Ἡ ἁγία μεγαλομάρτυς Παρασκευή γεννήθηκε σε χωριὸ κοντὰ στὴν Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Ἀδριανοῦ (117-138) ἀπὸ γονεῖς χριστιανούς, τὸν Ἀγάθωνα καὶ τὴν Πολιτεία, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσαν χρόνια τὸν Κύριο νὰ τοὺς δώσει τέκνο. Ὁ Θεός, ποὺ ἱκανοποιεῖ πάντα τὴν ἐπιθυμία τῶν φοβουμένων Αὐτόν, τοὺς χάρισε μια θυγατέρα, τὴν ὁποία ὀνόμασαν Παρασκευὴ λόγῳ τῆς ἡμέρας τῆς γεννήσεώς της καὶ ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὸ ζωοποιό Πάθος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀπὸ τὴν πιο τρυφερὴ ἡλικία της ἀφιερώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στὰ θεάρεστα έργα. Δὲν ἔνιωθε καμμία ἕλξη γιὰ τὰ θορυβώδη παιχνίδια τῆς ἡλικίας της, ἀλλὰ περνοῦσε τὸν καιρό της εἴτε στὴν ἐκκλησία, παρακολουθώντας τις ἱερὲς Ἀκολουθίες, εἴτε στὸ σπίτι, καταγινόμενη στην μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχή. Ὅταν πέθαναν οἱ γονεῖς της, ἐνῶ ἦταν δώδεκα ἐτῶν[1], διεμοίρασε τὰ μεγάλα πλούτη της στοὺς πτωχοὺς καὶ κατόπιν ἀποσύρθηκε σὲ μονή, ὅπου ἐνεδύθη τὸ μοναχικό Σχῆμα. Ἀφοῦ πέρασε κάποιο διάστημα με πλήρη υποταγὴ στὴν ἡγουμένη της, διψώντας νὰ κάνει καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κοινωνοὺς τοῦ θησαυροῦ τῆς Πίστεως, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὰ χωριὰ καὶ στὴν ὕπαιθρο. Εφερε σὲ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν, προκαλώντας τὸν φθόνο καὶ τὸ μίσος τῶν Ἑβραίων, ποὺ τὴν κατήγγειλαν στὸν βασιλέα τῆς περιοχῆς στὴν ὁποία βρισκόταν[2]. Ὁ ἡγεμόνας πρόσταξε νὰ συλλάβουν τὴν εὐγενῆ χριστιανὴ καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του. Ὅταν τὴν εἶδε, ἔμεινε ἔκθαμβος μπροστὰ στὸ κάλλος της, κατόπιν δὲ προσπάθησε νὰ τὴν προσελκύσει μὲ κολακεῖες λέγοντας: «Ἂν πεισθεῖς στὰ λόγια μου καὶ θυσιάσεις στοὺς θεούς, θὰ λάβεις πολλὰ ἀγαθά· ἂν ὅμως ἐπιμείνεις, νὰ ξέρεις ὅτι θὰ ὑποστεῖς τρομερά βασανιστήρια». Ἡ τρυφερὴ κόρη τοῦ ἀποκρίθηκε μὲ ἀνδρεῖο φρόνημα: «Ποτέ δεν πρόκειται νὰ ἀρνηθῶ τὸν γλυκύτατό μου Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ κανένα μαρτύριο δὲν μπορεῖ νὰ μὲ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη του. Γιατὶ Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ εἶπε: Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ ̓ ἔξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς (Ἰω. 8, 12). Ὅσο γιὰ τοὺς θεούς σας, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ τούτου (Ιερ. 10, 11)». Ξεχείλισε τότε ἡ ὀργὴ τοῦ ἡγεμόνα καὶ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς στρατιῶτες νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τῆς ἁγίας πυρακτωμένη περικεφαλαία. Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ὅμως, λουσμένη στὴν θεϊκὴ δρόσο, ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐν τῇ καμίνῳ, δὲν ἔνιωσε κανέναν πόνο. Ἀφοῦ ξερίζωσαν τὰ στήθη της, τὴν ἔριξαν στὴν φυλακὴ μὲ μία ασήκωτη πέτρα πάνω στὸ στῆθος, ἄγγελος ὅμως Κυρίου ἐπεφάνη μέσα σὲ μεγάλο σεισμὸ καὶ ἐθεράπευσε τὴν ἁγία κόρη. Μπροστὰ στὸ θαῦμα αὐτό, ἑβδομήντα στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς ἐπίστευσαν στὸν Χριστὸ καὶ ἀμέσως ἐκτελέσθηκαν μὲ ἐντολὴ τοῦ τυράννου, ὁ ὁποῖος κάλεσε ἐκ νέου τὴν Παρασκευὴ ἐνώπιόν του. Ὅταν ἐκείνη ἐπανέλαβε τὴν φλογερή ὁμολογία της, έκαυσαν καζάνι γεμάτο λάδι καὶ πίσσα καὶ τὴν ἔβαλαν μέσα. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ ἀκόμη, καθὼς τὸ σῶμα της εἶχε λάβει μὲ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἁγνεία τὸν ἀρραβώνα τῆς μελλούσης ἀφθαρσίας, ἡ ἁγία παρέμεινε ἀβλαβής. Θεωρώντας πως τὸ μεῖγμα δὲν ἦταν ἀρκετὰ καυτό, ο τύραννος πλησίασε καὶ τυφλώθηκε ἀπὸ τὴν πύρα[3]. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ πόνου ἦλθε σὲ ἐπίγνωση τοῦ ἁμαρτήματός του καὶ ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Λυπήσου με, δούλη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, καὶ δῶσε μου πίσω τὸ φῶς μου κι ἐγὼ θὰ πιστέψω στὸν Θεὸ ποὺ κηρύττεις». Μὲ τὴν προσευχὴ τῆς ἁγίας, ὄχι μόνο ξαναβρῆκε τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, ἀλλὰ ἔλαβε καὶ τὸ φῶς τῆς Πίστεως καί, κατόπιν αιτήματός του, βαπτίσθηκε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς σωματοφύλακές του.
Ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἀφέθηκε ελεύθερη γιὰ νὰ συνεχίσει τὴν ἀποστολή της. Βρισκόταν σὲ πόλη ποὺ διοικοῦσε κάποιος Ἀσκληπιὸς καὶ κήρυττε ἐκεῖ τὸν Χριστό, ὅταν συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο. Ὁ Ἀσκληπιὸς τῆς ζήτησε νὰ δηλώσει την ταυτότητά της καὶ ἡ ἁγία σφράγισε τὸν ἑαυτό της μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ δήλωσε ὅτι ἦταν δούλη τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος δημιούργησε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ, προσφέρθηκε στον Σταυρὸ καὶ στὸν θάνατο γιὰ τὴν Σωτηρία μας καὶ θὰ ἐπιστρέψει ἐν δόξῃ νὰ κρίνει ζώντας καὶ νεκρούς. Ὁ τύραννος πρόσταξε νὰ ραβδισθεῖ, ἀλλὰ ἡ ἁγία συνέχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὸν οὐρανό, ἐνῶ ὅταν ὁ Ἀσκληπιὸς διέκοψε τους δήμιους γιὰ νὰ τῆς προτείνει νὰ θυσιάσει τὸν ἔφτυσε περιφρονητικὰ στὸ πρόσωπο. Ἔξαλλος ἐκεῖνος διέταξε νὰ μαστιγωθεῖ μέχρις ὀστέων. Μετὰ ἀπὸ μία νύκτα ὅμως ποὺ πέρασε στὸ κελλί της, οἱ στρατιῶτες τὴν βρῆκαν τὸ πρωὶ σώα καὶ ἀβλαβῆ. Ἡ Παρασκευὴ ζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα νὰ μεταβεῖ στὸν ναὸ τοῦ Ἀπόλλωνος καὶ ὅλοι οἱ ἐθνικοὶ χάρηκαν πιστεύοντας ὅτι θὰ θυσίαζε. Ἀφοῦ προσευχήθηκε ἐπί μακρόν, ἡ ἁγία ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὰ εἴδωλα γκρεμίσθηκαν μὲ μεγάλο πάταγο κάνοντας τὸν λαὸ νὰ ἀναφωνήσει: «Μέγας εἶναι ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν». Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων μαινόμενοι ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν βασιλιὰ νὰ τελειώνει μαζί της καὶ ἔριξαν τὴν Παρασκευή σὲ λάκκο, ὅπου θανάτωσε μὲ τὴν προσευχή της τον δράκο καὶ τὰ ἑρπετὰ ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ μέσα.
Βλέποντας ὅτι ὅλα τὰ μέσα ἀπέβαιναν ἄκαρπα, ὁ Ἀσκληπιὸς ἔστειλε τὴν δούλη τοῦ Θεοῦ σὲ ἄλλο βασίλειο, ποὺ τὸ κυβερνοῦσε ὁ σκληρὸς Ταράσιος[4]. Στὸν τόπο ἐκεῖνο θεράπευσε, ἐπικαλούμενη τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ τῆς ἔφεραν, ἀλλὰ ὅταν ὁ βασιλέας τὸ πληροφορήθηκε, πρόσταξε νὰ τὴν ὁδηγήσουν στο δικαστήριο και, κατηγορώντας την ὅτι ἔκανε μάγια, διέταξε νὰ τὴν ρίξουν σὲ δυσώδη λάκκο με δηλητηριώδη ζῶα. Μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ὁ κόπρος αὐτὸς ὁμοιώθηκε μὲ εὐωδιαστὸ ἀνοιξιάτικο λιβάδι καὶ ὑπὸ τὴν προστασία ἀγγέλου ἡ ἁγία ἐξῆλθε ἀβλαβὴς ἀπὸ ὅλα τὰ βασανιστήρια στὰ ὁποῖα τὴν ὑπέβαλαν. Ἀνίκανος πλέον νὰ συγκρατήσει τὸ μένος του, ὁ βασιλέας διέταξε τοὺς δήμιους νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν. Πέφτοντας στα γόνατα, ἡ Παρασκευὴ προσευχήθηκε με δάκρυα, ἐμπιστευόμενη την γενναία ψυχή της στον Χριστό, τὸν Νυμφίο της, ζητώντας του νὰ συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες ἐκείνων ποὺ θὰ τιμοῦσαν τὴν μνήμη της. Ὅταν τὸ κεφάλι της ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὸ ξίφος, ἀκούστηκε οὐράνια φωνὴ ποὺ τὴν καλωσόριζε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τὴν ἔλευση τῆς ὁποίας εἶχε ἀναγγείλει μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα της. Ἔκτοτε τὰ διεσπαρμένα σὲ ἱεροὺς ναοὺς τεμάχια ἀπὸ τὰ τίμια λείψανά της δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐπιτελοῦν πλῆθος ἰάσεων, ἰδιαιτέρως σὲ ὅσους πάσχουν ἀπὸ παθήσεις τῶν ματιῶν.

 


[1] Κατ ̓ ἄλλους εἴκοσι ἐτῶν.

[2] Σύμφωνα με τις νεώτερες ἐκδοχὲς τοῦ Μαρτυρίου, στον νέο αὐτοκράτορα Αντωνίνο τὸν Εὐσεβῆ (περὶ τὸ 140).

[3] Κατὰ τὶς νεώτερες εκδοχές, τυφλώνεται ἀπὸ τὸ μεῖγμα λαδιοῦ καὶ πίσσας ποὺ τοῦ ρίχνει ἡ Παρασκευή.

[4]  Στις νεώτερες εκδοχές, ὁ Ἀσκληπιὸς μεταστρέφεται καὶ ἡ ἁγία συνεχίζει ἀπὸ μόνη της τὴν ἀποστολή της στο βασίλειο τοῦ Ταρασίου.



 

ΠΗΓΗ: ''ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ'', ΤΟΜ. 11ος, Αθήναι 2008

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top