Ἀπό τούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες η Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τελοῦσε μιά ἀκολουθία ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων ὄχι μόνο κατά τη διάρκεια τῆς ταφῆς αὐτῶν, ἀλλά καί κατά την 3η, τήν 9η καί τήν 40η ἡμέρα, καθώς καί τά τρίμηνα, τά ἑξάμηνα καί τά ἐννεάμηνα ἀπό τόν θάνατό τους, ἀλλά καί κάθε ἔτος τήν ἡμερομηνία τοῦ θανάτου αὐτῶν[1].
Σε αυτά πρέπει να προστεθεί καί ἡ δυνατότητα πού ἔχει κάθε οικογένεια να τελεῖ μνημόσυνο κατά το δοκοῦν, τό ὁποῖο ὀνομάζεται καί «παννυχίδα», καθώς καί τά «κόλλυβα», που τελοῦνται στο τέλος τῆς λειτουργίας μετά από αἴτημα τῶν οἰκογενειῶν γιά τήν μνημόνευση τῶν τεθνεώτων τους ἤ ἀκόμη καί τίς ἡμέρες πού εἶναι ἀφιερωμένες ἀπό τήν Ἐκκλησία στους κεκοιμημένους. Τα κόλλυβα εὐλογοῦνται ἀπό ἱερέα εἰς μνήμην ἑνός, περισσοτέρων ἤ καί ὅλων τῶν τεθνεώτων, τοποθετοῦνταν κάποτε δίπλα από τούς τάφους γιά τούς πτωχούς καί τούς ἱερεῖς, ἀλλά στίς ἡμέρες μας καταναλίσκονται ἀπό τό ποίμνιο στο τέλος τῆς λειτουργίας, μέ τρόπο πού συμβολίζει πάντοτε το μοίρασμα, ὑπό τήν πνευματική ἔννοια τῆς ἀλληλεγγύης τῆς χριστιανικῆς κοινότητας, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μέ τίς ὑπέρ κεκοιμημένων προσευχές και την συμπαράσταση πρός τίς οἰκογένειές τους[2].
Το Σάββατο κάθε ἑβδομάδος, ὡς ἡμέρα ἀναπαύσεως, εἶναι ἀφιερωμένο στους κεκοιμημένους, με ειδικές προσευχές προς αὐτοὺς σε διάφορες ἀκολουθίες". Επιπλέον, πολλές ημέρες του λειτουργικοῦ ἔτους εἶναι ἀφιερωμένες στην μνήμη τῶν κεκοιμημένων: το Σάββατο που προηγείται της Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω, τα Σάββατα της 3η καί τῆς 4η Εβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Τρίτη τῆς Ἑβδομάδος τοῦ Θωμᾶ (πού ἀκολουθεῖ τήν β ́ Κυριακή του Πάσχα), το Σάββατο πρό τῆς Πεντηκοστῆς, τό ἐπονομαζόμενο και «Ψυχοσάββατον» και το Σάββατο πρό τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Δημητρίου (21 Οκτωβρίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο, 3 Νοεμβρίου σύμφωνα μέ τό Ἰουλιανό).
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη θεία Εὐχαριστία. Ορισμένοι μάλιστα Πατέρες συνιστοῦν νά ἀφιερώνεται ἡ θεία Εὐχαριστία ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων[3].
Ἡ λειτουργία τοῦ Αγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία τελεῖται στὶς ἡμέρες μας, ἀλλά καί αὐτή τοῦ Μ. Βασιλείου, ἡ ὁποία τελείται συγκεκριμένες ημέρες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, ὅπως ὁρίζει το Τυπικό, ειδικά μάλιστα κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, περιλαμβάνουν πολλές ευχές ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων. Πρὸ τῆς δεήσεως ὑπέρ τῶν κατηχουμένων τελεῖται ἡ «εκτενής δέησις» (ἢ λιτανεία) για τους κεκοιμημένους πού οἱ πιστοί ἐζήτησαν να προσευχηθεῖ ὁ ἱερέας καί γιά ὅσους ἐπιθυμεῖ καί ὁ ἴδιος, συνήθως ἐνορίτες ἤ πνευματικά τέκνα[4].

- «Ἔτι δεώμεθα ὑπέρ αναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ τῆς κεκοιμημένου/ης δούλου/ης τοῦ Θεοῦ (τάδε τά ὀνόματα), καί ὑπέρ τοῦ συγχωρηθῆναι αὐτῶν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιον τε καί ἀκούσιον.

- »Όπως, Κύριος ὁ Θεός τάξῃ τήν ψυχήν αὐτῶν, ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται· τά ἐλέη τοῦ Θεοῦ, τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καί ἄφεσιν τῶν αὐτῶν ἁμαρτιῶν, παρά Χριστῷ τῷ ἀθανάτῳ βασιλεῖ καί Θεῷ ἡμῶν αἰτησώμεθα. - »Ὁ Θεός τῶν πνευμάτων και πάσης σαρκός, ὁ τόν θάνατον καταπατήσας, τόν δέ διάβολον καταργήσας και ζωήν τῷ κόσμῳ σου δωρησάμενος· αὐτός, Κύριε, ἀνάπαυσον τήν ψυχήν τῶν κεκοιμημένων δούλων, ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη και στεναγμός.

- »Πᾶν ἁμάρτημα τό παρ' αὐτῶν πραχθέν ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἤ διανοίᾳ, ὡς ἀγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρη σον· ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς ζήσεται καί οὐχ ἁμαρτήσει· σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις· ἡ δικαιοσύνη σου, δικαιοσύνη εἰς τόν αἰῶνα, καί ὁ νόμος σου ἀλήθεια.

- »Ἔτι δεόμεθα ὑπέρ τῶν μακαρίων καί ἀειμνήστων κτιτόρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης καί ὑπέρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καί τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων».

Στο μέσον τῆς λειτουργίας τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, μετά τήν ἐπίκληση (πού ἀντιστοιχεί μέ τόν καθαγιασμό στην λατινική λειτουργία), ὁ ἱερέας κάνει τήν ἀκόλουθη προσευχή: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην λατρείαν ὑπέρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστών, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καί παντός πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου».
Καί ἕπεται ἡ ἀκόλουθη ἐπίκληση τοῦ ἱερέως: «Και μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ ̓ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου (καί μνημονεύει ἐνταῦθα ὀνομαστί ὧν βούλεται τεθνεώτων) καί ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεός ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τό φῶς τοῦ προσώπου σου», ἡ ὁποία ἀπαντᾶ καί στή λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου:
Κατά την προετοιμασία τῆς Προσκομιδῆς ἤ Προθέσεως, στην ἐκτενή δέηση ὁ ἱερέας προσεύχεται «ὑπέρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καί ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καί τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων» καί μνημονεύει αἴροντας ἕνα πρόσφορο (στρογγυλό, μικρό κομμάτι ἄρτου, οἱ δύο πλευρές τοῦ ὁποίου συμβολίζουν τις δύο ενωμένες φύσεις τοῦ Χριστοῦ, σε μία ἐκ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ μέ τά ἀρκτικόλεξα IC XC ΝΙΚΑ), διά τῆς λόγχης τη ὁποία συμβολίζει αυτή που χρησιμοποίησε ὁ Κεντυρίων για να διαπεράσει την πλευρά τοῦ Χριστοῦ), ένα τριγωνικό μεταλλικό κομμάτι που συμβολίζει την Αγία Τριάδα. Ὁ ἱερέας κάνει το ίδιο στην μνήμη τῶν κεκοιμημένων, ονομαστικά γιά ὅσους ἔχει ζητηθεῖ ἀπό τούς πιστούς καί ἔχουν ἐγγραφεί στα Δίπτυχα τῶν κεκοιμημένων που δίδουν στον ιερέα συνοδεία μικρότερων προσφόρων. Ὅλα τά κομμένα κομμάτια ἄρτου μετά τη θεία Μετάληψη βυθίζονται ἀπό τόν ἱερέα στό ἱερό Δισκοπότηρο διά τῆς ἱκεσίας οἱ ἁμαρτίες τῶν πιστῶν στήν μνήμη τῶν ὁποίων τεμαχίσθηκαν τα κομμάτια ἄρτου να τύχουν ἀφέσεως διά τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί διά τῆς θείας Κοινωνίας.



[1] Βλ. Αποστολικές Διαταγές, Η', 43. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, Λόγος, Ζ ́, 17· ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τοῦ τέλους ἡμῶν καί τῆς ἱερᾶς τάξεως τῆς κηδείας, 371-372, PG 155, 689C, 692A-D.

[2] Σχετικά μέ τό νόημα τῶν κολλύβων βλ. ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί τοῦ τέλους ἡμῶν, PG 155, 688-692. J. GOAR, Ευχολόγιον sive Rituale Graecorum, Paris 1647, σ. 658-661 GABRIEL SÉVÉROS, Sur les colyves, στο R. SIMON, Fides Ecclesiae orientalis, Paris 1671, σ. 23-30 ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ, Ταμεῖον Ὀρθοδοξίας, Τριπολιτσᾶ 18855 (1780'), σ. 161- 163. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Ὁμολογία πίστεως, Βενετία 1819, σ. 8- 50. L. PETIT, «La grande controverse des colybes», Echos d'Orient, 2, 1899, o. 321-331.

[3] 12. Βλ. μεταξύ ἄλλων ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΡΘΑΓΕΝΗΣ, Lettres, 1, 2. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑ, Dialogues, IV, 57-60 ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ, Βίος Ἰωάννου Κύπρου, 24 ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΟΥ, Βίος Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, 17, PG 114, 484-485 ΣΥΜΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Περί του τέλους ἡμῶν, 369. 373. PG 155, 688D et 6934 METROPOLITE GABRIEL DE NOVGOROD ET SAINT PETERSBOURG, Explication de la liturgie, Saint- Pétersbourg 1799, σ. 165. ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ POPOVITCH, Philosophie orthodoxe de la vérité. Dogmatique de l'Eglise orthodoxe, t. 5, σ. 383. Ση μειώνουμε ἐν τούτοις, ὅτι στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁμιλοῦμε για «προσευχές ὑπέρ κεκοιμημένων» ἤ «μνημόσυνο κεκοιμημένων» μᾶλλον στο γενικότερο πλαίσιο της λειτουργίας παρά σέ μία ἀκολουθία πού ἀφιερώνεται ἀποκλειστικά στους κεκοιμημένους, ἀφοῦ: 1) ὅπως ἀναφέρει καί μία ευχή τῆς θείας Λειτουργίας, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός «ὁ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος» 2) δεν μπορεί νά ὑπάρξει λειτουργία ἀφιερωμένη ἀποκλειστικά στους κεκοιμημένους, ἀφοῦ αὐτοί δέν χωρίζονται ποτέ ἀπό τούς ζῶντες· 3) ἡ λειτουργία δέν μπορεῖ νά θεωρηθεί οὔτε να χρησιμοποιηθεῖ ὡς μέσο.

[4] Αὐτή ἡ ἐκτενής δέηση είναι ταυτόσημη με αυτήν που γίνεται κατά την νεκρώσιμη ακολουθία και γίνεται μόνο ὅταν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται ἐντός τῆς ἑβδομάδας.

 

 

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top