Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ (2)

 

Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει να ζητήσει τή βοήθεια τούτη μέσω τῆς προσευχῆς[1], μέ τήν πίστη ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ νά τοῦ τήν παράσχει καί μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά τοῦ τήν προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεῖ ὅτι τό πιό δραστικό καί ἀποτελεσματικό φάρμακο εἶναι ἡ «προσευχή τοῦ Ἰησοῦ» που στρέφεται ἐναντίον τοῦ φόβου καί ὅλων τῶν συγγενῶν παθῶν (δειλίας, τρόμου, ἄγχους, ἀγωνίας). Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης συμβουλεύει: «Με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους εχθρούς· γιατί δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε πάνω στη γη ισχυρότερο όπλο. Αφού απαλλαγείς από τη νόσο, να υμνείς Αυτόν που σε λύτρωσε· γιατί, όταν ευχαριστείς, θα σε σκεπάζει στους αιώνες.[2]». Καί ὁ Εὐάγριος παρατηρεῖ: «Θορύβους και χτυπήματα και φωνές και επιθέσεις από δαίμονες θα ακούσει αυτός που επιμελείται την καθαρή προσευχή, αλλά δεν θα παρασυρθεί, ούτε θα προδώσει τον λογισμό, λέγοντας προς τον Θεό: “Δεν θα φοβηθώ τα κακά, γιατί Εσύ είσαι μαζί μου”, και τα παρόμοια.[3]». Ἡ καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στόν ἄνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος μέ τό Θεό καί ν' ἀποκομίζει διαρκῶς ὀφέλη ἀπό τή βοήθειά Του· ὁπότε πλέον καμιά αἰτία φόβου δέν μπορεῖ νά τόν αἰφνιδιάζει. «Είπε ένας γέροντας: “Είτε κοιμάσαι είτε είσαι ξύπνιος είτε κάνεις οτιδήποτε άλλο, αν έχεις τον Θεό μπροστά στα μάτια σου, σε τίποτε δεν μπορεί να σε φοβίσει ο εχθρός· και αν αυτός ο λογισμός παραμείνει στον Θεό, τότε και η δύναμη του Θεού θα μείνει μέσα του»[4]. Ὅσο μάλιστα ή προσευχή του εἶναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ὁ ἄνθρωπος τό φόβο. Γράφει ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος: «Και το σημείο ότι τον άγγιξε είναι ότι δεν ταράζεται πλέον, ακόμη κι αν τον δοκιμάσει όλος ο κόσμος.»[5]. [Σ.τ.μ.: Εάν συγκρουστεί]. Ἡ ἐξαφάνιση τοῦ φόβου καί τῶν συναφῶν παθῶν προκύπτει στην περίπτωση τούτη ὡς ἀποτέλεσμα τῆς συνεχούς παρουσίας τῆς θείας δύναμης στόν ἄνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή. Εἶναι δυνατόν ὅμως ὁ ἄνθρωπος νά λυτρωθεῖ ἀπό τα πάθη του καί μέ κάποια ειδική προσευχή. Γράφει σχετικά ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐρημίτης ὅτι μέ τό αἴτημα πού διατυπώνουμε στο Χριστό μποροῦμε να πάρουμε δύναμη βοήθεια γιά (ν' ἀντιμετωπίσουμε) ὅλες τίς ἀγωνίες καί τούς φόβους μας”. Ἕνα ἀπόφθεγμα ἀναφέρει ὅτι «ρώτησε κάποιος τον αββά Θεόδωρο: Αν συμβεί ξαφνικά κάποια πτώση και φοβηθείς, αββά;” Του λέει ο γέροντας: “Αν προσκολληθεί…» [Σ.τ.μ.: Απόδειξη ὅτι ἰσχύουν καί ἔχουν γίνει κατανοητά αὐτά, πού ἀναφέρει παραπάνω ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος εἶναι ἡ ἀταραξία τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι κάθε πειρασμοῦ, δοκιμασίας καί ἐπίθεσης ἀπό μέρους τοῦ κόσμου. Καί γράφει ἀμέσως πρίν ὁ Ἅγιος: «Οδηγεί τον άνθρωπο στην τέλεια προσευχή το να έχει τον νου του να στέκεται μπροστά στον Θεό και να συνομιλεί μαζί Του. Και η προσευχή αναγνωρίζεται όταν απαλλάσσεται από τον περισπασμό και βλέπει ότι ο νους χαίρεται, φωτισμένος μέσα στον Κύριο.» (Ἐπιστολή, 79). Γίνεται κατανοητή λοιπόν ἀπό τήν παράθεση ὅλου τοῦ χωρίου, ἡ ἀντίστροφα ανάλογη σχέση τῆς τέλειας προσευχῆς καί τοῦ φόβου) Όπως ο ουρανός είναι πάνω από τη γη, έτσι και ο Θεόδωρος δεν φοβάται.'' Διότι είχε παρακαλέσει τον Θεό να αφαιρεθεί από αυτόν η δειλία»[6].
Ἀντίστοιχα, ἡ θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου καί την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Ἔτσι σ' ἕνα ἀδελφό πού ρωτάει: «Πώς μπορώ να σωθώ στον καιρό αυτόν, αφού λογισμός δειλίας ανέβηκε στην καρδιά μου;» Ο Άγιος Βαρσανούφιος απαντά: «Σε κάθε καιρό, αν μπορεί ο άνθρωπος να κόβει το δικό του θέλημα σε όλα και να έχει ταπεινή καρδιά […], μπορεί να σωθεί με τη χάρη του Θεού· και όπου κι αν βρίσκεται, δεν τον κυριεύει η δειλία.[7]». Ο φόβος, ὅπως εἴδαμε, συνδέεται μέ τήν ὑπερηφανία· ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ἐμπιστεύεται τίς δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συ γκεκριμένο πάθος. Γιά νά καταφέρει νά τό νικήσει μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, γιά νά πάρει τή δύναμη αυτή καί νά τήν κρατήσει, ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει ν' ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του, ν' ἀναγνωρίσει τήν ἀνεπάρκειά του, ἀλλιῶς ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δέν θά μπορέσει νά βρεῖ πεδίο δράσης μέσα του. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ συνιστᾶ σ' ὅποιον θέλει ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπό τό φόβο να προσεύχεται κυρίως γιά τήν απόκτηση τῆς ταπείνωσης: «Όσο κάποιος πληθαίνει τις προσευχές, ταπεινώνεται η καρδιά του […]. Και όταν ταπεινωθεί ο άνθρωπος, αμέσως τον περιβάλλει το έλεος, και τότε η καρδιά αισθάνεται τη θεία βοήθεια. Διότι βρίσκει μέσα της κάποια δύναμη εμπιστοσύνης να κινείται.[8]». Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατόν να νικήσει το φόβο καί μέ τήν ἀγάπη, ἡ ὁποία τόν ἐκδιώκει, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰωάννου: «Φόβος δεν υπάρχει μέσα στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο.» (Α ́ Ιωάν. 4,18).



[1] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.

[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 6.

[3]  ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 97.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Ν 377.

[5] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 79.

[6] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Θεόδωρος ὁ τῆς Φέρμης, 24.

[7]  ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστολή, 232.

[8] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.

 

(συνεχίζεται)

Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ (1)

 

Ο ΦΟΒΟΣ καί οἱ καταστάσεις που συνδέονται ἐνδεχομένως με αὐτόν, ὅπως ἡ δειλία, ἡ ἀνησυχία, τό ἄγχος, ἡ ἀγωνία, ή φοβία, ἔχουν ουσιαστική σχέση, ὅπως εἴδαμε, με την προσκόλληση στα αισθητά ἀγαθά. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν να θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπ' αὐτόν παρά μόνο ἄν αποχωριστεί ἀπό τόν κόσμο τοῦτο[1], ἂν ἀποθέσει ὅλη του τη μέριμνα στο Θεό, μέ σταθερή τήν ἐλπίδα, ὅτι μέσω τῆς Πρόνοιας Του, θα φροντίσει γιά ὅλες του τίς ἀνάγκες. Αὐτό διδάσκει καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Μή οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταῦτα τά ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γάρ ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. Μή οὖν μεριμνήσητε εἰς τήν αὔριον» (Ματθ. 6,31-34). Στην ἴδια προοπτική ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος συμβουλεύει: «Αν πιστεύεις ότι ο Θεός φροντίζει για σένα, γιατί μεριμνάς και φροντίζεις για τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες του σώματός σου; […] Ρίξε στον Κύριο τη μέριμνά σου, και Αυτός θα σε θρέψει. Και δεν θα ταραχθείς από φόβο που έρχεται επάνω σου[2]». «Πλησίασε, λέει, σε Εκείνον που έχεις ελπίσει, και θα αναπαυθείς από τον κόπο και από τον φόβο[3]».
Ἡ ἔλλειψη πίστης εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ πρώτη πηγή του φόβου· αὐτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ἀνθρώπου κατά τό μέτρο τῆς πίστης του στο Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεῖ: «Η πίστη που δεν παρεκκλίνει, δεν δέχεται υποψία φόβου.[4]». Ὅποιος ἔχει ἀκλόνητη πίστη στο Θεό και τήν Πρόνοιά Του εἶναι βέβαιο ότι θα λάβει ἀπ ̓ Αὐτόν σε κάτ θε περίσταση βοήθεια και προστασία καί δέν πρέπει πλέον να φοβᾶται οὔτε τις συγκυρίες οὔτε τους αντιπάλους οὔτε ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ύπενθύμιζει ὅτι «Αὐτός γάρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ ̓ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» καί ὅτι «θαρροῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13,5-6). Ὁ Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τινα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής τῆς ζωῆς μου· ἀπό τινος δειλιάσω; [...]. Ἐάν παρατάξηται ἐπ' ἐμέ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου» (Ψαλμ. 26,1.3). «Εάν πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ ̓ ἐμοῦ εἶ» (Ψαλμ. 22,4). Καί οἱ Παροιμίαι ἀναφέρουν: «Καί οὐ φοβηθήσῃ πτόησιν ἐπελθοῦσαν, οὐδέ ὁρμάς ἀσεβῶν ἐπερχομένας· ὁ γάρ Κύριος ἔσται ἐπί πασῶν ὁδῶν σου καί ἐρείσει σόν πόδα, ἵνα μή σαλευθῇς».
Μόνη της ή πίστη δέν ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό φόβο· ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπαντῶντας στην πίστη του, τοῦ προσφέρει τή βοήθεια Του καί τήν ἀρωγή Του[5]. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ Σύρος γράφει: «Αν η καρδιά δεν έχει γαλήνη εξαιτίας φόβου και τρόμου, τότε να κατανοεί και να γνωρίζει ότι αυτός ο φόβος της καρδιάς του δείχνει και φανερώνει ότι είναι οπωσδήποτε ελλιπής και έχει ανάγκη από κάποια άλλη βοήθεια. […] Διότι η βοήθεια του Θεού, λέει, είναι αυτή που σώζει.»[6].



[1] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-ανδριάντες, 18, 4.

[2] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.

[3] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.

[4]  ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 4, 48.

[5]  Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Ἐπιστολή, 67. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.

[6]  ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.

 

(συνεχίζεται)

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (1)


ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ'': Στο κεφάλαιο αυτό θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Πρώτα θα παρουσιαστεί η θεραπευτική της και έπειτα η ανάλυση της λύπης ως νόσος - πάθος.


ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ μέ τή θεραπευτική κάθε ἄλλου πάθους, ἡ ἀντίστοιχη τῆς λύπης προϋποθέτει τη νοσούσα συνείδηση του ἀνθρώπου καί τή βούλησή του να θεραπευτεί. Ὅπως παρατηρεῖ μάλιστα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος[1], δέν εἶναι σπάνιο, στα πλαίσια τῆς συγκεκριμένης νόσου, ὁ ἄρρωστος ν' ἀρέσκεται ν' ἀντλεῖ τό ἀσήμαντο ὄφελος μιᾶς ὁρισμένης νοσηρῆς χαρᾶς καί νά ἐγκαταλείπεται παθητικά στην κατάστασή του. Μερικές φορές μάλιστα δέν παρατηρεῖ ὅτι ἀποτελεῖ τό θύμα ἑνός ἰδιαίτερα σοβαροῦ πάθους μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα στήν ὅλη πνευματική ζωή του. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός πάλι, ἀφοῦ ὑπενθυμίσει τις βλαβερές αὐτές συνέπειες, γράφει ἄν ἐπιθυμοῦμε νά δώσουμε τήν πνευματική μάχη σύμφωνα μέ τούς κανόνες, ὀφείλουμε να θεραπεύσουμε τήν ἀσθένεια μέ τόση σύνεση και περίσκεψη, ὅση καί τίς προηγούμενες[2]. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπιμένει στήν ἀνάγκη νά θελήσει καί νά εύχεται τή θεραπεία του και γράφει εἰδικότερα ὅτι εἶναι πολύ χρήσιμο για να διαλυθεῖ ἡ λύπη νά θλιβοῦμε ἰσχυρότερα[3].
Ἠ λύπη εἶναι δυνατόν νά ὀφείλεται σε διαφορετικές αἰτίες. Σε κάθε περίπτωση ἁρμόζει διαφορετική θεραπευτική.
1) Ἡ πρώτη πιθανή αἰτία τῆς λύπης εἶναι ἡ ματαίωση κάποιας ἡδονῆς παρούσας ἢ προσδοκώμενης καί ἑπομένως, -βαθύτερα ἡ ἀπώλεια ἑνός αἰσθητοῦ ἀγαθοῦ, ἡ ματαίωση μιᾶς ἐπιθυμίας ἢ ἡ διάψευση μιᾶς ἐλπίδας, σαρκικῶν βέβαια. Στην περίπτωση μιας τέτοιας αιτιολογίας, ἡ θεραπευτική τῆς λύπης συνεπάγεται ουσιαστικά την απάρνηση των «σαρκικῶν» ἐπιθυμιῶν καί ἡδονῶν, καί ἀντίστοιχα, τό χωρισμό ἀπ' ὅλα τά αἰσθητά «ἀγαθά» πού φθάνει μέχρι την περιφρόνησή τους[4]. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος παρατηρεί: «Αυτός που αποφεύγει όλες τις κοσμικές επιθυμίες, καθιστά τον εαυτό του ανώτερο από κάθε κοσμική λύπη.[5]», και στη συνέχεια συμβουλεύει: «Μπροστά στη λύπη, να περιφρονείς τα υλικά πράγματα[6]». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης διαπιστώνει μέ τό ἴδιο νόημα: «Αν κάποιος μίσησε τον κόσμο, αυτός ξέφυγε από τη λύπη· αν όμως κάποιος έχει προσκόλληση σε κάτι από τα ορατά, δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί από τη λύπη· γιατί πώς δεν θα λυπηθεί όταν στερηθεί αυτό που αγαπά;[7]». Καί ὁ Εὐάγριος σημειώνει: «Αυτός που αποφεύγει όλες τις κοσμικές ηδονές είναι σαν πύργος απρόσιτος στον δαίμονα της λύπης· γιατί η λύπη είναι στέρηση της ηδονής, είτε αυτής που υπάρχει είτε αυτής που αναμένεται· και είναι αδύνατο να αποκρούσουμε αυτόν τον εχθρό, όσο έχουμε προσκόλληση σε κάτι επίγειο· γιατί εκεί στήνει την παγίδα και εργάζεται τη λύπη, όπου βλέπει ότι έχουμε μεγαλύτερη κλίση.[8]» [Σ.τ.μ.: Νά ἔχουμε ιδιαίτερα κλίση και κατεύθυνση]. Κάθε πάθος θεμελιώνεται σέ μιά σαρκική ἐπιθυμία πρός ἀναζήτηση τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς· τοῦτο σημαίνει ότι καί γιά τή θεραπευτική τῆς λύπης ἰσχύει ὅτι καί γιά τήν ἀντίστοιχη τῶν ὑπόλοιπων παθῶν. Ὁ Εὐάγριος ἐξηγεῖ: «Η λύπη δημιουργείται από την αποτυχία μιας σαρκικής επιθυμίας· και η επιθυμία είναι συνδεδεμένη με κάθε πάθος. Αυτός που νίκησε την επιθυμία, νίκησε τα πάθη· και αυτός που νίκησε τα πάθη, δεν θα κυριευθεί από τη λύπη. Εκείνος που κυριαρχεί στα πάθη, κυριάρχησε και στη λύπη· ενώ αυτός που νικιέται από την ηδονή, δεν θα ξεφύγει από τα δεσμά της. Αυτός που αγαπά τον κόσμο θα λυπηθεί πολύ· ενώ εκείνος που περιφρονεί τις ηδονές του κόσμου δεν θα ταραχθεί από λογισμούς λύπης.[9]».
Ὁ ἄνθρωπος πού ὑποτάσσεται στη σάρκα ἐπιζητεῖ ἄπληστα ὄχι μόνο υλικά αγαθά, ἀλλ' ἀκόμη καί τιμές και ανθρώπινη δόξα. Επισημάναμε, μελετώντας τό πάθος τῆς λύπης, το στενό σύνδεσμο που διατηρεῖ μέ τήν κενοδοξία. Ἡ διάψευση καί ἡ ἀπογοήτευση στην αναζήτηση τιμῶν καί δόξας στον κόσμο αὐτό ἀποτελεῖ συχνή αἰτία τῆς λύπης, τόσο γιά ὅσους ἤδη τίς ἀπολαμβάνουν ἀλλά ἐπιθυμοῦν καί ἀκόμη μεγαλύτερες, ὅσο καί γιά ἐκείνους που λαχταροῦν νά βγοῦν ἀπό τήν ἀφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, ή θεραπευτική τῆς λύπης ἀφορᾶ στην περιφρόνηση τῆς δόξας καί τῶν ἐγκόσμιων τιμῶν[10] ἤ, καλύτερα, στην τέλεια ἀδιαφορία ἔναντι αὐτῶν, εἴτε κάποιος τίς ἀποκομίζει εἴτε τις στερεῖται. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος συμβουλεύει: «Μπροστά στη λύπη, να περιφρονείς τη δόξα και την ατιμία.[11]».
2) Δεύτερη σημαντική αἰτία τῆς λύπης ἀποτελεῖ ἡ ὀργή εἴτε ἡ λύπη ἕπεται αὐτῆς εἴτε εἶναι συνέπεια υπάρχουσας προσβολῆς, ὁπότε τότε συχνά λαμβάνει τή μορφή τῆς μνησικακίας.

 


[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 492.

[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 1-2.

[3]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 492.

[4] Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ρητά διάφορα, 3.

[5] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 22.

[6] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 13.

[7]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 2, 11.

[8] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, 19.

[9] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Πνεύματα πονηρίας, 11-12, PG 79, 1156. 1157

[10]  Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ρητά διάφορα, 3.

[11] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 13.

 

(συνεχίζεται)

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Ο «Νασί» στον Ιεζεκιήλ, η Μεσσιανική Προσδοκία και ο Ναός. (4ο μέρος)

 

Μεταξύ των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, που η Γη ( אדָמָה ή אֶרֶץ ) του Ισραήλ κατέχει ιδιαίτερη θέση, συγκαταλέγεται και το βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ, όπου η Γη αποτελεί το χωρικό πλαίσιο στο οποίο απευθύνονται οι προφητείες του, με επίκεντρο την απουσία της. Το βιβλίο αρχίζει με το επιβλητικό όραμα της «δόξης Κυρίου» (Ἰεζ. 1,28) στη Βαβυλώνα και κλείνει με το όραμα της αποκαταστάσεως στη Γη, όπου και πάλι η εμφάνιση του Θεού περιγράφεται ως «δόξα Κυρίου» (Ἰεζ. 43,2-6). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στις 12 φυλές του Ισραήλ (Ἰεζ. 47,13 – 48,29), οι οποίες θα κληρονομήσουν τη Γη της Επαγγελίας, σύμφωνα με τον όρκο, που έδωσε ο Θεός στους πατέρες τους (Ἰεζ. 47,14).
Εμβαθύνοντας περισσότερο στο βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ, διαπιστώνουμε πως η Γη του Ισραήλ (
אדָמָה ישְִּרָאֵל ), εκτός από το βασικό ρόλο που έχει στη διαθηκική σχέση του περιουσίου λαού με τον Θεό, αποτελεί σε εθνικό επίπεδο για τους Ισραηλίτες το θεμέλιο επάνω στο οποίο στηρίζεται η ύπαρξη του έθνους. Αυτό το έθνος οδηγήθηκε στην καταστροφή, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να συρθεί στην εξορία, τη γνωστή ως Βαβυλώνια αιχμαλωσία220. Η εξορία του λαού είχε ως συνέπεια τη διακοπή της σύνδεσής του με τη Γη του, όπου απολάμβανε την αυτονομία και πολιτική ανεξαρτησία του. Παράλληλα, η εξορία επέδρασε στη θρησκευτική και λειτουργική κατάσταση των εξορίστων, διότι, αφενός οι Ισραηλίτες που παρέμειναν στην Ιερουσαλήμ τους θεωρούσαν ότι βίωναν την αποδοκιμασία του Γιαχβέ (Ἰεζ. 11,15·33,24) και αφετέρου, οι εξόριστοι Ισραηλίτες έδιναν λαβή στα υπόλοιπα έθνη να εκλάβουν την εξορία ως αδυναμία του Γιαχβέ να τους προστατεύσει (Ἰεζ. 36,20).
Πολλά ζητήματα αναφύονται ύστερα από την απώλεια της Γης, τόσο σχετικά με τις βαθύτερες αιτίες της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, όσο και με την εσχατολογική αποκατάσταση της Γης και του λαού του Θεού μετά την κρίση του. Οι προφητείες της ευλογίας και της ελπίδας (κεφ. 33-48) στο βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ περιέχουν μια μοναδική σε όλη την Αγία Γραφή προφητεία εναντίον του Γωγ, ο οποίος θα ανεβεί «ἐπ᾽ ἐσχάτου ἐτῶν» στη Γη που έχει αποδοκιμαστεί από τον Κύριο (Ἰεζ. 38,8). Η προφητεία αυτή ξεπερνάει το ιστορικό πλαίσιο των προηγουμένων προφητειών, μεταφέρνοντας τη Γη σε ένα εσχατολογικό χρόνο, κατά τον οποίο θα μεταμορφωθεί εξαιτίας της αιωνίας παρουσίας του Κυρίου (Ἰεζ. 43,2-9).
Σύμφωνα με τον Δ. Καϊμάκη, ο πρ. Ιεζεκιήλ «χρησιμοποιεί την ιστορία για να δείξει ότι ο Ισραήλ έχει διαφθαρεί και έχει χαθεί λόγω των αμαρτιών του. Διατυπώνει μάλιστα τις κατηγορίες του σε τρεις ενότητες (κεφ. 16, 20 και 23)»[1], γι’ αυτό διηγείται την ιστορία ενός λαού, αποτυπώνοντας μια εικόνα βεβήλωσης και εγκατάλειψης[2].
Ο ναός, που οικοδομήθηκε στο λόφο της Σιών κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σολομώντα, «καθίσταται το μοναδικό λατρευτικό κέντρο των Ισραηλιτών, παραμερίζοντας βαθμιαία όλα τα άλλα ισραηλιτικά ιερά στη Χαναάν» σύμφωνα με τον Σ. Καλαντζάκη[3]. Επομένως, ο ναός της Ιερουσαλήμ εκλαμβάνεται ως η επίγεια κατοικία του Κυρίου, είναι ο επίγειος θρόνος του αοράτου Θεού, ο οποίος κατοικεί στον ουρανό. Παρά την αντίληψη αυτή, ο Γιαχβέ ως Θεός πανταχού παρών και παντοδύναμος δεν περιορίζεται στα τοπικά όρια του ναού. Ο οίκος αυτός αποτελεί έναν χώρο, όπου το όνομα του Θεού είναι παρόν, είναι τόπος προσευχής για τον λαό Του, τόπος επικοινωνίας, όπου ο Θεός προσεγγίζει τον Ισραηλίτη, παρέχοντάς του τη χάρη και την ευλογία Του[4]. Η αντίληψη αυτή γεννά στους εναπομείναντες κατοίκους της Ιερουσαλήμ την πεποίθηση ότι οι εξόριστοι συμπολίτες τους συνιστούν το ακάθαρτο και αμαρτωλό τμήμα του έθνους[5], ακριβώς επειδή έχουν απομακρυνθεί όχι μόνον από την πόλη της Ιερουσαλήμ, αλλά κυρίως από τον ναό, όπου ήταν σε επαφή με τον Κύριο (Ἰεζ. 11,15). Την πεποίθηση αυτή, όμως, ανατρέπει η κατηγορηματική απάντηση του Κυρίου: «διὰ τοῦτο εἰπόν τάδε λέγει Κύριος ὅτι ἀπώσομαι αὐτοὺς εἰς τὰ ἔθνη καὶ διασκορπιῶ αὐτοὺς εἰς πᾶσαν τὴν γῆν καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς ἁγίασμα μικρὸν ἐν ταῖς χώραις οὗ ἂν εἰσέλθωσιν ἐκεῖ. διὰ τοῦτο εἰπόν τάδε λέγει Κύριος καὶ εἰσδέξομαι αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐθνῶν καὶ συνάξω αὐτοὺς ἐκ τῶν χωρῶν οὗ διέσπειρα αὐτοὺς ἐν αὐταῖς καὶ δώσω αὐτοῖς τὴν γῆν τοῦ Ισραηλ» (Ἰεζ. 11,16-17).
Οι εξόριστοι από την άλλη πλευρά, που βρίσκονται πλέον μακριά όχι μόνον από την πατρίδα τους αλλά και από τη λατρευτική ζωή του ναού, αισθάνονται ότι έχασαν τη δυνατότητα να επικαλούνται το όνομα του Θεού, και μάλιστα έχασαν τον τόπο της συνάντησης και της επικοινωνίας τους με τον Κύριο[6]. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ, όμως, τους διαβεβαιώνει ότι ο Θεός όχι μόνον δεν τους έδιωξε από κοντά Του, αλλά ότι ο Ίδιος θα γίνει για χάρη τους ένα μικρό αγιαστήριο «
מִקְּדָ שׁ מְּעַט » (Ἰεζ. 11,16). Ο Κύριος, μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ, αποκαλύπτει μια νέα θεολογική αλήθεια, ότι «δεν δεσμεύεται από κανέναν ιερό χώρο, ούτε περιορίζεται σε έναν ορισμένο τόπο, αλλά είναι πανταχού παρών»[7].
Δύο κεφάλαια, αναφέρονται στην επίθεση του Γώγ (κεφ. 38) και στην ήττα του (κεφ. 39). Σε κριτικό επίπεδο, μερικοί υποστηρίζουν ότι τα κεφ. 38-39 αποτελούν μια ανεξάρτητη ενότητα, χωρίς να έχουν σχέση με τα προηγούμενα και τα επόμενα λόγια του προφήτη, διακόπτοντας, μάλιστα, την προφητική ροή της αποκατάστασης. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τα προηγούμενα κεφάλαια (33-37), θα μπορούσαμε να πούμε πως τα κεφ. 38-39 δεν αποτελούν θεολογικά μια ανεξάρτητη ενότητα, αλλά είναι το αποδεικτικό στοιχείο της ολοκλήρωσης και σταθερότητας του αναγεννητικού έργου του ο Κυρίου.
Στο κεφ. 38, ο Θεός αποκαλύπτει το άπληστο και πολεμικό σχέδιο του Γώγ κατά της Γης του Ισραήλ, όπου θα μαζέψει τον στρατό του και θα ξεκινήσει μια επίθεση «ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη» (
בַיּוֹם הַה֗וּא ) (Ἰεζ. 38,18-19)[8].
Σε απάντηση των δύο ερωτήσεων, σχετικά με την ειρηνική διαμονή του Ισραήλ στη Γη (Ἰεζ. 38,14) και την ταυτότητα του Γωγ, ως του βασιλιά που θα επιφέρει την καταστροφή στον Ισραήλ (Ἰεζ. 38,17), που θέτει ο Γιαχβέ διά στόματος του πρ. Ιεζεκιήλ, έρχεται ως απάντηση η κρίση Του εναντίον του Γώγ και η καταστροφή του. Η επέμβαση του Κυρίου δηλώνεται με τη χρήση του αντωνυμικού επιθήματος α΄ προσώπου, ενικού «
י»: «עַמִי ישְִּרָאֵל » (τὸν λαόν μου Ισραηλ» (Ἰεζ. 38,14·16), «עַל־אַרְּצִי » (τὴν γῆν μου) (Ἰεζ. 38,16), και «עֲבָדַי » (τῶν δούλων μου) (Ἰεζ. 38,17).
Στη συνέχεια, η έλευση του Γωγ και η μάχη που θα ακολουθήσει με τον Κύριο έχει μία μορφή Θεοφάνιας[9], διότι θα παρουσιαστεί σαφώς η μεγαλοσύνη και η αγιότητα του Γιαχβέ. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται, τότε τα έθνη θα γνωρίσουν ότι ο Κύριος του Ισραήλ είναι ο Θεός: «καὶ μεγαλυνθήσομαι καὶ ἁγιασθήσομαι καὶ ἐνδοξασθήσομαι καὶ γνωσθήσομαι ἐναντίον ἐθνῶν πολλῶν καὶ γνώσονται ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος» (Ἰεζ. 38,23). Μια αλήθεια για την οποία έχουν προφητεύσει οι παλαιότεροι προφήτες του Ισραήλ, οι δούλοι του Κυρίου (Ἰεζ. 38,17).
Η κεντρική ιδέα του κεφ. 39 είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί το θείο σχέδιο της αποκατάστασης. Πρώτα, ο Γωγ θα συντριβεί τελείως, τα όπλα που χρησιμοποιεί (το τόξο και τα βέλη) θα καταστραφούν (
נכה ) (Ἰεζ. 39,3), ο Γωγ με τα έθνη που τον ακολουθούν, θα σκοτωθούν στα όρη του Ισραήλ ( עַל־הָרֵ י ישְִּרָ אֵל ) και τα πτώματά τους θα δοθούν ως τροφή στα όρνεα (Ἰεζ. 39,4). Έτσι θα γίνει γνωστός ο Γιαχβέ με το άγιο όνομά Του μέσα στον λαό Του και στα έθνη (Ἰεζ. 39,7). Εν συνεχεία, «ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ» ο οίκος Ισραήλ θα θάψει «τὸν Γωγ καὶ πᾶν τὸ πλῆθος αὐτοῦ», για να καθαριστεί η Γη (Ἰεζ. 39,11-12). Και ο Γιαχβέ θα καλέσει όλα τα πτηνά και τα θηρία της πεδιάδας, στα οποία θα παραθέσει ως θυσία τα άψυχα σώματα των στρατιωτών στα όρη του Ισραήλ ( עַל־הָרֵ י ישְִּרָאֵל ). Το αποκορύφωμα όλων αυτών των ενεργειών θα είναι ότι όλα τα έθνη θα έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη «δόξαν» (כָבוֹד ), στην «κρίσιν» (מִשְּׁפָט ) και στη «χεῖρα» (ידָ ) του Κυρίου (Ἰεζ. 39,21), ώστε να γνωρίσει και ο οίκος Ισραήλ ότι ο Κύριος είναι ο Θεός τους από την ημέρα εκείνη και έπειτα. Η αγιότητα του Κυρίου θα ομολογηθεί από όλη την κτίση: τον Γωγ, τον Ισραήλ, τα όρη του Ισραήλ, τα πτηνά, τα θηρία, και όλα τα έθνη. Στο έργο της αποκατάστασης του Κυρίου ο Ισραήλ κατέχει εξέχοντα ρόλο ως συμμέτοχος, αφού θα συμμετάσχει στην κάθαρση της Γης (Ἰεζ. 39,12), του τόπου, δηλαδή, όπου θα αγιασθεί ο Κύριος και θα αναγνωριστεί το άγιο όνομά Του από όλα τα έθνη. Η χρήση του συνδέσμου «לָכֵן » (διὰ τοῦτο) (Ἰεζ. 39,25), που ενώνει τις περικοπές Ἰεζ. 39,17-24 και Ἰεζ. 39,25-29 σε μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος, επιβεβαιώνει πως η αποκατάσταση του λαού και της Γης συνιστούν ένα αποτέλεσμα και όχι μια αιτία για το αναδημιουργικό έργο του Κυρίου, το οποίο θα εκτελεστεί χάριν του αγίου ονόματός Του.



[1] Δ. Καϊμάκη, Ιεζεκιήλ, Μετάφραση – Υπόμνημα, Αθήνα 2019, σ. 22.

[2] E. F. Davis, Swallowing the Scroll: Textuality and the Dynamics of Discourse in Ezekiel’s Prophecy, [Bible and Literature 21], Sheffield 1989, σ. 106.

[3] Σ. Καλαντζάκη, Καρδιά Καινή και Πνεύμα Καινόν: οι θεολογικές ιδέες του προφήτη Ιεζεκιήλ, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 387.

[4] Ό.π., σ. 389-90.

[5] Ό.π., σ. 398.

[6] Ό.π., σ. 398.

[7] Ό.π., σ. 399.

[8] Βλ. Ἰεζ. 38,10·14 και 39,11.

[9] Ό.π., σ. 369.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ





Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Ο «Νασί» στον Ιεζεκιήλ, η Μεσσιανική Προσδοκία και ο Ναός. (3ο μέρος)

 

Το βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ συνδέεται στενά με την απώλεια της Γης. Η δομή του βιβλίου έχει ως κεντρικό της άξονα την κίνηση της δόξας του Κυρίου στο Ναό και την αιχμαλωσία. Η Γη αποτελεί το σημείο αναφοράς των προφητειών του Ιεζεκιήλ, καθώς προσδιορίζει την κίνηση της Δόξας είτε ως αποχώρηση από αυτήν είτε ως επιστροφή σε αυτήν. Η Γη αποτελεί ένα στοιχείο, που προσδιορίζει την ταυτότητα του λαού του Ισραήλ, και επομένως με την καταστροφή της και τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, η οποία επέφερε τη διακοπή του συνδέσμου λαού-Γης, προσβλήθηκε η ταυτότητα του λαού και η ανεξαρτησία του. Από το λευιτικό πρίσμα, ο πρ. Ιεζεκιήλ, βασιζόμενος στο λειτουργικό ρόλο της Γης, απέρριψε την κατηγορία των Ιουδαίων που έμειναν στη Γη εναντίον των αιχμαλώτων, οι οποίοι βρίσκονταν σε απόσταση από τη Γη και από το κέντρο της λατρείας του Θεού, ότι έχουν απορριφθεί από τον Κύριο, ισχυριζόμενος ότι η παρουσία του Θεού είναι δυνατή και έξω από τη Γη (Ἰεζ. 1,3. 11,16).
Η απώλεια της Γης αποτελούσε για τον προφήτη Ιεζεκιήλ ένα «σημείο καμπής» στην ιστορία του Ισραήλ, διότι έθετε δύο κρίσιμα ερωτήματα: το πρώτο αφορούσε στους λόγους της καταστροφής και το δεύτερο στους τρόπους υπέρβασής της. Ουσιαστικά, ο προφήτης στο βιβλίο του απαντάει σε αυτά τα δύο ερωτήματα, πρώτα με μια επισκόπηση, επανεξέταση και αναθεώρηση της ιστορίας του Ισραήλ ως νέας εξόδου (Ἰεζ. 20), και δεύτερον, με τις προφητείες της αποκατάστασης, όπου η αποκατάσταση της Γης αποτελεί το πρώτο βήμα (Ἰεζ. 33-39) για την επιστροφή της δόξας του Κυρίου. Η εγκατάστασή της στη Γη μέσω του περιουσίου λαού αποτελεί το δεύτερο και τελευταίο βήμα, καθώς το όνομα της αγίας πόλης θα γινόταν «ο Γιαχβέ είναι εκεί» (
יהְָּה שֶָָֽׁמָהֶ ).
Αρκετά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και ειδικότερα το Δευτερονόμιο, πραγματεύονται το θέμα της αιχμαλωσίας[1] και κατ’ επέκταση της απώλειας της Γης, όχι απλώς ως ιστορικά γεγονότα αλλά κυρίως την ηθική - θεολογική τους διάσταση, που αφορά στη θεία κρίση έναντι της ανυπακοής και ασέβειας του ισραηλιτικού λαού(Β’ Βασ. 17,18-23·24,20).
Η έννοια της «Γης», ως το σταθερό και αιώνιο πλαίσιο της σχέσης Γιαχβέ - Ισραηλιτών, τέθηκε σε ισχυρή αμφισβήτηση εξαιτίας της εξορίας του λαού στη Βαβυλώνα. Πολλά στοιχεία στο Δευτερονόμιο δείχνουν πως η Γη βρίσκεται κάτω από την κυριαρχία του μοναδικού Θεού, ο οποίος την παραχώρησε στον λαό Του για να την κατοικήσει και να την κληρονομήσει, με βασική, όμως, προϋπόθεση την υπακοή και την τήρηση των εντολών Του. Ο υπάκουος λαός θα απολαμβάνει ευημερία και μακροζωία στη Γη: «καὶ φυλάξεσθε πάσας τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν εἰς ἣν ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν ἵνα μακροημερεύσητε ἐπὶ τῆς γῆς ἧς ὤμοσεν Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς καὶ τῷ σπέρματι αὐτῶν μετ᾽ αὐτούς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι» (Δευτ. 11,8-9). Σε αντίθετη περίπτωση, ο ανυπάκουος λαός, ο οποίος παραβιάζει τις εντολές του Κυρίου, θα επιφέρει την οργή του Θεού πάνω του και θα στερηθει τα απαραιτητα για την επιβιωση του αγαθα της με αποτελεσμα την απωλεια του από αυτην: «πρόσεχε σε αυτῷ μὴ πλατυνθῇ ἡ καρδία σου καὶ παραβῆτε καὶ λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς καὶ θυμωθεὶς ὀργῇ Κύριος ἐφ᾽ ὑμῖν καὶ συσχῇ τὸν οὐρανόν καὶ οὐκ ἔσται ὑετός καὶ ἡ γῆ οὐ δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς καὶ ἀπολεῖσθε ἐν τάχει ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ὑμῖν» (Δευτ. 11,16-17).
Το τέταρτο κεφάλαιο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη δομή του Δευτερονομίου. Ανήκει στον πρώτο λόγο του Μωυσή (κεφ. 1-4), διαφέρει, όμως, υφολογικά από τα τρία πρώτα κεφάλαια (1-3)[2] και συγχρόνως αναφέρεται σε επιμέρους θέματα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Σ. Καλαντζάκης, ο Μωυσής «προτρέπει το έθνος του να διατηρεί στη μνήμη του τις υποχρεώσεις προς τον θείο ευεργέτη του, να υπακούει στον νόμο Του, αποφεύγοντας την ειδωλολατρία και να μένει πιστό στη διαθήκη Του»,[3] ώστε να κατοικεί για πολλά χρόνια στη Γη, παραμένοντας σε επικοινωνία με τον Θεό. Θεματικός πυρήνας του κεφαλαίου είναι η καρδιακή κατανόηση και τήρηση των Θεματικός πυρήνας του κεφαλαίου είναι η καρδιακή κατανόηση και τήρηση των «δικαιωμάτων» (
חֻקִיםֶ ) και των «κριμάτων» (מִשְּפָטִים ), δηλαδή η τήρηση και η εφαρμογή των εντολών του Θεού, η απόλυτη πίστη και υπακοή[4] στον μοναδικό Θεό και η απόρριψη άλλων θεοτήτων, όπως του Βεελφεγώρ (Δευτ. 4,3. Ἀριθμ. 25,1-5).
Η παραίνεση προς την τήρηση, προσοχή, και διαφύλαξη των ρημάτων του Θεού, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές σε όλο το βιβλίο του Δευτερονομίου, στο τέταρτο κεφάλαιο συνοδεύεται από δύο βασικές ιδέες: α) ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που ζωοποιεί τον άνθρωπο, και επομένως, η ζωή του Ισραήλ εξαρτάται από το κατά πόσο εφαρμόζει και τηρεί με ακρίβεια τις υποχρεώσεις απέναντι στο Θεό. Αυτό δηλώνεται με την αναφορά του ρήματος «
חָיהָ » (ζω) στην αρχή και στο τέλος της περικοπής Δευτ. 4,1-40, γεγονός που επιβεβαιώνει πως ο θεολογικός σκοπός του τετάρτου κεφαλαίου είναι η ζωή του λαού για πολλά χρόνια στη Γη. β) Ο Ισραήλ δεν έχει καμία ανάγκη από τα νεκρά είδωλα «οἳ οὐκ ὄψονται οὐδὲ μὴ ἀκούσωσιν οὔτε μὴ φάγωσιν οὔτε μὴ ὀσφρανθῶσιν» (Δευτ. 4,28), αφού αυτά όχι μόνο δεν παρέχουν ζωή, αλλά ούτε έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η παράδοση του θεϊκού νόμου στο όρος Σινά, η οποία αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας του Ισραήλ με τον μοναδικό Θεό. Αξιοσημείωτη είναι η επισήμανση ότι στο Σινά μόνο ο Μωυσής στεκόταν ενώπιον του Κυρίου, ενώ ο ισραηλιτικός λαός έμεινε «ὑπὸ τὸ ὄρος» (Δευτ. 4,11). Στη Γη της Επαγγελίας, όμως, ο περιούσιος λαός δεν θα έμενε έξω από αυτήν, αλλά προετοιμαζόταν να σταθεί ενώπιον του Κυρίου «ἐν χώρα ζώντων».
Ο Μωυσής υπενθυμίζει την Έξοδο από την Αίγυπτο, «ὑμᾶς δὲ ἔλαβεν ὁ Θεὸς καὶ ἐξήγαγεν ὑμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τῆς σιδηρᾶς ἐξ Αἰγύπτου εἶναι αὐτῷ λαὸν ἔγκληρον ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ» (Δευτ. 4,20), ώστε να δηλωθεί σαφώς ο στόχος της Εξόδου, που ήταν η λατρεία του μοναδικού Θεού και όχι άλλων ομοιωμάτων («τάδε λέγει Κύριος ἐξαπόστειλον τὸν λαόν μου ἵνα μοι λατρεύσωσιν» Ἐξ. 7,26·8,16). Συνεπώς, σε περίπτωση που ο λαός λάτρευε τα κτίσματα, λησμονώντας τον λυτρωτή του, ο οποίος εκδήλωσε την αγάπη του προς τον Ισραήλ, εκλέγοντας αυτόν ως «ἔγκληρον» (
נחֲַלָה ) (Δευτ. 4,20), θα αποτελούσε προσβολή και αχαριστία απέναντι στον Ευεργέτη του και θα ακύρωνε την ευνοϊκή στάση Του, όπως εκφράστηκε με το θαυμαστό έργο της απελευθέρωσης από τη δουλεία της Αιγύπτου.
Η έκφραση της απώλειας «ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε ἀπὸ τῆς γῆς» Δευτ. 4,26 ανήκει στην περικοπή Δευτ. 4,23-31, όπου εκτίθενται οι δυσμενείς συνέπειες της ανυπακοής και οι αρνητικές επιπτώσεις της περιφρόνησης προς την προειδοποίηση ότι δεν πρέπει να λησμονήσουν τη διαθήκη του Κυρίου και να μην κατασκευάσουν είδωλα: «προσέχετε ὑμεῖς μὴ ἐπιλάθησθε τὴν διαθήκην Kυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἣν διέθετο πρὸς ὑμᾶς καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα πάντων ὧν συνέταξεν Kύριος ὁ Θεός σου» (στ. 23). Για ποιο λόγο δεν πρέπει να ξεχάσουν τη διαθήκη του; Διότι ο Θεός είναι ζηλωτής, είναι φωτιά, που κατακαίει και τιμωρεί κάθε απείθεια: «ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου πῦρ καταναλίσκον ἐστίν Θεὸς ζηλωτής» (στ. 24), και για να μην εξολοθρευθούν οι Ισραηλίτες από το οπτικό πεδίο του Θεού, δηλαδή από την Γη της Επαγγελίας, τον χώρο της επικοινωνίας τους: «ἐὰν δὲ γεννήσῃς υἱοὺς καὶ υἱοὺς τῶν υἱῶν σου καὶ χρονίσητε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε γλυπτὸν ὁμοίωμα παντὸς καὶ ποιήσητε τὰ πονηρὰ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν παροργίσαι αὐτόν. διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε (
כִֶּֽי־אָבדֹ תּאֹבֵדוּן ) ἀπὸ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ιορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν οὐχὶ πολυχρονιεῖτε ἡμέρας ἐπ᾽ αὐτῆς ἀλλ᾽ ἢ ἐκτριβῇ ἐκτριβήσεσθε» (στ. 25-26).
Το συμπέρασμα είναι ότι για να αποφύγει ο περιούσιος λαός την καταστροφή και την περιπλάνησή του, οι οποίες απεικονίζονται στην εν λόγω περικοπή με την απώλεια της Γης και με τη διασπορά του ισραηλιτικού λαού στα έθνη, δύο προϋποθέσεις απαιτούνται από αυτόν: πρώτον, να παραμείνει πιστός στον μοναδικό Θεό, μη λησμονώντας τη διαθήκη Του και δεύτερον, να μην κατασκευάσει είδωλα. Η δυνατότητα της αποκατάστασης υπάρχει σε οποιονδήποτε τόπο και αν βρίσκεται ο λαός του Ισραήλ. Ο Θεός θα τον σώσει «ἐπ᾽ ἐσχάτῳ τῶν ἡμερῶν» (Δευτ. 4,30) και θα τον επιστρέψει στην Γη Του γιατί είναι «οἰκτίρμων» (
רחוּם ). Έτσι λοιπόν, αν οι Ισραηλίτες πρόκειται να μπουν στη Γη της Επαγγελίας, πρέπει να υπακούσουν στα «δικαιώματα» (חֻקִים ) και στα «κρίματα» (מִשְּפָטִים ) του Θεού και να ξεχάσουν τον δρόμο της ανυπακοής των πατέρων τους, διαφορετικά θα εξολοθρευτούν τελείως χάνοντας τη Γη τους ως χώρο επικοινωνίας με τον μοναδικό του Θεό και πηγή της ζωής του[5].



[1] Η έννοια της αιχμαλωσίας δεν περιορίζεται στη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, επειδή ως φαινόμενο στην ιστορία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής είναι ήδη γνωστό από την 3η χιλιετία και ακόμη περισσότερο από τη 2η χιλιετία, που εξελίχθηκε σε διεθνή αυτοκρατορική πολιτική στη νεο ασσυριακή περίοδο και άκμασε υπό τον Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ’ (745-725 π.Χ.). βλ. I. J. Gelb, «Prisoners of War in Early Mesopotamia», JNES 32Α (1973) 70-98.

[2] Για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά στις διαφορές βλ. J. H. Tigay, Deuteronomy, ό.π., σ. 40. R. Polzin, Moses and the Deuteronomist: A Literary Study of the Deuteronomic History, New York 1980, σ. 40. M. Weinfeld, Deuteronomy 1-11: A New Translation with Introduction and Commentary, [AB 5], New York 1991, σ. 214.

[3] Σ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 354.

[4] Το ρήμα «שָמַע » (ακούω) εκτός από το απλό νόημα του ακούσματος και της ακρόασης, και του βαθύτερου νοήματος της υπακοής, διαθέτει και άλλο ένα, που συνδέεται με την καρδιά, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να «ακούει και να υπακούει». Ο Σολομών, π.χ. ζητάει από τον Θεό «καρδίαν ἀκούειν» (Γ’ Βασ. [Α’ Βασ.] 3,9). U. Rüterswörden, «שָמַע », TDOT 15 (1997), σ. 256-257.

[5] Ο συγγραφέας κλείνει τον στ. 4,26 με το εβραϊκό ρήμα «שָמַד » (ἐξολοθρεύω), εξισώνοντας τον ισραηλιτικό λαό με τα έθνη. Πρβλ. Δευτ. 2,12·21·22. 4,3. 31,3-4.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ