Η μορφή του «Νασί» (נשיא) στα τελευταία κεφάλαια του Βιβλίου του Ιεζεκιήλ αποτελεί ένα από τα πιο αινιγματικά και συζητημένα ζητήματα της βιβλικής και ραββινικής ερμηνευτικής. Πρόκειται για μια μορφή που εμφανίζεται μέσα σε ένα έντονα εσχατολογικό πλαίσιο, συνδεδεμένο με την αποκατάσταση του Ισραήλ, την αναδιοργάνωση της λατρείας και την προοπτική μιας νέας τάξης πραγμάτων. Ωστόσο, το ίδιο το κείμενο δεν προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια την ταυτότητα αυτού του προσώπου, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για διαφορετικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις.
Η εβραϊκή παράδοση, ήδη από τους μεσαιωνικούς σχολιαστές, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ποικιλία απόψεων. Σε μια πιο «λειτουργική» ανάγνωση, ο  Νασί συνδέεται με τον ρόλο του Αρχιερέα. Αντίθετα, άλλοι ερμηνευτές, προχωρούν σε μια σαφέστερη ταύτιση του Νασί με τον Melech HaMoshiach, δηλαδή τον αναμενόμενο (από τους Εβραίους) βασιλιά Μεσσία από τον οίκο του Δαβίδ. Μεταξύ αυτών των δύο πόλων κινούνται και άλλες φωνές, που βλέπουν στον Νασί έναν μελλοντικό πολιτικό ηγέτη χωρίς να ταυτίζεται απαραίτητα πλήρως με τον Μεσσία.
Η πολυφωνία αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά αφενός την πολυπλοκότητα του ίδιου του προφητικού κειμένου και αφετέρου τη δυναμική εξέλιξη της μεσσιανικής προσδοκίας μέσα στον Ιουδαϊσμό. Σε μεταγενέστερες μυστικιστικές και χασιδικές παραδόσεις, η έννοια του Νασί αποκτά ακόμη βαθύτερο περιεχόμενο, καθώς συνδέεται με την ιδέα του πνευματικού ηγέτη κάθε γενιάς, ο οποίος φέρει μέσα του μια «μεσσιανική διάσταση». Έτσι, η σχέση μεταξύ Νασί και Μεσσία δεν περιορίζεται πλέον σε ένα μελλοντικό ιστορικό πρόσωπο, αλλά επεκτείνεται σε μια διαρκή πνευματική πραγματικότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,αν τεθεί το ερώτημα αν ο Νασί του Ιεζεκιήλ ταυτίζεται με τον Μεσσία ή αποτελεί ξεχωριστή μορφή δεν έχει μία μονοσήμαντη απάντηση. Αντιθέτως, γίνεται αφετηρία για μια ευρύτερη θεολογική διερεύνηση, όπου συναντώνται η βιβλική προφητεία, η ραββινική ερμηνεία και η μυστικιστική σκέψη.|
Ο προφήτης Ιεζεκιήλ ανήκει στην κατηγορία των τεσσάρων μεγάλων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης και αποτελεί μια μεγάλη θρησκευτική προσωπικότητα του Ισραήλ. Σε αυτόν οφείλεται το γεγονός ότι κατά την Βαβυλώνια αιχμαλωσία οι εκτοπισμένοι Εβραίοι δεν έπεσαν στην ειδωλολατρία, αλλά τήρησαν το μωσαϊκό νόμο και τη μονοθεϊστική πίστη τους.
Σύμφωνα με τους βιβλικούς ερευνητές το όνομα Ιεζεκιήλ (יְחֶזְקֵאל) μπορεί να σημαίνει «ισχύς (μου) ο Θεός»[1], ή «η ισχύς του Θεού»[2], ή μάλλον προέρχεται από τη ρίζα יְחֵַזּק אֵל και σημαίνει «ο Θεός να ενισχύσει (το παιδίον)»[3]. Από τη μετάφραση των Εβδομήκοντα του στίχου «καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς ᾿Ιεζεκιὴλ υἱὸν Βουζεί, τὸν ἱερέα» (Ιεζ. 1, 3) δεν είναι ξεκάθαρο αν ο Ιεζεκιήλ ήταν ιερέας ή ο πατέρας του. Όμως, οι περισσότεροι μελετητές συμφωνούν ότι ο Ιεζεκιήλ προερχόταν από λευιτική οικογένεια, άρα ήταν και ο ίδιος ιερέας[4]. Ήταν παντρεμένος[5] αλλά η γυναίκα του πέθανε λίγο πριν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 587-586 π.Χ. από τους Βαβυλωνίους. Δεν γνωρίζουμε αν είχε παιδιά. Ήταν σύγχρονος με τον προφήτη Ιερεμία, όμως πολύ νεότερός του. Ο Ιεζεκιήλ ξεκίνησε την προφητική του αποστολή όταν εκείνη του Ιερεμία είχε ήδη συμπληρώσει 30 χρόνια.
Κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. ο Ιουδαίος βασιλιάς Ιωακείμ ξεκίνησε μια εξέγερση εναντίον των Βαβυλωνίων. Τότε, ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ Β΄, κατά την αντεπίθεσή του αιχμαλώτισε τον υιό του Ιωακείμ, Ιεχονία, το 597 π.Χ.. Μαζί με τον Ιεχονία εξορίζονται οι αριστοκράτες και οι ιερείς (μεταξύ των οποίων οι προφήτες Ιερεμίας και Ιεζεκιήλ). Το προφητικό έργο του Ιεζεκιήλ πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου στη Βαβυλωνία, δηλαδή στην προσφυγιά. Η κλήση του έγινε κατά το πέμπτο έτος της εξορίας του, δηλαδή γύρω στο 593 π.χ.[6]. Η προφητική του δραστηριότητα διήρκησε μεταξύ 593-573 π.Χ.[7].

 


[1] Βλ. Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 6ος, Αθήναι 1965, σ. 746.

[2] Βλ. Dr. William Smith, Dictionary of the Bible; comprising its antiquities, biography, geography, and natural history, Vol. 1, (rev. and ed. H.B. Hackett, D.D), Ed. Houghton, Mifflin and Company, Cambridge 1883, σ. 797. 

[3] Βλ. Encyclopaedia Judaica (vol. 6), Fred Skolnik (Editor in Chief) and Michael Berenbaum (Executive Editor), 2nd edition, Macmillan Reference USA, Detroit 2007, σ. 635.

[4] Leo G. Perdue, The Blackwell Companion to the Hebrew Bible, Blackwell publishers, Massachusetts 2001, σ. 363.

[5]«καὶ ἐλάλησα πρὸς τὸν λαὸν τὸ πρωΐὃν τρόπον ἐνετείλατό μοικαὶ ἀπέθανεν  γυνή μου ἑσπέρας…» (Ιεζ. 24, 18).

[6]«πέμπτῃ τοῦ μηνός τοῦτο τό ἔτος τὸ πέμπτον τῆς αἰχμαλωσίας τοῦ βασιλέως ᾿Ιωακείμ» (Ιεζ. 1, 2).

[7] Niels Peter Lemche, Historical Dictionary of Ancient Israel, The Scarecrow Press, Lanham, Maryland, and Oxford 2004, σ. 125.


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top