«Τὸ ὅτι προσπαθεῖτε, ὅταν κάνετε τὴν προσευχή, νὰ διεισδύσετε σὲ κάθε λέξη καὶ νὰ προφέρετε τὴν προσευχὴ μὲ συναίσθημα, αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὴν οὐσία τῆς προσευχῆς καὶ νὰ πιέσετε τὸν ἑαυτό σας νὰ ἐνεργεῖ κατ' αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅταν ὅμως προσεύχεστε μὲ συναίσθημα, που βρίσκεται ἄραγε ἡ προσοχή σας ἂν ὄχι στην καρδιά; Το συναίσθημα εἶναι αὐτὸ ποὺ πάντα προσελκύει τὴν προσοχή. Το κεφάλι θυμίζει πολυσύχναστο παζάρι. Ἐδῶ δὲν γίνεται νὰ προσευχηθεῖς στὸν Θεό.
Τὸ ὅτι ἐνίοτε ἡ προσευχὴ πηγαίνει καλὰ καὶ βγαίνει ἀπὸ μόνη της, αὐτὸ εἶναι καλό σημάδι. Σημαίνει ὅτι ἔχει ξεκινήσει νὰ ριζώνει στην καρδιά. Νὰ προστατεύετε τὴν καρδιά σας ἀπὸ τὴν προσκόλληση σὲ ἀδυναμίες, νὰ προσπαθεῖτε νὰ ἐνθυμείστε τὸν Θεὸ βλέποντάς Τον ἐνώπιόν σας καὶ ἐνεργώντας ἐνώπιον τοῦ προσώπου Του, να βοηθᾶτε τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναγκεμένους καὶ ἡ προσευχή σας σύντομα θὰ φτερωθεί. Γιὰ τὸ ὅτι αὐτὴ χάνεται καὶ ἀφήνει πίσω της ψύχρα (ενν. μειωμένο ζῆλο), γι' αὐτὸ νὰ θλίβεστε. Να αἰσθάνεστε τὴ συντριβὴ καὶ νὰ προσεύχεστε στον Θεὸ καὶ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο νὰ μὴν ἐπιτρέπουν νὰ ἀπομακρύνεται ἡ θέρμη τῆς προσευχῆς.
Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι δῶρο Θεοῦ! Και να προσεύχεστε γι' αὐτό. Πρὶν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ψύχρα προηγεῖται ἡ προσκόλληση τῆς καρδιᾶς σὲ κάτι, οτιδήποτε, ἡ ἔγνοια για κάτι, ὁ θυμὸς καὶ ἡ κατάκριση, τὸ αἴσθημα τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ ἡ ὁποιαδήποτε εὐχαρίστηση τῆς σάρκας, ὁ συβαριτισμὸς[1] καὶ ὁ διασκορπισμὸς τῶν σκέψεων!
Κρατηθείτε μακριὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἡ ψυχράδα θα ἐλαττωθεί. Ὁ Κύριος νὰ εὐλογεῖ τὸν ἀγώνα που κάνετε γιὰ τὴν πνευματική σας κατάσταση!
Καρδιά! Καὶ ἐντέλει, που βρίσκεται ἡ ζωὴ ἂν ὄχι στην καρδιά;».

(Επιστολή 602, τόμος 4, σελ. 78-79)

 

Ο Όσιος ξεκινά από κάτι που εκ πρώτης όψεως φαίνεται απλό: να προσπαθεί κανείς να «διεισδύσει» σε κάθε λέξη της προσευχής και να την προφέρει με συναίσθημα. Να μην διαβάζουμε απλώς την προσευχή αλλά να αισθανθούμε τις λέξεις που προφέρονται.
Συνεχίζοντας μεταφέρει το βάρος από τα χείλη στην καρδιά:

«Ὅταν ὅμως προσεύχεστε μὲ συναίσθημα, ποὺ βρίσκεται ἄραγε ἡ προσοχή σας ἂν ὄχι στὴν καρδιά;»

Όταν κάτι μας ενδιαφέρει, ο νους μας δεν χρειάζεται να πιεστεί ιδιαίτερα για να βρίσκεται εκεί. Όταν κάτι μας πονάει, εκεί πηγαίνει η σκέψη. Όταν κάτι αγαπάμε, εκεί επιστρέφει ο νους. Όταν κάτι μας φοβίζει, εκεί καθηλώνεται η προσοχή γι' αυτό ο Όσιος δεν αντιμετωπίζει την προσευχή σαν μια διανοητική άσκηση όπου απλώς πρέπει να «κρατήσουμε» με το ζόρι τον νου μας. Θέλει η καρδιά να αποκτήσει τέτοια σχέση με τον Θεό, ώστε η προσοχή να επιστρέφει φυσικά σε Εκείνον.
Αμέσως μετά χρησιμοποιεί μία πολύ δυνατή εικόνα:

«Τὸ κεφάλι θυμίζει πολυσύχναστο παζάρι.»

Τι καταπληκτική εικόνα! Μέσα στο κεφάλι υπάρχει θόρυβος. Σκέψεις, αναμνήσεις, επιθυμίες, φόβοι, λογαριασμοί, άνθρωποι, γεγονότα, παράπονα, σχέδια, φαντασίες. Όλα. Πολυσύχναστο παζάρι! Και μέσα σε ένα τέτοιο παζάρι, λέει, «δὲν γίνεται νὰ προσευχηθεῖς στὸν Θεό». Ο Θεός ακούει, αλλά ο άνθρωπος δεν βρίσκεται εκεί.
Το δεύτερο μεγάλο σημείο είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο Όσιος λέει ότι όταν κάποια στιγμή η προσευχή «πηγαίνει καλά» και «βγαίνει από μόνη της», αυτό είναι καλό σημάδι. Γιατί; «Σημαίνει ὅτι ἔχει ξεκινήσει νὰ ριζώνει στὴν καρδιά.» Εδώ υπάρχει μια βαθύτατη πνευματική αρχή.
Η προσευχή αρχικά είναι κάτι που κάνουμε, με τον καιρό, όμως, μπορεί υπάρχει μέσα μας.  Στην αρχή πρέπει να θυμηθείς να προσευχηθείς. 'Επειτα να σταθείς, να συγκεντρωθείς, να διαβάσεις, να πιέσεις τον εαυτό σου. Υπάρχει ένας αγώνας. Αργότερα, εάν η προσευχή αρχίσει να ριζώνει, η καρδιά αποκτά μια εσωτερική φορά προς τον Θεό και τότε καταλαβαίνουμε γιατί ο Όσιος μιλά για ρίζωμα. Δεν είναι πια συνήθεια των χειλέων αλλά έχει αρχίσει να γίνεται κατάσταση της καρδιάς. Ακριβώς εδώ αρχίζει ο πραγματικός αγώνας και ο Άγιος Θεοφάνης δεν αφήνει τον άνθρωπο να επαναπαυθεί.

«Νὰ προστατεύετε τὴν καρδιά σας ἀπὸ τὴν προσκόλληση σὲ ἀδυναμίες...»

Πρέπει να προσέχεις τι βάζεις μέσα στην καρδιά σου στον υπόλοιπο τρόπο ζωής. Εάν όλη την ημέρα ο άνθρωπος αφήνει την καρδιά του να προσκολλάται σε πράγματα, πρόσωπα, επιθυμίες, απολαύσεις, θυμούς και κατακρίσεις, δεν μπορεί μετά να περιμένει ότι μόλις σταθεί μπροστά στην εικόνα θα γίνει αυτομάτως ένας άλλος άνθρωπος. Η καρδιά προσκολλάται με ό,τι συναναστράφηκε  μέσα στην ημέρα.

«νὰ προσπαθεῖτε νὰ ἐνθυμεῖστε τὸν Θεὸ βλέποντάς Τον ἐνώπιόν σας καὶ ἐνεργώντας ἐνώπιον τοῦ προσώπου Του»

Εδώ η προσευχή γίνεται πλέον τρόπος υπάρξεως. Ο άνθρωπος καλείται να ζει σαν να βρίσκεται ενώπιον του Θεού. Γιατί η προσευχή μας είναι τόσο ψυχρή; Γιατί ζητούμε από τον εαυτό μας να θυμηθεί τον Θεό για λίγα λεπτά, ενώ τις υπόλοιπες ώρες εκπαιδεύουμε την καρδιά μας να ζει χωρίς Εκείνον.
Έπειτα μιλά για κάτι που ίσως δεν περιμένουμε
«τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναγκεμένους»
Δεν μπορεί κάποιος να μιλά στον Θεό και την ίδια στιγμή να είναι αδιάφορος απέναντι στον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του. Η καρδιά που στρέφεται πραγματικά προς τον Θεό αρχίζει να ανοίγεται και προς τον πλησίον. Γι' αυτό ο Όσιος δεν λέει μόνο «προσευχηθείτε περισσότερο» αλλά να βοηθάτε. Η προσευχή και η έμπρακτη αγάπη δεν είναι δύο άσχετα πράγματα. Είναι δύο εκφράσεις της ίδιας καρδιάς και τότε: «ἡ προσευχή σας σύντομα θὰ φτερωθεῖ.» Δεν θα γίνει «καλύτερη» αλλά θα φτερωθεί. Σαν να αποκτά η προσευχή έναν άλλον τρόπο κινήσεως. Παύει να είναι βαριά, μηχανική, υποχρεωτική.
Παρακάτω το κείμενο γίνεται ιδιαίτερα αυστηρό.
Όταν η προσευχή χάνεται και αφήνει πίσω της «ψύχρα», δηλαδή μειωμένο ζήλο, ο άνθρωπος δεν πρέπει να το θεωρεί φυσιολογικό. 
«Γι' αὐτὸ νὰ θλίβεστε.» και όχι να απελπίζεστε. Ν μην λέμε «έτσι είμαι εγώ» ούτε να συμβιβαζόμαστε με την πνευματική ψυχρότητα, αλλά να πονάμε γι' αυτήν. Ιδού μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: η απελπισία και άλλο η πνευματική συντριβή.
Η απελπισία είναι: «Δεν μπορώ, άρα δεν έχει νόημα.» ενώ η συντριβή: «Έχασα αυτό που είχα και θέλω να επιστρέψω.» Γι' αυτό ο Όσιος αμέσως μετά μιλά για προσευχή προς τον Θεό και την Παναγία, ώστε να μην επιτρέψουν να απομακρυνθεί η θερμότητα της προσευχής.

Παρακάτω βρίσκεται η κορύφωση:

«Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ εἶναι δῶρο Θεοῦ!»

Δεν είναι επίτευγμα, ούτε κάτι για το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να καυχηθεί. Όσο περισσότερο καταλαβαίνει κανείς τι είναι η αληθινή προσευχή, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται ότι δεν την κατέχει, γι' αυτό και η συμβουλή είναι εκπληκτικά απλή:

«Καὶ νὰ προσεύχεστε γι' αὐτό.»

Δηλαδή να ζητάς από τον Θεό να σου δώσει την προσευχή και αυτό είναι ένα από τα παράδοξα της πνευματικής ζωής: ο άνθρωπος πρέπει να αγωνιστεί, αλλά τελικά δεν μπορεί να το κάνει μόνος του.
Και μετά ο Όσιος κατονομάζει τις αιτίες της ψύχρας και γίνεται πνευματική διάγνωση:

«ἔγνοια για κάτι, ὁ θυμὸς καὶ ἡ κατάκριση, τὸ αἴσθημα τοῦ ἀνικανοποίητου καὶ ἡ ὁποιαδήποτε εὐχαρίστηση τῆς σάρκας, ὁ συβαριτισμὸς καὶ ὁ διασκορπισμὸς τῶν σκέψεων».

Παρατηρούμε κάτι πολύ σημαντικό. Δεν μιλά μόνο για μεγάλα αμαρτήματα αλλά και για πράγματα που εύκολα θεωρούμε αθώα. Δηλαδή η καρδιά μπορεί να απομακρυνθεί από τον Θεό και όταν δένεται υπερβολικά με οτιδήποτε άλλο. Το βαθύτερο νόημα είναι ότι αρκεί να αγαπήσεις  κάτι άλλο.

«Κρατηθεῖτε μακριὰ ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἡ ψυχράδα θὰ ἐλαττωθεῖ.»

Δεν υπόσχεται ότι η ψυχρότητα θα εξαφανιστεί. Λέει ότι θα ελαττωθεί γιατί η πνευματική ζωή είναι αγώνας και ο άνθρωπος καλείται να παρατηρεί τι μπαίνει στην καρδιά του και τι την απομακρύνει από τον Θεό.
Το τέλος που έδωσε είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σταθεί ένα τέτοιο κείμενο.

«Καρδιά! Καὶ ἐντέλει, ποῦ βρίσκεται ἡ ζωή ἂν ὄχι στὴν καρδιά;»

Ο άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται στην Εκκλησία, και όπως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, να κάνει μετάνοιες, να διαβάζει προσευχές, να ανάβει κεριά, να προσκυνά εικόνες, να γνωρίζει θεολογικούς όρους, να μιλά για πνευματική ζωή αλλά το ερώτημα του Οσίου Θεοφάνους είναι πολύ απλούστερο: Πού βρίσκεται η καρδιά σου; Εκεί που βρίσκεται και η ζωή σου, αυτό που πραγματικά αγαπάς, αυτό που πραγματικά σε απασχολεί. Εκεί βρίσκεται ο νους σου όταν κανείς δεν σε βλέπει και εκεί βρίσκεται και η προσευχή σου.
Η τελευταία λέξη δεν είναι «προσευχή» αλλά «Καρδιά» και αυτήν αγρύπνως πρέπει να προσέξουμε.

 



[1] Η Σύβαρη ήταν πόλη στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Νότια Ιταλία, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀχαιοὺς καὶ τοὺς Ἴωνες στὸ τέλος του 8ου αιώνα π.Χ. Είχε εξαιρετικά εύφορη γῆ, ἀκμαῖο ἐμπόριο καὶ ἔγινε γρήγορα μία ἀπὸ τὶς πλουσιότερες καὶ δυνατότερες κατωιταλικές πόλεις. Πήρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν ποταμὸ Σύβαρη, πάνω στὸν ὁποῖο βρισκόταν. Οἱ Συβαρίτες, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς ἀφθονίας ποὺ τοὺς παρεῖχε ἡ γῆ τους καὶ τῆς ἄνεσης που γνώριζαν ἀπὸ τὴν αὐξημένη εμπορική δραστηριότητα, ήταν γνωστοί γιὰ τὸν τρυφηλό τρόπο ζωῆς τους. Φιλήδονοι, ἀγαποῦσαν τὴν ὑπερβολὴ καὶ τὴν πολυτέλεια. Ἔτσι, ὁ ὅρος «συβαριτισμός» ἔγινε συνώνυμος τῆς ἡδυπάθειας, τῆς ἀναζήτησης τῆς πολυτελούς διαβίωσης καὶ τῆς ἀλαζονείας.

 

  

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ



Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top