«Τὰ πρῶτα λόγια σας ἀφοροῦν τὴ φλόγα, ρωτᾶτε δηλαδὴ τί εἶναι αὐτό. Ἀπαντῶ: Ὅταν ὁ Θεὸς τὴ δώσει, θὰ τὸ μάθετε. Ἂν δὲν ἔχεις γευτεῖ τὴ γλύκα τοῦ μελιοῦ, δὲν γίνεται να ξέρεις τί εἶναι ἡ γλύκα. Τὸ ἴδιο κι ἐδῶ αὐτό (ενν. ἡ φλόγα) ἀποκαλύπτεται χάρη στο σταθερό, μόνιμο συναίσθημα πρὸς τὸν Θεό!
Μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ φακοῦ ἐξηγήσατε εὔστοχα πῶς ἀνάβεται ἡ ἐσωτερικὴ φλόγα. Ἔτσι καὶ νὰ πράττετε. Πῶς νὰ στέκεστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά; Ὅπως στέκονται ἐνώπιον ἑνὸς Δεσπότη, ἔτσι πρέπει κι ἐδῶ. Λέει ὁ προφήτης: «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστιν»(Ψαλ. ιε') καὶ τὰ λοιπά. Στην πραγματική της μορφὴ αὐτὴ ἡ προθεωρία τοῦ Κυρίου ἐκδηλώνεται ἤδη κατά τὴ λήψη του δώρου τῆς φλόγας.
Ρωτάτε: «Ἄραγε αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ φλόγα, ὅταν δηλαδὴ στέκεσαι προσευχόμενος μὲ εὐλάβεια καὶ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς μηδαμινότητάς σου;». Τοῦτο τὸ συναίσθημα σχετίζεται μὲ τὴ φλόγα, εἶναι ὅμως ἀμετακίνητο καὶ σταθερὸ μόνο ὅταν ἔχεις λάβει πλέον τὸ δῶρο τῆς φλόγας. Ἡ φλόγα ἔρχεται χωρὶς κρίσεις καὶ συλλογισμούς. Καὶ πάντα σχεδὸν διὰ τῶν Μυστηρίων τῆς ἐξομολόγησης καὶ τῆς θείας Κοινωνίας».

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Επιστολή 913, τόμος 5, σελ. 193)


Η πρώτη φράση του είναι καθοριστική: «Ὅταν ὁ Θεὸς τὴ δώσει, θὰ τὸ μάθετε.» Ξεκαθαρίζει εξαρχής την ιδέα ότι η φλόγα μπορεί να έρθει ως δική μας κατάκτηση. Γι' αυτό αμέσως χρησιμοποιεί την εικόνα του μελιού: «Ἂν δὲν ἔχεις γευτεῖ τὴ γλύκα τοῦ μελιοῦ, δὲν γίνεται να ξέρεις τί εἶναι ἡ γλύκα.» Άλλο να γνωρίζεις κάτι με τον νου και άλλο να το γνωρίζεις διά της πείρας. Μπορεί κάποιος να σου εξηγήσει επί ώρες τι είναι η γλυκύτητα, να σου δώσει χημικό ορισμό της ζάχαρης, να σου περιγράψει το μέλι, να σου μιλήσει για τη γεύση του, αλλά η ίδια η γλυκύτητα γίνεται γνωστή μόνο όταν τη γευθείς. Άρα η «φλόγα» δεν είναι πρωτίστως ιδέα περί Θεού, είναι βίωμα της σχέσεως με τον Θεό και δίνεται μόνον από τον Ίδιο.
«Ἡ φλόγα ... ἀποκαλύπτεται χάρη στο σταθερό, μόνιμο συναίσθημα πρὸς τὸν Θεό» Δεν εννοεί μια στιγμή συγκινήσεως από ένα ωραίο τροπάριο, από δάκρυα στην προσευχή, από κάποιον ενθουσιασμό κ.α. Το στοιχείο είναι η λέξη: «σταθερό» και ακόμη περισσότερο: «μόνιμο». Μια σταθεροποιημένη εσωτερική κατεύθυνση της υπάρξεως προς τον Θεό. Δεν στρέφεται ο άνθρωπος στον Θεό μόνο όταν προσεύχεται αλλά η σχέση αυτή αρχίζει να αποκτά συνέχεια, γίνεται μόνιμη και τότε αποκαλύπτεται. 
«Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστιν.» Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι: «προθεωρία τοῦ Κυρίου» και δεν σημαίνει απλώς το να σκέφτομαι τον Θεό. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο σκέφτομαι τον Θεό και στέκομαι ενώπιον του Θεού. Στο πρώτο, ο Θεός είναι αντικείμενο της σκέψης ενώ στο δεύτερο ο άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του ως πρόσωπο που βρίσκεται ενώπιον Προσώπου. Γι' αυτό χρησιμοποιεί το παράδειγμα: «Πῶς νὰ στέκεστε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά; Ὅπως στέκονται ἐνώπιον ἑνὸς Δεσπότη...» Δεν σου λέει  «Να σκέφτεστε ότι ο Θεός υπάρχει» αλλά «Να στέκεστε ενώπιόν Του».
Η φράση: «μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά» δεν σημαίνει ότι μιλά για μια διανοητική άσκηση. Ο νους πρέπει να στραφεί προς τον Θεό, αλλά η σχέση αυτή πρέπει να κατέβει και στο κέντρο του προσώπου, στην καρδιά. Ο νους γνωρίζει ότι ο Θεός είναι παρών ενώ η προσοχή στρέφεται προς αυτή την παρουσία και η καρδιά αποκτά πραγματική σχέση και συναίσθημα απέναντι στον Θεό. Όταν αυτά αρχίζουν να ενοποιούνται, η προσευχή παύει να είναι απλώς εκφορά λόγων. Ο άνθρωπος δεν λέει απλώς μια προσευχή, αλλά στέκεται ενώπιον του Θεού.
Στην ερώτηση: «Ἄραγε αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ φλόγα, ὅταν δηλαδὴ στέκεσαι προσευχόμενος μὲ εὐλάβεια καὶ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς μηδαμινότητάς σου;», απαντά εντυπωσιακά προσεκτικά: «Τοῦτο τὸ συναίσθημα σχετίζεται μὲ τὴ φλόγα...» Δηλαδή ναι, αυτό έχει σχέση με τη φλόγα αλλά αμέσως προσθέτει: «εἶναι ὅμως ἀμετακίνητο καὶ σταθερὸ μόνο ὅταν ἔχεις λάβει πλέον τὸ δῶρο τῆς φλόγας.». Υπάρχει το συναίσθημα που ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει κατά την προσευχή και η σταθερή πνευματική κατάσταση που αποτελεί πλέον δώρο της χάριτος. Το πρώτο μπορεί να έρθει και να φύγει ενώ το δεύτερο χαρακτηρίζεται από σταθερότητα. «Αμετακίνητο και σταθερό» είναι δύο λέξεις που δεν είναι τυχαίες. Αμετακίνητο σημαίνει ότι δεν εξαρτάται εύκολα από τις διάφορες μεταβολές όπως π.χ. σήμερα μπορεί να αισθάνομαι βαθιά κατάνυξη, αύριο μπορεί να είμαι ψυχρός και μεθαύριο μπορεί να μην αισθάνομαι τίποτα. Αν η πνευματική ζωή εξαρτάται αποκλειστικά από αυτό το συναίσθημα, τότε βρίσκεται σε διαρκή αστάθεια. Εδώ περιγράφει κάτι διαφορετικό. Η εσωτερική αναφορά στον Θεό γίνεται σταθερή κατάσταση και ο Θεός γίνεται σταθερό κέντρο της εσωτερικής ζωής.
«ἡ φλόγα ἔρχεται χωρὶς κρίσεις καὶ συλλογισμούς». Διαχωρίζει τη λογική διαδικασία από την άμεση πνευματική εμπειρία. Δεν σημαίνει ότι ο χριστιανός πρέπει να σταματήσει να σκέπτεται ούτε ότι η λογική είναι κακή. Σημαίνει ότι η φλόγα δεν παράγεται από συλλογισμό και δεν είναι μία σκέψη, ένα συμπέρασμα, ένα συναίσθημα. Είναι  χάρη, άμεσο εσωτερικό βίωμα και σταθερή σχέση με τον Θεό, γι' αυτό και η προηγούμενη εικόνα του μελιού είναι τόσο ταιριαστή. Δεν συμπεραίνεις τη γλυκύτητα αλλά την γεύεσαι. Κάποιος βέβαια θα μπορούσε να πει: «Αφού η φλόγα είναι δώρο του Θεού, τότε δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα.» αλλά ο όσιος λέει ακριβώς το αντίθετο. Προηγουμένως είχε εγκρίνει το παράδειγμα του φακού: «Μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ φακοῦ ἐξηγήσατε εὔστοχα πῶς ἀνάβεται ἡ ἐσωτερικὴ φλόγα. Ἔτσι καὶ νὰ πράττετε.» Άρα υπάρχει η ανθρώπινη προετοιμασία. Ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού,  συγκεντρώνει τον νου,  στρέφει την καρδιά, προσεύχεται, καλλιεργεί την ευλάβεια και διατηρεί την εσωτερική μνήμη του Θεού, το αποτέλεσμα όμως δεν το δημιουργεί ο ίδιος. Ο άνθρωπος προετοιμάζει τον χώρο και ο Θεός δίνει τη φλόγα.
«Ἡ φλόγα ἔρχεται χωρὶς κρίσεις καὶ συλλογισμούς. Καὶ πάντα σχεδὸν διὰ τῶν Μυστηρίων τῆς ἐξομολόγησης καὶ τῆς θείας Κοινωνίας.»
Το πρώτο πράγμα που προσέχουμε εδώ είναι το ρήμα «ἔρχεται» και αυτό ταιριάζει απόλυτα με την προηγούμενη απάντησή του: «Ὅταν ὁ Θεὸς τὴ δώσει, θὰ τὸ μάθετε.»  Η φλόγα είναι δωρεά που έρχεται στον άνθρωπο χωρίς «κρίσεις» τύπου: «αυτό που αισθάνομαι είναι χάρη» αλλά και «συλλογισμούς» τύπου: «Ο Θεός είναι αγαθός, εγώ είμαι αμαρτωλός, άρα πρέπει να αισθάνομαι συντριβή και άρα ίσως έχω τη χάρη και αυτό πρέπει να είναι η φλόγα». Η φλόγα δεν είναι συμπέρασμα.
Στο τέλος βρίσκεται, το πιο ενδιαφέρον σημείο: «Καὶ πάντα σχεδὸν διὰ τῶν Μυστηρίων...».
Για τον ίδιο, η φλόγα έχει μια πολύ στενή σχέση με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Η εξομολόγηση συνδέεται με την μετάνοια, την κάθαρση και την αποκατάσταση της σχέσεως με τον Θεό. Ο άνθρωπος παύει να κρύβεται, ταπεινώνεται και στέκεται ενώπιον του Θεού και έπειτα με την Θεία Μετάληψη έχουμε κοινωνία με τον Χριστό και εδώ φαίνεται η διάκριση ανάμεσα στο «σκέπτομαι τον Θεό» και στο «αισθάνομαι πραγματικά την παρουσία Του», που είναι κεντρική σε ολόκληρο το απόσπασμα.

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




 


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top