Μεταξύ των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, που η Γη ( אדָמָה ή אֶרֶץ ) του Ισραήλ κατέχει ιδιαίτερη θέση, συγκαταλέγεται και το βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ, όπου η Γη αποτελεί το χωρικό πλαίσιο στο οποίο απευθύνονται οι προφητείες του, με επίκεντρο την απουσία της. Το βιβλίο αρχίζει με το επιβλητικό όραμα της «δόξης Κυρίου» (Ἰεζ. 1,28) στη Βαβυλώνα και κλείνει με το όραμα της αποκαταστάσεως στη Γη, όπου και πάλι η εμφάνιση του Θεού περιγράφεται ως «δόξα Κυρίου» (Ἰεζ. 43,2-6). Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά στις 12 φυλές του Ισραήλ (Ἰεζ. 47,13 – 48,29), οι οποίες θα κληρονομήσουν τη Γη της Επαγγελίας, σύμφωνα με τον όρκο, που έδωσε ο Θεός στους πατέρες τους (Ἰεζ. 47,14).
Εμβαθύνοντας περισσότερο στο βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ, διαπιστώνουμε πως η Γη του Ισραήλ (
אדָמָה ישְִּרָאֵל ), εκτός από το βασικό ρόλο που έχει στη διαθηκική σχέση του περιουσίου λαού με τον Θεό, αποτελεί σε εθνικό επίπεδο για τους Ισραηλίτες το θεμέλιο επάνω στο οποίο στηρίζεται η ύπαρξη του έθνους. Αυτό το έθνος οδηγήθηκε στην καταστροφή, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός να συρθεί στην εξορία, τη γνωστή ως Βαβυλώνια αιχμαλωσία220. Η εξορία του λαού είχε ως συνέπεια τη διακοπή της σύνδεσής του με τη Γη του, όπου απολάμβανε την αυτονομία και πολιτική ανεξαρτησία του. Παράλληλα, η εξορία επέδρασε στη θρησκευτική και λειτουργική κατάσταση των εξορίστων, διότι, αφενός οι Ισραηλίτες που παρέμειναν στην Ιερουσαλήμ τους θεωρούσαν ότι βίωναν την αποδοκιμασία του Γιαχβέ (Ἰεζ. 11,15·33,24) και αφετέρου, οι εξόριστοι Ισραηλίτες έδιναν λαβή στα υπόλοιπα έθνη να εκλάβουν την εξορία ως αδυναμία του Γιαχβέ να τους προστατεύσει (Ἰεζ. 36,20).
Πολλά ζητήματα αναφύονται ύστερα από την απώλεια της Γης, τόσο σχετικά με τις βαθύτερες αιτίες της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, όσο και με την εσχατολογική αποκατάσταση της Γης και του λαού του Θεού μετά την κρίση του. Οι προφητείες της ευλογίας και της ελπίδας (κεφ. 33-48) στο βιβλίο του πρ. Ιεζεκιήλ περιέχουν μια μοναδική σε όλη την Αγία Γραφή προφητεία εναντίον του Γωγ, ο οποίος θα ανεβεί «ἐπ᾽ ἐσχάτου ἐτῶν» στη Γη που έχει αποδοκιμαστεί από τον Κύριο (Ἰεζ. 38,8). Η προφητεία αυτή ξεπερνάει το ιστορικό πλαίσιο των προηγουμένων προφητειών, μεταφέρνοντας τη Γη σε ένα εσχατολογικό χρόνο, κατά τον οποίο θα μεταμορφωθεί εξαιτίας της αιωνίας παρουσίας του Κυρίου (Ἰεζ. 43,2-9).
Σύμφωνα με τον Δ. Καϊμάκη, ο πρ. Ιεζεκιήλ «χρησιμοποιεί την ιστορία για να δείξει ότι ο Ισραήλ έχει διαφθαρεί και έχει χαθεί λόγω των αμαρτιών του. Διατυπώνει μάλιστα τις κατηγορίες του σε τρεις ενότητες (κεφ. 16, 20 και 23)»[1], γι’ αυτό διηγείται την ιστορία ενός λαού, αποτυπώνοντας μια εικόνα βεβήλωσης και εγκατάλειψης[2].
Ο ναός, που οικοδομήθηκε στο λόφο της Σιών κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σολομώντα, «καθίσταται το μοναδικό λατρευτικό κέντρο των Ισραηλιτών, παραμερίζοντας βαθμιαία όλα τα άλλα ισραηλιτικά ιερά στη Χαναάν» σύμφωνα με τον Σ. Καλαντζάκη[3]. Επομένως, ο ναός της Ιερουσαλήμ εκλαμβάνεται ως η επίγεια κατοικία του Κυρίου, είναι ο επίγειος θρόνος του αοράτου Θεού, ο οποίος κατοικεί στον ουρανό. Παρά την αντίληψη αυτή, ο Γιαχβέ ως Θεός πανταχού παρών και παντοδύναμος δεν περιορίζεται στα τοπικά όρια του ναού. Ο οίκος αυτός αποτελεί έναν χώρο, όπου το όνομα του Θεού είναι παρόν, είναι τόπος προσευχής για τον λαό Του, τόπος επικοινωνίας, όπου ο Θεός προσεγγίζει τον Ισραηλίτη, παρέχοντάς του τη χάρη και την ευλογία Του[4]. Η αντίληψη αυτή γεννά στους εναπομείναντες κατοίκους της Ιερουσαλήμ την πεποίθηση ότι οι εξόριστοι συμπολίτες τους συνιστούν το ακάθαρτο και αμαρτωλό τμήμα του έθνους[5], ακριβώς επειδή έχουν απομακρυνθεί όχι μόνον από την πόλη της Ιερουσαλήμ, αλλά κυρίως από τον ναό, όπου ήταν σε επαφή με τον Κύριο (Ἰεζ. 11,15). Την πεποίθηση αυτή, όμως, ανατρέπει η κατηγορηματική απάντηση του Κυρίου: «διὰ τοῦτο εἰπόν τάδε λέγει Κύριος ὅτι ἀπώσομαι αὐτοὺς εἰς τὰ ἔθνη καὶ διασκορπιῶ αὐτοὺς εἰς πᾶσαν τὴν γῆν καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς ἁγίασμα μικρὸν ἐν ταῖς χώραις οὗ ἂν εἰσέλθωσιν ἐκεῖ. διὰ τοῦτο εἰπόν τάδε λέγει Κύριος καὶ εἰσδέξομαι αὐτοὺς ἐκ τῶν ἐθνῶν καὶ συνάξω αὐτοὺς ἐκ τῶν χωρῶν οὗ διέσπειρα αὐτοὺς ἐν αὐταῖς καὶ δώσω αὐτοῖς τὴν γῆν τοῦ Ισραηλ» (Ἰεζ. 11,16-17).
Οι εξόριστοι από την άλλη πλευρά, που βρίσκονται πλέον μακριά όχι μόνον από την πατρίδα τους αλλά και από τη λατρευτική ζωή του ναού, αισθάνονται ότι έχασαν τη δυνατότητα να επικαλούνται το όνομα του Θεού, και μάλιστα έχασαν τον τόπο της συνάντησης και της επικοινωνίας τους με τον Κύριο[6]. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ, όμως, τους διαβεβαιώνει ότι ο Θεός όχι μόνον δεν τους έδιωξε από κοντά Του, αλλά ότι ο Ίδιος θα γίνει για χάρη τους ένα μικρό αγιαστήριο «
מִקְּדָ שׁ מְּעַט » (Ἰεζ. 11,16). Ο Κύριος, μέσω του προφήτη Ιεζεκιήλ, αποκαλύπτει μια νέα θεολογική αλήθεια, ότι «δεν δεσμεύεται από κανέναν ιερό χώρο, ούτε περιορίζεται σε έναν ορισμένο τόπο, αλλά είναι πανταχού παρών»[7].
Δύο κεφάλαια, αναφέρονται στην επίθεση του Γώγ (κεφ. 38) και στην ήττα του (κεφ. 39). Σε κριτικό επίπεδο, μερικοί υποστηρίζουν ότι τα κεφ. 38-39 αποτελούν μια ανεξάρτητη ενότητα, χωρίς να έχουν σχέση με τα προηγούμενα και τα επόμενα λόγια του προφήτη, διακόπτοντας, μάλιστα, την προφητική ροή της αποκατάστασης. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τα προηγούμενα κεφάλαια (33-37), θα μπορούσαμε να πούμε πως τα κεφ. 38-39 δεν αποτελούν θεολογικά μια ανεξάρτητη ενότητα, αλλά είναι το αποδεικτικό στοιχείο της ολοκλήρωσης και σταθερότητας του αναγεννητικού έργου του ο Κυρίου.
Στο κεφ. 38, ο Θεός αποκαλύπτει το άπληστο και πολεμικό σχέδιο του Γώγ κατά της Γης του Ισραήλ, όπου θα μαζέψει τον στρατό του και θα ξεκινήσει μια επίθεση «ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνη» (
בַיּוֹם הַה֗וּא ) (Ἰεζ. 38,18-19)[8].
Σε απάντηση των δύο ερωτήσεων, σχετικά με την ειρηνική διαμονή του Ισραήλ στη Γη (Ἰεζ. 38,14) και την ταυτότητα του Γωγ, ως του βασιλιά που θα επιφέρει την καταστροφή στον Ισραήλ (Ἰεζ. 38,17), που θέτει ο Γιαχβέ διά στόματος του πρ. Ιεζεκιήλ, έρχεται ως απάντηση η κρίση Του εναντίον του Γώγ και η καταστροφή του. Η επέμβαση του Κυρίου δηλώνεται με τη χρήση του αντωνυμικού επιθήματος α΄ προσώπου, ενικού «
י»: «עַמִי ישְִּרָאֵל » (τὸν λαόν μου Ισραηλ» (Ἰεζ. 38,14·16), «עַל־אַרְּצִי » (τὴν γῆν μου) (Ἰεζ. 38,16), και «עֲבָדַי » (τῶν δούλων μου) (Ἰεζ. 38,17).
Στη συνέχεια, η έλευση του Γωγ και η μάχη που θα ακολουθήσει με τον Κύριο έχει μία μορφή Θεοφάνιας[9], διότι θα παρουσιαστεί σαφώς η μεγαλοσύνη και η αγιότητα του Γιαχβέ. Όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται, τότε τα έθνη θα γνωρίσουν ότι ο Κύριος του Ισραήλ είναι ο Θεός: «καὶ μεγαλυνθήσομαι καὶ ἁγιασθήσομαι καὶ ἐνδοξασθήσομαι καὶ γνωσθήσομαι ἐναντίον ἐθνῶν πολλῶν καὶ γνώσονται ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος» (Ἰεζ. 38,23). Μια αλήθεια για την οποία έχουν προφητεύσει οι παλαιότεροι προφήτες του Ισραήλ, οι δούλοι του Κυρίου (Ἰεζ. 38,17).
Η κεντρική ιδέα του κεφ. 39 είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί το θείο σχέδιο της αποκατάστασης. Πρώτα, ο Γωγ θα συντριβεί τελείως, τα όπλα που χρησιμοποιεί (το τόξο και τα βέλη) θα καταστραφούν (
נכה ) (Ἰεζ. 39,3), ο Γωγ με τα έθνη που τον ακολουθούν, θα σκοτωθούν στα όρη του Ισραήλ ( עַל־הָרֵ י ישְִּרָ אֵל ) και τα πτώματά τους θα δοθούν ως τροφή στα όρνεα (Ἰεζ. 39,4). Έτσι θα γίνει γνωστός ο Γιαχβέ με το άγιο όνομά Του μέσα στον λαό Του και στα έθνη (Ἰεζ. 39,7). Εν συνεχεία, «ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ» ο οίκος Ισραήλ θα θάψει «τὸν Γωγ καὶ πᾶν τὸ πλῆθος αὐτοῦ», για να καθαριστεί η Γη (Ἰεζ. 39,11-12). Και ο Γιαχβέ θα καλέσει όλα τα πτηνά και τα θηρία της πεδιάδας, στα οποία θα παραθέσει ως θυσία τα άψυχα σώματα των στρατιωτών στα όρη του Ισραήλ ( עַל־הָרֵ י ישְִּרָאֵל ). Το αποκορύφωμα όλων αυτών των ενεργειών θα είναι ότι όλα τα έθνη θα έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη «δόξαν» (כָבוֹד ), στην «κρίσιν» (מִשְּׁפָט ) και στη «χεῖρα» (ידָ ) του Κυρίου (Ἰεζ. 39,21), ώστε να γνωρίσει και ο οίκος Ισραήλ ότι ο Κύριος είναι ο Θεός τους από την ημέρα εκείνη και έπειτα. Η αγιότητα του Κυρίου θα ομολογηθεί από όλη την κτίση: τον Γωγ, τον Ισραήλ, τα όρη του Ισραήλ, τα πτηνά, τα θηρία, και όλα τα έθνη. Στο έργο της αποκατάστασης του Κυρίου ο Ισραήλ κατέχει εξέχοντα ρόλο ως συμμέτοχος, αφού θα συμμετάσχει στην κάθαρση της Γης (Ἰεζ. 39,12), του τόπου, δηλαδή, όπου θα αγιασθεί ο Κύριος και θα αναγνωριστεί το άγιο όνομά Του από όλα τα έθνη. Η χρήση του συνδέσμου «לָכֵן » (διὰ τοῦτο) (Ἰεζ. 39,25), που ενώνει τις περικοπές Ἰεζ. 39,17-24 και Ἰεζ. 39,25-29 σε μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος, επιβεβαιώνει πως η αποκατάσταση του λαού και της Γης συνιστούν ένα αποτέλεσμα και όχι μια αιτία για το αναδημιουργικό έργο του Κυρίου, το οποίο θα εκτελεστεί χάριν του αγίου ονόματός Του.



[1] Δ. Καϊμάκη, Ιεζεκιήλ, Μετάφραση – Υπόμνημα, Αθήνα 2019, σ. 22.

[2] E. F. Davis, Swallowing the Scroll: Textuality and the Dynamics of Discourse in Ezekiel’s Prophecy, [Bible and Literature 21], Sheffield 1989, σ. 106.

[3] Σ. Καλαντζάκη, Καρδιά Καινή και Πνεύμα Καινόν: οι θεολογικές ιδέες του προφήτη Ιεζεκιήλ, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 387.

[4] Ό.π., σ. 389-90.

[5] Ό.π., σ. 398.

[6] Ό.π., σ. 398.

[7] Ό.π., σ. 399.

[8] Βλ. Ἰεζ. 38,10·14 και 39,11.

[9] Ό.π., σ. 369.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ





Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top