«Τὸ νὰ στέκομαι μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ νὰ κάνω γονυκλισίες, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκόμα προσευχή, εἶναι μόνο συμπλήρωμα τῆς προσευχῆς. Τὸ νὰ λέω προσευχὲς ἀπὸ μνήμης ἢ ἀπὸ βιβλιαράκι ἢ νὰ τὶς ἀκούω, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκόμα προσευχή ἀλλὰ μόνο ἐργαλεῖο προσευχῆς ἢ τρόπος να την ἀποκαλύψουμε καὶ νὰ τὴ διεγείρουμε. Η προσευχὴ ἀπὸ μόνη της εἶναι ἡ γένεση στην καρδιά μας συναισθημάτων εὐλάβειας πρὸς τὸν Θεό, διαδοχικά του ἑνὸς μετὰ τὸ ἄλλο: τοῦ συναισθήματος τῆς αὐτοεκμηδένισης, τῆς ἀφοσίωσης, τῆς συντριβῆς, τῆς ὑποταγῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς γεμάτης ζῆλο κλίσης πρὸς Αὐτὸν καὶ ἄλλων παρόμοιων συναισθημάτων.
Ὅλη ἡ φροντίδα μας στο ζήτημα αὐτό πρέπει νὰ ἐπικεντρώνεται στὸ ἑξῆς, στὸ νὰ πληρωθεῖ ἡ ψυχή μας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς μας ἀπὸ αὐτὰ καὶ παρόμοια συναισθήματα, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ μὴν εἶναι κενή. Ὅταν στην καρδιὰ ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ τὰ συναισθήματα ἢ ἕνα ὁποιοδήποτε ἐξ αὐτῶν προσηλωμένο στὸν Θεό, τότε ἡ δέησή μας εἶναι προσευχή. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν, τότε δὲν εἶναι προσευχή».

(Επιστολή 227, τόμος 2, σελ. 33-34)


Εδώ ο άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος ''χτυπάει'', θα έλεγα, ακριβώς στο σημείο όπου πολλές φορές μπερδεύουμε την εξωτερική μορφή της προσευχής με την ίδια την προσευχή. Ο άγιος δεν λέει ότι το να στεκόμαστε μπροστά στις εικόνες, να κάνουμε τον σταυρό μας ή να γονατίζουμε είναι άχρηστα. Τα θεωρεί «συμπλήρωμα» της προσευχής. Το σημαντικό όμως είναι η λέξη «ἀκόμα». Δηλαδή, μπορώ να κάνω όλα όσα εξωτερικά μοιάζουν με προσευχή και παρ' όλα αυτά να μην έχω ακόμη προσευχηθεί πραγματικά. Μπορεί να στέκομαι μπροστά στην εικόνα, να κάνω μετάνοιες, να ανάβω το κερί, να διαβάζω τους Χαιρετισμούς ή μια Παράκληση και ο νους μου να βρίσκεται αλλού. Το σώμα μου βρίσκεται μπροστά στον Θεό, αλλά η καρδιά μου όχι. Με λίγα λόγια άλλο η πράξη της προσευχής και άλλο το εσωτερικό περιεχόμενο της προσευχής. Τα εξωτερικά μέσα υπάρχουν για να οδηγήσουν τον άνθρωπο στην εσωτερική κατάσταση και δεν αποτελούν την ουσία.
Το ίδιο ακριβώς εφαρμόζει ο άγιος και στα λόγια. Μπορεί κάποιος να λέει ολόκληρο το «Πάτερ ἡμῶν»,  να γνωρίζει απ' έξω ολόκληρες ακολουθίες, να διαβάζει προσευχές από το προσυεχητάριο κ.α, αλλά όλα αυτά, λέει ο άγιος, είναι «ἐργαλεῖο προσευχῆς». Τα λόγια της προσευχής είναι σαν δοχείο, το δοχείο όμως δεν είναι το περιεχόμενο. Τα λόγια μπορούν να ξυπνήσουν μέσα μας την προσευχή, να συγκεντρώσουν τον νου, να μας βάλουν στο σωστό πνευματικό κλίμα, αλλά μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί το «εργαλείο» και να μην έχει φτάσει ποτέ στο αποτέλεσμα. Και εδώ ο άγιος μεταφέρει το κέντρο βάρους: δεν εξετάζει πλέον τόσο το τι κάνουν τα χείλη, αλλά το τι συμβαίνει στην καρδιά.
Ο Όσιος Θεοφάνης λέει ότι η προσευχή είναι: «ἡ γένεση στην καρδιά μας συναισθημάτων εὐλάβειας πρὸς τὸν Θεό» Δηλαδή η πραγματική προσευχή είναι ένα εσωτερικό γεγονός.  Όταν μιλά για «αυτοεκμηδένιση», δεν εννοεί ότι ο άνθρωπος πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του άχρηστο ή να πέσει σε μια αρρωστημένη υποτίμηση. Το νόημα είναι ότι ο άνθρωπος παύει να τοποθετεί τον εαυτό του στο κέντρο. Μπροστά στον Θεό καταλαβαίνει ποιος είναι ο Δημιουργός και ποιος είναι το δημιούργημα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ευλάβεια και αμέσως μετά έρχεται η αφοσίωση. Ο άνθρωπος που «βλέπει» τον Θεό πραγματικά δεν μένει απλώς σε μια κατάσταση συγκινήσεως, αλλά αρχίζει να παραδίδει τον εαυτό του στον Θεό και ο άγιος δεν μιλάει απλώς για ένα αόριστο «συναίσθημα», περιγράφει συγκεκριμένες κινήσεις της ψυχής. Ομιλεί για διαφορετικές εκφράσεις μιας ψυχής που στρέφεται πραγματικά προς τον Θεό.
Ο άνθρωπος μπορεί να αισθανθεί την παρουσία του Θεού και μαζί να δει πιο καθαρά τη δική του κατάσταση Και τότε γεννιέται η συντριβή. Μπροστά στο μεγαλείο του Θεού ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη δική του πνευματική φτώχεια δια τούτο η αληθινή προσευχή δεν είναι απλώς: «Θεέ μου, δώσε μου αυτό που θέλω» αλλά «Θεέ μου, δείξε μου τι θέλεις Εσύ από εμένα» και αυτό οδηγεί στην επόμενη φράση που αφορά το θέλημα του Θεού.
Είναι δύσκολο να προσευχόμαστε πραγματικά όταν είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε το θέλημα του Θεού, ακόμη κι αν αυτό δεν συμπίπτει με το δικό μας. Η προσευχή δεν είναι απλώς μια προσπάθεια να αλλάξει ο Θεός τις περιστάσεις της ζωής μας αλλά διαδικασία κατά την οποία αλλάζει ο ίδιος ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό και αυτό εξηγεί γιατί ο όσιος δίνει τόσο μεγάλη σημασία στα εσωτερικά συναισθήματα.
«Ὅλη ἡ φροντίδα μας στο ζήτημα αὐτό πρέπει νὰ ἐπικεντρώνεται στὸ ἑξῆς, στὸ νὰ πληρωθεῖ ἡ ψυχή μας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς μας ἀπὸ αὐτὰ καὶ παρόμοια συναισθήματα, ὥστε ἡ καρδιά μας νὰ μὴν εἶναι κενή…»
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να ολοκληρώσουμε την προσευχή μας διαβάζοντας τον κανόνα και κάνοντας τόσες μετάνοιες και μένοντας ώρα στην προσευχή, αλλά αν γέμισε η καρδιά την ώρα που τα έκανα όλα αυτά. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ίδιος καταργεί την τυπική προσευχή όπως εξήγησε παραπάνω.
Ο Άγιος κλείνει με μια φράση που δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας:  
«Ὅταν στην καρδιὰ ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ τὰ συναισθήματα ἢ ἕνα ὁποιοδήποτε ἐξ αὐτῶν προσηλωμένο στὸν Θεό, τότε ἡ δέησή μας εἶναι προσευχή. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν, τότε δὲν εἶναι προσευχή».
Tο κριτήριο δεν είναι πρωτίστως πόσα είπαμε ή πόσα κάναμε, αλλά πού βρισκόταν η καρδιά μας και αυτό κάνει το κείμενο αρκετά ενοχλητικό — με την καλή έννοια — γιατί μας αναγκάζει να εξετάζουμε την ίδια μας την προσευχή.
Μπορεί να λέμε τα λόγια στη σωστή σειρά μπροστά στην εικόνα κάνοντας τις σωστές κινήσεις, και παρ' όλα αυτά να λείπει το κυριότερο: η καρδιά. Και αντίστροφα, όταν μέσα στην καρδιά υπάρχει έστω και ένα από αυτά τα αισθήματα στραμμένο προς τον Θεό — συντριβή, αφοσίωση, υποταγή, πόθος, ευλάβεια — τότε, σύμφωνα με τον άγιο, εκεί υπάρχει ήδη προσευχή.
Αν έπρεπε να συμπυκνωθεί όλο το απόσπασμα σε μία πρόταση, θα έλεγα:
Η προσευχή δεν είναι πρωτίστως αυτό που κάνουμε με το σώμα και τα χείλη μας μπροστά στον Θεό, αλλά αυτό που γεννιέται στην καρδιά μας ενώ στεκόμαστε ενώπιόν Του.

 


  ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top