Τώρα φθάνουμε στο τελευταίο μέρος της εισηγήσεώς μας. Για να ολοκληρώσουμε την παρουσίαση της εκκλησιολογικής παρακαταθήκης του Αγίου Χρυσοστόμου, απομένει ακόμη ένα βήμα, πρέπει να στραφούμε σε δύο αμφιλεγόμενες εγκυκλίους που δημοσιεύθηκαν από τον Άγιο Χρυσόστομο το 1948 και το 1950 αντιστοίχως. Χαρακτηρίζονται ως αμφιλεγόμενες, διότι περιέχουν έναν κεντρικό άξονα του κηρύγματος του Επισκόπου Ματθαίου, δηλαδή τη διακήρυξη ότι τα Μυστήρια της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας έχουν στερηθεί τη θεία και αγιαστική Χάρη. Θα διαιρέσουμε αυτή την τελική ενότητα σε δύο μέρη. Πρώτον, θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο προφανές ερώτημα γιατί ο Άγιος Χρυσόστομος υπέγραψε δύο φορές έγγραφα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται αντίθετα προς όσα είχε γράψει προηγουμένως επί του θέματος. Δεύτερον, θα δείξουμε πώς οι εγκύκλιοι αυτές, όταν δεν ερμηνεύονται υπό το φως του ιστορικού τους πλαισίου και των συγκεκριμένων σκοπών για τους οποίους συντάχθηκαν, χρησιμοποιούνται από ορισμένους για να παρουσιαστεί μία βαθύτατα παραμορφωμένη εικόνα της εκκλησιαστικής παρακαταθήκης του Αγίου Χρυσοστόμου.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί με έμφαση ότι σε κανένα σημείο των συγγραμμάτων του ο Άγιος Χρυσόστομος δεν υιοθέτησε ποτέ τη διδασκαλία ότι τα Μυστήρια της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας, πριν από συνοδική κρίση, είναι άκυρα. Αντιθέτως, πολέμησε σταθερά και με σφοδρότητα αυτήν τη θέση, θεωρώντας την ευθέως αντίθετη προς την κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρά ταύτα, σε τρεις περιπτώσεις, υπό την πίεση εξωτερικών περιστάσεων, συναίνεσε να υπογράψει συνοδικά κείμενα που έδιναν την εντύπωση ότι προωθούσαν αυτήν την αντίληψη. Η πρώτη περίπτωση ήταν η «Ποιμαντορική Εγκύκλιος προς τον Ορθόδοξον Ελληνικόν Λαόν» του 1935, η οποία εξετάσθηκε εκτενώς στο πρώτο μέρος της εισηγήσεώς μας. Η δεύτερη περίπτωση σημειώθηκε το 1948, λίγες μόλις ημέρες αφότου ο Επίσκοπος Ματθαίος, τότε ογδοηκονταεπτά ετών και πεπεισμένος ότι ήταν ο τελευταίος εναπομείνας Ορθόδοξος Ιεράρχης, προχώρησε, κατά παράβαση των ιερών Κανόνων, σε μεμονωμένες αρχιερατικές χειροτονίες, με σκοπό να διασφαλίσει τη συνέχιση της παρατάξεώς του. Σε απάντηση, τα τρία μέλη της Ιεράς Συνόδου υπό την προεδρία του Αγίου Χρυσοστόμου εξέδωσαν εγκύκλιο, στην οποία κατήγγειλαν με ιδιαίτερη αυστηρότητα την ενέργεια αυτή ως σκανδαλώδη και αντικανονική. Επιδιώκοντας να προστατεύσουν τους πιστούς που, με απλότητα καρδίας, είχαν ακολουθήσει τον Επίσκοπο Ματθαίο, τους απηύθυναν προτροπή να τον αποκηρύξουν και να αποστραφούν τα αντικανονικά, ξένα και αλλότρια διδάγματά του, τα αντίθετα προς το υγιές και ανόθευτο πνεύμα της Ορθοδοξίας, εάν επιθυμούν τη σωτηρία τους. Προκειμένου να βοηθήσει στην απομάκρυνση αυτών των πιστών από τον Επίσκοπο Ματθαίο και από αυτό που η Σύνοδος θεωρούσε ως καταστροφική πορεία, η Σύνοδος χρησιμοποίησε την διατύπωση περί απωλείας της Χάριτος στην Κρατική Εκκλησία ως ένα είδος σωτηριολογικού κινήτρου.
Η τρίτη περίπτωση έλαβε χώρα λίγες ημέρες μετά την κοίμηση του Επισκόπου Ματθαίου το 1950. Η εγκύκλιος αυτή στόχευε στην επανένωση της διηρημένης Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας. Υπήρχε η ελπίδα ότι, μετά την απώλεια της κεντρικής της μορφής, οι Ματθαιϊκοί θα ήταν διατεθειμένοι να επιστρέψουν στην κανονική Σύνοδο. Προκειμένου να διευκολύνουν την επανένωση του Παλαιοημερολογιτικού ποιμνίου, η Σύνοδος επανέλαβε όσα είχαν διακηρυχθεί στην Εγκύκλιο του 1935 περί στερήσεως της αγιαστικής Χάριτος των Μυστηρίων των Νεοημερολογιτών και προσέθεσε μια αποκήρυξη όλων όσων είχαν διακηρυχθεί από το 1937 και ήταν αντίθετο προς τις αρχές της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και προς τον Ιερό Αγώνα τους και μπορούσε να προκαλέσει σκάνδαλο στους πιστούς. Είναι προφανές ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο Άγιος Χρυσόστομος δέχθηκε να υπογράψει τα εν λόγω κείμενα από ποιμαντική μέριμνα για εκείνους που είχαν παρασυρθεί και από τη βαθιά του αγάπη προς την Εκκλησία, την οποία έβλεπε να διαμελίζεται από τη στάση ανταρσίας που είχε εκδηλωθεί υπό τον Επίσκοπο Ματθαίο. Ωστόσο, οι δύο αυτές εγκύκλιοι έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί, και συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται, ως υποτιθέμενη απόδειξη ότι η ματθαιϊκή θέση αποτελούσε εξαρχής την επίσημη διδασκαλία της Παλαιοημερολογιτικής Συνόδου, από την οποία ο Άγιος Χρυσόστομος δήθεν αποσύρθηκε προσωρινά, για να επανέλθει αργότερα με την υπογραφή και δημοσίευση των εγκυκλίων αυτών. Αυτή η αυθαίρετη ερμηνεία, η οποία έρχεται σε αντίθεση με όσα γνωρίζουμε για τον Άγιο Χρυσόστομο, συναντάται, για παράδειγμα, στο βιβλίο The Struggle Against Ecumenism: The History of the True Orthodox Church of Greece from 1924 to 1994, που εκδόθηκε από την Αγία Ορθόδοξη Εκκκλησία της Βόρειας Αμερικής το 1998. Το αναφέρουμε εδώ, διότι πρόκειται για το εκτενέστερο και ευκολότερα προσβάσιμο έργο στην αγγλική γλώσσα σχετικά με την ιστορία της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας και, δυστυχώς, παρουσιάζει την κεντρική του μορφή κατά τρόπο βαθιά διαστρεβλωμένο. Η αξιολόγηση της εκκλησιολογικής διδασκαλίας του Αγίου Χρυσοστόμου από τους συγγραφείς του έργου αυτού βασίζεται σε αυτό που αποκαλούν αυστηρή ερμηνεία των Κανόνων περί σχίσματος, σύμφωνα με την οποία η Χάρις είχε αποχωρήσει από την καινοτομούσα Κρατική Εκκλησία. Σε άμεση αντίθεση με το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε ο Άγιος Χρυσόστομος προς τον Επίσκοπο Γερμανό, μετά την προσχώρηση του τελευταίου στο ματθαιϊκό σχίσμα, οι συγγραφείς παραπλανούν ανοιχτά και πλήρως τους αναγνώστες τους, ισχυριζόμενοι ότι ο Άγιος δήθεν υπέδειξε στον Επίσκοπο Γερμανό πως θεωρούσε απερίσκεπτο, εκείνη την εποχή (1937), να εφαρμοστεί πλήρως η αυστηρότητα των Κανόνων που κανονικώς ισχύει για τους σχισματικούς. Τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Στην επιστολή αυτή, ο Άγιος Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τον Επίσκοπο Γερμανό υποκριτή και ψεύστη ακριβώς επειδή προσχώρησε σε αυτήν τη λεγόμενη «αυστηρή ερμηνεία» των Κανόνων. Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιεί τόσο σκληρή γλώσσα είναι ότι ο Επίσκοπος Γερμανός γνώριζε πλήρως πως οι απόψεις του Επισκόπου Ματθαίου αντιστρατεύονταν ευθέως τη θεμελιώδη δογματική και κανονική διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Γι’ αυτόν τον λόγο αρχικώς τον είχε ελέγξει, ενώ αργότερα υιοθέτησε τις ίδιες ιδέες, προσχώρησε στο σχίσμα του και τις παρουσίασε ως ορθές και απολύτως Ορθόδοξες. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, ο Άγιος Χρυσόστομος να έχει ποτέ αποδεχθεί ή ενστερνισθεί τέτοιες απόψεις;
Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να προστεθεί το εξής σχετικά με τη λεγόμενη αυστηρή ερμηνεία των Κανόνων περί σχισματικών ή αιρετικών. Ορισμένοι θεωρούν ότι η διαφορά μεταξύ του Αγίου Χρυσοστόμου και του Επισκόπου Ματθαίου ως προς το εκκλησιολογικό καθεστώς των Νεοημερολογιτών σχισματικών ήταν ζήτημα ακρίβειας έναντι οικονομίας. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, ο Επίσκοπος Ματθαίος πίστευε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν όλες οι συνέπειες που προβλέπουν οι εκκλησιαστικοί Κανόνες για τους σχισματικούς, ενώ ο Άγιος Χρυσόστομος επέλεξε μία πιο ποιμαντική στάση και, ως εκ τούτου, μία συγκαταβατικότερη αντιμετώπιση της επίσημης Κρατικής Εκκλησίας. Κατά την άποψή μου, αυτή η ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνων των ετών, στην πρώτη γραμμή του Ιερού Αγώνος, ο Άγιος Χρυσόστομος διατηρούσε δύο ακλόνητες πεποιθήσεις ως προς τους Νεοημερολογίτες. Πρώτον, όποιος επιθυμεί να παραμείνει Ορθόδοξος οφείλει να αποχωρισθεί από αυτούς. Δεύτερον, έως ότου δικασθούν από μία Μείζονα ή Πανορθόδοξη Σύνοδο, παραμένουν δυνάμει ή μη καταδικασμένοι σχισματικοί. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να εκληφθεί ως προσωπική του γνώμη ή ως εφαρμογή οικονομίας, αλλά ως ακρίβεια, καθόσον ευρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη συνοδική και κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Η ανάλυση του Αγίου Χρυσοστόμου επιβεβαιώνεται σαφώς από τις αποφάνσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, κατά τις τρεις πρώτες συνεδρίες της, οι Άγιοι Πατέρες προέβησαν σε λεπτομερή εξέταση της εγκυρότητας των χειροτονιών που είχαν ληφθεί από Εικονομάχους. Η απόφαση της Αγίας Συνόδου να αποδεχθεί αυτές τις χειροτονίες χαρακτηρίσθηκε από τον Άγιο Ταράσιο ακριβώς ως η ακρίβεια των Αγίων Πατέρων.
Επιστρέφοντας τώρα στην παρουσίαση του Αγίου Χρυσοστόμου όπως αυτή αποτυπώνεται στο προαναφερθέν βιβλίο, σύμφωνα με τους συγγραφείς του, η εξέλιξη της εκκλησιολογικής του θέσης ακολούθησε την εξής πορεία. Αρχικώς, μετά την ανάληψη της ηγεσίας της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας, αποδέχθηκε τη συνοδική θέση ότι τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών σχισματικών ήταν στερημένα θείας Χάριτος. Αργότερα «τροποποίησε και απάλυνε την αρχική του θέση». Δεκατρία χρόνια μετά, όμως, αναθεώρησε αυτή την υποτιθέμενη προσωπική του άποψη με επίσημη Εγκύκλιο (1950), στην οποία, μαζί με τους άλλους «επισκόπους της Συνόδου του», δήλωσε ότι είχε φθάσει η ώρα να εφαρμοσθούν αυστηρότερα οι Κανόνες περί σχίσματος.
Χωρίς να προσκομίζουν σοβαρά επιχειρήματα, οι συγγραφείς δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν ιστορικά δεδομένα που να στηρίζουν τη θέση ότι ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Χρυσόστομος δεν πίστευε όσα έγραψε στην τελευταία του Εγκύκλιο (1950), στην οποία υποτίθεται ότι αναιρούσε και αποκήρυττε όσα είχε προηγουμένως πει και γράψει. Τον παρουσιάζουν ως άνθρωπο που διατηρούσε τις πεποιθήσεις του με ακεραιότητα και, ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι θα ήταν ανέντιμο να απορριφθεί ελαφρά τη καρδία η Εγκύκλιος αυτή, αποδίδοντάς την σε υστερόβουλα ή καιροσκοπικά κίνητρα, όπως η προσπάθεια κατευνασμού των Ματθαιϊκών.
Παρότι μπορεί κανείς να προβληματισθεί ως προς το αν, ακόμη και από ποιμαντικής απόψεως, ήταν ορθό ο Άγιος να υποκύψει στις πιέσεις των συνεργατών του και να υπογράψει τα δύο αυτά κείμενα, δύο σημεία παραμένουν απολύτως σαφή. Πρώτον, σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν επαληθεύθηκαν οι προσδοκίες· οι δύο Εγκύκλιοι δεν επέφεραν την επιθυμητή επιστροφή των Ματθαιϊκών στη Σύνοδο του Αγίου Χρυσοστόμου. Δεύτερον, ο Άγιος Χρυσόστομος ουδέποτε εγκατέλειψε την εκκλησιολογική του ομολογία και, μέχρι το τέλος της ζωής του, παρέμεινε πιστός σε όσα είχε αναπτύξει επί εκατοντάδων σελίδων κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια του βίου του, ως στύλος και πρωτεύων Ιεράρχης της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας. Αυτό καθίσταται απολύτως φανερό από όσα έγραψε στο εκκλησιαστικό περιοδικό Φωνή της Ορθοδοξίας (αρ. 148, 9 Φεβρουαρίου 1953), μόλις δύο χρόνια πριν από την οσιακή του κοίμηση και μετά τη δημοσίευση των προαναφερθεισών Εγκυκλίων:
«Καὶ ἡμεῖς μέν, παρ' ὅλην τὴν Κήρυξιν τῆς Κρατούσης Εκκλησίας ὡς σχισματικῆς διὰ τῆς ὡς ἄνω ρηθείσης ἐγκυκλίου, οὐδέποτε ἐπανελάβομεν Ἐκκλησιαστικόν τι μυστήριον, τελεσθέν ὑπὸ τῆς Κρατούσης Εκκλησίας σεβόμενοι τοὺς Κανόνας, καθ ̓ οὖς τὰ Μυστήρια, τα γενόμενα κατὰ τὰς διατυπώσεις τῆς Ὀρθοδόξου Εκκλησίας δὲν ἐπαναλαμβάνονται.»
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.



 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top