Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο Βίος, ο Χαρακτήρας και το Φρόνημα του Αγίου Χρυσοστόμου Φλωρίνης (Απομαγνητοφώνηση Α΄ μέρος)

Σεβασμιώτατε, Επίσκοπε Κωνστάντιε, πατέρα Πατάπιε και σεβαστοί κληρικοί, αγαπητά μέλη του προσωπικού και φοιτητές της Σχολής μας, με ιδιαίτερη χαρά εκφωνώ την πρώτη από τις δύο διαλέξεις προς τιμήν της 70ής επετείου από την μακαρία κοίμηση του πατρός Αγίου Χρυσοστόμου, Μητροπολίτου Φλωρίνης, ομολογητού και πρώτου αρχιποιμένος της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών της Ελλάδος. Εκείνων των ευσεβών Ορθοδόξων κληρικών, μοναχών και πιστών, οι οποίοι, με ζηλωτική προσήλωση στο αρχαίο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, αγιασμένο από την ιερά Παράδοση, αντιστάθηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρις αίματος, στην αντικανονική επιβολή του λεγόμενου αναθεωρημένου Γρηγοριανού ημερολογίου, δηλαδή του νέου ημερολογίου, στην Εκκλησία της Ελλάδος τον Μάρτιο του 1924.
Με την ευκαιρία της κηδείας του, στις 8 Σεπτεμβρίου 1955 κατά το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, ένας από τους πολλούς ευσεβείς πνευματικούς του υιούς, ο Κλεάνθης Θεοφανόπουλος, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της ελληνικής κυβερνήσεως, εξυμνεί τον κεκοιμημένο Μητροπολίτη με τα εξής υψηλά λόγια που αντηχούν μέσα στους αιώνες: «Ο άνθρωπος, επί των λειψάνων του οποίου ατενίζομεν, δεν υπήρξεν ασήμαντος. Εντός της μεγάλης καρδίας του εσαρκώθη το υψηλότερον απ’ όσα κατέχει ο άνθρωπος επί της γης. Και όλα αυτά σε μια εποχή που απαιτούσε ανεξάντλητο θάρρος και ανδρεία. Έκαστος εξ ημών υπήρξεν μάρτυς της πλουσίας λαμπρότητος του ανδρός, και η ιστορία των ημερών μας δεν δύναται να το αγνοήσει. Απομένει σήμερα εις ημάς η υποχρέωσις να συνεχίσωμεν την οδόν που εκείνος εχάραξε».
Σκοπός μου στην παρούσα εισήγηση είναι να καταδείξω ότι ο Άγιος Χρυσόστομος υπήρξε πράγματι ανήρ μεγάλης σημασίας και εξαιρετικής σπουδαιότητας στη νεότερη εκκλησιαστική ιστορία, ότι διεκρίθη για το υπερβάλλον θάρρος του και ότι υπήρξε άνθρωπος εξόχου πνευματικής και διανοητικής λαμπρότητας. Ο μελλοντικός Μητροπολίτης Χρυσόστομος γεννήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1870, παλαιού ημερολογίου, στη Θράκη, από ευσεβές ζεύγος, τον Γεώργιο και τη Μελπομένη Καβουρίδη. Από ευλάβεια προς τον μέγα στύλο της Ορθοδοξίας, του οποίου η μνήμη εορτάζεται την ημέρα εκείνη, οι γονείς του έδωσαν στο παιδί το όνομα Χρυσόστομος κατά το βάπτισμά του.
Ο νεαρός Χρυσόστομος Καβουρίδης αποδείχθηκε άριστος μαθητής στο γυμνάσιο του Μάδυτου. Αν και οι γονείς του επιθυμούσαν να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου, η πραγματική του φιλοδοξία ήταν να υπηρετήσει την Εκκλησία ως ιερεύς. Ήταν μάλιστα τόσο αποφασισμένος στην ιερή αυτή πρόθεση, ώστε σε μία περίπτωση δήλωσε απερίφραστα στον πατέρα του: «Θα γίνω κληρικός», και στη συνέχεια έπεσε ακόμη και στη θάλασσα, με την πρόθεση, όπως φαίνεται, να κολυμπήσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη για να αποκτήσει θεολογική μόρφωση. Χάρη στην άμεση επέμβαση των εργατών του πατέρα του, ανασύρθηκε από τα νερά μισοπεθαμένος από την εξάντληση. Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στον Θεό που δεν χάθηκε εξαιτίας του νεανικού του ζήλου.
Χάρη στη γενναιοδωρία ενός ευκατάστατου θείου του, εμπόρου μεταξιού στην Αλεξάνδρεια, ο Χρυσόστομος μπόρεσε να εισαχθεί το 1894 στη φημισμένη Θεολογική Σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Χάλκη, στα Πριγκηπόννησα κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Διαπρεπής φοιτητής, διακρινόμενος επίσης για την ασκητική απλότητα και ταπείνωσή του, χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ το 1901, το τελευταίο έτος των σπουδών του. Αργότερα το ίδιο έτος έλαβε πτυχίο θεολογίας magna cumlaude, δηλαδή με άριστα, έχοντας υποβάλει διατριβή περί της ορθοδοξίας του Κυρίλλου Λουκάρεως, του φημισμένου, αν και κάπως αμφιλεγόμενου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως του 17ου αιώνα. Θα αναφερθώ εν συντομία σε αυτή τη διατριβή στο τελευταίο μέρος της διάλεξης.
Θεωρώ χρήσιμο στο σημείο αυτό να πω λίγα λόγια για την άλλοτε λαμπρή Θεολογική Σχολή της Χάλκης, διότι θα βοηθήσει να εξηγηθεί πώς ο Άγιος Χρυσόστομος, ενισχυμένος βεβαίως από τα έμφυτα διανοητικά του χαρίσματα, κατόρθωσε να φθάσει στα ύψη της πολυμάθειας και της ευγλωττίας για τα οποία δεν είναι ακόμη τόσο γνωστός στον αγγλόφωνο ορθόδοξο κόσμο.
Ιδρυθείσα το 1844 και δυστυχώς κλεισμένη από την τουρκική κυβέρνηση το 1970, κατάσταση που ντροπιαστικά εξακολουθεί μέχρι σήμερα, η Χάλκη διέθετε ένα εξαιρετικά αυστηρό πρόγραμμα σπουδών διάρκειας επτά ετών. Πέρα από τα μαθήματα που θα ανέμενε κανείς σε μια θεολογική σχολή, όπως εκκλησιαστική ιστορία, Αγία Γραφή, δογματική και ηθική θεολογία, πατρολογία, ποιμαντική, ομιλητική, κατηχητική, λειτουργική, εκκλησιαστικό ή κανονικό δίκαιο και εκκλησιαστική μουσική, το πρόγραμμα περιλάμβανε και μαθήματα γενικής παιδείας, όπως ανθρωπολογία, ψυχολογία, λογική, ηθική, ιστορία της φιλοσοφίας, ελληνική και λατινική γλώσσα και φιλολογία, πολιτική ιστορία, εκκλησιαστική σλαβονική, βουλγαρικά, γεωμετρία, μαθηματικά, αριθμητική, άλγεβρα, γεωγραφία, τουρκικά και γαλλικά.
Η Σχολή διέθετε επίσης μια θαυμάσια βιβλιοθήκη με ιστορική συλλογή περίπου 120.000 τόμων, καθώς και περιοδικά και χειρόγραφα, από τα οποία ο μελετηρός Χρυσόστομος αναμφίβολα ωφελήθηκε στο έπακρο. Μετά την αποφοίτησή του, ο τότε διάκονος Χρυσόστομος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε διαδοχικά ιεροκήρυκας στην Πανόρμο, πόλη κοντά στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, και Μέγας Πρωτοσύγκελλος του Πατριαρχείου. Το 1908 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ίμβρου και το 1911 μετατέθηκε στη Μακεδονία, όπου έγινε Μητροπολίτης Πελαγονίας, της σημερινής Μπίτολα στη πρώην Γιουγκοσλαβία.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, η Πελαγονία μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης μεταξύ των συμμαχικών γαλλοσερβικών και των γερμανοβουλγαρικών στρατευμάτων. Παρά τους σφοδρούς βομβαρδισμούς της πόλης από τον βουλγαρικό στρατό, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή τα ποιμαντικά του καθήκοντα και τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία για την ενίσχυση του ποιμνίου του. Ένθερμος Έλληνας πατριώτης, απέρριψε την πρόταση του βασιλέως της Σερβίας να υπαχθεί η μητρόπολή του στο Σερβικό Πατριαρχείο. Εξοργισμένος από τη συγκατάθεση της Κωνσταντινουπόλεως στις σερβικές αυτές αξιώσεις, υπέβαλε έντονη διαμαρτυρία στο Πατριαρχείο, αρνούμενος να δεχθεί τη χρηματική αποζημίωση που του προσφερόταν ως αντάλλαγμα για τη Μητρόπολη Πελαγονίας.
Από το 1918 έως το 1919, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος έζησε σε αυτοεξορία στο κελί του Μυλοποτάμου στο Άγιον Όρος, μαζί με τον πιστό του διάκονο Αθηναγόρα. Αποτελεί, ασφαλώς, μία από τις μεγάλες ειρωνείες της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας το γεγονός ότι ο Αθηναγόρας, ο οποίος ως Οικουμενικός Πατριάρχης έγινε διαβόητος για την υποστήριξή του στον μοντερνισμό και τον οικουμενισμό, υπηρέτησε έναν τόσο ακλόνητο υπερασπιστή της ιεράς Παραδόσεως όπως ο Άγιος Χρυσόστομος. Το 1921, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος αντιτάχθηκε σθεναρά στην εκλογή του προσφάτως καθαιρεθέντος Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη στον κενό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, έχοντας πλήρη επίγνωση της ανακαινιστικής και οικουμενιστικής του ατζέντας.
Δεν ήταν μόνος στην αντίστασή του απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη καινοτομία. Περίπου εξήντα ιεράρχες των λεγόμενων «Νέων Χωρών», δηλαδή των περιοχών της βορείου Ελλάδος που προσαρτήθηκαν στο Βασίλειο της Ελλάδος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913, αλλά παρέμεναν υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αρνήθηκαν επίσης να αποδεχθούν την, κατά την άποψή τους, άκυρη και αντικανονική εκλογή του Μεταξάκη. Ωστόσο, με εξαίρεση τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και έναν ακόμη επίσκοπο, όλοι υπέκυψαν στις πιέσεις της επαναστατικής κυβερνήσεως του Νικολάου Πλαστήρα και αναγνώρισαν τον Μελέτιο Μεταξάκη ως Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Η υποχώρηση αυτή αποδείχθηκε μοιραία και ολέθρια για τη μετέπειτα ιστορία της Εκκλησίας, διότι διευκόλυνε το διαβόητο και παρωδιακό Πανορθόδοξο Συνέδριο, που συγκλήθηκε από τον νέο πλέον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ το 1923, όπου πρωτοδιατυπώθηκαν η αλλαγή του ημερολογίου και διάφορες άλλες καινοτομίες. Στην αντίθεσή του προς τον Μεταξάκη, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος επέδειξε το ίδιο θάρρος, διορατικότητα, προνοητικότητα και δύναμη χαρακτήρα που αργότερα θα του επέτρεπαν να απορρίψει τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου και, με μεγάλο προσωπικό κόστος, να αναλάβει την ηγεσία του παλαιοημερολογιτικού κλήρου και λαού το 1935. Αυτή η ικανότητα να παραμένει πιστός στις βαθύτερες πεποιθήσεις του υπήρξε ένα από τα κύρια γνωρίσματα του χαρακτήρα του.
Λόγω αυτών των πεποιθήσεων, αναγκάστηκε να διαφύγει στην Αλεξάνδρεια για να αποφύγει τη σύλληψη, και εκεί έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους ευσεβείς Ορθοδόξους της πόλεως, σε τέτοιο βαθμό ώστε, μετά την κοίμηση του αειμνήστου Πατριάρχου Φωτίου το 1925, προτάθηκε να γίνει ο επόμενος Πατριάρχης. Παρεμπιπτόντως, ο Πατριάρχης Φώτιος υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής των παλαιοημερολογιτών, όπως και ο διάδοχός του, Μητροπολίτης Χριστόφορος Λεοντοπόλεως, ο οποίος συνέγραψε ολόκληρες πραγματείες κατά της αλλαγής του ημερολογίου. Σε κάθε περίπτωση, μόλις πληροφορήθηκε αυτή την εξέλιξη, ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος, από ταπείνωση, επέστρεψε κρυφά στην Αθήνα.
Το 1926 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητροπόλεως Φλωρίνης στη βόρεια Ελλάδα. Το 1928 εξελέγη μέλος της Ιεράς Συνόδου της τότε πλέον Νεοημερολογίτικης Κρατικής Εκκλησίας της Ελλάδος. Υπηρέτησε με μεγάλη επιμέλεια έως το 1932, όταν, λόγω επίμονων προβλημάτων υγείας, αποφάσισε να παραιτηθεί και να αποσυρθεί στην Αθήνα.
Αφού αγόρασε ένα μικρό σπίτι εκεί, κήρυττε σε διάφορες ενορίες και απέκτησε σημαντική φήμη ως εύγλωττος δημόσιος ομιλητής. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το παλαιοημερολογιτικό κίνημα, παρακολουθώντας τις δραστηριότητές του με μεγάλο ενδιαφέρον και επιδοκιμασία. Αν και αρχικά είχε αποδεχθεί την αλλαγή του ημερολογίου το 1924, θεωρώντας ότι δεν απειλούσε τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, σταδιακά συνειδητοποίησε τις θανατηφόρες συνέπειές της για την υγεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Ήταν ένας από τους επιφανείς ιεράρχες της κρατικής Εκκλησίας που, στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ζήτησαν την επαναφορά του παραδοσιακού εκκλησιαστικού ημερολογίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι σχεδόν όλοι αυτοί, για διάφορους λόγους, δεν μιμήθηκαν τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο στην τολμηρή απόφασή του να ταχθεί ανοιχτά με το παλαιοημερολογιτικό κίνημα, οι Μητροπολίτες Κασσανδρείας Ειρηναίος, Χαλκίδος Γρηγόριος, Βρυούλων Βασίλειος, Θηβών Συνέσιος και Δράμας και Φιλίππων Βασίλειος διαμαρτυρήθηκαν έντονα κατά της ημερολογιακής καινοτομίας.
Για να αναφέρω δύο μόνο παραδείγματα της αποστροφής τους προς την καινοτομία στην εκκλησιαστική ζωή, το 1929 ο Μητροπολίτης Ειρηναίος δήλωσε στην Ιερά Σύνοδο ότι η μεταβολή του εορτολογίου παραβιάζει θεμελιώδεις αποστολικούς κανόνες και αποφάσεις σεβασμίων Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων. Την ίδια χρονιά, ο Μητροπολίτης Βρυούλων  Βασίλειος υποστήριξε ότι οι παλαιοημερολογίτες δεν κινούνταν από πολιτικά κίνητρα, αλλά από ευσέβεια και επιθυμία διαφύλαξης των παραδόσεων. Θα πρέπει να προσθέσω ότι και ο Μητροπολίτης Γερμανός Δημητριάδος, του οποίου το κύρος τον κατέτασσε δεύτερο σε αρχαιότητα στην ιεραρχία της κρατικής Εκκλησίας, συγκαταλεγόταν μεταξύ αυτών των ορθοφρονούντων ιεραρχών και σύντομα συντάχθηκε με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο στο παλαιοημερολογιτικό κίνημα. Πριν συνεχίσουμε τη βιογραφική μας σκιαγράφηση του Αγίου Χρυσοστόμου, ας τοποθετήσουμε το ύστερο μέρος της επισκοπικής του διαδρομής στο ιστορικό του πλαίσιο. 



ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=WfethjJQQTA&t=955s




ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Επίσκοπος Νικόδημος του Μπέλγκοροντ

Ο Νικόδημος, Επίσκοπος του Μπέλγκοροντ, γεννήθηκε το 1871 στην επαρχία Αρχαγγέλου από οικογένεια ιερέα. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αρχαγγέλου και την Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης. Το 1896, χειροτονήθηκε ιερομόναχος με το όνομα Νικόδημος και, διορίστηκε επιτηρητής της Θεολογικής Σχολής Αλεξάνδρου Νέβσκι.
Το 1901, έλαβε βραβείο από την Σύνοδο για το έργο του με τα παιδιά. Το 1911, χειροτονήθηκε επίσκοπος και το 1913 έγινε Επίσκοπος Μπέλγκοροντ. Ο Επίσκοπος Νικόδημος ήταν υμνογράφος της εκκλησίας, συνθέτοντας ακαθίστους στους αγίους. Ήταν συγγραφέας βιβλίων για τους ασκητές και μελετούσε την ιστορία της πνευματικής ποιμαντικής. 

Ο επίσκοπος Νικόδημος του Μπέλγκοροντ δεν είχε λάβει καμία συμμετοχή στην πολιτική, αλλά στα κηρύγματά του καταδίκαζε τη βία, τις ληστείες και τους φόνους. Προέτρεπε το ποίμνιό του να διαφυλάττει τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, διακηρύσσοντας ότι οι νόμοι του Θεού είναι ανώτεροι από τους νόμους των ανθρώπων. Τέτοια κηρύγματα εξόργισαν τις τοπικές κομμουνιστικές αρχές.

Κατά την εορτή της Γεννήσεως του Χριστού το 1918, ο διοικητής Σαένκο, γνωστός για τη σκληρότητά του (είχε σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους με τα ίδια του τα χέρια), συνέλαβε τον επίσκοπο και τον οδήγησε στην Τσεκά, όμως η αγανάκτηση που ξεσηκώθηκε στον λαό, όταν διαδόθηκε η είδηση της σύλληψης του αγαπημένου τους επισκόπου, ανάγκασε τον Σαένκο να επιτρέψει την επιστροφή του επισκόπου στο μοναστήρι. Παρ’ όλα αυτά, την ίδια κιόλας ημέρα της απελευθέρωσής του, ο επίσκοπος Νικόδημος εκφώνησε κήρυγμα καταδικάζοντας τη βία, μετά το οποίο συνελήφθη εκ νέου από τον ίδιο τον διοικητή Σαένκο, ο οποίος τότε δήλωσε ότι οι ιερείς και οι μοναχοί κατέστρεφαν την επανάσταση.

Η σύζυγος ενός ιερέα, η Καένσκαγια, απευθύνθηκε στον Σαένκο ικετεύοντάς τον για την απελευθέρωση του επισκόπου. Συνελήφθη αμέσως και το ίδιο βράδυ ο Σαένκο την εκτέλεσε ο ίδιος με τα χέρια του και διέταξε να οδηγηθεί ο επίσκοπος στην φυλακή.

Εκεί, σε μια γωνιά της αυλής της φυλακής, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, ο επίσκοπος Νικόδημος εκτελέστηκε. Για να αποκρύψουν από τον λαό το γεγονός της εκτέλεσής του, αλλά και φοβούμενοι μια πιθανή άρνηση των ερυθρών στρατιωτών να εκτελέσουν τον αγαπητό και σεβαστό ποιμένα, ο επίσκοπος οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης φορώντας στρατιωτική χλαίνη[1]. Το σώμα του μεταφέρθηκε έξω από την πόλη και ρίχτηκε σε κοινό τάφο.

Η φήμη του θανάτου του έφθασε στον λαό και επιμνημόσυνες ακολουθίες τελούνταν καθημερινά σε εκείνον τον τάφο, στη μνήμη του.

 



[1] χοντρό ιμάτιο που το φορούσαν τον χειμώνα πάνω από τον χιτώνα



ΠΗΓΗ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972.




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Όταν η επίκληση της αμαρτωλότητος γίνεται άρνηση της αλήθειας.

Πολλοί πιστοί, όταν προσπαθούν με πόνο καρδιάς να μιλήσουν για την αλήθεια της πίστεως, για εκτροπές, για σκανδαλισμούς ή για αλλοιώσεις του εκκλησιαστικού φρονήματος, συναντούν μία φράση, σχεδόν αυτοματοποιημένη: «εσύ κοίτα τις αμαρτίες σου», «είσαι καλύτερος;». Η φράση αυτή ακούγεται πνευματική, ταπεινή και ευαγγελική, όμως στην πράξη συχνά λειτουργεί ως φίμωτρο της συνειδήσεως και ως εργαλείο πνευματικής αδράνειας. Η αυτογνωσία και η μετάνοια είναι πράγματι θεμέλιο της χριστιανικής ζωής διότι χωρίς επίγνωση της προσωπικής μας αμαρτωλότητας, κάθε λόγος περί αλήθειας κινδυνεύει να γίνει φαρισαϊκός, όμως άλλο πράγμα είναι η ταπείνωση και άλλο η σιωπή μπροστά στο ψεύδος. Η Εκκλησία ποτέ δεν ταύτισε την αμαρτωλότητα με την αδιαφορία για την αλήθεια.
Το επιχείρημα «είσαι καλύτερος;» μεταθέτει το κέντρο βάρους από το αντικειμενικό περιεχόμενο της αλήθειας στο υποκειμενικό ήθος του ομιλούντος αλλά η αλήθεια της πίστεως δεν εξαρτάται από την τελειότητα εκείνου που την ομολογεί και αν ίσχυε αυτό, τότε κανείς δεν θα μπορούσε να μιλήσει για το Ευαγγέλιο, αφού «ουδείς αναμάρτητος». Ο Απόστολος Παύλος δεν είπε «μιμηθείτε με γιατί είμαι τέλειος», αλλά «μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού». Η αναφορά δεν είναι στον εαυτό του, αλλά στον Χριστό.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση: άλλο είναι η κατάκριση προσώπων και άλλο η διάκριση της πλάνης ή του σφάλματος. Η Εκκλησία απαγορεύει την κατάκριση, όχι όμως τη διάκριση. Όταν ένας πιστός λέει «αυτό δεν είναι σύμφωνο με την πίστη της Εκκλησίας», δεν καταδικάζει, αλλά υπερασπίζεται την παρακαταθήκη που έλαβε. Αν κάθε τέτοια φωνή σιωπά στο όνομα μιας ψευδοταπεινώσεως, τότε η Εκκλησία παύει να είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» και μετατρέπεται σε χώρο γενικής ανοχής χωρίς κριτήριο.
Η πνευματική αδράνεια που γεννά αυτό το επιχείρημα είναι επικίνδυνη διότι  δημιουργεί πιστούς φοβισμένους, ενοχικούς, που θεωρούν πως δεν πρέπει να μιλούν, να ρωτούν, να διακρίνουν, όμως ο Χριστός δεν επαίνεσε τον δούλο που έκρυψε το τάλαντο για να μη ρισκάρει, ούτε είπε στους μαθητές Του να σιωπούν μπροστά στο ψεύδος, αλλά να είναι «άλας» και «φως» και το φως αποκαλύπτει δεν κρύβει.
Η γνήσια πνευματική στάση δεν είναι ούτε η αλαζονική καταγγελία ούτε η άβουλη σιωπή, είναι η ταπεινή αλλά σταθερή ομολογία. Ο πιστός μπορεί να λέει μέσα του «είμαι αμαρτωλός, έχω ανάγκη ελέους», και ταυτόχρονα να λέει προς τα έξω «αυτό δεν είναι Ορθόδοξο, αυτό δεν είναι το φρόνημα της Εκκλησίας». Αυτά τα δύο όχι μόνο δεν συγκρούονται, αλλά αλληλοσυμπληρώνονται. Το κυρίως θέμα δεν είναι αν είμαστε καλύτεροι ή όχι από τους άλλους αλλά αν είμαστε πιστοί στην αλήθεια που μας εμπιστεύθηκε ο Χριστός. Η σιωπή μπροστά στο ψεύδος δεν είναι ταπείνωση, αλλά συνενοχή και η ομολογία της αλήθειας, όταν γίνεται με πόνο, προσευχή και αυτομεμψία, δεν είναι υπερηφάνεια, αλλά πράξη αγάπης προς την Εκκλησία και προς τον ίδιο τον άνθρωπο.

 


Ορθοδοξία σημαίνει υπακοή στον Χριστό όχι στους συμβιβασμένους! - Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

 

Η ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα σύνολο διδασκαλιών ή εθίμων είναι ζωή εν Χριστώ και αυτή η ζωή στηρίζεται σε μια βασική πράξη, την υπακοή, όμως η υπακοή αυτή δεν είναι αφηρημένη ούτε αυτονομημένη από την αλήθεια, είναι η υπακοή στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Κύριο και Θεό. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να δημιουργεί υποτελείς, αλλά ελεύθερους πιστούς και η ελευθερία αυτή έγκειται στην ένωση με το πρόσωπο του Χριστού, στην υπακοή στο Ευαγγέλιο, στην πίστη που δεν συμβιβάζεται, ακόμα και αν όλα γύρω καταρρέουν.
Η ορθοδοξία δεν προσαρμόζεται για να γίνει μοντέρνα ή συμφέρουσα, δεν ακολουθεί τις στάσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου, ακολουθεί τον εσταυρωμένο. Οι ομολογητές δεν ήταν καλοί διπλωμάτες. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στύλος της ορθοδοξίας, στην κρίσιμη περίοδο της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, έμεινε στην ιστορία γιατί δεν υπέγραψε. Όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι, ακόμη και ευλαβείς και ενάρετοι, υπέκυψαν στις πιέσεις, στους φόβους, στις διπλωματικές ισορροπίες, εκείνος όμως προτίμησε να μείνει μόνος, παρά να αρνηθεί την αλήθεια. Το μόνο ο Μάρκος, ουκ υπέγραψεν, δεν είναι μια ηρωική φράση για τις σχολικές γιορτές, είναι το πιο δυνατό μήνυμα ελευθερίας μέσα στην Εκκλησία. Η υπακοή του Αγίου Μάρκου δεν ήταν προς τους επισκόπους ή τις αποφάσεις της εξουσίας, ήταν υπακοή στο Χριστό και στους Αγίους Πατέρες, που μίλησαν πριν από Αυτόν και αυτή η υπακοή, αν και οδήγησε σε μοναξιά και διωγμούς, έγινε φάρος για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η υποταγή σε πρόσωπα ή σε θεσμούς που έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη δεν είναι αρετή, αλλά προδοσία. Όπως ο Χριστός έλεγε ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα έτσι και η Ορθοδοξία πολλές φορές διχάζει, όχι γιατί είναι εχθρική, αλλά γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ψέμα. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής διώχθηκε, κατηγορήθηκε, του έκοψαν την γλώσσα και το χέρι και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στον εκκοσμικευμένο κλήρο που είχε υποκύψει στον μονοθελητισμό. Αν σήμερα κάποιος έπρατε το ίδιο, ίσως να τον αποκαλούσαν αντιδραστικό ή ακραίο και όμως χωρίς τέτοιους ανθρώπους δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία.
Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία από τον πνευματικό εφησυχασμό. Από την υποτιθέμενη ειρήνη που σκεπάζει το ψέμα για να μην ταραχθούμε. Ο Χριστός δεν έκανε ποτέ συμβιβασμό με το κακό, δεν χάιδεψε συνειδήσεις, δεν αποσιώπησε την αλήθεια για να μην στενοχωρήσει. Η αγάπη του ήταν σταυρωμένη αλήθεια όχι ψευδοειρήνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν πολεμήθηκε από τους διανοούμενους της εποχής του, δεν σώπασε για να κρατήσει την ενότητα, αντίθετα, ομολόγησε την αλήθεια για το άκτιστο φως και τη θεία χάρη, παρόλο που κατηγορήθηκε από υψηλά ιστάμενους μέχρι και κληρικούς. Επέλεξε υπακοή στην αλήθεια και όχι στην ισορροπία.
Η εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όχι πολιτικός οργανισμός. Δεν χρειαζόμαστε εκπροσώπους ούτε συμβούλους που θα διαπραγματεύονται την πίστη μας. Η υπακοή στην εκκλησία δεν σημαίνει υπακοή σε όποιον φέρει τίτλο ή αξίωμα, σημαίνει υπακοή στην παράδοση, στους αγίους, στους ιερούς κανόνες. Όταν ένας ιεράρχης ή κληρικός συμβιβάζεται με την αίρεση, με την αμαρτία, με την πολιτική σκοπιμότητα, δεν οφείλουμε υπακοή σε αυτόν. Όπως έλεγε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η εκκλησία υπάρχει εκεί όπου διατηρείται η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι υπακοή να σιωπάς όταν αλλοιώνεται η αλήθεια, είναι συνεργία.
Η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η διάκριση είναι η μεγαλύτερη αρετή. Δεν μας ζητά η εκκλησία να γινόμαστε άλογα πρόβατα, μας καλεί να διακρίνουμε, να υπακούμε στον πνευματικό όταν βλέπουμε χάρη, ειρήνη και ταπείνωση, να υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικό θέλημα αλλά να αντιστεκόμαστε όταν διακυβεύεται η πίστη. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, αν και μοναχός υπακοής δεν υπάκουσε σε πνευματικούς που είχαν κοσμικό φρόνημα. Στάθηκε μόνος και για χρόνια διώχθηκε αλλά τελικά δικαιώθηκε από την ίδια την εκκλησία.
Η ορθοδοξία καλεί τον πιστό να γίνει ομολογητής όχι μόνο στα μαρτύρια, αλλά και στην καθημερινότητα. Όταν όλοι σιωπούν, όταν όλοι λένε «δεν πειράζει», ο ορθόδοξος καλείται να πει «όχι, δεν είναι έτσι». Να μην συμβιβαστεί με το ψέμα, όσο κι αν αυτό βαφτίζεται ειρήνη ή πρόοδος. Ο ομολογητής δεν είναι ακραίος, δεν πολεμά πρόσωπα, αλλά νοοτροπίες και κυρίως δεν φοβάται να μείνει μόνος, γιατί ξέρει πως όποιος έχει τον Χριστό δεν είναι ποτέ μόνος.
Στην εποχή μας, πολλοί αναζητούν ασφαλή εκκλησιαστική πορεία, χωρίς ρήξεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς θυσία. Θέλουν να υπηρετήσουν την εκκλησία, αρκεί να μην χάσουν την ησυχία τους, τη θέση τους, την κοινωνική αποδοχή, αυτό όμως δεν είναι πίστη είναι επένδυση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν έψαχνε βήμα, έψαχνε τον Χριστό. Δεν προστάτευε την καριέρα του, προστάτευε το σώμα της εκκλησίας. Και ό,τι κι αν του κόστισε, παρέμεινε στην ιστορία, όχι γιατί νίκησε με αριθμούς, αλλά γιατί στάθηκε με αλήθεια.
Η Ορθοδοξία δεν σώζεται με διπλωματία, αλλά με μαρτυρία. Δεν τιμά τους συμβιβασμένους, αλλά τους ομολογητές και δεν ζητά από τους πιστούς να είναι υπάκουοι θεατές, αλλά ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Υπακοή στον Χριστό σημαίνει να σταθούμε όρθιοι, ακόμη κι αν όλα πέσουν, να αγαπήσουμε την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία μας, να μην ακολουθήσουμε εκείνους που προσκυνούν τις εξουσίες του κόσμου, αλλά εκείνους που σταυρώθηκαν για την εκκλησία Του. Η Ορθοδοξία ζει όταν ο λαός της δεν υπακούει στους συμβιβασμένους, αλλά στον Χριστό, τον μόνο αληθινό ποιμένα.




 

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''