Το βιβλίο του πρ.
Ιεζεκιήλ συνδέεται στενά με την απώλεια της Γης. Η δομή του βιβλίου έχει ως
κεντρικό της άξονα την κίνηση της δόξας του Κυρίου στο Ναό και την αιχμαλωσία.
Η Γη αποτελεί το σημείο αναφοράς των προφητειών του Ιεζεκιήλ, καθώς
προσδιορίζει την κίνηση της Δόξας είτε ως αποχώρηση από αυτήν είτε ως επιστροφή
σε αυτήν. Η Γη αποτελεί ένα στοιχείο, που προσδιορίζει την ταυτότητα του λαού
του Ισραήλ, και επομένως με την καταστροφή της και τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, η
οποία επέφερε τη διακοπή του συνδέσμου λαού-Γης, προσβλήθηκε η ταυτότητα του
λαού και η ανεξαρτησία του. Από το λευιτικό πρίσμα, ο πρ. Ιεζεκιήλ, βασιζόμενος
στο λειτουργικό ρόλο της Γης, απέρριψε την κατηγορία των Ιουδαίων που έμειναν
στη Γη εναντίον των αιχμαλώτων, οι οποίοι βρίσκονταν σε απόσταση από τη Γη και
από το κέντρο της λατρείας του Θεού, ότι έχουν απορριφθεί από τον Κύριο,
ισχυριζόμενος ότι η παρουσία του Θεού είναι δυνατή και έξω από τη Γη (Ἰεζ. 1,3.
11,16).
Η απώλεια της Γης αποτελούσε για τον προφήτη Ιεζεκιήλ ένα «σημείο καμπής» στην
ιστορία του Ισραήλ, διότι έθετε δύο κρίσιμα ερωτήματα: το πρώτο αφορούσε στους
λόγους της καταστροφής και το δεύτερο στους τρόπους υπέρβασής της. Ουσιαστικά,
ο προφήτης στο βιβλίο του απαντάει σε αυτά τα δύο ερωτήματα, πρώτα με μια
επισκόπηση, επανεξέταση και αναθεώρηση της ιστορίας του Ισραήλ ως νέας εξόδου (Ἰεζ.
20), και δεύτερον, με τις προφητείες της αποκατάστασης, όπου η αποκατάσταση της
Γης αποτελεί το πρώτο βήμα (Ἰεζ. 33-39) για την επιστροφή της δόξας του Κυρίου.
Η εγκατάστασή της στη Γη μέσω του περιουσίου λαού αποτελεί το δεύτερο και
τελευταίο βήμα, καθώς το όνομα της αγίας πόλης θα γινόταν «ο Γιαχβέ είναι εκεί»
(יהְָּה שֶָָֽׁמָהֶ ).
Αρκετά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και ειδικότερα το Δευτερονόμιο,
πραγματεύονται το θέμα της αιχμαλωσίας[1]
και κατ’ επέκταση της απώλειας της Γης, όχι απλώς ως ιστορικά γεγονότα αλλά
κυρίως την ηθική - θεολογική τους διάσταση, που αφορά στη θεία κρίση έναντι της
ανυπακοής και ασέβειας του ισραηλιτικού λαού(Β’ Βασ. 17,18-23·24,20).
Η έννοια της «Γης», ως το σταθερό και αιώνιο πλαίσιο της σχέσης Γιαχβέ -
Ισραηλιτών, τέθηκε σε ισχυρή αμφισβήτηση εξαιτίας της εξορίας του λαού στη
Βαβυλώνα. Πολλά στοιχεία στο Δευτερονόμιο δείχνουν πως η Γη βρίσκεται κάτω από
την κυριαρχία του μοναδικού Θεού, ο οποίος την παραχώρησε στον λαό Του για να
την κατοικήσει και να την κληρονομήσει, με βασική, όμως, προϋπόθεση την υπακοή
και την τήρηση των εντολών Του. Ο υπάκουος λαός θα απολαμβάνει ευημερία και
μακροζωία στη Γη: «καὶ φυλάξεσθε πάσας τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι
σήμερον ἵνα ζῆτε καὶ πολυπλασιασθῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν εἰς ἣν
ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν ἵνα μακροημερεύσητε ἐπὶ τῆς
γῆς ἧς ὤμοσεν Κύριος τοῖς πατράσιν ὑμῶν δοῦναι αὐτοῖς καὶ τῷ σπέρματι αὐτῶν μετ᾽
αὐτούς γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι» (Δευτ. 11,8-9). Σε αντίθετη περίπτωση, ο
ανυπάκουος λαός, ο οποίος παραβιάζει τις εντολές του Κυρίου, θα επιφέρει την
οργή του Θεού πάνω του και θα στερηθει τα απαραιτητα για την επιβιωση του αγαθα
της με αποτελεσμα την απωλεια του από αυτην: «πρόσεχε σε αυτῷ μὴ πλατυνθῇ ἡ
καρδία σου καὶ παραβῆτε καὶ λατρεύσητε θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσητε αὐτοῖς καὶ
θυμωθεὶς ὀργῇ Κύριος ἐφ᾽ ὑμῖν καὶ συσχῇ τὸν οὐρανόν καὶ οὐκ ἔσται ὑετός καὶ ἡ γῆ
οὐ δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς καὶ ἀπολεῖσθε ἐν τάχει ἀπὸ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς ἧς ἔδωκεν
ὁ Κύριος ὑμῖν» (Δευτ. 11,16-17).
Το τέταρτο κεφάλαιο κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στη δομή του Δευτερονομίου.
Ανήκει στον πρώτο λόγο του Μωυσή (κεφ. 1-4), διαφέρει, όμως, υφολογικά από τα
τρία πρώτα κεφάλαια (1-3)[2]
και συγχρόνως αναφέρεται σε επιμέρους θέματα. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο
Σ. Καλαντζάκης, ο Μωυσής «προτρέπει το έθνος του να διατηρεί στη μνήμη του τις
υποχρεώσεις προς τον θείο ευεργέτη του, να υπακούει στον νόμο Του, αποφεύγοντας
την ειδωλολατρία και να μένει πιστό στη διαθήκη Του»,[3] ώστε να κατοικεί
για πολλά χρόνια στη Γη, παραμένοντας σε επικοινωνία με τον Θεό. Θεματικός
πυρήνας του κεφαλαίου είναι η καρδιακή κατανόηση και τήρηση των Θεματικός
πυρήνας του κεφαλαίου είναι η καρδιακή κατανόηση και τήρηση των «δικαιωμάτων» (חֻקִיםֶ ) και των «κριμάτων» (מִשְּפָטִים ), δηλαδή η τήρηση και η
εφαρμογή των εντολών του Θεού, η απόλυτη πίστη και υπακοή[4] στον μοναδικό
Θεό και η απόρριψη άλλων θεοτήτων, όπως του Βεελφεγώρ (Δευτ. 4,3. Ἀριθμ. 25,1-5).
Η παραίνεση προς την τήρηση, προσοχή, και διαφύλαξη των ρημάτων του Θεού, που
επαναλαμβάνεται πολλές φορές σε όλο το βιβλίο του Δευτερονομίου, στο τέταρτο
κεφάλαιο συνοδεύεται από δύο βασικές ιδέες: α) ο λόγος του Θεού είναι εκείνος
που ζωοποιεί τον άνθρωπο, και επομένως, η ζωή του Ισραήλ εξαρτάται από το κατά
πόσο εφαρμόζει και τηρεί με ακρίβεια τις υποχρεώσεις απέναντι στο Θεό. Αυτό
δηλώνεται με την αναφορά του ρήματος « חָיהָ »
(ζω) στην αρχή και στο τέλος της περικοπής Δευτ. 4,1-40, γεγονός που
επιβεβαιώνει πως ο θεολογικός σκοπός του τετάρτου κεφαλαίου είναι η ζωή του
λαού για πολλά χρόνια στη Γη. β) Ο Ισραήλ δεν έχει καμία ανάγκη από τα νεκρά
είδωλα «οἳ οὐκ ὄψονται οὐδὲ μὴ ἀκούσωσιν οὔτε μὴ φάγωσιν οὔτε μὴ ὀσφρανθῶσιν» (Δευτ.
4,28), αφού αυτά όχι μόνο δεν παρέχουν ζωή, αλλά ούτε έχουν τη δυνατότητα να
επικοινωνούν με τον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η παράδοση του θεϊκού
νόμου στο όρος Σινά, η οποία αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας του Ισραήλ με τον
μοναδικό Θεό. Αξιοσημείωτη είναι η επισήμανση ότι στο Σινά μόνο ο Μωυσής
στεκόταν ενώπιον του Κυρίου, ενώ ο ισραηλιτικός λαός έμεινε «ὑπὸ τὸ ὄρος» (Δευτ.
4,11). Στη Γη της Επαγγελίας, όμως, ο περιούσιος λαός δεν θα έμενε έξω από
αυτήν, αλλά προετοιμαζόταν να σταθεί ενώπιον του Κυρίου «ἐν χώρα ζώντων».
Ο Μωυσής υπενθυμίζει την Έξοδο από την Αίγυπτο, «ὑμᾶς δὲ ἔλαβεν ὁ Θεὸς καὶ ἐξήγαγεν
ὑμᾶς ἐκ τῆς καμίνου τῆς σιδηρᾶς ἐξ Αἰγύπτου εἶναι αὐτῷ λαὸν ἔγκληρον ὡς ἐν τῇ ἡμέρᾳ
ταύτῃ» (Δευτ. 4,20), ώστε να δηλωθεί σαφώς ο στόχος της Εξόδου, που ήταν η
λατρεία του μοναδικού Θεού και όχι άλλων ομοιωμάτων («τάδε λέγει Κύριος ἐξαπόστειλον
τὸν λαόν μου ἵνα μοι λατρεύσωσιν» Ἐξ. 7,26·8,16). Συνεπώς, σε περίπτωση που ο
λαός λάτρευε τα κτίσματα, λησμονώντας τον λυτρωτή του, ο οποίος εκδήλωσε την
αγάπη του προς τον Ισραήλ, εκλέγοντας αυτόν ως «ἔγκληρον» (נחֲַלָה ) (Δευτ. 4,20), θα
αποτελούσε προσβολή και αχαριστία απέναντι στον Ευεργέτη του και θα ακύρωνε την
ευνοϊκή στάση Του, όπως εκφράστηκε με το θαυμαστό έργο της απελευθέρωσης από τη
δουλεία της Αιγύπτου.
Η έκφραση της απώλειας «ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε ἀπὸ τῆς γῆς» Δευτ. 4,26 ανήκει
στην περικοπή Δευτ. 4,23-31, όπου εκτίθενται οι δυσμενείς συνέπειες της
ανυπακοής και οι αρνητικές επιπτώσεις της περιφρόνησης προς την προειδοποίηση
ότι δεν πρέπει να λησμονήσουν τη διαθήκη του Κυρίου και να μην κατασκευάσουν
είδωλα: «προσέχετε ὑμεῖς μὴ ἐπιλάθησθε τὴν διαθήκην Kυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἣν διέθετο
πρὸς ὑμᾶς καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα πάντων ὧν συνέταξεν Kύριος ὁ
Θεός σου» (στ. 23). Για ποιο λόγο δεν πρέπει να ξεχάσουν τη διαθήκη του; Διότι
ο Θεός είναι ζηλωτής, είναι φωτιά, που κατακαίει και τιμωρεί κάθε απείθεια: «ὅτι
Κύριος ὁ Θεός σου πῦρ καταναλίσκον ἐστίν Θεὸς ζηλωτής» (στ. 24), και για να μην
εξολοθρευθούν οι Ισραηλίτες από το οπτικό πεδίο του Θεού, δηλαδή από την Γη της
Επαγγελίας, τον χώρο της επικοινωνίας τους: «ἐὰν δὲ γεννήσῃς υἱοὺς καὶ υἱοὺς τῶν
υἱῶν σου καὶ χρονίσητε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε γλυπτὸν ὁμοίωμα
παντὸς καὶ ποιήσητε τὰ πονηρὰ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν παροργίσαι αὐτόν.
διαμαρτύρομαι ὑμῖν σήμερον τόν τε οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ὅτι ἀπωλείᾳ ἀπολεῖσθε ( כִֶּֽי־אָבדֹ תּאֹבֵדוּן ) ἀπὸ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑμεῖς
διαβαίνετε τὸν Ιορδάνην ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν οὐχὶ πολυχρονιεῖτε ἡμέρας ἐπ᾽ αὐτῆς
ἀλλ᾽ ἢ ἐκτριβῇ ἐκτριβήσεσθε» (στ. 25-26).
Το συμπέρασμα είναι ότι για να αποφύγει ο περιούσιος λαός την καταστροφή και
την περιπλάνησή του, οι οποίες απεικονίζονται στην εν λόγω περικοπή με την
απώλεια της Γης και με τη διασπορά του ισραηλιτικού λαού στα έθνη, δύο
προϋποθέσεις απαιτούνται από αυτόν: πρώτον, να παραμείνει πιστός στον μοναδικό
Θεό, μη λησμονώντας τη διαθήκη Του και δεύτερον, να μην κατασκευάσει είδωλα. Η
δυνατότητα της αποκατάστασης υπάρχει σε οποιονδήποτε τόπο και αν βρίσκεται ο
λαός του Ισραήλ. Ο Θεός θα τον σώσει «ἐπ᾽ ἐσχάτῳ τῶν ἡμερῶν» (Δευτ. 4,30) και
θα τον επιστρέψει στην Γη Του γιατί είναι «οἰκτίρμων» (רחוּם ). Έτσι λοιπόν, αν οι Ισραηλίτες
πρόκειται να μπουν στη Γη της Επαγγελίας, πρέπει να υπακούσουν στα «δικαιώματα»
(חֻקִים ) και στα «κρίματα» (מִשְּפָטִים ) του Θεού και να
ξεχάσουν τον δρόμο της ανυπακοής των πατέρων τους, διαφορετικά θα εξολοθρευτούν
τελείως χάνοντας τη Γη τους ως χώρο επικοινωνίας με τον μοναδικό του Θεό και
πηγή της ζωής του[5].
[1] Η έννοια της
αιχμαλωσίας δεν περιορίζεται στη Βαβυλώνια αιχμαλωσία, επειδή ως φαινόμενο στην
ιστορία της αρχαίας Εγγύς Ανατολής είναι ήδη γνωστό από την 3η χιλιετία και
ακόμη περισσότερο από τη 2η χιλιετία, που εξελίχθηκε σε διεθνή αυτοκρατορική
πολιτική στη νεο ασσυριακή περίοδο και άκμασε υπό τον Τιγκλάθ Πιλεσέρ Γ’
(745-725 π.Χ.). βλ. I. J. Gelb, «Prisoners of War in Early Mesopotamia», JNES 32Α (1973) 70-98.
[2] Για περισσότερες λεπτομέρειες
όσον αφορά στις διαφορές βλ.
J. H. Tigay, Deuteronomy, ό.π., σ. 40. R. Polzin, Moses and the
Deuteronomist: A Literary Study of the Deuteronomic History, New York 1980, σ. 40. M. Weinfeld, Deuteronomy 1-11: A
New Translation with Introduction and Commentary, [AB 5], New York 1991, σ. 214.
[3] Σ. Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 354.
[4] Το ρήμα «שָמַע » (ακούω) εκτός από το απλό νόημα του ακούσματος και της ακρόασης, και του βαθύτερου νοήματος της υπακοής, διαθέτει και άλλο ένα, που συνδέεται με την καρδιά, η οποία επιτρέπει στον άνθρωπο να «ακούει και να υπακούει». Ο Σολομών, π.χ. ζητάει από τον Θεό «καρδίαν ἀκούειν» (Γ’ Βασ. [Α’ Βασ.] 3,9). U. Rüterswörden, «שָמַע », TDOT 15 (1997), σ. 256-257.
[5] Ο συγγραφέας κλείνει τον στ. 4,26 με το εβραϊκό ρήμα «שָמַד » (ἐξολοθρεύω), εξισώνοντας τον ισραηλιτικό λαό με τα έθνη. Πρβλ. Δευτ. 2,12·21·22. 4,3. 31,3-4.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου