«Διὰ νὰ μὴ περιπλανώνται αἱ σκέψεις σας, πρέπει νὰ εὑρίσκεσθε εἰς συχνὴν παρουσίαν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ σας.
Ὅταν σᾶς ἐπιτίθενται οἱ κακοὶ διαλογισμοί, οφείλετε νὰ ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα του νοός σας ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον, διὰ νὰ ἐκδιώξῃ αὐτούς. Οταν δὲ οἱ διαλογισμοὶ ἐπηρεάζουν τὴν καρδίαν καὶ ὑποβάλλουν εἰς αὐτὴν τὴν θανατηφόρον ἡδονήν, τότε πρέπει νὰ μέμφεσθε (κατηγορῆτε) τὸν ἑαυτόν σας ὡς φιλαμαρτήμονα, καὶ παρακαλέσατε τον Κύριον νὰ σᾶς συγχωρήσῃ δι' αὐτό,
Ἐφ ̓ ὅσον δὲν ἔχουν ἀκόμη νεκρωθῆ ἐντελῶς τὰ πάθη μας, αἱ κακαὶ σκέψεις, αἱ κακαὶ ἐπιθυμίαι, αἱ κινήσεις καὶ προθέσεις τῶν παθῶν τούτων δὲν θὰ παύσουν να ταράττουν ὑμᾶς.
Ελαττώνονται αὗται μόνον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν παθῶν μας. Ρίζα καὶ δύναμις ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ «ἐμπαθές» τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἐδῶ πρέπει να στραφῇ ὅλη ἡ προσοχή μας. Υπάρχει παιδευτικὸν καὶ ἀπαλλακτικὸν μέσον: ἡ ἀδιάλειπτος μνήμη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ πρὸς Αὐτὸν ἀδιάλειπτος προσευχή. Οἱ ̔́Αγιοι τοῦ Θεοῦ ἐγνώριζον νὰ ἀποδιώκουν διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ πᾶν ἀποτρόπαιον καὶ νὰ συγκρατοῦν ἑαυτοὺς ἀτρώτους ἀπὸ τὰ πάθη καὶ καθαρούς. Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν πλευρὰν τοῦ ὅπλου, ἡ δὲ καρδιακή και συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον. Αναγνώσατε περὶ τούτου καὶ τὸ τοῦ Ἡσυχίου εἰς τὸ περὶ ἐγρηγόρσεως.
Όπως κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ συρρέουν εἰς τὴν ψυχὴν πάντα τὰ τῆς μοχθηρίας πάθη, χωρὶς νὰ ἀφήσουν κἂν θέσιν εἰς κάτι ψυχωφελὲς καὶ καθαρόν, οὕτω καὶ κατὰ τὴν παρουσίαν αὐτῆς, διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἀπο διώκεται πᾶν ἀντίθετον τῆς ψυχῆς.
Εἶναι ἴδιον τῆς νοερᾶς προσευχῆς νά ἀποκαλύπτῃ τὰ πάθη, τὰ κεκρυμμένα καὶ ἀφανῶς βιοῦντα ἐντὸς τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας. Ἡ προσευχὴ αὕτη καὶ τὰ ἀποκαλύπτει καὶ τὰ ἐξαλείφει. Εἶναι ἴδιον τῆς προσευχῆς αὐτῆς νὰ φανερώνῃ τὴν αἰχμαλωσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠχμαλωτίσθη ἀπὸ τὰ πεπτωκότα πονηρά πνεύματα. Ἡ προσευχὴ αὕτη ἀποκαλύπτει τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτὴν καὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ αὐτήν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπορῇ κανείς, ὅταν ἐξανίστανται τὰ πάθη εἰς τὴν πεπτωκυίαν ἡμῶν κατάστασιν ἢ ὅταν διεγείρωνται ὑπὸ τῶν σκοτεινῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Τὰ πάθη δαμάζονται διὰ τῆς προσευχῆς καὶ πρέπει, ὅταν ἐξανίστανται αὐτά, νὰ λαμβάνωμεν τὸ φοβερὸν, διὰ τοὺς δαίμονας, ὅπλον τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἠρέμως να προφέρωμεν εἰς τὴν καρδίαν τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλὸν» καὶ τότε αὐτὰ θὰ ἠρεμήσουν.
Ενίοτε ἡ ἐξέγερσις τῶν παθῶν καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν ἐχθρικῶν διαλογισμῶν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε μᾶς φέρουν εἰς μέγα ψυχικὸν ἀγῶνα τοῦ ἀοράτου μαρτυρίου. Τότε ὀφείλομεν νὰ προτάξωμεν (προβάλωμεν) τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιμόνων διὰ θερμοτέρας ἐπικλήσεως, καὶ ὁπωσδήποτε ἡ νίκη ἡμῶν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία».
(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)
Ο Άγιος Θεοφάνης ξεκινά από κάτι που φαίνεται απλό, αλλά αποτελεί θεμελιώδη αρχή ολόκληρης της πνευματικής ζωής: ο νους δεν πρέπει να μένει ακυβέρνητος.
«Διὰ νὰ μὴ περιπλανώνται αἱ σκέψεις σας, πρέπει νὰ εὑρίσκεσθε εἰς συχνὴν παρουσίαν, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν τῇ καρδίᾳ σας».
Δεν προτείνει απλώς να «σκεφτόμαστε τον Θεό» κατά διαστήματα. Μιλά για μια συχνή παρουσία ενώπιον του Θεού, η οποία τοποθετεί τον άνθρωπο σε μια διαρκή εσωτερική αναφορά προς Αυτόν. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι έρχονται κακές σκέψεις. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι ο νους έχει τη δυνατότητα να περιπλανηθεί. Να φύγει από το κέντρο του, να παρασυρθεί από εικόνες, επιθυμίες, φόβους, φαντασίες, αναμνήσεις και λογισμούς, και τελικά να αρχίσει να ζει μέσα σε έναν κόσμο που δημιουργείται και κινείται εσωτερικά χωρίς αναφορά στον Θεό. Γι' αυτό δεν λέει πρώτα «πολεμήστε τις σκέψεις» αλλά στρέψτε τον νου προς τον Θεό. Η πνευματική ζωή δεν παρουσιάζεται εδώ ως μια αδιάκοπη ψυχολογική πάλη με κάθε σκέψη ξεχωριστά. Ο άνθρωπος δεν καλείται να εξετάζει εξαντλητικά κάθε λογισμό που εμφανίζεται μέσα του, αλλά καλείται να έχει στραμμένο το εσωτερικό του βλέμμα προς τον Θεό. Όσο ο νους απομακρύνεται από την παρουσία του Θεού, τόσο γίνεται ευάλωτος στην περιπλάνηση και όσο επιστρέφει στον Θεό, τόσο αποκτά κέντρο και κατεύθυνση.
Στη συνέχεια γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένος:
«Ὅταν σᾶς ἐπιτίθενται οἱ κακοὶ διαλογισμοί, οφείλετε νὰ ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας ἀπὸ αὐτούς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον».
Εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά σημαντική πνευματική αρχή. Δεν μας λέει να καθίσουμε να συζητήσουμε με τον λογισμό, να εξετάσουμε γιατί ήρθε, από πού προήλθε, αν μπορούμε να τον αντικρούσουμε ή αν μπορούμε να τον νικήσουμε με τη δύναμη της σκέψης, αλλά «ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας». Δηλαδή ο νους πρέπει να πάψει να κοιτάζει προς εκεί όπου βρίσκεται ο πειρασμός και να στραφεί προς τον Χριστό. Αυτό μας δείχνει ότι ο λογισμός αποκτά δύναμη όχι απλώς επειδή εμφανίζεται, αλλά επειδή ο άνθρωπος στρέφει την προσοχή του προς αυτόν και αρχίζει να τον φιλοξενεί εσωτερικά. Πλήρη αντιμετώπιση του λογισμού ήδη από την αρχή της πορείας του, γι' αυτό χρησιμοποιεί την εικόνα του βλέμματος του νοός. Το εσωτερικό βλέμμα πρέπει να αποσπασθεί από τον λογισμό και να στραφεί προς τον Κύριο.
«Ὅταν δὲ οἱ διαλογισμοὶ ἐπηρεάζουν τὴν καρδίαν καὶ ὑποβάλλουν εἰς αὐτὴν τὴν θανατηφόρον ἡδονήν...»
Δεν μιλά πλέον μόνο για έναν λογισμό που πέρασε από τον νου, αλλά για λογισμό ο οποίος επηρεάζει την καρδιά και εισάγει μέσα της την «θανατηφόρον ἡδονήν» και εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του αποσπάσματος.
Ο λογισμός μπορεί να ξεκινήσει ως μία απλή εσωτερική κίνηση, αλλά όταν ο άνθρωπος αρχίζει να τον δέχεται, να τον απολαμβάνει και να τον τρέφει, τότε η σκέψη παύει να είναι απλώς σκέψη. Αρχίζει να γίνεται εμπαθής κίνηση της καρδιάς. Γι' αυτό ο Άγιος αμέσως οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτομεμψία:
«νὰ μέμφεσθε τὸν ἑαυτόν σας ὡς φιλαμαρτήμονα» και στην παράκληση προς τον Θεό: «παρακαλέσατε τὸν Κύριον νὰ σᾶς συγχωρήσῃ».
Δεν πρόκειται εδώ για μία νοσηρή αυτοκαταδίκη. Η αυτομεμψία του Αγίου είναι αναγνώριση της πραγματικής πνευματικής κατάστασης του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν δικαιολογεί το πάθος του, δεν λέει «έτσι είμαι», ούτε μεταφέρει την ευθύνη αποκλειστικά στον λογισμό ή στον διάβολο. Αναγνωρίζει ότι είναι φίλος της αμαρτίας και γι' αυτό χρειάζεται το έλεος του Θεού».
«Ἐφ' ὅσον δὲν ἔχουν ἀκόμη νεκρωθῆ ἐντελῶς τὰ πάθη μας, αἱ κακαὶ σκέψεις, αἱ κακαὶ ἐπιθυμίαι, αἱ κινήσεις καὶ προθέσεις τῶν παθῶν τούτων δὲν θὰ παύσουν νὰ ταράττουν ὑμᾶς».
Οι κακές σκέψεις δεν εμφανίζονται πάντοτε ως κάτι εντελώς ξένο προς τον άνθρωπο. Συνδέονται με την κατάσταση της πτωτικής ανθρώπινης φύσεως και με πάθη που δεν έχουν ακόμη νεκρωθεί. Γι' αυτό λέει:
«Ελαττώνονται αὗται μόνον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν παθῶν μας».
Δηλαδή δεν πρέπει να περιμένουμε ότι θα εξαφανιστούν όλες οι κακές κινήσεις του νου απλώς επειδή προσπαθούμε να διώξουμε μία-μία τις σκέψεις. Η θεραπεία του λογισμού συνδέεται με τη θεραπεία του πάθους.
«Ρίζα καὶ δύναμις ὅλων αὐτῶν εἶναι τὸ “ἐμπαθές” τοῦ ἑαυτοῦ μας».
Εδώ βρίσκεται ουσιαστικά το κέντρο ολόκληρου του αποσπάσματος.
Ο άνθρωπος πρέπει να προσέξει όχι μόνο τι σκέφτεται, αλλά τι υπάρχει μέσα του που κάνει αυτή τη σκέψη ελκυστική, επίμονη και δραστική.
«Ἐδῶ πρέπει νὰ στραφῇ ὅλη ἡ προσοχή μας».
Η πνευματική εργασία δεν είναι απλώς μία προσπάθεια να ελέγξουμε εξωτερικά τη συμπεριφορά μας. Το ζήτημα βρίσκεται βαθύτερα. Ο άνθρωπος μπορεί να μη διαπράττει εξωτερικά μία πράξη και όμως να διατηρεί μέσα του την εμπαθή κίνηση που οδηγεί προς αυτήν. Μπορεί να αποφεύγει την πράξη αλλά να καλλιεργεί τη φαντασία, την εξωτερική αμαρτία αλλά να τρέφει εσωτερικά την επιθυμία, ακόμα να είναι ήρεμος εξωτερικά και μέσα του να διεξάγεται ένας ολόκληρος πόλεμος.
«Ἡ προφορικὴ ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ μόνον τὴν ἐξωτερικὴν πλευρὰν τοῦ ὅπλου, ἡ δὲ καρδιακή και συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον».
Δεν υποτιμά την προφορική επίκληση του ονόματος του Ιησού, απλώς δεν την ταυτίζει με ολόκληρη την ουσία της προσευχής. Το να λέγει κάποιος: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» με τα χείλη του είναι η εξωτερική έκφραση μιας βαθύτερης εσωτερικής πράξεως. Ουσιαστικά μας προειδοποιεί εναντίον μιας μηχανικής αντίληψης της ευχής.
Ο Άγιος προσθέτει δύο χαρακτηρισμούς: καρδιακή και συνειδητή.
Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, δηλαδή να μην παραμένει μία εξωτερική λεκτική πράξη, αλλά να γίνεται πραγματική στροφή της εσωτερικής υπάρξεως προς τον Χριστό και πρέπει να είναι συνειδητή. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει σε Ποιον απευθύνεται και τι ζητά και όχι να επαναλαμβάνει απλώς μία φράση για να σταματήσει έναν ενοχλητικό λογισμό. Δεν χρησιμοποιείται το όνομα του Ιησού σαν ένα είδος «πνευματικού μηχανισμού» που θα εξαφανίσει αυτομάτως κάθε ανεπιθύμητη σκέψη.
Χρησιμοποιεί τη λέξη «ὅπλον» και όχι τυχαία. Όταν ο λογισμός επιτίθεται τότε το πάθος εξεγείρεται και η ψυχή ταράσσεται. Απέναντι σε αυτή την επίθεση ο άνθρωπος δεν καλείται να εμπλακεί σε μία ατέρμονη εσωτερική συζήτηση αλλά προτάσσει το όνομα του Ιησού. Με λίγα λόγια το όπλο είναι η προσφυγή στον ίδιο τον Χριστό δια μέσω καρδιακής και συνειδητής στροφή προς Αυτόν.
Δεν λέει ότι η καρδιακή προσευχή απλώς «βοηθά» τον άνθρωπο να απομακρύνει το κακό αλλά «ἀποδιώκει». Όταν ο νους επιστρέφει πραγματικά στον Χριστό, ο λογισμός δεν βρίσκει πλέον στην ίδια εσωτερική υποδοχή και μπορούμε να συνδέσουμε αυτή τη φράση με όσα είπε προηγουμένως ο ίδιος: «ἀποστρέψητε τὸ βλέμμα τοῦ νοός σας ἀπὸ αὐτούς καὶ νὰ τρέξετε πρὸς τὸν Κύριον». Η ευχή δεν είναι απλώς μία φράση που διώχνει κάτι αλλά μία πράξη με την οποία αλλάζω το σημείο στο οποίο είναι στραμμένη η εσωτερική μου προσοχή.
Επίσης το πιο σημαντικό: δεν πολεμάμε τον λογισμό μόνοι μας. Αν ο άνθρωπος προσπαθήσει να νικήσει έναν λογισμό αποκλειστικά με τη δική του δύναμη, υπάρχει κίνδυνος να συνεχίσει να ασχολείται μαζί του, να τον αναλύει, να τον αντικρούει, να τον φοβάται, να τον εξετάζει, και έτσι, ενώ νομίζει ότι τον πολεμά, να συνεχίζει να του δίνει την προσοχή του.
Το: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», είναι στροφή του ανθρώπου προς το Πρόσωπο του Χριστού και αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν εμπιστεύεται τη δική του δύναμη, αλλά ζητά το έλεος του Θεού. Γι' αυτό και η ευχή γίνεται πραγματικό όπλο.
Το επόμενο σημείο είναι ακόμη βαθύτερο:
«Εἶναι ἴδιον τῆς νοερᾶς προσευχῆς νὰ ἀποκαλύπτῃ τὰ πάθη, τὰ κεκρυμμένα καὶ ἀφανῶς βιοῦντα ἐντὸς τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας».
Μας παρουσιάζει κάτι που εύκολα μπορεί να παρεξηγηθεί. Με τη προσευχή δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα αισθάνεται πάντοτε μεγαλύτερη εσωτερική ηρεμία. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να στρέφεται προς τον Θεό, μπορεί να αρχίσει να βλέπει πράγματα μέσα του που προηγουμένως δεν έβλεπε. Τα πάθη υπήρχαν ήδη, δεν τα δημιούργησε η προσευχή, απλώς τα αποκάλυψε. Όπως ένα δυνατό φως δεν δημιουργεί τη σκόνη μέσα σε ένα δωμάτιο αλλά την κάνει ορατή, έτσι και η νοερά προσευχή φέρνει στην επιφάνεια κινήσεις της καρδιάς που προηγουμένως μπορούσαν να παραμένουν κρυμμένες. Δια τούτο η αποκάλυψη των παθών δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αποτυχία της προσευχής αλλά ως η αρχή της θεραπείας. Το λέει ξεκάθαρα:
«Ἡ προσευχὴ αὕτη καὶ τὰ ἀποκαλύπτει καὶ τὰ ἐξαλείφει».
Πρώτα τα αποκαλύπτει και κατόπιν τα εξαλείφει. Ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να δει την πληγή για να αρχίσει να ζητά πραγματικά τη θεραπεία της.
Ακόμη πιο βαριά είναι η επόμενη διατύπωση:
«Εἶναι ἴδιον τῆς προσευχῆς αὐτῆς νὰ φανερώνῃ τὴν αἰχμαλωσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠχμαλωτίσθη ἀπὸ τὰ πεπτωκότα πονηρὰ πνεύματα».
Σύμφωνα με την ασκητική παράδοση, στον πνευματικό αγώνα διεξάγεται πνευματικός πόλεμος και πρέπει να προσέξουμε τη σειρά. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να αποδίδει κάθε λογισμό αυτομάτως στον διάβολο. Ο ίδιος έχει ήδη μιλήσει για τα πάθη που υπάρχουν μέσα μας, για το «ἐμπαθές» και για τις κινήσεις της καρδιάς. Υπάρχει λοιπόν τόσο η εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου όσο και η επίθεση των πονηρών πνευμάτων. Η προσευχή φανερώνει αυτή την πραγματικότητα και ταυτόχρονα γίνεται το μέσο της ελευθερίας:
«Ἡ προσευχὴ αὕτη ἀποκαλύπτει τὴν αἰχμαλωσίαν αὐτὴν καὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ αὐτήν».
Επομένως, η προσευχή δεν είναι μόνο άμυνα αλλά και ελευθερία.
Ο Άγιος προλαβαίνει μία πολύ συνηθισμένη απορία:
«Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπορῇ κανείς, ὅταν ἐξανίστανται τὰ πάθη...»
Ο άνθρωπος πολλές φορές, όταν αρχίζει να αγωνίζεται πνευματικά και βλέπει ότι οι λογισμοί ή τα πάθη γίνονται εντονότερα, μπορεί να αναρωτηθεί: «Αφού προσεύχομαι, γιατί συμβαίνει αυτό; Μήπως η προσευχή μου δεν έχει αποτέλεσμα;» Ο Άγιος Θεοφάνης λέει να μην απορείς. Τα πάθη υπάρχουν στην πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και μπορούν επίσης να διεγείρονται από τα πονηρά πνεύματα. Η παρουσία τους, λοιπόν, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ο άνθρωπος εγκαταλείφθηκε τον Θεό αλλά το τι πρέπει να κάνει όταν εμφανίζονται:
«νὰ λαμβάνωμεν τὸ φοβερὸν, διὰ τοὺς δαίμονας, ὅπλον τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ»
και:
«ἠρέμως νὰ προφέρωμεν εἰς τὴν καρδίαν τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν”».
Εδώ χρειάζεται προσοχή, διότι ο ίδιος, όπως είπαμε, έχει ήδη διευκρινίσει ότι η προφορική επίκληση είναι η εξωτερική πλευρά του όπλου. Η ουσία βρίσκεται στην καρδιακή και συνειδητή στροφή προς τον Χριστό: «ἡ δὲ καρδιακὴ καὶ συνειδητὴ ἀποδιώκει πᾶν τὸ ἀποτρόπαιον».
Δεν πρόκειται για μία μαγική χρήση ενός ιερού ονόματος αλλά για την επιστροφή ολόκληρου του ανθρώπου προς το πρόσωπο του Χριστού και ο άνθρωπος που δέχεται την επίθεση του λογισμού δεν μένει μόνος απέναντί του και δεν προσπαθεί να νικήσει τον λογισμό με τον λογισμό, επικαλείται τον Χριστό.
«Ἐνίοτε ἡ ἐξέγερσις τῶν παθῶν καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν ἐχθρικῶν διαλογισμῶν εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε μᾶς φέρουν εἰς μέγα ψυχικὸν ἀγῶνα τοῦ ἀοράτου μαρτυρίου».
Η πνευματική ζωή δεν είναι πάντα ήρεμη. Όπως είπαμε υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος βρίσκεται σε πραγματικό εσωτερικό πόλεμο, σε «ἀόρατον μαρτύριον» και το μαρτύριο αυτό δεν φαίνεται στους ανθρώπους. Ο εξωτερικός άνθρωπος μπορεί να μην παρουσιάζει τίποτε το ιδιαίτερο, ενώ εσωτερικά να διεξάγεται ένας αγώνας ανάμεσα στη συγκατάθεση και στην απόρριψη, ανάμεσα στην επιθυμία και στην προσευχή, ανάμεσα στην έλξη του πάθους και στη στροφή προς τον Χριστό. Και ακριβώς τότε δεν λέει να φοβηθούμε αλλά:
«νὰ προτάξωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ».
Δηλαδή, όταν αυξάνεται η επίθεση, να αυξάνεται και η προσφυγή στον Χριστό.
Και η τελευταία φράση είναι και το αποκορύφωμα ολόκληρου του λόγου:
«ἡ νίκη ἡμῶν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ βεβαία».
Η νίκη δεν αποδίδεται τελικά στην ανθρώπινη ψυχική αντοχή. Μόνον «Διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» επιτύγχανεται.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου