«Γιατὶ δὲ μᾶς ἔδωσε ὁ
Θεός», λέγει, «πνεῦμα δειλίας, ἀλλὰ ἀγάπης καὶ δυνάμεως καὶ σωφρονισμοῦ». Ἢ
σωφρονισμό ὀνομάζει τὴν ὑγεία τῆς διάνοιας καὶ τῆς ψυχῆς ἤ, λέγοντας «σωφρονισμό»,
ἐννοεῖ τὸ νὰ μᾶς σωφρονίζει, κι ἂν συμβεῖ κάτι φοβερό, γιὰ νὰ μᾶς σωφρονίζει καὶ
νὰ περικόπτει τὰ περιττά. Ἂς μὴ παραπονιέμαστε λοιπόν γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ μᾶς
συμβαίνουν· αὐτὸ εἶναι σωφρονισμός. «Μὴ τρέχεις», λέγει, «σὲ καιρὸ ἐφόδου».
Πολλοὶ ἔχουν πολλές στεναχώριες στο σπίτι, καὶ ὡς πρὸς τὴ λύπη γινόμαστε
κοινωνοὶ ἀναμεταξύ μας, ὡς πρὸς τὴν αἰτία αὐτῆς ὅμως καθόλου. Καὶ ὁ ἕνας νιώθει
λύπη ἐξ αἰτίας τῆς γυναίκας του, ἄλλος ἐξ αἰτίας τοῦ παιδιοῦ του, ἄλλος ἐξ αἰτίας
τοῦ δούλου του, ἄλλος ἐξ αἰτίας τοῦ φίλου του, ἄλλος ἐξ αἰτίας τοῦ ἐχθροῦ του, ἄλλος
ἐξ αἰτίας τοῦ γείτονά του, ἄλλος ἐξ αἰτίας ζημιᾶς, καὶ εἶναι πολλὲς καὶ
διάφορες οἱ αἰτίες τῆς λύπης καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βρεῖς κάποιον τελείως ἀπαλλαγμένο
ἀπὸ λύπη καὶ ἀθυμία, ἀλλ ̓ ἄλλος ἔχει μικρὴ λύπη καὶ ἄλλος μεγάλη. Ἂς μὴ
θλιβόμαστε λοιπὸν οὔτε νὰ νομίζουμε ὅτι ἐμεῖς μόνο βρισκόμαστε σε λύπη.
Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει ἄνθρωπος καὶ νὰ ζεῖ αὐτὸν τὸν φθαρτὸ βίο καὶ νὰ εἶναι
χωρὶς λύπη· ἂν δὲν εἶναι σήμερα, θὰ εἶναι αὔριο ἂν ὄχι αὔριο, στο μέλλον θὰ
συμβεῖ νά τόν βρεῖ ἡ λύπη. Γιατί, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸ κάποιος ποὺ πλέει νὰ μὴν
εἶναι σὲ ἀγωνία, να πλέει ἐννοῶ πέλαγος μεγάλο, ἔτσι δὲν εἶναι δυνατόν οὔτε νὰ
ζοῦμε αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ νὰ μὴ βρισκόμαστε σὲ ἀθυμία, κι ἂν ἀκόμα πεῖς γιὰ πλούσιο
γιατί, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος, ἔχει πολλὲς ἀφορμές γιά ἐπιθυμίες· κι ἂν ἀκόμα
πεῖς τὸν ἴδιο τὸ βασιλιά καθόσον κι αὐτὸς ἀπὸ πολλοὺς πιέζεται καὶ δὲν τὰ
κάμνει ὅλα σύμφωνα μέ τή γνώμη του, ἀλλὰ πολλὰ τὰ κάμνει παρὰ τὴν ἐπιθυμία του,
καὶ μάλιστα ἀπὸ ὅλους περισσότερο ἐκεῖνος εἶναι ποὺ κάμνει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ δὲ
θέλει. Γιατί ἄραγε; Γιατί πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ θέλουν να πάρουν ἀπὸ τὰ δικά
του. Σκέψου λοιπόν σὲ πόση ἀθυμία βρίσκεται, ὅταν θέλει βέβαια να κάνει κάτι, δὲν
μπορεῖ ὅμως ἢ ἀπό φόβο ἢ ἀπὸ ὑποψία ἢ ἐξ αἰτίας τῶν ἐχθρῶν ἢ ἐξ αἰτίας τῶν
φίλων; Πολλές φορές κι ὅταν φιλονεικήσει γιὰ νὰ κάνει κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θεωρεῖ
σωστά, ὅλη ἡ εὐχαρίστησή του ἐξαφανίσθηκε ἀπὸ τὴν πράξη ἐκείνη, γιατὶ πολλοὶ εἶναι
αὐτοὶ ποὺ τὸν μισοῦν.
̓Αλλὰ τί; νομίζεις πως αὐτοὶ ποὺ δὲν κάμνουν τίποτε στη ζωή τους εἶναι ἡ
ζωή τους ἀπαλλαγμένη ἀπὸ λύπη; Δὲν εἶναι δυνατό. Οπως ἀκριβῶς δὲν εἶναι δυνατὸ
νὰ εἶσαι ἀθάνατος ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, ἔτσι οὔτε εἶναι δυνατὸ νὰ εἶσαι χωρὶς
λύπη. Πόσα πράγματα εἶναι φυσικὸ αὐτοὶ νὰ ὑπομένουν, ποὺ δὲν εἶναι δυνατό νὰ ἀναφερθοῦν
μὲ λόγια, ἀλλὰ στὴν πράξη μόνο ἐκεῖνοι εἶναι δυνατὸ νὰ τὰ γνωρίζουν; Πόσοι μύριες
φορές εὐχήθηκαν να πεθάνουν μέσα σ' ἐκεῖνον τὸν πλοῦτο καὶ τὴν τρυφή; Καθόσον ή
τρυφή δὲν ἀφαιρεῖ ὁπωσδήποτε καὶ τὴν λύπη ἢ καλύτερα ή ίδια ή τρυφή γεννᾶ
μύριες λύπες, ἀρρώστιες, ἀηδίες, και χωρίς αυτές πολλὲς φορὲς ὑποφέρει, χωρὶς νὰ
ὑπάρχει αἰτία. Γιατί, ὅταν ἡ ψυχὴ συνηθίσει σε τέτοια κατάσταση, καὶ ἁπλῶς
γνωρίζει να πονάει. Καθόσον οἱ γιατροί λέγουν ὅτι καὶ ἀρρώστια του στομάχου
γίνεται αἰτία γιὰ ἄκαιρες λύπες. Ἢ μήπως καὶ σὲ μᾶς δὲ συμβαίνει αὐτὸ ὅταν πονοῦμε
καὶ δὲ γνωρίζουμε τὴν αἰτία τῆς λύπης; Και γενικά δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς κάποιον
χωρίς λύπη κι ἂν δὲν ἔχουν τόσο μεγάλη ἀφορμὴ γιὰ λύπη, ὅση ἐμεῖς, ὅμως ὁ
καθένας νομίζει ότι ἔτσι ἔχει· γιατὶ τὸ δικό του βάσανο τὸν στενοχωρεί
περισσότερο ἀπὸ τὸ ξένο.
Οπως ἀκριβῶς δηλαδὴ αὐτοὶ ποὺ πονοῦν σὲ κάποιο μέρος τοῦ σώματος, νομίζουν ὅτι
πονοῦν περισσότερο ἀπὸ τοὺς πλησίον τους, κι αὐτὸς ποὺ ἔχει ἄρρωστο το μάτι,
νομίζει πως ἄλλη τέτοια ἀρρώστια δὲν ὑπάρχει σαν τη δική του· αὐτὸς πάλι που αἰσθάνεται
πόνο στο στομάχι του λέγει πως αὐτὸ εἶναι φοβερότερο ἀπὸ ὅλα, καὶ ὁ καθένας
θεωρεῖ ὅτι εἶναι πιὸ δυσάρεστο ἀπ' ὅλα αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὑποφέρει· ἔτσι καὶ μὲ
τὴν ἀθυμία· ὁ καθένας τὴ θλίψη ἀπὸ τὴν ὁποία κατέχεται τὴ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ πιὸ
ὀδυνηρή, γιατὶ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα το βγάζει ἀπὸ προσωπική του πείρα. Γιὰ παράδειγμα,
αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει παιδιά, δὲ θεωρεῖ τίποτε τόσο φοβερό, ὅσο τὴν ἀτεκνία· αὐτὸς
πάλι ποὺ ἔχει πολλὰ κι ἔχει καὶ φτώχεια, τίποτε δὲν κατηγορεῖ τόσο, ὅσο την
πολυτεκνία· αὐτὸς ποὺ ἔχει ἕνα, δὲ νομίζει τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει ἕνα.
Εξ αἰτίας αὐτοῦ, λέγει, γίνεται καὶ ράθυμο καὶ βάζει σὲ λύπη τὸν πατέρα, ὄντας
πάντοτε πολὺ ἀγαπητό σ' αὐτόν, καὶ δὲ δέχεται καμιά βελτίωση. Αὐτὸς ποὺ ἔχει ὡραία
γυναίκα δὲ θεωρεῖ τίποτε χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει κανεὶς ὡραία γυναίκα, γιατὶ τὸ
πράγμα εἶναι γεμάτο ἀπὸ καχυποψία καὶ ἐπιβουλή· αὐτὸς ποὺ ἔχει ἄσχημη, λέγει ὅτι
τίποτε δὲν εἶναι χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει κανεὶς ἄσχημη γυναίκα, γιατί ἡ
κατάσταση εἶναι ἀηδιαστική.
Ὁ ἰδιώτης πάλι λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε πιο ἄχρηστο καὶ πιὸ εὐτελὲς ἀπ' αὐτὴ
τὴ ζωή· ὁ στρατιώτης λέγει δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἐπίπονο, τίποτε πιό ἐπικίνδυνο
ἀπὸ τὴ στρατιωτική ζωή γιατί εἶναι προτιμότερο να ἔχει κανεὶς μόνο ψωμί και
νερό παρὰ νὰ ὑποφέρει τόσες κακοπάθειες. Αὐτός πού βρίσκεται στην ἐξουσία
λέγει, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι δυσκολότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἐξυπηρετεῖς τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων,
ἐνῶ αὐτὸς ποὺ ἐξουσιάζεται λέγει ὅτι τίποτε δὲν εἶναι πιὸ δουλικό ἀπό τό νά
βρίσκεσαι κάτω στὴ ἐξουσία ἄλλων. Ὁ παντρεμένος λέγει δὲν ὑπάρχει τίποτε
χειρότερο ἀπὸ τὸ νὰ ἔχει κανεὶς γυναίκα καὶ νὰ τὴ φροντίζει, ἐνῶ ὁ ἀνύπαντρος
λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἀνελεύθερο ἀπό τό νά μείνει κανεὶς ἀνύπαντρος,
γιατί στερεῖται καὶ σπίτι καὶ ἀνάπαυση. Ο έμπορος μακαρίζει τὸ γεωργὸ γιὰ τὴν ἀσφάλεια·
ὁ γεωργὸς τὸν ἔμπορο γιὰ τὸν πλοῦτο. Καὶ γενικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι τελείως
δυσάρεστο, μεμψίμοιρο καὶ βαρύθυμο. Οταν ἐκφέρει καταδικαστικὴ ἀπόφαση γιὰ ὅλους
τοὺς ἀνθρώπους τότε λέγει τίποτε δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, λέγοντας ὅλη τὴν ἀνθρώπινη
φύση ὅτι εἶναι ζῶο ἐπίμοχθο και ταλαίπωρο.
Πόσοι θαυμάζουν τα γηρατειά; πόσοι μακαρίζουν τη νεότητα; Ετσι υπάρχει πολλὴ λύπη
καὶ στὶς ἡλικίες. Οταν δοῦμε νὰ μᾶς κατηγοροῦν γιὰ τὴν ἡλικία λέμε, γιατί νὰ μὴν
ἤμασταν γέροι; Οταν ασπρίζουν τα μαλλιὰ πάλι λέμε, ποῦ εἶναι τὰ νειάτα; Καὶ
γενικὰ ἔχουμε μύριες αφορμές γιὰ νὰ λυπούμαστε. Ένας μόνο δρόμος ὑπάρχει ἀπαλλαγῆς
ἀπό αὐτὴ τὴν ἀνωμαλία, ο δρόμος τῆς ἀρετῆς ἢ καλύτερα κι αὐτός ὁ δρόμος ἔχει
λύπη, ὅμως λύπη ὄχι ἀνώφελη, ἀλλὰ γεμάτη ἀπὸ κέρδος καὶ ὠφέλεια. Γιατί ἢ ἁμάρτησε
κάποιος καὶ ἔφθασε σε κατάνυξη με τη λύπη καὶ ξέπλυνε τὰ ἁμαρτήματα, ἢ πόνεσε
μαζὶ μὲ ἀδελφὸ ποὺ ἔπεσε, κι ἐδῶ πάλι ἔχει ὄχι μικρό μισθό γιατί τὸ νὰ συμπονοῦμε
μ' αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται σὲ συμφορὲς μᾶς δίνει πολλὴ παρρησία πρὸς τὸ Θεό.
«Μὴ ντραπεῖς λοιπόν», λέγει, «το μαρτύριο τοῦ Κυρίου μας, οὔτε ἐμένα τὸν
φυλακισμένο του, ἀλλὰ μαζί μου κακοπάθησε γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο». Δηλαδή κι ἂν ἀκόμη
πάθεις σὺ ὁ ἴδιος αὐτά, μὴ ντραπεῖς. Τὸ ὅτι βέβαια υπαινίχθηκε αὐτό γίνεται
φανερὸ καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λέχθηκαν παραπάνω, μ' αὐτὸ ποὺ εἶπε, «ἔδωσε σὲ μᾶς ὁ Θεὸς
πνεῦμα δυνάμεως καὶ ἀγάπης καὶ σωφρονισμοῦ», καὶ μ ̓ αὐτὰ ποὺ λέγει πάλι. «Αλλά
κακοπάθησε μαζί μου», λέγει δηλαδή ὄχι ἁπλῶς μὴ ντραπεῖς, ἀλλὰ μὴ ντραπεῖς καὶ
δοκιμάζοντας αὐτὰ σὺ ὁ ἴδιος. Καὶ δὲν εἶπε ''μὴ φοβηθεῖς, μὴ τρομάξεις'', ἀλλὰ
γιὰ νὰ τὸν ἐνθαρρύνει περισσότερο λέγει «μὴ ντραπεῖς», σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει πλέον
κίνδυνος, ἂν κάποιος ξεπεράσει τη ντροπή. Γιατὶ αὐτὸ μόνο εἶναι τὸ βαρὺ ποὺ ἔχει
ἡ ντροπή, τὸ νὰ νικιέται κανεὶς ἀπ' αὐτήν. Μὴ ντραπεῖς λοιπὸν ἂν ἐγώ, ποὺ ἀνασταίνω
νεκρούς, ποὺ κάμνω μύρια θαύματα, ποὺ περιέτρεξα τὴν οἰκουμένη, τώρα εἶμαι
φυλακισμένος· γιατὶ δὲν εἶμαι φυλακισμένος σαν κακοῦργος, ἀλλ' ἐξ αἰτίας ἐκείνου
που σταυρώθηκε. Αν ὁ Κύριός μου δὲ ντράπηκε τὸ σταυρό, οὔτε ἐγὼ ντρέπομαι τὰ
δεσμά.
Καὶ πολὺ σωστά, προτρέποντάς τον νὰ μὴ ντραπεῖ, τοῦ ὑπενθύμισε προηγουμένως το
σταυρό. Ἐὰν δὲν ντραπεῖς τὸ σταυρό, λέγει, οὔτε τὰ δεσμὰ θὰ ντραπεῖς· ἂν ὁ
Δεσπότης μας καὶ διδάσκαλος ὑπέμεινε σταυρό, πολὺ περισσότερο πρέπει ἐμεῖς νὰ ὑπομείνουμε
τὰ δεσμά. Αὐτὸς ποὺ ντρέπεται αὐτὰ ποὺ ὑπέμεινε ἐκεῖνος, ντρέπεται καὶ ἐκεῖνον
ποὺ σταυρώθηκε. Αὐτὰ τὰ δεσμά, λέγει, τὰ ὑπομένω ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Μὴ
πάθεις λοιπὸν τίποτε ἀνθρώπινο, ἀλλὰ λάβε μέρος στὰ ἴδια παθήματα. « ̓Αλλὰ
κακοπάθησε μαζί μου», λέγει, «γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο» ὄχι ὅτι κακοπαθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο,
ἀλλὰ διεγείρει τὸ μαθητή να πάσχει γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο. «Κατὰ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ»,
λέγει, «ποὺ μᾶς ἔσωσε καὶ μᾶς κάλεσε μὲ κλήση ἅγια, ὄχι ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα μας,
ἀλλὰ σύμφωνα με τη θέλησή του καὶ τὴ χάρη του ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ
πρὶν ἀπὸ χρόνια αἰώνια». Αλλωστε, ἐπειδὴ ἦταν βαρὺ νὰ πεῖ ''κακοπάθησε'', τὸν παρηγορεῖ
πάλι, λέγοντας «ὄχι ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα μας» δηλαδὴ μὴ σκέπτεσαι ὅτι γίνονται αὐτὰ
μὲ τὴ δική σου δύναμη, ἀλλὰ μὲ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίνει αὐτά· δικό σου ἔργο εἶναι τὸ
νὰ προτιμήσεις αὐτὰ καὶ νὰ δείξεις προθυμία, ἐνῶ ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ τ ̓ ἀνακουφίσει
καὶ νὰ τὰ καταπαύσει.
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (1)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (2)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (3)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (4)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (5)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (6)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (7)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (8)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (9)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (10)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (11)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (12)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (13)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (14)
Η αρχή της μελέτης του Ευαγγελίου με οδηγούς τους Πατέρες (15)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου