Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Ἡ νηπιακὴ ἁγνότητα κατὰ τὴν προσευχὴ (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)


«Ἡ νηπιακὴ ἁγνότητα κατὰ τὴν προσευχή, ὅπως καὶ γενικὰ σὲ κάθε πνευματικὴ κατάσταση, εἶναι ἡ καλύτερη διάθεση. Γι' αὐτὸ καὶ νὰ τὴ διαφυλάσσετε καὶ νὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ ἀπολέσετε αὐτὸ τὸ συναίσθημα. Τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα καὶ δὲν λένε τίποτα, μόνο τριγυρνούν γύρω τους ἐπειδὴ τοὺς εἶναι γλυκιά ἡ παρουσία τῶν γονιών τους... Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση νὰ βρίσκεστε κι ἐσεῖς, ὥστε μὲ ἁπλότητα καρδίας πάντα νὰ περιφέρεστε γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο».


(Επιστολή 256, τόμος 2, σελ. 89)

 

Ο Άγιος Θεοφάνης χρησιμοποιεί την έκφραση «νηπιακὴ ἁγνότητα», για να περιγράψει μια κατάσταση της ψυχής που μοιάζει με την απλότητα και την ακακία ενός μικρού παιδιού. Δεν εννοεί την παιδική άγνοια ή την πνευματική ανωριμότητα, ούτε ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει αφελής ή να μην εξετάζει τις σκέψεις και τις πράξεις του. Αναφέρεται σε μια εσωτερική διάθεση απαλλαγμένη από την πονηρία, την προσποίηση, την ιδιοτέλεια και την υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό μας. Ο άνθρωπος που προσεύχεται με αυτήν την απλότητα δεν προσέρχεται στον Θεό σαν να βρίσκεται ενώπιον κάποιου από τον οποίο πρέπει να αποσπάσει οπωσδήποτε κάτι. Δεν αντιμετωπίζει την προσευχή ως μια συναλλαγή, ούτε θεωρεί ότι πρέπει κάθε φορά να επιτύχει κάποια ιδιαίτερη πνευματική κατάσταση. Προσέρχεται στον Θεό με εμπιστοσύνη, όπως ένα παιδί πλησιάζει τον πατέρα του επειδή τον αγαπά και αισθάνεται ασφάλεια κοντά του. Εδώ βρίσκεται η ουσία: η προσευχή δεν είναι μόνο αίτηση προς τον Θεό, αλλά και σχέση μαζί Του. Ασφαλώς, η Εκκλησία μας διδάσκει να ζητούμε από τον Θεό τη συγχώρηση, τη βοήθεια, το έλεός Του και όσα είναι αναγκαία για τη σωτηρία μας, όμως η σχέση μας με τον Θεό δεν πρέπει να εξαντλείται σε αυτές, να επιθυμούμε να είμαστε κοντά Του.

 «Γι' αὐτὸ καὶ νὰ τὴ διαφυλάσσετε»

Γιατί χρειάζεται διαφύλαξη; Επειδή η ψυχή μπορεί σταδιακά να χάσει την απλότητά της και να περιπλέξει την πνευματική ζωή με λογισμούς, απαιτήσεις και υπερβολική αυτοπαρατήρηση. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να αρχίσει να προσεύχεται με απλότητα, αλλά στη συνέχεια να απασχολείται συνεχώς με ερωτήματα όπως: «Προσεύχομαι σωστά;», «Γιατί δεν αισθάνομαι κατάνυξη;», «Γιατί δεν έχω την ίδια θέρμη που είχα χθες;», «Μήπως η προσευχή μου δεν είναι ευάρεστη στον Θεό;». Βεβαίως, η εξέταση της συνειδήσεως και η προσοχή στον τρόπο της προσευχής είναι χρήσιμες. Όταν όμως μετατρέπονται σε αδιάκοπη αγωνία για το τι συμβαίνει μέσα μας, μπορούν να μας απομακρύνουν από την απλή στροφή της καρδιάς προς τον Θεό. Αντί να προσευχόμαστε, αρχίζουμε να παρατηρούμε διαρκώς τον εαυτό μας την ώρα που προσευχόμαστε. Η διαφύλαξη της νηπιακής απλότητας σημαίνει, επομένως, να μην επιτρέπουμε στην υπερβολική περιπλοκή, στην υπερηφάνεια ή στην αγωνιώδη αναζήτηση πνευματικών βιωμάτων να καταστρέφουν την απλή εμπιστοσύνη μας στον Θεό.

 «Καὶ νὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ ἀπολέσετε αὐτὸ τὸ συναίσθημα»

Δεν αρκεί να προσπαθεί ο άνθρωπος με τις δικές του δυνάμεις να διατηρήσει αυτήν την κατάσταση. Χρειάζεται να ζητεί τη βοήθεια του Θεού. Αυτό φανερώνει μια βασική αρχή της ορθόδοξης πνευματικής ζωής: ο άνθρωπος αγωνίζεται, αλλά δεν θεωρεί ότι μπορεί να κατορθώσει την πνευματική καθαρότητα αποκλειστικά με τη δική του δύναμη. Η απλότητα της καρδιάς δεν είναι ένα συναίσθημα που μπορούμε να παράγουμε και να διατηρούμε κατά βούληση. Είναι μια διάθεση που καλλιεργείται με την προσευχή, τη μετάνοια, την ταπείνωση και τη χάρη του Θεού.

Χρειάζεται να προσέξουμε και τη λέξη «συναίσθημα». Αναφέρεται περισσότερο σε μια εσωτερική αίσθηση και στάση της καρδιάς: στην απλή και γεμάτη εμπιστοσύνη στροφή προς τον Θεό.
Εάν κάποιος δεν αισθάνεται πάντοτε γλυκύτητα, συγκίνηση ή πνευματική θερμότητα κατά την προσευχή, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει χάσει αναγκαστικά την κατάσταση που περιγράφει ο Άγιος. Η αληθινή απλότητα μπορεί να υπάρχει και όταν η προσευχή συνοδεύεται από ξηρότητα, κόπο ή εσωτερικό αγώνα. Το ζητούμενο δεν είναι να εξασφαλίσουμε μια διαρκή ευχάριστη αίσθηση, αλλά να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη και την αγάπη μας προς τον Θεό.

 «Τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὸν πατέρα ἢ τὴ μητέρα καὶ δὲν λένε τίποτα…».

Ο Άγιος μάς καλεί να παρατηρήσουμε ένα μικρό παιδί που πλησιάζει τους γονείς του χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο αίτημα. Δεν πηγαίνει αναγκαστικά για να ζητήσει τροφή, παιχνίδι ή βοήθεια. Μπορεί απλώς να κάθεται δίπλα τους, να τους κοιτάζει ή να κινείται γύρω τους, επειδή χαίρεται που βρίσκονται κοντά του. Για το παιδί, η παρουσία του αγαπημένου προσώπου έχει αξία. Αυτήν ακριβώς τη διάθεση θέλει να μας μεταδώσει ο Άγιος ως προς την προσευχή.
Συνήθως, όταν προσευχόμαστε, έχουμε κάτι να πούμε στον Θεό. Ζητούμε συγχώρηση για τις αμαρτίες μας, παρακαλούμε για την υγεία μας ή για τους οικείους μας, ζητούμε φωτισμό, δύναμη και προστασία. Όλα αυτά είναι απολύτως θεμιτά και αποτελούν μέρος της προσευχής της Εκκλησίας. Υπάρχει, όμως, και κάτι βαθύτερο: να μη θεωρούμε ότι πρέπει πάντοτε να έχουμε κάτι να ζητήσουμε ή κάτι να πούμε, για να σταθούμε ενώπιον του Θεού. Μπορούμε απλώς να στεκόμαστε ενώπιόν Του με πίστη και ταπείνωση σιωπηλοί, με τον νου στραμμένο προς Εκείνον. 

 «Ἐπειδὴ τοὺς εἶναι γλυκιά ἡ παρουσία τῶν γονιών τους»

Το παιδί δεν χαίρεται απλώς επειδή βρίσκεται κοντά σε κάποιον που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Χαίρεται επειδή βρίσκεται κοντά σε εκείνον που αγαπά. Ανάλογα, η πνευματική ζωή δεν πρέπει να περιορίζεται στην αναζήτηση των δωρεών του Θεού, αλλά να οδηγεί στην αγάπη προς τον ίδιο τον Θεό. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να επιθυμεί κάποιος μόνο όσα μπορεί να του δώσει ο Θεός και στο να επιθυμεί τον Θεό τον ίδιο. Ασφαλώς, δεν είναι κακό να προσέρχεται κανείς στον Θεό μέσα στη θλίψη, στον φόβο ή στην ανάγκη του. Ακόμη και η κραυγή του αμαρτωλού που ζητεί έλεος μπορεί να γίνει αρχή μιας βαθύτερης σχέσεως μαζί Του. Ωστόσο, όσο ωριμάζει πνευματικά ο άνθρωπος, μαθαίνει να αγαπά τον Θεό όχι μόνο για όσα λαμβάνει από Εκείνον, αλλά και επειδή αναγνωρίζει σε Αυτόν το ύψιστο αγαθό. Γι' αυτό η παρουσία του Θεού γίνεται από μόνη της πηγή χαράς.
Η γλυκύτητα που περιγράφει ο Άγιος δεν πρέπει να συγχέεται με την επιδίωξη ευχάριστων βιωμάτων. Η ουσία βρίσκεται στην αγάπη και στην κοινωνία με τον Θεό.

«Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση νὰ βρίσκεστε κι ἐσεῖς, ὥστε μὲ ἁπλότητα καρδίας πάντα νὰ περιφέρεστε γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο»

Η έκφραση «να περιφέρεστε γύρω από τον Κύριο» περιγράφει μια ζωή προσανατολισμένη προς τον Θεό. Όπως το παιδί αναζητεί αυθόρμητα την εγγύτητα των γονέων του, έτσι και ο χριστιανός καλείται να έχει την καρδιά του στραμμένη προς τον Κύριο μέσα στις καθημερινές ασχολίες του, στις δυσκολίες, στις χαρές και στις δοκιμασίες του. Αυτό μπορεί να εκφράζεται με τη σύντομη επίκληση του ονόματος του Ιησού, με τη μνήμη του Θεού κατά την εργασία, με την ευχαριστία για τα αγαθά που λαμβάνουμε, με τη μετάνοια όταν αμαρτάνουμε και με την προσπάθεια να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές Του.
Η σχέση του με τον Θεό να αποτελεί τον εσωτερικό προσανατολισμό ολόκληρης της ζωής του.


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Μπορούμε να μνημονεύουμε τους «πωρωμένους αμαρτωλούς»; Η συμβουλή του Θεοφάνη του Έγκλειστου


Φωτογραφία: Δημήτριος ΚιριούχινΦωτογραφία: Δημήτριος Κιριούχιν

Ως ιερέας, δεν είναι η πρώτη φορά που έρχομαι αντιμέτωπος με ένα εκπληκτικό φαινόμενο. Για παράδειγμα, μια μακροχρόνια εργαζόμενη του ναού έρχεται και με ρωτά:

– Μπορώ να γράφω για μνημόνευση το όνομα του πατέρα μου; Μου είπαν με μεγάλη πειθώ ότι, αφού ο πατέρας μου έπινε και πέθανε χωρίς μετάνοια, δεν πρέπει καθόλου να γράφω το όνομά του για μνημόνευση.

Για χρόνια έγραφε το όνομά του στα δίπτυχα με την ελπίδα ότι πρόκειται για μια ευεργετική εκκλησιαστική μεσιτεία υπέρ του άτυχου πατέρα της, και ότι η μεσιτεία κατά τη Θεία λειτουργία έχει μεγαλύτερη σημασία από την κατ’οίκον προσευχή της για τον γονιό της… Και ξαφνικά, κάποιος την έκανε άνω-κάτω με ένα «αδιάσειστο» επιχείρημα:

– Ο πατέρας σου ζούσε στη μέθη κι αυτό ήταν η επιλογή του. Δεν στράφηκε ποτέ προς τον Θεό μέχρι τον θάνατό του, δεν προσέτρεξε στα μυστήρια της Εκκλησίας. Άρα, δεν έχεις το δικαίωμα να βάλεις το όνομά του στο δίπτυχο. Ας μην προσποιούμαστε ότι ήταν άνθρωπος της Εκκλησίας.

Λογικό; Λογικό… αλλά κάτι σε αυτή τη λογική δεν κολλάει.

Λογική και νομιμότητα υπάρχουν εδώ, όχι όμως αγάπη. Υπάρχει δικαιοσύνη, αλλά λείπει η κατανόηση ότι ο Θεός είναι ανώτερος από τη δικαιοσύνη. Και έτσι προκύπτει μια κάπως κουτσουρεμένη λογική. Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Όταν από τη χριστιανική σκέψη λείπει η αγάπη, τότε αυτό συνιστά ουσιαστικό πρόβλημα. Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε αυτό. Οι Φαρισαίοι, άλλωστε, είχαν παρόμοια λογική: αυστηρές και ισχυρές αντιλήψεις για τον νόμο του Θεού, και ανίσχυρες αντιλήψεις για το έλεος του Θεού. Με αυτό το ελάττωμα πάλευε ο απόστολος Παύλος, ο οποίος ο ίδιος προερχόταν από το περιβάλλον των Φαρισαίων: «Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντι» (Ρωμ. 10, 4–6).

Αν πιστεύουμε στον Χριστό, τότε συνειδητοποιούμε ότι ο νομικισμός δεν καθιστά τον άνθρωπο δίκαιο. Μόνο η αγάπη του Χριστού δίνει σε κάθε αμαρτωλό την ελπίδα για τη συγχώρεση όλων των αμαρτιών. Και αυτή η αγάπη λειτουργεί διαφορετικά, όχι με νομικιστικό τρόπο. Θυμάμαι το πώς οι παλιοί ιερείς μας δίδασκαν στον καιρό τους:

– Καλύτερα να ποιήσεις έλεος και να κάνεις λάθος, παρά να μην ποιήσεις έλεος και να κάνεις λάθος.

Αυτά τα λόγια τα είχε πει κάποτε ο πρωτοπρεσβύτερος Βαλεντίνος Ράντουγκιν, αλλά δεν ήταν ο μόνος που ακολουθούσε αυτή την αρχή στη ζωή του. Η αγάπη-έλεος υπερισχύει του νομικισμού. Ακόμη και στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν γνωστή αυτή η αντίληψη για τον Θεό και τον λαό Του. Γι’ αυτό ο Χριστός λέει στους νομικούς: «Μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Μτ. 9, 13).

Πού μπορούμε να το μάθουμε; Στο βιβλίο του προφήτη Ωσηέ ο Θεός λέει: «ἔλεος (חֶסֶד) θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ωσ. 6, 6). Πολλοί βιβλικοί μελετητές από διάφορες χώρες συζητούν για το πόσο δύσκολο είναι να μεταφραστεί η λέξη חֶסֶד (χέσεντ). Η μετάφρασή της στα ρωσικά δεν είναι και τόσο δύσκολη, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες γλώσσες. Στη ρωσική έννοια της «αγάπης» είναι βαθιά ενσωματωμένη η έννοια του «ελέους, της συμπόνιας». Οι αγρότες αντιλαμβάνονταν έτσι την αγάπη: «Αν σε λυπάται, σημαίνει ότι σε αγαπά». Ο Κύριος θέλει από εμάς έλεος, συμπόνια και αγάπη προς τον πλησίον, και όχι θυσία, δηλαδή όχι την εκπλήρωση μόνο ενός δίκαια καθορισμένου κύκλου υποχρεώσεων απέναντι στον Θεό και τον πλησίον. Σύμφωνα με την άποψη των νομικών όλων των λαών και όλων των εποχών: «Ο νόμος είναι σκληρός, αλλά είναι νόμος (Dura lex, sed lex)». Όμως οι ιερείς, που υπηρετούσαν στα βασανιστικά χρόνια των διωγμών, γνώριζαν με την εμπειρία τους κάτι διαφορετικό: δεν πρέπει να είμαστε άψυχοι νομικοί, δεν πρέπει να επιβάλλουμε στους ενορίτες και στους επισκέπτες τις πιο αυστηρές απαιτήσεις, και σε περίπτωση που δεν τηρούνται να τους διώχνουμε από τον ναό χωρίς οίκτο.

…Θα αναφερθώ κι εγώ σε ένα έγκυρο και πειστικό λόγο. Ο Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει στον αρχιμανδρίτη Μακάριο (Σούσκιν):

«Με ρωτάτε για την μνημόνευση των αμαρτωλών, εκείνων που ζουν στην αμαρτία και δεν την εγκαταλείπουν. Πιστεύω ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να τους μνημονεύετε, και να το κάνετε χωρίς καμία αμφιβολία. Ο Κύριος ήρθε να σώσει όχι τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Και η προσευχή προς Αυτόν για αυτούς είναι ευάρεστη. Η προσευχή… προσελκύει και αυτόν για τον οποίο προσεύχονται, στην προσευχή και τη μετάνοια, επιδρώντας στην ψυχή, διά της συμπάθειας των ψυχών»[1].

Μπορεί να αντιτάξει κανείς: «Η αναφορά σας δεν έχει σχέση με το θέμα. Εδώ ο Άγιος Θεοφάνης δεν μιλάει για τους νεκρούς, αλλά για τους ζωντανούς». Συμφωνώ, αλλά ας ακούσουμε προσεκτικά τη λογική της πνευματικής του συλλογιστικής. Ο Άγιος γράφει για όσους ζουν στην αμαρτία και δεν την εγκαταλείπουν. Με τον όρο «αμαρτία» προφανώς δεν εννοείται μια μικρή έλλειψη στη πνευματική ζωή, αλλά μια αμαρτία που επαναλαμβάνεται συστηματικά, βαθιά ενσωματωμένη στον τρόπο ζωής, δηλαδή μια βαριά αμαρτία. Ας το πούμε ξεκάθαρα: εδώ εντάσσονται τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ζωντανός με το σώμα, αλλά η ψυχή του είναι ήδη νεκρή, επειδή η πνευματική του ζωή έχει καταστραφεί από την αμαρτία. Από κοσμική άποψη, είναι ένας ζωντανός άνθρωπος. Από πνευματική άποψη, όμως, είναι νεκρός. Για τέτοιους ανθρώπους ο Σωτήρας είχε πει τα τρομερά λόγια: «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς» (Λκ. 9, 60). Υπάρχουν, λοιπόν, και ζωντανοί που είναι σαν νεκροί. Γι’ αυτό, τα λόγια του Αγίου Θεοφάνη για την μνημόνευση υπέρ υγείας θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και στην μνημόνευση υπέρ αναπαύσεως.

Πώς γράφει ο άγιος; Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να μνημονεύουμε τους αμαρτωλούς που δεν έχουν εγκαταλείψει την αμαρτία. Αυτή είναι η πεποίθησή του, μάλιστα συμβουλή («κάντε το αυτό χωρίς καμία αμφιβολία»), και όχι απλώς μια προσωπική άποψη του αγίου. Πώς είναι δυνατόν; Μπορεί να νομίζει κανείς ότι είναι επικίνδυνο για έναν ευσεβή άνθρωπο να έρχεται σε επαφή με αμαρτωλούς. Οι Φαρισαίοι κατηγορούσαν τον Χριστό ότι δεν αποστρέφεται τους αμαρτωλούς, οι οποίοι είχαν λερωθεί με βαριά αμαρτήματα. Εκείνος όμως δεν ήρθε να σώσει τους φαρισαΐζοντες «δικαίους», αλλά τους αμαρτωλούς. Οι αρχαίοι νομικοί θεωρούσαν ειλικρινά τους εαυτούς τους δικαίους (τσαντικίμ), σοφούς (χαχαμίμ). Δεν δίσταζαν να αποκαλούν έτσι τους εαυτούς τους και να δέχονται με ευχαρίστηση τέτοιους τίτλους από τους άλλους. Όλα αυτά προέρχονται από ματαιοδοξία. Το λεπτό και βαρύ πάθος της ματαιοδοξίας ωθεί τον άνθρωπο σε πράξεις ευσέβειας και σε έναν «ιδιαίτερα ευσεβή» τρόπο ζωής. Η σκέψη για τη δική του ευσέβεια γλυκαίνει την φαρισαϊκή καρδιά. Το μόνο που μένει στον Φαρισαίο είναι να προσθέτει σε αυτή την αυτοϊκανοποίηση πράξεις επιδεικτικής ευσέβειας, και έτσι να απολαμβάνει κάθε μέρα τα κομπλιμέντα από τους ανθρώπους που διαπίστωσαν την ευσέβειά του και την επαίνεσαν.

Η προσευχή μεσιτείας είναι ευάρεστη στον Κύριο, όχι μόνο η προσευχή για τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και για τους πωρωμένους αμαρτωλούς

Ναι, η προσευχή μεσιτείας είναι ευάρεστη στον Κύριο, όχι μόνο η προσευχή για τους ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και για τους πωρωμένους αμαρτωλούς. Αυτή είναι η πεποίθηση του Αγίου Θεοφάνη. Και ο Άγιος θεωρεί ότι μια τέτοια προσευχή δεν θα επιφέρει κακό σε όποιον προσεύχεται. Παρεμπιπτόντως, έχω ακούσει πολλές φορές ότι είναι επικίνδυνο να προσεύχεται κανείς για έναν πωρωμένο αμαρτωλό, ότι μπορεί να βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με δυστυχίες, να του επιτεθούν οι δαίμονες. Και αυτό εκφραζόταν ως πνευματική σκέψη – από εμπειρία, όχι με γέννημα του μυαλού. Νομίζω ότι όντως μπορεί κανείς να βρεθεί σε δυστυχία, αν προσεύχεται για έναν αμαρτωλό με αίσθημα πνευματικής ανωτερότητας απέναντί του: «Τον βγάζω με την προσευχή από το βούρκο της αμαρτίας». Μερικές φορές αυτό συνοδεύεται και με μια υποκρυπτόμενη σκέψη: «Αφού με την προσευχή έβγαλα τον εαυτό μου μου από την απώλεια, τώρα προσεύχομαι για τον μπαμπά για να τον βγάλω και αυτόν». Δηλαδή, και πάλι, η ματαιοδοξία και η αλαζονεία φέρνουν συμφορά και βάζουν τον άνθρωπο σε κίνδυνο. Δεν είναι η προσευχή μεσιτείας που τα προκαλεί.

Φτάσαμε στις αινιγματικές λέξεις του Αγίου Θεοφάνη. Στο τέλος λέει:

«Η προσευχή… προσελκύει και αυτόν για τον οποίο προσεύχονται, στην προσευχή και τη μετάνοια, επιδρώντας στην ψυχή, δια της συμπάθειας των ψυχών».

Κρυστάλλινα σαφής είναι μόνο η γενική έννοια των λέξεων: η προσευχή προσελκύει το έλεος του Θεού στον αμαρτωλό και σε εκείνον που προσεύχεται για τον αμαρτωλό. Χάρη σε μια τέτοια προσευχή και χάρη στο έλεος του Θεού, ο αμαρτωλός μπορεί να φτάσει στη μετάνοια, να αρχίσει να προσεύχεται. Προφανώς, εκείνος για τον οποίο έγραφε ο πατήρ Μακάριος στον Άγιο Θεοφάνη, είχε σταματήσει να προσεύχεται στον Θεό και ζούσε αμετανόητος στην αμαρτία. Είναι αινιγματικό εδώ το «συμπάθεια των ψυχών», τι είναι αυτό; Προφανώς, κάποιος άυλος δεσμός μεταξύ ενός ανθρώπου και ενός άλλου: αυτό που βιώνει και αισθάνεται ο ένας άνθρωπος, μεταδίδεται εν μέρει στον άλλο. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και ο αμετανόητος αμαρτωλός με τον καιρό αρχίζει επίσης να βιώνει και να αισθάνεται την έλξη προς την προσευχή και τη μετάνοια.

Στην ιστορία της Εκκλησίας υπάρχουν παραδείγματα όπου μια τέτοια προσευχή μεσιτείας με το θάρρος της έφτανε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παρέμενε όμως ταυτόχρονα ταπεινή. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μας έχει δώσει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Ζούσε σε μια εποχή που είχαν ήδη αρχίσει οι διωγμοί κατά της Ρωσικής Εκκλησίας, και ορισμένοι από τους αδελφούς του στο Άγιο Όρος αρνούνταν να μνημονεύουν στις προσευχές τους τους άθεους διώκτες. Εκείνα τα χρόνια, ο γέροντας Σιλουανός ανέφερε ένα παράδειγμα από τη ζωή των αγίων:

«Προσευχόταν ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας για να συγχωρήσει ο Κύριος το μαθητή του, που απαρνήθηκε τον Χριστό και παντρεύτηκε μια Εβραία, ώστε να τον συγχωρήσει ο Κύριος. Αυτή του η προσευχή ευχαρίστησε τόσο πολύ τον Κύριο, ώστε ο Ίδιος θέλησε να παρηγορήσει το δούλο Του και εμφανίστηκε σε αυτόν και του είπε: «Παΐσιε, γιατί προσεύχεσαι γι’ αυτόν που Με απαρνήθηκε;» Αλλά ο Παΐσιος απάντησε: «Κύριε, Εσύ ως ελεήμων, συγχώρεσέ τον». Τότε λέει ο Κύριος: «Παΐσιε, έγινες όμοιος μ’ Εμένα στην αγάπη». Τόσο ευπρόσδεκτη είναι στον Κύριο η προσευχή για τους εχθρούς».

Θαυμαστός και δοξασμένος είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός!

Η προσευχή μεσιτείας είναι απαραίτητη για όσους «ζουν ασεβώς», εν αμαρτία, και γι’ αυτούς πάντα προσεύχονταν και προσεύχονται οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Η προσευχή μεσιτείας είναι απαραίτητη και για εμάς τους ίδιους: στο μέλλον κάποιος θα μας μνημονεύσει, χωρίς να προσπαθήσει να προδικάσει την κρίση του Θεού, χωρίς να μας καταδικάσει σε αιώνια βάσανα. Στην παρούσα, την τρέχουσα ζωή μας, η προσευχή μεσιτείας ανυψώνει την ψυχή του χριστιανού στα σκαλοπάτια της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Όποιος το καταλαβαίνει αυτό, αναζητά «αφορμές» ή τρόπους για να προσευχηθεί για τον αμαρτωλό, να επιμείνει στη μεσιτεία υπέρ του. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό, αναζητά προφάσεις για να αρνηθεί μια τέτοια προσευχή. Υπάρχει λόγος να αρνούμαστε κάτι τέτοιο;

Ιερέας Παύλος Σερζάντοβ
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

Pravoslavie.ru

10/5/2026