Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

«Η ενότητά μας δεν είναι ομοιομορφία, αλλά μια συμφιλιωμένη ποικιλομορφία που αντανακλά τη δημιουργική αγάπη του Θεού ».

 

«Στεκόμαστε ενωμένοι —διαφορετικοί σε παραδόσεις, γλώσσες, συμφραζόμενα και εκφράσεις—αλλά ενωμένοι εν Χριστώ».  « Η ενότητά μας δεν είναι ομοιομορφία, αλλά μια συμφιλιωμένη ποικιλομορφία που αντανακλά τη δημιουργική αγάπη του Θεού».


Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) εκπροσωπήθηκε στη λειτουργία από την Επίσκοπο Ingeborg Mitt ö mme, μέλος της κεντρικής και της εκτελεστικής επιτροπής του ΠΣΕ.

Της λειτουργίας ηγήθηκαν ο Αρχιεπίσκοπος Δρ. Martin Modé us και η Κοσμήτορας Matilda Helg.

Η Αυτού Παναγιότητα, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ανέγνωσε το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας στα ελληνικά κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, όπως έκανε και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας στη λειτουργία στον καθεδρικό ναό το 1925. 

Υποβλήθηκε μια Οικουμενική Έκκληση, αναγνωρίζοντας ότι οι ηγέτες των εκκλησιών συγκεντρώνονταν σε μια εποχή που ζητά ειρήνη.  « Μια ειρήνη που δεν είναι απλώς η απουσία πολέμου, αλλά χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη και συμφιλίωση», αναφέρει η έκκληση.  « Σε αυτή την εποχή, ο Θεός μας καλεί -ως εκκλησίες, ως αδέλφια στην πίστη, ως συνανθρώπους μας - να γίνουμε φορείς της ειρήνης του Θεού ».

Η έκκληση υπενθύμισε στους συγκεντρωμένους ότι η αποστολή της εκκλησίας δεν είναι για το καλό μας, αλλά για το καλό του κόσμου. 

« Στεκόμαστε ενωμένοι —διαφορετικοί σε παραδόσεις, γλώσσες, συμφραζόμενα και εκφράσεις—αλλά ενωμένοι εν Χριστώ», αναφέρει η έκκληση.  « Η ενότητά μας δεν είναι ομοιομορφία, αλλά μια συμφιλιωμένη ποικιλομορφία που αντανακλά τη δημιουργική αγάπη του Θεού ».

Η έκκληση τόνισε επίσης την κοινή ευθύνη να εργαστούμε για την ειρήνη.

«Η επιδίωξη της ειρήνης και η δυνατότητα συμφιλίωσης αποτελούν κεντρικής σημασίας στοιχεία για την κοινή μαρτυρία των εκκλησιών», αναφέρει η έκκληση.  «Προτρέπουμε ο ένας τον άλλον να αντιταχθούμε στη βία, να προωθήσουμε τον διάλογο μεταξύ θρησκειών και πολιτισμών και να αποτελέσουμε φωνή για όσους δεν ακούγονται».

Η έκκληση αντανακλούσε ότι η ειρήνη του Θεού δεν είναι παθητική.  «Είναι ενεργητική. Επιδιώκει δικαιοσύνη. Χτίζει γέφυρες. Θεραπεύει πληγές και δημιουργεί χώρο για συμφιλίωση», αναφέρει η έκκληση.  «Επομένως, δεν μπορούμε να παραμένουμε σιωπηλοί όταν οι άνθρωποι εκτοπίζονται, όταν το μίσος ριζώνει, όταν η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή απειλεί το μέλλον της ζωής».

Πολλές από τις εκκλησίες που εκπροσωπήθηκαν με προσκεκλημένους στη συνάντηση του 1925 είναι πλέον εγκατεστημένες στη Σουηδία.

Το 1925, το θέμα της συνάντησης της Στοκχόλμης και της λειτουργίας στην Ουψάλα ήταν ότι η ενότητα της εκκλησίας είναι για χάρη του κόσμου. Η συνάντηση ήταν μέρος των προσπαθειών για ειρήνη και κατανόηση μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια ταραχώδη εποχή που η εκκλησία αναζητούσε την αποστολή της σε σχέση με τον εκσυγχρονισμό, τη βιομηχανοποίηση και τις νέες κοινωνικές μορφές.



«Ώρα για την Ειρήνη του Θεού» Καθεδρικός Ναός της Ουψάλα - Σουηδία 24 Αυγούστου (Βίντεο)



Η 100ή επέτειος της Διάσκεψης της Στοκχόλμης το 1925 γιορτάζεται μέσω μιας οικουμενικής λειτουργίας με θέμα «Ώρα για την Ειρήνη του Θεού».

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΑΣ (10ο ΜΕΡΟΣ)


Ἀλλά καί ὁ οὐράνιος κόσμος τῶν ἀγγέλων δέν ἔμεινε ἀμέτοχος στη χαρά τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Αντίθετα, συμμετέχει καί συγχαίρει σ' αυτήν τήν ἀποκατάσταση καί δόξα τῶν ἀνθρώπων, πού ἔγινε κατορθωτή μέ τήν ύπακοή τῆς Παναγίας. Γι' αὐτό καί ὁ ἅγιος Επιφάνιος Κύπρου - ἀντιδιαστέλλοντας τήν Προμήτορα ἀπό τήν Θεομήτορα - σημειώνει:

"Οἱ ἄγγελοι ἐξέφρασαν παράπονα στην Εὔα, τώρα δέ τή Μαρία δοξάζουν· Εκείνη, πού δόξασε τή γυναικεία ἀσθένεια, μέ ἐξαίρετο τρόπο, διότι ανέστησε τήν Εὔα, πού εἶχε πέσει, καί τόν Αδάμ, πού ἐξορίστηκε ἀπό τόν Παράδεισο, τόν ἀπέστειλε στούς ουρανούς. Εκείνη, πού ἄνοιξε τον Παράδεισο πού ἦταν κλειστός, καί όπως τόν ληστήν, ἔτσι καί τόν  ̓Αδάμ, τόν ἔστειλε καί τόν καταφύτευσε πάλι στον Παράδεισο"[1].  
Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός τονίζει -συγκρίνοντας τις δύο αυτές γυναικείες μορφές - τά ουράνια καί τά αἰώνια ἀγαθά πού προέκυψαν ἀπό τήν ἁγία ὑπακοή τῆς Παρθένου, ἀντίθετα πρός τίς ὀλέθριες συνέπειες τῆς παρακοῆς τῆς 
Εύας.

Γράφει:

"Από τόν ἄνθρωπο προῆλθε ὁ θάνατος, καί ἀπό τόν ἄνθρωπο προῆλθε ἡ σωτηρία. Ὁ πρῶτος ἔπεσε στήν ἁμαρτία, ὁ δεύτερος σήκωσε αὐτόν πού εἶχε πέσει. Η γυναίκα υπεράσπισε τή γυναίκα. Η πρώτη ἄνοιξε τήν εἴσοδο στήν ἁμαρτία, ἐνῶ αυτή (δηλαδή ή Παναγία) υπηρέτησε στήν εἴσοδο τῆς δικαιοσύνης. Ἐκείνη δέχθηκε τή συμβουλή του φιδιοῦ. Αὐτή μᾶς ἔδωσε τόν ἀναιρέτη του φιδιοῦ καί γέννησε το Δημιουργό τοῦ φωτός. Ἐκείνη (ή Εύα) μᾶς ἔφερε μέ τό δένδρο τήν άμαρτία. Αὐτή (ή Παναγία) μέ τό ξύλο ἔφερε στη θέση τῆς ἁμαρτίας τό ἀγαθό. Ξύλο ἐννοῶ τό σταυρό. Ο καρπός τοῦ ξύλου αὐτοῦ δέν λείπει ποτέ καί γίνεται ζωή ἀμάραντη γι' αυτούς, πού τόν γεύονται"[2].

Καλή καί εὐλογημένη εἶναι καί ἡ φυσική ζωή, ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς τή δίδει καί αὐτή μέ τούς γονεῖς, πού εἶναι πρόγονοι τῆς πρώτης μητέρας, τῆς Εὔας. Καλή καί εὐλογημένη, διότι μὲ τὸ νὰ γεννηθοῦμε καί νά ζοῦμε, μᾶς παρέχεται ἡ δυνατότητα νά ἐπιτύχουμε το μεγάλο καί ὕψιστο σκοπό τῆς ζωῆς μας, τή σωτηρία δηλαδή διά τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αλλά ἀσυγκρίτως ανώτερη καί τιμιώτερη εἶναι ἡ πνευματική ζωή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνομε διά τοῦ Υἱοῦ τῆς Παρθένου, τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἡ ζωή τῆς ἑνώσεώς μας μέ τό Χριστό! Η ζωή τῆς ἁγιότητας μέ τό Χριστό! Ενωμένοι μέ τήν πίστη καί μέσω τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ δέν φοβόμαστε τό θάνατο, πού μᾶς κληροδότησε μαζί μέ τή φυσική ζωή ή πρώτη μας μητέρα, ή Εύα. Διότι ἐλπίζομε ὅτι θά ἀπολαύσομε τήν αἰώνια καί μακαρία ζωή, τήν ὁποία μᾶς χάρισε ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Υἱός τῆς Παρθένου Μαρίας, τῆς πνευματικῆς μας Μητέρας. Ας παρακαλοῦμε τήν Παναγία Παρθένο να πρεσβεύει πάντοτε στον Υιό καί Θεό Της, νά μᾶς χαρίζει τήν πνευματική, τήν ἁγία ἐν Χριστῷ ζωή, γιά τήν ὁποία ἐνανθρώπησε. Καί τότε ζώντες ενωμένοι μέ τό Σωτήρα καί Λυτρωτή μας, τόν λατρευτό μας Ἰησοῦ, νά τιμοῦμε καί νά δοξάζομε Αὐτήν, πού ἀξιώθηκε, χάρη στην αγνότητα καί ἁγιότητά Της, νά γίνει ἡ "Μητέρα τῆς Ζωῆς"!



[1] "Αγγελοι τήν Εὔαν έμέμφοντο, νυνί δέ Μαρία δοξάζουσιν· ἡ τό ἀσθενές τῶν γυναικῶν κυρίως δοξάσασα, ή τήν πεσοῦσαν Εὔαν ἀναστήσασα, καί τόν ἐκβληθέντα τοῦ παραδείσου 'Αδάμ εἰς οὐρανούς ἀποστείλασα, ἡ τόν κλεισθέντα παράδεισον ἀνοίξασα, καί διά ληστοῦ πάλιν τόν 'Αδάμ καταφυτεύσασα" (Έλλ. Πατρ. P. G. 43,501).

[2]  "Δι' ἀνθρώπου θάνατος, καί δι' ἀνθρώπου ή σωτηρία. Ὁ πρῶτος εἰς ἁμαρτίαν ἔπεσεν, ὁ δεύτερος τόν πεπτωκότα ἀνέστησεν. Απολελόγηται ὑπέρ τῆς γυναικός ή γυνή· ἡ πρώτη τῇ ἁμαρτία τήν εἴσοδον δέδωκεν, αὕτη δέ τῇ εἰσόδῳ τῆς δικαιοσύνης υπηρετήσατο. Εκείνη τοῦ ὄψεως τήν συμβουλήν ἀπεσπάσατο, αὕτη τόν ἀναιρέτην τοῦ ὄφεως παρεστήσατο καί τοῦ φωτός τόν γενέτην ἀπεκύησεν. Ἐκείνη διά τοῦ ξύλου τήν ἁμαρτίαν εἰσήγαγεν, αὕτη διά τοῦ ξύλου τό ἀγαθόν. Ξύλον δέ λέγω τόν σταυρόν, ὁ δὲ τοῦ ξύλου τούτου καρπός ἀειθαλής καί ἀμάραντος ζωή τοῖς γευομένοις γίνεται" (P.G. 46, 1148).

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




















Άγ. Νικόδημος: Η υπακοή δεν είναι άφεση κρίσεως! Η φωνή της διάκρισης ενάντια στην υποταγή του νου.



1. Η αληθινή υπακοή είναι ελεύθερη και νοερή.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, εκ των μεγαλύτερων πατέρων του νεοελληνικού ορθοδόξου μοναχισμού, δεν αντιλαμβάνεται την υπακοή ως μια άνευρη δουλική κατάσταση, αλλά ως έκφραση αγάπης και ταπείνωσης. Κατά τον Άγιο, η υπακοή είναι πράξη ελεύθερης προσφοράς της βούλησης προς τον Θεό, μέσω ενός πνευματικού οδηγού και όχι απλή άρνηση της σκέψης, της διάκρισης ή της κρίσεως.

Η υπακοή δεν καταργεί την νόηση του ανθρώπου. Αντιθέτως, την αγιάζει. Ο Άγιος Νικόδημος εφιστά την προσοχή στο ότι ο άνθρωπος, ακόμη και μέσα στην υποταγή, πρέπει να διατηρεί νήψη και φρόνηση. Ο Θεός δεν θέλει υπηρέτες χωρίς κρίση, αλλά τέκνα με διάκριση. Και αυτή η διάκριση είναι καρπός πνεύματος Αγίου, όχι ατομικής αυτάρκειας.

2. Η διάκριση είναι θεμέλιο της σωστής υπακοής.

Καθότι η ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει πώς ο διάβολος μπορεί να μεταμφιεστεί σε άγγελο φωτός, ο Άγιος Νικόδημος επιμένει πως η υπακοή πρέπει να συνοδεύεται πάντοτε από διάκριση. Δεν είναι κάθε εντολή, συμβουλή ή οδηγία από άνθρωπο αναγκαία προς εκτέλεση.
Η πνευματική ζωή δεν λειτουργεί μηχανιστικά. Προϋποθέτει πνευματική επαγρύπνηση. Η υπακοή στον πνευματικό πατέρα ή η εμπιστοσύνη σε έναν γέροντα δεν σημαίνει ότι η ψυχή παραδίδει τη συνείδησή της χωρίς έλεγχο. Αντιθέτως, ο Άγιος διδάσκει ότι η αληθινή υπακοή έχει ως ρίζα τη γνώση του θελήματος του Θεού. Όταν κάτι μας τραβά προς το σκοτάδι ή έρχεται σε αντίθεση με τον νόμο του Χριστού, τότε δεν είναι υπακοή, αλλά πλάνη.

3. Η υπακοή χωρίς κρίση οδηγεί σε πνευματικό εκτροχιασμό.

Η υποταγή του νου όταν δεν συνοδεύεται από νοερή εργασία και προσευχή, είναι επικίνδυνη. Ο Άγιος Νικόδημος το γνωρίζει αυτό. Στο έργο του Αόρατος Πόλεμος ξεκαθαρίζει ότι πολλές φορές ο διάβολος προσπαθεί να παγιδεύσει τον άνθρωπο, όχι μέσα από την απείθεια, αλλά μέσα από την τυφλή και υπερήφανη υπακοή. Πολλοί πλανώνται επειδή νομίζουν πως το να υπακούς τυφλά είναι αρετή. Όμως η υπακοή, όταν δεν περνά από το φίλτρο της καθαρής συνείδησης, γίνεται εύκολα όχημα για την είσοδο της πλάνης, της κακοδοξίας και της θρησκευτικής εκμετάλλευσης. Ο άνθρωπος δεν παραιτείται από την κριτική του ικανότητα ούτε στο μοναστήρι, ούτε στον κόσμο.

4. Η υπακοή ως παιδαγωγία και όχι ως ακύρωση προσώπου

Ο Άγιος Νικόδημος βλέπει την υπακοή ως θεραπεία, όχι ως ακύρωση του προσώπου. Δεν επιβάλλει τη σιωπή της συνείδησης, αλλά οδηγεί στην ελευθερία του πνεύματος. Ο πνευματικός πατέρας δεν είναι δικτάτορας, είναι ιατρός. Δεν απολυτοποιείται, αλλά υπηρετεί το θέλημα του Θεού. Αν ο πνευματικός ζητεί κάτι που αντιβαίνει στο Ευαγγέλιο, τότε ο πιστός δεν έχει καθήκον να υπακούσει. Ούτε είναι ένδειξη ταπείνωσης η ανοχή στην κατάχρηση. Αντίθετα, η άγνοια των ορίων της υπακοής γίνεται όχημα κακοποίησης της πίστης και εκτροπής από την πνευματική ελευθερία.

5. Η κρίση δεν είναι καταδίκη, αλλά εν Χριστώ διάκριση.


Ο Άγιος Νικόδημος δεν απορρίπτει την κρίση όταν αυτή είναι καρπός ταπεινής διάκρισης. Καταδικάζει την καταλαλιά, τον εγωιστικό έλεγχο και την εμπαθή επίκριση, αλλά όχι τη σωτήρια κρίση που προέρχεται από αγάπη προς την αλήθεια. Η εκκλησία δεν ζητεί από τα μέλη της να είναι άβουλα. Θέλει να έχουν γνώμη, αλλά αγιασμένη, φωτισμένη, ταπεινή. Ο πιστός που δεν κρίνει τίποτα είναι ανεύθυνος. Όπως η τυφλή εμπιστοσύνη σε μια αυθεντία χωρίς φως οδηγεί στην αίρεση, έτσι και η αδυναμία άσκησης διάκρισης οδηγεί στον εφησυχασμό.
Ο Χριστός είπε να είμαστε φρόνιμοι ως οι όφεις και ακέραιοι ως αι περιστεραί, όχι αφελείς. Ο Άγιος Νικόδημος επαναφέρει με δύναμη το βάρος της συνείδησης στο επίκεντρο της πνευματικής ζωής. Η συνείδηση είναι η φωνή του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Καμιά εξωτερική αυθεντία δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτή τη φωνή. Ο πιστός οφείλει να καλλιεργεί τη συνείδησή του ώστε να διακρίνει το καλό από το πονηρό, το θεϊκό από το ανθρώπινο. Η υπακοή που απαιτεί η καταστολή της φωνής αυτής δεν είναι αρετή αλλά πνευματική βλάβη.
Ο Άγιος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμη και σε ιερατικά ή μοναχικά περιβάλλοντα μπορεί να ζητηθεί κάτι επιβλαβές με πνευματική επικάλυψη. Εκεί χρειάζεται προσευχή, σύνεση και ενίοτε απομάκρυνση. Όχι σιωπή.

6. Η διάκριση ως ασπίδα έναντι της πλάνης.

Για τον Άγιο Νικόδημο η διάκριση είναι η βασίλισσα των αρετών. Όποιος έχει διάκριση μπορεί να σταθεί όρθιος ακόμη και σε εποχές σύγχυσης. Στους καιρούς μας που πολλοί ντύνονται το ράσο της ευσέβειας για να επιβάλλουν διδασκαλίες ξένες προς την ορθόδοξη παράδοση η διάκριση είναι η μόνη άμυνα. Ο Άγιος μας καλεί να αναζητούμε το πνεύμα του Θεού πίσω από τους λόγους. Να μην εντυπωσιαζόμαστε από την εξωτερική ευσέβεια αλλά να ελέγχουμε τα πνεύματα κατά το αν οδηγούν σε ταπείνωση, αγάπη και μετάνοια. Αν κάτι φέρει φόβο, έλεγχο, σύγχυση και αποξένωση από το πρόσωπο του Χριστού, τότε δεν είναι καρπός υπακοής αλλά του εχθρού.

7. Η ελευθερία ως τελικός καρπός της υπακοής.

Όλη η ασκητική εργασία κατά τον Άγιο Νικόδημο δεν έχει ως σκοπό την εξωτερική συμμόρφωση αλλά την εσωτερική ελευθερία. Υπακοή που δεν οδηγεί σε χαρά και ελευθερία δεν είναι αληθινή. Αντίθετα, η υπακοή που καλλιεργείται μέσα στην προσευχή, στη μετοχή στα μυστήρια και στη μελέτη των πατέρων ελευθερώνει την καρδιά και τη γεμίζει φως.

Η αγιορείτικη πνευματικότητα δεν είναι βαρύ φορτίο. Είναι δρόμος χαράς. Και η υπακοή όταν είναι αυθεντική ανοίγει τον νου στο θέλημα του Θεού, όχι τον κλείνει μέσα σε φοβίες και εξαρτήσεις. Ο Άγιος Νικόδημος καλεί κάθε πιστό να εργάζεται πνευματικά. Όχι να παραδίδεται σε πνευματική αδράνεια.

Επίλογος.


O Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης είναι φάρος διάκρισης και αλήθειας στην εποχή της πνευματικής σύγχυσης. Η υπακοή που διδάσκει είναι ζωντανή, φωτεινή, λυτρωτική. Δεν ακυρώνει το πρόσωπο, αλλά το ολοκληρώνει μέσα στο φως του Χριστού. Δεν υποδουλώνει τον νου, αλλά τον εξαγνίζει. Δεν σκοτώνει τη φωνή της συνείδησης, αλλά την φωτίζει με τη χάρη του Θεού. Η Ορθοδοξία δεν είναι σύστημα ελέγχου. Είναι κοινωνία ελευθερίας μέσα στο Άγιο Πνεύμα. Και η υπακοή δεν είναι άφεση κρίσεως, αλλά άσκηση εμπιστοσύνης με επίγνωση. Ο πιστός οφείλει να παραμένει ταπεινός, αλλά και άγρυπνος. Να αγαπά την Εκκλησία, αλλά να μην παραδίδει αδιάκριτα την ψυχή του σε ανθρώπους χωρίς το φρόνημα των πατέρων. Διότι ο Χριστός μας κάλεσε σε ελευθερία, όχι σε τύφλωση. Και η διάκριση είναι η ασφαλέστερη οδός για να Τον ακολουθούμε με πίστη και καθαρή καρδιά.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΟΜΙΛΙΑΣ, ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''.

 

 



 

 


Η Εσχατολογία του «Κινήματος κατά των Κωδικών - αριθμών» στο Φως της Ορθόδοξης Παράδοσης. (4ο μέρος)

 

2.2 Η Διδασκαλία τoυ KKTK για τα «έσχατα χρόνια»

«Το πνεύμα του Αντιχρίστου είναι διαρκώς παρόν στον κόσμο, και πάντα προκαλούσε μια ευσεβή ανησυχία στις καρδιές των πιστών τέκνων της Εκκλησίας του Χριστού, ανησυχία για την καθαρότητα της Εκκλησίας και για τη μοίρα της»[1].

Σύμφωνα με τη χριστιανική διδασκαλία, η ιστορία έχει αρχή και τέλος. Αυτή η σαφήνεια αντικατοπτρίζεται καθαρά στη δομή της Αγίας Γραφής, η οποία αρχίζει με το Βιβλίο της Γένεσης και τελειώνει με την Αποκάλυψη. Επομένως, στην Ορθόδοξη Παράδοση καθορίζονται με σαφήνεια οι περίοδοι της σχέσης ανθρώπου και Θεού:

·  Η περίοδος της Παλαιάς Διαθήκης – είναι η περίοδος της αναμονής του Χριστού.

·  Η περίοδος της Καινής Διαθήκης – είναι η Παρουσία του Θεού και ο χρόνος πριν από την «ζωή του μέλλοντος αιώνα».

Στην ίδια περίοδο των «έσχατων χρόνων», η Ορθόδοξη Παράδοση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ακολουθία των γεγονότων που προηγούνται της έλευσης της «νέας γης και του νέου ουρανού» (Αποκ. 21:1). Είναι ο χρόνος κατά τον οποίο θα γίνει οριστικός διαχωρισμός του καλού από το κακό. Η Εκκλησία ορίζει σαφώς αυτή την περίοδο.

Γράφουν: 

«Με την Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας έχει καθοριστεί ότι η Ἀποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου αποτελεί προαναγγελία της μελλοντικής μοίρας της Εκκλησίας και του κόσμου. Τα γεγονότα και οι εικόνες που περιγράφονται σε αυτήν δεν είναι ούτε συγκαλυμμένη ιστορία του παρελθόντος, ούτε πρόρρηση διαφόρων εποχών της εκκλησιαστικής ιστορίας ή μεμονωμένων ανθρώπινων προσώπων. Όχι· η Ἀποκάλυψη και τα οράματά της (εκτός από τα τρία πρώτα κεφάλαια) είναι με την κυριολεκτική σημασία της λέξης εσχατολογία· είναι απεικόνιση της έσχατης μοίρας του κόσμου και της Εκκλησίας, καθώς και των γεγονότων που θα προηγηθούν και θα προετοιμάσουν αυτό το τέλος.»

Στην Εκκλησία υπάρχει διπλή κατανόηση του όρου «έσχατοι χρόνοι»:


Η πρώτη είναι ένα μεγάλο και χρονικά αόριστο διάστημα ανάμεσα στην Πρώτη και στη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού:

«προεγνωσμένου μὲν πρὸ καταβολῆς κόσμου, φανερωθέντος δὲ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων δι᾿ ὑμᾶς» (Α΄ Πέτρου, 1.20)

Αυτή τη κατανόηση που αναφέρεται στον ιστορικό χρόνο, τον έχουν αποδεχθεί όλοι οι ιστορικοί.
Το δεύτερο νόημα του όρου «έσχατοι χρόνοι» είναι η περίοδος άμεσα πριν από τη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού. Η Εκκλησία προσδιορίζει τη διάρκεια αυτής της περιόδου σε τριάμισι χρόνια, σύμφωνα με την Αποκάλυψη:

«Και δώσω στους δύο μάρτυρές μου να προφητεύσουν χίλια διακόσια εξήντα ημέρες…» (Αποκ. 11:3). Για την ίδια αυτή περίοδο προειδοποιεί ο απόστολος Παύλος τον μαθητή του Τιμόθεο (Α΄ Τιμ. 4,1· Β΄ Τιμ. 3,1), και γι’ αυτήν γράφει στη δεύτερη επιστολή του προς τους Θεσσαλονικείς (Β΄ Θεσ. 2,1–17).»
Ωστόσο, παρά τις σαφείς και μονοσήμαντες ερμηνείες των Αγίων Πατέρων και τη διδασκαλία των αποστόλων, το ΚΚΤΚ διδάσκει διαφορετικά.

«Για τους Αγίους Πατέρες, τα λόγια του αποστόλου: “ἐὰν μὴ ἔλθῃ πρῶτον ἡ ἀποστασία, καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀνομίας” (Β΄ Θεσσ. 2,3–4), δεν σημαίνουν δύο περιόδους, αλλά έναν μόνο έσχατο καιρό, μέσα στον οποίο θα συμβούν και τα δύο: δηλαδή η εσωτερική αποστασία, που θα ολοκληρωθεί με την εξωτερική, τον Αντίχριστο· μία περίοδος…»[2].

Πρώτον, για να επιβεβαιώσουν τη δική τους άποψη, οι συγγραφείς της στηρίζονται σε χωρίο από τη Δεύτερη Επιστολή του αποστόλου Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς, όπου, κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων, γίνεται λόγος για τους “έσχατους χρόνους” με τη δεύτερη σημασία, δηλαδή ως μια σύντομη και καθορισμένη περίοδος τριάμισι ετών.
Δεύτερον, παραθέτουν την ερμηνεία αυτού του χωρίου από τον άγιο Θεοφάνη τον Βισίνσκι.
Συνεπώς, παραθέτοντας τις δικές τους ερμηνείες αυτών των αποσπασμάτων της Γραφής, συνειδητά αποκλίνουν από τη θέση της Εκκλησίας. Η Oρθόδοξη Παράδοση ερμηνεύει το απόσπασμα αυτό με σαφήνεια μόνο κατά τη δεύτερη έννοια, δηλαδή ως αναφερόμενο στον καιρό της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος διδάσκει με σαφήνεια: «
Σας παρακαλούμεν δε, αδελφοί, ως προς την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της συγκεντρώσεως ημών πλησίον του, να μη συναρπασθήτε ταχέως και σαλευθήτε από την λογικήν και αντικειμενικήν σκέψιν του νου σας ούτε να ταράσσεσθε και ανησυχήτε ούτε από προφητικόν τάχα χάρισμα του πνεύματος, ούτε από λόγον ούτε από επιστολήν, δια τα οποία θα προσπαθήσουν να σας πείσουν, ότι τάχα προέρχονται από ημάς και δια των οποίων σας ειδοποιούμεν τάχα ημείς, ότι έχει φθάσει η ημέρα του Χριστού». Δεν υπάρχει καμία βάση να αναφέρεται αυτό το χωρίο σε άλλη χρονική περίοδο σε ''έναν μόνο έσχατο καιρό''. Με τη δική τους ερμηνεία περί της “συντελείας του αιώνος” οι ιδεολόγοι του ΚΚΤΚ παραπλανούν τους οπαδούς τους.

«Η γνήσια άποψη των αγίων ευλαβών δούλων του Θεού… περί της “συντελείας των αιώνων”… είναι να το βλέπουν ως μία ενιαία ιστορική διαδικασία, που ξεκίνησε από τη στιγμή της Θυσίας του Γολγοθά…»[3].

«Έτσι, η “συντέλεια του κόσμου” είναι πιο σωστό να νοηθεί όχι ως μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά ως ολόκληρη περίοδος, μια ενιαία διαδικασία, στην οποία ο Κύριος και “καλεί”, και “προσλαμβάνει”, και “πειθαναγκάζει” να εισέλθουν στο γάμο (Λουκ. 14,23) και «
ἀφ᾿ οὗ ἂν ἐγερθῇ ὁ οἰκοδεσπότης καὶ ἀποκλείσῃ τὴν θύραν» (Λουκ. 13,25)»[4].

Δηλαδή, το χωρίο της Γραφής, που όλοι οι Άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν ως: Ημέρα του Κυρίου, ημέρα της συντελείας του παρόντος αιώνος, Μεγάλη Ημέρα, Τελευταία Ημέρα, Ημέρα της Κρίσεως, ενώ ο ιερομάρτυρας Ιππόλυτος της Ρώμης το ονομάζει “εβδομάδα διαιρεμένη στα δύο”, το ΚΚΤΚ το ερμηνεύει εντελώς διαφορετικά.
Μια τέτοια ερμηνεία της Αγίας Γραφής δεν αποτελεί λάθος ή παρεξήγηση. Εντάσσεται απολύτως λογικά στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ, επειδή σε αυτήν απουσιάζει η σαφής διδασκαλία περί του Αντιχρίστου. Στην “εσχατολογία” του ΚΚΤΚ, η “Ημέρα της Κρίσεως” δεν αρχίζει με την εμφάνιση του Αντιχρίστου, αλλά είναι μια “γραμμή” με διάρκεια χωρίς σαφή οριοθέτηση, κάτι  που δεν συμβαίνει στην Αποκάλυψη (Αποκ. 11:3). Από μια τέτοια ερμηνεία της “συντέλειας του αιώνος” προκύπτει λογικά και μια ιδιαίτερη διδασκαλία περί του Αντιχρίστου.

«Και το γεγονός ότι τώρα το τριπλό έξι (666) χρησιμοποιείται ευρέως παντού, παρόλο που ο Αντίχριστος δεν έχει ακόμη αναλάβει την εξουσία, μαρτυρά τη δράση του μέσω του πνεύματός του. Τα αντιχριστιανικά σύμβολα επιδρούν μέσω του πνεύματος του Αντιχρίστου πριν από την ενθρόνισή του, εκδηλώνονται ενεργειακά».

Το ΚΚΤΚ ισχυρίζεται ότι τα σύμβολα του Αντιχρίστου δραστηριοποιούνται πνευματικά πριν από την εμφάνισή του, όπως φαίνεται από τη χρήση των τριών εξαριών («666») ακόμη και πριν την ανάληψη της εξουσίας από τον Αντίχριστο. Δηλαδή, το πνεύμα του Αντιχρίστου δρα ενεργειακά και συμβολικά πριν την εμφάνιση του ίδιου του προσώπου.
Ο απόστολος Ιωάννης, μιλώντας για το πνεύμα του Αντιχρίστου, εννοεί το “πνεύμα της πλάνης”, δηλαδή την αντιχριστιανική ψευδοδιδασκαλία: “Μη πιστεύετε σε κάθε πνεύμα, αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα, αν είναι από τον Θεό, γιατί πολλοί ψευδοπροφήτες έχουν εμφανιστεί στον κόσμο” (Α΄ Ιωάν. 4:1). Το κριτήριο διάκρισης του ψεύδους που προτείνει ο απόστολος είναι το εξής: “Κάθε πνεύμα που δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό που ήρθε εν σαρκί, δεν είναι από τον Θεό…” (Α΄ Ιωάν. 4:3). Για τον Ιωάννη τον Θεολόγο, κάθε ψεύδος για τον Ιησού Χριστό αποτελεί “πνεύμα του Αντιχρίστου”, το οποίο “και τώρα ήδη υπάρχει στον κόσμο” (Α΄ Ιωάν. 4:3), επειδή προέρχεται από τον διάβολο, “διότι αυτός είναι ψεύτης και πατέρας του ψεύδους” (Ιωάν. 8:44)».
Έτσι, ο Ιωάννης ο Θεολόγος υπό το πνεύμα του Αντιχρίστου κατανοεί την ψευδοδιδασκαλία των αιρετικών, οι οποίοι υπήρχαν ήδη στην εποχή του και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στο μέλλον. Την ίδια διδασκαλία θα ακολουθεί και ο τελευταίος Αντίχριστος, “για τον οποίο έχετε ακούσει ότι θα έρθει και τώρα ήδη υπάρχει στον κόσμο” (Α΄ Ιωάν. 4:3).»
Στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ, η έννοια του “πνεύματος του Αντιχρίστου” έχει εντελώς διαφορετικό νόημα, όπως φαίνεται από τα συμφραζόμενα των συλλογισμών τους.

«Πάντοτε, μαζί με το σύμβολο 666 υπάρχει η συμβολιζόμενη πραγματικότητα του πνεύματος του Αντιχρίστου… Κατά συνέπεια, και τα αντιχριστιανικά σύμβολα ενεργούν με το πνεύμα του Αντιχρίστου προτού βασιλέψει, εκδηλώνοντας ενεργειακά την παρουσία του».

Με την φράση «το πνεύμα του Αντιχρίστου προτού βασιλέψει» το ΚΚΤΚ αποκαλύπτει με απόλυτη σαφήνεια το νόημα αυτής της έννοιας,  διότι αναφέρεται σε εκείνον που «πρέπει να βασιλέψει», δηλαδή τον Αντίχριστο. Συνεπώς, δεν πρόκειται για την ψευδοδιδασκαλία ως πνεύμα, αλλά για μέρος της δομής της προσωπικότητας (ψυχή, πνεύμα) του Αντιχρίστου που επρόκειτο να βασιλέψει. Αυτό το νόημα του «πνεύματος του Αντιχρίστου» από τους ιδεολόγους του ΚΚΤΚ φαίνεται στα ακόλουθα επιχειρήματα:

 «Ο Αντίχριστος δεν υπάρχει ακόμη, αλλά η μορφή του με τη μορφή του συμβόλου 666 ήδη υπάρχει, και η αποδοχή ή η επικοινωνία με αυτό το σύμβολο καθιερώνει σε υποσυνείδητο επίπεδο σύνδεση με αυτόν στο πνεύμα του… Δεν είναι δυνατό να διαχωριστεί ο αριθμός του ονόματος από το όνομα, αδιάσπαστος είναι ο αριθμός του ονόματος και ο ίδιος ο Αντίχριστος».

«Το σύμβολο 666 δεν είναι απλώς έκφραση ενός αριθμού· μέσα από αυτό αποκαλύπτεται προσωπικά ο Αντίχριστος».

Γιατί το ΚΚΤΚ χρειάζεται μια τέτοια διδασκαλία περί του Αντιχρίστου; Για να αιτιολογήσει τη διδασκαλία του για τον γραμμωτό κώδικα και τους αριθμούς.

«Είναι απόλυτα προφανές ότι αυτή τη στιγμή η διαδικασία κωδικοποίησης ελέγχεται από το πνεύμα του Αντιχρίστου, το οποίο πάντα ενεργούσε στον κόσμο…».

Έτσι, για να πείσουν τους οπαδούς τους ότι ο γραμμωτός κώδικας είναι η «σφραγίδα» του Αντιχρίστου, αναγκάζονται να αναπτύξουν τη διδασκαλία της ύπαρξης του Αντιχρίστου πριν ακόμη εμφανιστεί ως ανθρώπινη προσωπικότητα, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Παράδοση, η οποία διδάσκει ότι «γεννιέται ο άνθρωπος… και δέχεται πάνω του όλη τη δράση του Σατανά».
Έτσι, η διδασκαλία του ΚΚΤΚ για τη «συντέλεια των χρόνων» διαφέρει σημαντικά από εκείνη της Εκκλησιαστικής Παράδοσης.

1. Στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ  για τη «συντέλεια των χρόνων» δεν καθορίζεται η στιγμή της Δεύτερης Παρουσίας του Χριστού, στην οποία η εμφάνιση του Αντιχρίστου σηματοδοτεί την αρχή της. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει μια «μοιραία γραμμή», την οποία «καθορίζουν» με ασαφή κριτήρια, και από αυτή ξεκινά η μέτρηση του «αποκαλυπτικού χρόνου».

«Γι’ αυτό, στους σύγχρονους, πραγματικά τελικούς και πονηρούς καιρούς… οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν να συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει. Από εδώ γίνεται σαφές ότι ο χρόνος και για μετάνοια είναι σχεδόν ανύπαρκτος, πρέπει να προλάβουν να κάνουν επιλογή, για να μην βρεθούν ανάμεσα στους εξαπατημένους. Όλα όσα έχουν συμβεί στον κόσμο τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε μια ορισμένη μοιραία γραμμή, από την οποία ξεκινά η αποκαλυπτική μέτρηση του χρόνου».

2. Δεν καθορίζεται ο ρόλος του Αντιχρίστου. Αν και η Εκκλησία διδάσκει ξεκάθαρα τον ρόλο του. Η εμφάνιση του Αντιχρίστου στον κόσμο, σύμφωνα με την Παράδοση, είναι αναγκαία ακριβώς για να διαχωριστούν οριστικά οι κακοί από τους καλούς: αυτοί που πρέπει να πιουν το κύπελλο του θυμού και αυτοί που πρέπει να χαρούν. Γι’ αυτό οι απόστολοι τονίζουν ότι «
ἵνα κριθῶσι πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλ᾿ εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικίᾳ.» (2 Θεσ. 2:12), «           πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ·» (Ιω. 3:20).

«Και αποστέλλεται προς αυτούς ο άνομος όχι για να τους εξαναγκάσει με τη βία να πιστέψουν σε αυτόν, αλλά για να υποστούν καταστροφή, αν εκουσίως τον υποστηρίξουν και πιστέψουν σ’ αυτόν. Έπειτα, καταδικάζονται για την ενοχή ότι εγκατέλειψαν τη δύναμη της αλήθειας (το αληθινό θαύμα) και έγιναν οπαδοί ψευδών σημείων: εγκατέλειψαν Εκείνον, για την Παρουσία του οποίου όλοι οι προφήτες μαρτυρούν, και γρήγορα στρέφονται προς εκείνον για τον οποίο ούτε ο Μωυσής δεν αναφέρει τίποτε πουθενά, και κανένας προφήτης δεν έγραψε τίποτε.[5]».

Στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ, η εμφάνιση του Αντιχρίστου δεν αλλάζει τίποτα, γιατί όλη την «δουλειά» την κάνει η «σφραγίδα» του – ο γραμμωτός κώδικας (και τα ανάλογά του). Σύμφωνα με τη διδασκαλία του ΚΚΤΚ, αυτό αποτελεί μέτρο ένταξης στον αριθμό των σωζόμενων. Η εμφάνιση του Αντιχρίστου στη διδασκαλία του ΚΚΤΚ είναι περιττή· σε αυτήν εμφανίζεται μόνο ως «τρομοκράτης», και τίποτα περισσότερο. Αντίθετα, στην Παράδοση της Εκκλησίας, αποτελεί αξιόπιστο σημείο της έλευσης των εσχάτων χρόνων και της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού.

3. Η ίδια η έννοια της “συντέλειας του αιώνος”, της “Ημέρας του Κυρίου”, της “Ημέρας της Κρίσεως” – εκτείνεται χρονικά, και σύμφωνα με τη διδασκαλία του ΚΚΤΚ ξεκινά από τη σταύρωση του Χριστού στον Γολγοθά. Αυτό επιτρέπει στους ιδεολόγους του ΚΚΤΚ να χειραγωγούν τους οπαδούς τους και να “διδάσκουν για τον Αντίχριστο” επ’ αόριστον.
Έτσι, οι ιδεολόγοι τoυ KKTK δεν έχουν καμία πραγματική αντίληψη (ή εσκεμμένα παραπλανούν) για το τι σημαίνει στην Ορθόδοξη Παράδοση ο όρος “συντέλεια του αιώνος”. Η ερμηνεία τους για τη “συντέλεια του αιώνος” έχει δόγμα σεκταριστικό και ασαφές, πολύ παρόμοιο με τα κηρύγματα των νεο-πεντηκοστιανών-χαρισματικών και άλλων αποκαλυπτικών αιρέσεων.
Από μια τέτοια ερμηνεία της “συντέλειας του αιώνος” προκύπτει λογικά και η ιδιαίτερη διδασκαλία περί του “μυστηρίου της ανομίας”....




[1] «Αβέλ (Σεμιόνοφ), ιεροδιακόνου, Αλεξάντρ Δρόζντοφ. Σημείο αμφισβητούμενο: παγκοσμιοποίηση, ψηφιακή κωδικοποίηση της προσωπικότητας και το χάραγμα του Αντιχρίστου, σελ. 402.

[2] σελ. 403.

[3] σελ. 404

[4] σελ. 410