«Δὲν πρέπει να θέτουμε ὅρια
καὶ ἡμερομηνίες λήξης στην προσευχὴ ποὺ γίνεται χωρίς συγκέντρωση καὶ μὲ παγερή
ψυχή. Πρέπει, σὰν νὰ ἔχουμε παγώσει μετὰ ἀπὸ μία πτώση, γιὰ πολλὴ ὥρα νὰ
“τρίψουμε” τὴν ψυχή μας γιὰ νὰ ἀναθερμανθεί. Συνεπῶς, ὁ ἀγώνας εἶναι ἀναπόφευκτος.
Ἂν αὐτὸς συνεχίζεται σταθερὰ καὶ συνειδητά, τότε πάντα στέφεται μὲ ἐπιτυχία ὄχι
χάρη σ' ἐμᾶς, ἀλλὰ χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀτελείωτο.
Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἢ ὅποια ἄλλη σύντομη προσευχὴ εἶναι καλό πράγμα, ἀρκεῖ νὰ
δεθεῖ στὴ γλώσσα. Φροντίστε μονάχα στην περίπτωση αὐτὴ ἡ προσοχή σας νὰ μὴ
βρίσκεται στὸν νοῦ, ἀλλὰ στὴν καρδιὰ καὶ νὰ διατηρεῖστε σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὄχι
μόνο όταν προσεύχεστε, ἀλλὰ κάθε στιγμή. Ἀγωνιστεῖτε νὰ σχηματιστεῖ στὴν καρδιά
σας κάτι σὰν πληγή... Ὁ μόνιμος ἀγώνας θὰ τὸ ἐπιτύχει αὐτὸ σύντομα. Δὲν ὑπάρχει
κάτι το ξεχωριστὸ σὲ αὐτό. Εἶναι φυσικὴ ὑπόθεση (τὸ ὅτι δηλαδὴ ἡ πληγὴ θὰ γίνει
πονετικὴ ἀγάπη). Κι ἀπὸ αὐτὸ ὅμως θὰ προκύψει μεγαλύτερη συγκέντρωση. Βασικὸ εἶναι
τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ Κύριος, βλέποντας τὸν ἀγώνα, χαρίζει τη βοήθειά Του καὶ τὴν
κεχαριτωμένη προσευχή Του. Τότε ἡ καρδιὰ θὰ κινηθεῖ στοὺς σωστούς ρυθμούς της».
(Επιστολή 326, τόμος 2,
σελ. 198-199. Ἐπιστολὴ 1233, τόμος 8, σελ. 14)
Ο Όσιος λέει ότι «δὲν
πρέπει νὰ θέτουμε ὅρια καὶ ἡμερομηνίες λήξης» στην προσευχή που γίνεται χωρίς
συγκέντρωση και με ψυχρότητα. Ο άνθρωπος προσεύχεται, αλλά ο νους
περιπλανιέται, η καρδιά δεν συμμετέχει και μέσα του δεν αισθάνεται ιδιαίτερη
διάθεση για προσευχή. Ο πειρασμός τότε είναι να πει: «Αφού δεν μπορώ να
προσευχηθώ συγκεντρωμένα, δεν έχει νόημα να συνεχίσω». Εδώ ακριβώς τότε
χρειάζεται επιμονή.
Η εικόνα του ανθρώπου που «πάγωσε» και πρέπει να «τρίψει» την ψυχή του είναι
πολύ παραστατική. Όπως κάποιος που έχουν παγώσει τα χέρια του τα τρίβει μέχρι
να επανέλθει η κυκλοφορία, έτσι και ο άνθρωπος μετά από πτώση, αμέλεια,
περισπασμό ή πνευματική ατονία δεν πρέπει να εγκαταλείπει την προσευχή επειδή δεν
αισθάνεται αμέσως κατάνυξη. Άρα το «τρίψιμο σημαίνει επιμονή στην προσευχή,
μετάνοια, επιστροφή του νου στον Θεό και άρνηση της απογοήτευσης. Η θερμότητα
δεν παράγεται μηχανικά από την ανθρώπινη προσπάθεια. Γι' αυτό αμέσως μετά βάζει
το αποφασιστικό στοιχείο: ο αγώνας «πάντα στέφεται με επιτυχία» όχι επειδή ο
άνθρωπος είναι ικανός να το κατορθώσει μόνος του, αλλά «χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ».
Ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί, αλλά η χάρη δεν είναι προϊόν του αγώνα του. Ο
αγώνας είναι η ανθρώπινη ανταπόκριση· η καρποφορία είναι δωρεά του Θεού. Μην
εγκαταλείπεις την προσευχή επειδή τώρα δεν αισθάνεσαι τίποτε· μείνε ενώπιον του
Θεού και περίμενε με εμπιστοσύνη το έλεός Του.
«Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἢ ὅποια ἄλλη σύντομη προσευχὴ εἶναι καλὸ πράγμα, ἀρκεῖ νὰ
δεθεῖ στὴ γλώσσα». Η έκφραση «να δεθεί στη γλώσσα» σημαίνει να γίνει τόσο
οικεία και συνεχής, ώστε να μπορεί ο άνθρωπος να την επαναλαμβάνει συχνά και
φυσικά.
«ἡ προσοχή σας νὰ μὴ βρίσκεται στὸν νοῦ, ἀλλὰ στὴν καρδιά». Αυτό δεν πρέπει να
κατανοηθεί σαν να λέει ότι πρέπει να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε τον νου.
Στην ορθόδοξη ασκητική γλώσσα, η «καρδιά» δηλώνει το βαθύ εσωτερικό κέντρο του
ανθρώπου, εκεί όπου η προσευχή γίνεται προσωπική στροφή ολόκληρου του ανθρώπου
προς τον Θεό. Για παράδειγμα, υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να λέω
μηχανικά «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», ενώ μέσα μου σκέφτομαι δέκα άλλα
πράγματα, και στο να λέω την ίδια σύντομη προσευχή έχοντας συνείδηση ότι στέκομαι
ενώπιον του Χριστού και ζητώ πραγματικά το έλεός Του. Η δεύτερη κατάσταση είναι
αυτό που πλησιάζει περισσότερο σε αυτό που ο Όσιος Θεοφάνης ονομάζει προσοχή
της καρδιάς. Μάλιστα, η συνέχεια δείχνει ότι δεν περιορίζει την κατάσταση αυτή
στην ώρα της προσευχής: «νὰ διατηρεῖστε σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση ὄχι μόνο ὅταν
προσεύχεστε, ἀλλὰ κάθε στιγμή». Δηλαδή ο σκοπός δεν είναι απλώς να αποκτήσει
κάποιος μια καλή μέθοδο προσευχής για δέκα ή είκοσι λεπτά. Σκοπός είναι να
δημιουργηθεί μέσα του η σταθερή μνήμη του Θεού και η προσευχή να αρχίζει να
διαποτίζει ολόκληρη την καθημερινότητα. Και τότε χρησιμοποιεί τη δεύτερη πολύ
δυνατή εικόνα: «Ἀγωνιστεῖτε νὰ σχηματιστεῖ στὴν καρδιά σας κάτι σὰν πληγή». Η
λέξη «πληγή» είναι εικόνα που περιγράφει την βαθιά και μόνιμη εσωτερική
ευαισθησία προς τον Θεό. Ο ίδιος το διευκρινίζει αμέσως με τη φράση: «ἡ πληγὴ θὰ
γίνει πονετικὴ ἀγάπη». Δηλαδή η καρδιά αποκτά έναν πόθο για τον Θεό ο οποίος
δεν είναι απλώς μια ευχάριστη θρησκευτική συγκίνηση. Είναι μια εσωτερική
«πληγή»: ο άνθρωπος αισθάνεται ότι η καρδιά του έχει στραφεί προς τον Χριστό
και ότι όταν απομακρύνεται από Εκείνον, όταν διασκορπίζεται, όταν αμαρτάνει,
αυτή η απομάκρυνση γίνεται αισθητή ως πόνος. Αυτό εξηγεί και γιατί λέει ότι η
κατάσταση αυτή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συγκέντρωση. Η συγκέντρωση δεν
επιτυγχάνεται τελικά μόνο με το να «κρατάω τον νου μου ακίνητο». Αν η καρδιά
αποκτήσει πραγματικό πόθο για τον Θεό, τότε ο νους αρχίζει να συγκεντρώνεται
πιο φυσικά. Όταν κάτι αγαπάμε βαθιά, η προσοχή μας στρέφεται προς αυτό χωρίς να
χρειάζεται κάθε στιγμή να την εξαναγκάζουμε. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου,
και το νόημα της φράσης «Δὲν ὑπάρχει κάτι τὸ ξεχωριστὸ σὲ αὐτό. Εἶναι φυσικὴ ὑπόθεση».
Ο Όσιος δεν παρουσιάζει την πονετική αγάπη ως κάποιο εξαιρετικό μυστικιστικό
φαινόμενο που πρέπει να περιμένει ο χριστιανός. Θεωρεί ότι όταν ο άνθρωπος
επιμένει στην προσευχή, στη μνήμη του Θεού και στη μετάνοια, είναι φυσικό να
αρχίσει να δημιουργείται αυτή η εσωτερική σχέση. Δεν χρειάζεται να κυνηγά
κάποιος «εμπειρίες»….
Και αυτό μας οδηγεί στην τελευταία και σημαντικότερη φράση: «ὁ Κύριος,
βλέποντας τὸν ἀγώνα, χαρίζει τὴ βοήθειά Του καὶ τὴν κεχαριτωμένη προσευχή Του».
Εδώ ξεκαθαρίζει ότι η ανώτερη μορφή προσευχής δεν κατασκευάζεται από τον
άνθρωπο. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να προσεύχεται, να συγκεντρώνεται, να μετανοεί,
να επιστρέφει κάθε φορά που ο νους διασπάται. Όταν όμως ο Θεός ευδοκήσει,
χαρίζει τη δική Του βοήθεια και η προσευχή γίνεται «κεχαριτωμένη».
Η έκφραση «τότε ἡ καρδιὰ θὰ κινηθεῖ στοὺς σωστοὺς ρυθμούς της» είναι ουσιαστικά
το αποτέλεσμα όλης αυτής της πορείας. Η καρδιά, αντί να είναι διασκορπισμένη,
ψυχρή και προσκολλημένη σε χίλια πράγματα, αρχίζει να λειτουργεί όπως πρέπει:
στρέφεται προς τον Θεό, αποκτά μνήμη Θεού, πόθο, μετάνοια, προσοχή και
εσωτερική προσευχή.
Η τεχνική της σύντομης ευχής βοηθά, αλλά το κέντρο είναι η σχέση με τον Χριστό,
η επιμονή του ανθρώπου και τελικά η χάρη του Θεού. Αυτό είναι που προστατεύει
το απόσπασμα από δύο αντίθετες παρερμηνείες: ούτε «δεν χρειάζεται να κάνω
τίποτε, θα τα κάνει όλα ο Θεός», ούτε «αν κάνω σωστά την τεχνική, θα προκαλέσω
τη χάρη». Ο Όσιος κρατά ανάμεσα στα δύο την ασκητική συνέργεια: ο άνθρωπος
αγωνίζεται και ο Θεός χαρίζει.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Περὶ τῆς προσευχῆς ποὺ τελεῖται μὲ τὸ συναίσθημα (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)
Τὸ σπουδαῖο στὴν προσευχὴ εἶναι ἡ γένεση συναισθημάτων εὐλάβειας. (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)
Περί της καρδιάς που φλέγεται για τον Κύριο. (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου