλώσεις γίνονται σε όλον τον κόσμο, θα κάνω όμως μία σύγκριση και παρακαλώ να προσέξετε τις παραπομπές.
Με μπορντώ γράμματα αφορούν όσα δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα των Γ.Ο.Χ. και με μπλε όσα περιέχονται στις παραπομπές.

Διαβάζουμε:

«Στὶς 19/5, δεύτερη ἡμέρα τοῦ Συνεδρίου, ὁ κληρικὸς Νικόλαος Καζαριὰν τῆς Ἑλληνορθοδόξου Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς ὑπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἦταν ἰδιαίτερα ἀποκαλυπτικὸς στὶς Οἰκουμενιστικές του ὑπερβολές, γεγονὸς ποὺ καταδεικνύει τοῦ πόσο μεγάλη εἶναι ἡ αἱρετικὴ διάβρωση τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν. Ὑποστήριξε λοιπὸν τὴν ἀπὸ κοινοῦ δράση τῶν Χριστιανῶν παρὰ τὶς δογματικὲς διαφορές τους, «σὲ ἕνα κόσμο ποὺ ὑποφέρει», γεγονὸς ποὺ παρέχει «κοινὴ μαρτυρία» ἐντὸς αὐτοῦ…..»

Τα παραπάνω λεχθέντα είναι πασίγνωστα ''δόγματα'' του Οικουμενισμού! Γιατί όμως να ομιλούμε για τους άλλους; Διαβάζουμε παραπλήσιες δηλώσεις με κοινές δράσεις: «για την σημασία της ανεκτικότητας και της συνεργασίας στην αντιμετώπιση πολύπλοκων παγκόσμιων προκλήσεων»
«την ενίσχυση του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των θρησκειών», «για την προώθηση της διαθρησκειακής αρμονίας»«για την αντιμετώπιση του εξτρεμισμού και την προώθηση της ειρήνης»«για τη δημιουργία μιας αρμονικής κοινωνίας», «για την προώθηση της ειρήνης και της δικαιοσύνης», και όλα αυτά «για χάρη της αμοιβαίας ευημερίας».[2]

«Ὁ Καζαριὰν συνέχισε: «οἱ παγκόσμιες συγκρούσεις καλοῦν τὴν Ἐκκλησία νὰ ἀνακτήσει τὸν προφητικό της ρόλο». Ὅμως, θὰ ἐρωτούσαμε, ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία περὶ τῆς ὁποίας γίνεται αἴφνης λόγος ἐνώπιον διομολογιακοῦ ἀκροατηρίου στὰ πλαίσια τοῦ «ΠΣΕ»;

Πολύ σωστά αναρωτιέται η Μητρόπολη και το ίδιο αναρωτιόμαστε και εμείς όταν διαβάζουμε:

«Αυτό το συνέδριο θα αποτελέσει μια κομβική στιγμή για την παγκόσμια εκκλησία να ενωθεί στην προσευχή, τη λατρεία και τον ευαγγελισμό…. Όσο είναι ακόμα μέρα, όσο ο Θεός μας δίνει την ευκαιρία, τότε ο Θεός μας προστάζει να πάμε και να γίνουμε μαθητές Του».[3]

Ποια είναι δηλαδή αυτή η ''Παγκόσμια Εκκλησία'' που μάλιστα ο Θεός δίνει και την ευκαιρία προστάζοντας να γίνουν όλοι μαθητές Του;

 «Ὁ Καζαριὰν θεωρεῖ ὅτι «ὁ Οἰκουμενικὸς διάλογος προσφέρει ἐργαλεῖα συμφιλίωσης ποὺ μποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν στὶς δικές μας κοινότητες…».

Το αυτό θεωρούν και όσοι λέγουν:

«Δεν υπάρχει χώρος όπως η Πίστη και η Τάξη. Ας το λατρέψουμε, ας απολαύσουμε όλη την ομορφιά που μας παρέχει για να εμβαθύνουμε τους προβληματισμούς μας, να καλλιεργήσουμε σχέσεις, να χτίσουμε φιλίες, να αποκτήσουμε εμπειρίες που εμπλουτίζουν τη ζωή και να μαθαίνουμε από τα πλαίσια και τις παραδόσεις που κατοικούμε…»[4]

«Μέσα από τέτοιες εκδηλώσεις, ελπίζεται ότι οι δεσμοί επικοινωνίας και διαλόγου μεταξύ των θρησκειών θα γίνονται όλο και ισχυρότεροι, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας ειρηνικής και αρμονικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον ευγενή στόχο που επιδιώκουν της οι πλευρές[5]

«Οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς στὴν βαθιὰ πλάνη της θεωροῦν ὅτι ἡ συμμετοχὴ στὴν Οἰκουμενιστικὴ διαδικασία τοὺς παρέχει χρήσιμα συμφιλιωτικὰ ἐργαλεῖα γιὰ ἐφαρμογὴ στὸν χῶρο της, δηλ. ἑνότητος καὶ ἀγάπης, χωρὶς ὅμως Ἀλήθεια! Καὶ ὅτι τηςὸ κίνημά της αὐτὸ παρέχει θεία θεραπεία ἐσωτερικά! Ὅμως, πρόκειται γιὰ διακήρυξη τῆς πνευματικῆς της τυφλότητος, ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται προφανέστατα νὰ διαχωρίσουν τηςὶς θεῖες Ἐνέργειες ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες ἤ τηςὶς δαιμονικές! Καὶ τότε πῶς δύνανται νὰ ποιμάνουν Ἐκκλησία Θεοῦ; Ἤ νὰ ὁδηγήσουν ἀπλανῶς τὸ ποίμνιό της σὲ ὁδὸ σωτηρίας;… Ἀλλὰ ποιᾶς σωτηρίας; Τέτοια ἔννοια καὶ τέτοια προβληματολογία δὲν ἀνευρίσκεται στὴν πρακτικῶς δραστήρια Οἰκουμενικὴ κίνηση. Οἱ θιασῶτες της ἀσχολοῦνται πυρετωδῶς καὶ ματαίως μὲ τὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων τοῦ κόσμου τούτου, τὰ ὁποῖα φυσικὰ ἁπλῶς περιγράφουν κατ’ ἐπιλογὴν καὶ διεκτραγωδοῦν, χωρὶς ἀκόμη καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν τὸ παραμικρό, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ κάποια ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια, ὅπως θὰ μποροῦσε ἄλλωστε νὰ πράξει ὁποιοσδήποτε ὀργανισμός».

Δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι παραπάνω, συμφωνούμε απόλυτα!

 «Ὁ δὲ Καζαριὰν κατέληξε ὡς ἑξῆς τὴν διάτρητη εἰσήγησή του: «Ἡ ὀρθόδοξη συμμετοχὴ της τὸ 1925 ἦταν σημαντικὴ ὄχι μόνο μὲ οἰκουμενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ καὶ στὴν βαθύτερη ἐνασχόληση μὲ ζητήματα κοινωνικῆς ἠθικῆς, πολιτισμοῦ καὶ ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο. Ἡ θεραπεία (τῶν διαιρέσεων;) δὲν ἔρχεται μέσῳ τῆς ἀφοσιώσεως στὶς φατρίες της, ἀλλὰ μέσῳ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Εἴθε αὐτὴ ἡ ἑκατονταετηρίδα νὰ ἀνανεώσει τὴν ἀποφασιστικότητά της νὰ συμβαδίζουμε, νὰ συνδιακονοῦμε καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουμε ἕνα».

Τα παρόμοια επίσης διαβάζουμε:

«Ο Ιησούς ήξερε ότι οι μαθητές είχαν διαφωνία για το ποιος ήταν ο μεγαλύτερος ανάμεσά της. Δεν βρίσκονται συχνά οι εκκλησίες σε παρόμοια διαφωνία; Γι' αυτό ο Ιησούς προσευχήθηκε, ζητώντας από τον Πατέρα να κάνει τους μαθητές (διαβάστε: εκκλησία) ένα, προστατευμένους από το κακό και αγιασμένους στην αλήθεια. Αυτή η προσευχή του Ιησού είναι ένα μήνυμα για όλους εμάς, τις εκκλησίες στην Ινδονησία, να ζήσουμε ενωμένοι.... Στην ποικιλομορφία, οι ακόλουθοι του Χριστού καλούνται να συνεχίσουν να αγωνίζονται για να «Γίνουμε Τέλεια Ένα»... «Αυτή τη χαρούμενη στιγμή, θα θέλαμε να μεταφέρουμε τέσσερις απλούς προβληματισμούς σχετικά με την κατανόηση της ύπαρξης του οικουμενικού φόρουμ των ινδονησιακών εκκλησιών που συνεχίζει να ανταποκρίνεται στην προσευχή του Κυρίου Ιησού: Για να γίνουν όλοι ένα (ut omnes unum sint)». Το κίνημα του οικουμενισμού σε δράση υπογραμμίζει τη σημασία των γρήγορων και ευέλικτων βημάτων του PGI για την ανταπόκριση σε εξαιρετικά γρήγορες, απροσδόκητες και ανατρεπτικές αλλαγές», «Η ίδια η λέξη ''οικουμενική'' δεν σημαίνει το κοινό σπίτι όπου ζούμε και υπάρχουμε;»[6].

«Αναφορικά με την Ημέρα Εθνικής Προσευχής, ο Senador Liyanto υπογράμμισε ότι σε έναν ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, με πλήθος Χριστιανών στην Ινδονησία, οφείλουμε ευγνωμοσύνη στο FUKRI διότι είναι μια κίνηση που μας ενώνει[7]».

«Το FUKRI συνεχίζει να εργάζεται με πνεύμα ενότητας, προωθώντας την ενότητα του Χριστού μεταξύ των δογμάτων και των θρησκευτικών οργανισμών στην Ινδονησία..[8]».

«Ἄν αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ π. Ν. Καζαριὰν ἀποτελοῦν «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία» ἐνώπιον τῶν ἑτεροδόξων, τότε μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ μέγεθος τῆς θεολογικῆς διαστρεβλώσεως ποὺ συμβαίνει στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση καὶ πόσο πολὺ τὰ πράγματα ἔχουν ἐκτραπεῖ. Αὐτὴ ἡ τραγικὴ διαπίστωση, ὅπως ἀποδείξαμε καὶ ὅπως θὰ παρουσιάσουμε ἐν συνεχείᾳ, δὲν ἀποτελεῖ «φονταμενταλισμό», ὅπως κατηγοροῦνται ὅσοι ἀντιτίθενται ὀρθοδόξως στὴν αἵρεση, οὔτε συνιστοῦν «δαιμονοποίηση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», ὅπως κατήγγειλε ὅτι συμβαίνει στὸν χῶρο της ἡ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Ἀντιοχείας Maha Milki Wehbe! Ὁ Οἰκουμενισμὸς ὡς θεολογικὴ κακοδοξία δὲν εἶναι ἐκ τῆς Ἀληθείας, δηλ. ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκ τοῦ διαβόλου, τοῦ πατρὸς τοῦ ψεύδους, τῶν πλανῶν καὶ τῶν αἱρέσεων. Ἡ πασιφανὴς καὶ αὐταπόδεικτη αὐτὴ ἀλήθεια ἐνοχλεῖ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς καὶ σπεύδουν νὰ προτείνουν τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κατ’ αὐτοὺς ἀνησυχητικοῦ φαινομένου ἐντὸς τοῦ «ΠΣΕ», ὅπου νὰ συσκέπτονται μὲ «ἀνοιχτὸ μυαλό» καὶ νὰ καλλιεργοῦν τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος (Orthodox Times, 19-05-2025)».

Και πάλιν δεν έχουμε να προσθέσουμε κάτι. Συμφωνούμε απολύτως!

«Νὰ σημειώσουμε ὅτι στὴν Οἰκουμενιστικὴ Διάσκεψη τῶν Ἀθηνῶν ἔγιναν καὶ ἀνεπίτρεπτες κοινὲς προσευχὲς κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν της, τόσο βάσει τῆς ὀρθόδοξης παράδοσης (Orthodox Times, 19-05-2025), ὅσο καὶ τῆς προτεσταντικῆς μὲ τὰ ἀνάλογα τραγουδάκια συνοδία μουσικῶν ὀργάνων καὶ χορευτικῶν κινήσεων, ὅπως φαίνεται σὲ σχετικὲς φωτογραφίες».

Ανεπίτρεπτες κοινές προσευχές και τραγουδάκια, βλέπουμε επίσης εδώ[9],  εδώ[10], και εδώ[11] …..

 «Ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ τονισθεῖ ὅτι τὸ κύριο πρόβλημα μὲ τὸν Οἰκουμενισμὸ δὲν συνίσταται στὸ ὅτι γίνονται συμπροσευχές. Διότι ἄν δεχθοῦμε κάτι τέτοιο, τότε καταβιβάζουμε τὸ μέγα θεολογικὸ πρωτίστως πρόβλημα ἀπὸ τὴν αἱρετικὴ κακοδοξία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σὲ δῆθεν ἁπλὸ ζήτημα παραβιάσεως Ἱερῶν Κανόνων. Δηλαδὴ τὸ δογματικὸ πρόβλημα ποὺ ἀφορᾶ στὴν Πίστη μετατρέπεται σὲ Κανονικὸ μόνον πρόβλημα. Τοῦτο ὅμως ἀποβλέπει σὲ ἐλαχιστοποίηση τοῦ ζητήματος καὶ συνιστᾶ μέγα λάθος».

Συμφωνούμε και πάλιν!

 Ὁ μητρ. Πισιδίας Ἰὼβ ἐν συνεχείᾳ ἐνῶ παρατήρησε ὅτι τὰ δόγματα δὲν εἶναι αὐτὰ ποὺ διαιροῦν, ἀλλὰ ἡ αἵρεση διαιρεῖ, δὲν διευκρίνισε ἐν τούτοις τί σημαίνει αὐτὸ στὴν σύγχρονη πραγματικότητα. Ἀπεναντίας, εἶπε ὅτι τὸ κοινωνικὸ ἔργο τοῦ «ΠΣΕ» διαφέρει ἀπὸ τὸ παρόμοιο ἔργο ὁποιουδήποτε ἄλλου κοινωνικοῦ φορέως, διότι «οἰκοδομοῦμε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ»! Καὶ ὅτι «ἡ Ἐκκλησία μεταμορφώνει τὸν κόσμο φέρνοντας τοὺς ἀνθρώπους στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στὴν Ἐκκλησία»! (Ἱστοσελίδα «ΠΣΕ», Εἰδήσεις, 21-05-2025).

Ακόμα χειρότερα διαβάζουμε:

«οι διάφορες εκκλησίες μπορούν να ισχυριστούν ότι είναι ένα σώμα Χριστού, που καλείται να εξέλθει και να καρποφορήσει σε αυτόν τον κόσμο»…. «Σε κάθε άτομο και ομάδα στο σώμα του Χριστού έχουν δοθεί τα χαρίσματα του Πνεύματος»[12].

 Τελείως ἀσαφῆ πράγματα. Τὸ «ΠΣΕ» οἰκοδομεῖ τὸ «Σῶμα τοῦ Χριστοῦ», «μεταμορφώνει τὸν κόσμο» διὰ τοῦ ἔργου καὶ τῆς δράσεώς του, καὶ εἰσάγει τοὺς ἀνθρώπους στὴν «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ»;! Ἄν ὅπως φαίνεται αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν διαλαμβανομένων ἐνταῦθα, τότε ἔχουμε ἄλλη μία πανηγυρικὴ ἐπιβεβαίωση περὶ τῆς αἱρετικῆς φύσεως τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν.

Πολύ σωστά, μόνο που στην δική μας παραπάνω σημείωση, δεν λέγουν μόνον ότι ''οικοδομείται'' αλλά ότι ήδη είναι!

Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ἀκόμη νέο Οἰκουμενιστικὸ φιάσκο, γιὰ ἄλλη μία νέα Οἰκουμενιστικὴ πομφόλυγα ἐν μέσαις Ἀθήναις, μὲ τὴν συμμετοχὴ καὶ παροχὴ φιλοξενίας, πρὸς μείζονα κρῖμα καὶ κατάκριμα, τῆς Καινοτόμου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Συμφωνούμε και επαυξάνουμε με την διαφορά ότι στις δικές μας σημειώσεις δεν επρόκειτο μόνον περί συμμετοχής και απλής φιλοξενίας, αλλά και περί συνδιοργανώσεων τέτοιων φιάσκων!

Αὐτὸ ποὺ θέλουμε νὰ τονίσουμε κλείνοντας εἶναι ὅτι περὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ παραθέσαμε ἐνταῦθα, δὲν παρουσιάσθηκε ΤΙΠΟΤΕ ΑΠΟΛΥΤΩΣ διαδικτυακῶς ἀπὸ ὅσο μπορέσαμε νὰ ἐρευνήσουμε, οὔτε στὴν ἐπίσημη Ἱστοσελίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (τμῆμα Διορθοδόξων καὶ Διαχριστιανικῶν σχέσεων), οὔτε στὶς μητροπόλεις τῶν ὁποίων οἱ ποιμενάρχες συμμετεῖχαν στὸ Οἰκουμενιστικὸ Συνέδριο, οὔτε μέσῳ τῶν γνωστῶν Πρακτορείων εἰδήσεων ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου. Μόνον ἡ μητρόπολη Πισιδίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶχε σύντομη εἴδηση περὶ τούτου (24-05-2025). Τὸ πρωτογενὲς ὑλικὸ λάβαμε ἀπὸ τὴν Ἱστοσελίδα τοῦ «ΠΣΕ» καὶ ἀπὸ μία μόνον Σελίδα ποὺ παρουσίασε τὸ γεγονὸς (Orthodox Times).
Ἀναρωτιόμαστε εὐλόγως ἄν ἡ πλήρης ἀποσιώπηση ἀποτέλεσε ἐσκεμμένη ἐνέργεια γιὰ νὰ μὴ μάθει κανεὶς ἀπὸ τὸν Κλῆρο καὶ τὸν Λαὸ περὶ τούτου, ἤ ἄν ἁπλῶς ἐπρόκειτο γιὰ σύμπτωση ὀφειλόμενη σὲ ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, ἤ καὶ φροντίδος καὶ ὀργάνωσης, πράγματα ἰδιαίτερα γνωστὰ στὴν καθ’ ἡμᾶς ἀπίθανη ἑλληνικὴ πραγματικότητα.
Κλίνουμε ὅμως στὴν ἀποδοχὴ ὡς ἰσχύουσας τῆς πρώτης ἐκδοχῆς, διότι θεωροῦμε ἀδύνατη τὴν ἀπὸ ὅλους καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως ἐλλείψεως ἐνδιαφέροντος ἤ ὀργανώσεως.

Το ίδιο αναρωτιόμαστε παρομοίως όταν μας ''βγαίνουν τα μάτια'' για να ερευνήσουμε τις πηγές κάνοντας και τις μεταφράσεις, εφόσον δεν ενημερώνει και κανείς άλλος, και κάποιοι όταν τα βλέπουν λέγουν ''μην ασχολείστε''…..

Κατόπιν τούτου, τίθεται τὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα περὶ τοῦ ποιόν ἀπὸ παλαιὰ ἐκπροσωποῦν οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστὲς σὲ ὅλα ὅσα λέγουν καὶ πράττουν στὸν τομέα αὐτό; Ἐν ὀνόματι ποίου ὁμιλοῦν καὶ δραστηριοποιοῦνται σὲ ὅλα ὅσα ἀκροθιγῶς ἀναφέραμε; Τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ μόνον; Ποιά εἶναι ἡ φροντίδα καὶ μέριμνά τους γιὰ τὸ θέμα τὸ ὁποῖο ἀπασχολεῖ ἀνέκαθεν τοὺς ἐπαΐοντες ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴ (receptio) ὅλων ὅσων συμβαίνουν στὸν Οἰκουμενισμὸ ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα; Τί ἐκκλησιαστικὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ ἔλλειμμα προδίδει τοῦτο; Ποιόν καὶ τί φοβοῦνται ὥστε νὰ κρύπτονται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου αὐτῶν;
Κατανοοῦμε ὅτι σοβαρὴ καὶ ὑπεύθυνη ἀπάντηση στὰ καθοριστικὰ αὐτὰ ἐρωτήματα δὲν πρόκειται νὰ δοθεῖ. Διότι τὰ πάντα ὑπολειτουργοῦν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φροντίδα γιὰ διατήρηση καὶ προώθηση καλῶν Οἰκουμενικῶν σχέσεων, καὶ ἄς εἶναι τοῦτο ἐπιζήμιο ἀπὸ κάθε ἄποψη γιὰ τὴν πίστη. Ὅμως, ἔτσι ὑπαγορεύουν οἱ καιροί, ἔτσι οἱ ἐντολοδόχοι θρησκευτικῆς ἤ πολιτικῆς μορφῆς, ἔτσι τὰ ποικίλα συμφέροντα καὶ οἱ κοσμικοὶ ὑπολογισμοί, ἔτσι…
 Ἆράγε ἔχει κάποιος ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ἀναρωτηθεῖ σοβαρὰ ἄν ἔτσι ὑπαγορεύει ἡ Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός; Ἄν ἔτσι ὑπαγορεύει τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, τὸ ὁδηγοῦν εἰς πᾶσαν τὴν Ἀλήθειαν, κατόπιν θείων ἐμφάσεων καὶ σαφῶν προτροπῶν Του; Ἄν ἔτσι ὑπαγορεύουν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας παλαιοί τε καὶ νέοι; ΟΧΙ! Μυριάκις, ΟΧΙ!
 Ἀπευθυνόμενοι λοιπὸν στὸν περιφρονημένο Κλῆρο καὶ Λαὸ τὸν ὑπαγόμενο ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ του στοὺς παρηκόους στὴν θεία Ἐντολὴ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς, ἐκφράζουμε τὴν εἰλικρινῆ λύπη μας γιὰ τὴν κατάκριτη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως στάση καὶ συμπεριφορὰ τῶν καθοδηγῶν καὶ ὑπευθύνων τῶν ἀθανάτων ψυχῶν τους! Ἄν ὅμως αὐτὸ τοὺς ἀναπαύει καὶ τοὺς ἀσφαλίζει ὡς πρὸς τὴν ἀδιατάρακτη ποντοπορία τους πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τότε ὑπάρχει σίγουρα σοβαρὸ πρόβλημα καὶ ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνη συμπεριφορὰ καὶ εὐπιστία.

Το ίδιο ερώτημα έχουμε και εμείς όπως και τα ίδια πορίσματα!

 Ἐμεῖς, οἱ θεωρούμενοι «ἀντικανονικοί» Ἀντι-οικουμενιστὲς Ἀδελφοί τους τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου, τοὺς καλοῦμε ἐν τούτοις ὡς ἀπὸ Θεοῦ σὲ Μετάνοια καὶ σὲ Ὀρθόδοξη γραμμὴ καὶ πορεία. Ἡ Οἰκουμενιστικὴ ἐκτροπὴ ποὺ τόσο ἐπίσημα, ἀλλὰ καὶ τόσο «μουλωχτά», ἐκδηλώθηκε πρόσφατα στὴν Ἀθήνα οὔτε θεάρεστη εἶναι, οὔτε στὸν Κύριο τῆς Δόξης ὁδηγεῖ. Ἡ ἀποστατικὴ φθορὰ κυριαρχεῖ. Εἴθε νὰ ρυσθοῦμε, μὲ τὴν βοήθεια καὶ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὸν ἐσχατολογικὸ αὐτὸ πειρασμό, ὁ ὁποῖος ἐδῶ καὶ ἕναν αἰῶνα ἐκπειράζει ἅπαντας «ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης» (Ἀπ. 3, 10), γιὰ νὰ ἀναδειχθοῦν οἱ πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ποὺ θὰ τηρήσουν ἕως τέλους τὸν λόγον τῆς θείας ὑπομονῆς.

Αμήν γένοιτο! Βέβαια, για να καλέσουμε τους άλλους σε μετάνοια, με ότι αυτό συνεπάγεται, θα πρέπει πρωτίστως να μην πέφτουμε σε παρόμοιες ή παραπλήσιες εκτροπές….
Εμείς πάντως συμφωνούμε με τον παραπάνω σχολιασμό, και θα προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα που μας δίνεται, δηλαδή της στηλιτεύσεως των Οικουμενικών σχέσεων.

Τέλος θα ήθελα να δώσω μια απάντηση σε κάποιον κληρικό που μου έστειλε ένα σχόλιο λέγοντας ''να πας να κάνεις τον ομολογητή στην Ινδονησία''.
Πρωτίστως θα πρέπει να μάθει να διακρίνει τι είναι δικό μου άρθρο και τι αναπαραγωγή - αναδημοσίευση, υπάρχουσας και ήδη δημοσιευμένης ειδήσεως…. 
Αν και ειρωνικό το σχόλιο, τον ευχαριστώ πολύ διότι πράγματι αυτό έπρεπε να κάνουν οι χριστιανοί, δηλαδή το να ομολογούν την αλήθεια με όλες τις συνέπειες και όχι να συμβιβάζονται φοβούμενοι. Βέβαια, ως λαϊκός, η δική μου η ομολογία δεν θα πιάσει τόπο όσο θα έπιανε αν είσαι κληρικός και μάλιστα ιερέας. Οπότε δίνουμε και εμείς προς τον ίδιο την παρόμοια ευχή - προτροπή, να πάει να κάνει τον ομολογητή στους Αγίους Τόπους, και ειδικά εκεί στο Φρέαρ του Ιακώβ μια που κοιμήθηκε και ο Γέροντας, ξέρετε εκεί που μαρτύρησε ο Άγιος Φιλούμενος, ώστε να κάνει ο ίδιος πράξη αυτό που συμβουλεύει τους άλλους…. Εκτός βέβαια αν φοβάται ότι θα ''μολυνθεί'' από το ''Οικουμενιστικό'' Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και προτιμά τον αμόλυντο υπολογιστή του και τον αναπαυτικό του καναπέ…..