Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Από τον αριθμό 513 στην αγιότητα

 

Ο Πάβελ Αλεξάντροβιτς Γκρούζντεφ, γεννήθηκε στο χωριό Μπολσόι Μπόροκ, στην περιοχή Μόλογκσκι, σε μια αγροτική οικογένεια, του Αλεξάνδρου Ιβάνοβιτς (1888-1958) και της Αλεξάνδρας Νικολάγιεβνα, το γένος Σόλντσεβα (1890-1961). Είχε δύο μικρότερες αδερφές: την Όλγα (1912) και τη Μαρία (1914). Ο πατέρας του οδηγήθηκε στον πόλεμο, η οικογένεια άρχισε να υποφέρει και το 1916 ο Πάβελ πήγε να ζήσει με τις θείες του, τη μοναχή Ευστολία και τις μοναχές Έλενα και Όλγα, στο Μοναστήρι Μόλογκσκι Αφανασιέφσκι. Ο οκτάχρονος δόκιμος ευλογήθηκε να φορέσει το ράσο από τον Πατριάρχη Τύχωνα της Μόσχας, ο οποίος έζησε στο μοναστήρι για κάποιο χρονικό διάστημα
Μετά το κλείσιμο του μοναστηριού στις 3 Ιανουαρίου 1930, μετακόμισε στη Μονή Χουτίνσκι, που βρίσκεται κοντά στο Νόβγκοροντ.
Το 1932, αυτό το μοναστήρι έκλεισε επίσης, και ο μοναχός Παύλος έζησε στην πατρίδα του για αρκετά χρόνια, εργαζόμενος στην κτηνοτροφική μονάδα του Κρατικού Σταθμού Επιλογής. Το 1938, ο πατέρας του και αυτός αποσυναρμολόγησαν την καλύβα, την μετέφεραν στον Βόλγα προς το Τουτάγιεφ και την επανασυναρμολόγησαν στην αριστερή όχθη εκεί. Έζησε εδώ με την οικογένειά του μέχρι το 1941, εργάστηκε ως εργάτης στη βάση Ζαγκότσκοτ, πήγε στην εκκλησία Λεόντιεφ, έψαλλε στη χορωδία και υπηρέτησε ως νεωκόρος υπό τον Ιερομόναχο Νικόλαο (Βοροπάνοφ).
Στις 13 Μαΐου 1941, ο Πάβελ Γκρούζντεφ, μαζί με τον Ιερομόναχο Νικόλαο και 11 άλλα άτομα, συνελήφθησαν  για την υπόθεση του Αρχιεπισκόπου Βαρλαάμ (Ριασεντσέφ) του Γιαροσλάβλ. Οι συλληφθέντες κρατήθηκαν στις φυλακές του Γιαροσλάβλ. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Πάβελ Γκρούζντεφ κρατήθηκε σε κελί απομόνωσης σε πλήρη απομόνωση, στη συνέχεια 15 άτομα τοποθετήθηκαν σε ένα κελί λόγω έλλειψης χώρου. Οι κρατούμενοι δεν είχαν αρκετό αέρα, οπότε ακουμπούσαν με τη σειρά τους στη σχισμή της πόρτας κοντά στο πάτωμα για να αναπνεύσουν. Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, ο Πάβελ βασανίστηκε: τον ξυλοκόπησαν, του έριξαν σχεδόν όλα τα δόντια, του έσπασαν τα κόκαλα και του τύφλωσαν τα μάτια, άρχισε να χάνει την όρασή του.
Κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων, ο ερευνητής φώναξε: «Εσύ, Γκρουζντέφ, αν δεν πεθάνεις εδώ στη φυλακή, τότε θα θυμάσαι το όνομά μου με φόβο! Θα το θυμάσαι καλά - Σπάσκι είναι το όνομά μου, Σπάσκι!» Ο πατέρας Παύλος είπε σχετικά: «Δεν φοβάμαι, για να είμαι ειλικρινής, αλλά δεν έχω ξεχάσει το όνομά του, θα το θυμάμαι μέχρι να πεθάνω. Μου έριξε όλα τα δόντια, μόνο ένα έμεινε».
Ο Ιερομόναχος Νικόλαος πυροβολήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1941.
Ο πατέρας Παύλος αγαπούσε να θυμάται τα λόγια που του είπε ο Ιερομόναχος Νικόλαος μετά την καταδίκη του σε θάνατο: «Να θυμάσαι, Παύλοσα: Ο Θεός ήταν, είναι και θα είναι. Κράτα την Ορθόδοξη πίστη!» Ο πατέρας Παύλος κουβαλούσε αυτά τα λόγια του παθοφόρου σε όλη του τη ζωή.
Όλοι οι άλλοι κρατούμενοι που εμπλέκονταν σε αυτή την υπόθεση εκτελέστηκαν και ο πατέρας Παύλος καταδικάστηκε σε έξι χρόνια φυλάκισης σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας με τριετή απαγόρευση των δικαιωμάτων του. Από το 1941 έως το 1947, βρισκόταν στο Βιάτλαγκ (περιοχή Κίροφ, περιοχή Κάισκι, οικισμός Βολόσνιτσα), ως κρατούμενος με αριθμό 513. Οι συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο ήταν εξαιρετικά δύσκολες: πείνα, κρύο, εξαντλητική εργασία, κακοποίηση και ξυλοδαρμοί τόσο από τη διοίκηση της αποικίας όσο και από τους εγκληματίες. Μια μέρα του Δεκεμβρίου, σε σφοδρό παγετό, οι εγκληματίες πήραν τις τσόχινες μπότες του Παύλου, τον έδεσαν ξυπόλητο σε ένα δέντρο και τον άφησαν να στέκεται εκεί, καταδικάζοντάς τον σε βέβαιο θάνατο. Το βαθύ χιόνι κάτω από τα πόδια του Παύλου έλιωσε στο έδαφος, αλλά κατάφερε να επιβιώσει. Ο πατέρας Παύλος διηγήθηκε τα εξής για ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό:

«Την παραμονή των Χριστουγέννων, γύρισα στον αρχηγό και είπα: «Πολίτη αρχηγέ, ευλόγησέ με να μην εργάζομαι την ίδια μέρα της Γέννησης του Χριστού, και σε αντάλλαγμα θα δώσω τρεις ποσοστώσεις μια άλλη μέρα. Άλλωστε, είμαι πιστός, Χριστιανός». «Εντάξει», απάντησε, «θα σε ευλογήσω». Φώναξε έναν άλλο φρουρό, σαν αυτόν, και ίσως και περισσότερο από αυτόν. Με είχαν χτυπήσει, δεν ξέρω για πόση ώρα, και ήμουν ξαπλωμένος στο έδαφος πίσω από τον στρατώνα. Συνήλθα, και με κάποιο τρόπο, σύρθηκα μέχρι την πόρτα, και εκεί οι δικοί μου άνθρωποι με βοήθησαν και με έβαλαν στην κουκέτα. Μετά από αυτό, έμεινα ξαπλωμένος στον στρατώνα για μια ή δύο εβδομάδες, βήχοντας και φτύνοντας αίμα. Ο αρχηγός ήρθε στον στρατώνα την επόμενη μέρα: «Δεν είσαι νεκρός ακόμα;» Άνοιξα το στόμα μου με δυσκολία: «Όχι», είπα, «είμαι ακόμα ζωντανός, πολίτη αρχηγέ». «Περίμενε», απάντησε. «Θα πεθάνεις». Αυτό το γεγονός συνέβη ακριβώς την ημέρα της Γέννησης του Χριστού».

Μιλούσε με ιδιαίτερη ζεστασιά για τις λειτουργίες που κατάδικοι ιερείς τελούσαν στο δάσος πάνω σε ένα κούτσουρο, εκμεταλλευόμενοι την επιείκεια της φρουράς. Ένας από τους παππούληδες κατάφερε, μέσα σε όλες τις περιπέτειές του, να διασώσει το αντιμήνσιο του ναού του. Ο πατήρ Παύλος μας διηγούταν για έναν Κινέζο που συστηνόταν σε όλους ως «σπιόν», δηλαδή «κατάσκοπος». Ήταν η μοναδική ρωσική λέξη που ήξερε. Μας διηγούταν και για τη γιαγιά που είχε φυλακιστεί επειδή ευλογούσε με το σημείο του σταυρού τους στρατιώτες που πήγαιναν στο μέτωπο του πολέμου εναντίον των ναζί.

(Από τις αναμνήσεις του Βιατσεσλάβ Κόρνεβ, κάτοικου του χωριού Μπόροκ, μηχανικού του Γεωφυσικού Παρατηρητηρίου του Ινστιτούτου Φυσικής της Γης της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας)

Η Τατιάνα Κυρίλλοβνα Σεντουνόβα , η οποία συναντούσε τον πατέρα Παύλο στο σπίτι του αδελφού της, στο χωριό Βέρχνε-Νικούλσκοε, διηγείται: «Ο πατήρ Παύλος είναι άγιος. Ήξερε τα πάντα για σένα. Έλεγε αυτό που σκέφτεσαι. Ας πούμε μιλούσε με βρισιές και με χτυπούσε στον ώμο. Την επόμενη φορά που πηγαίνω εκκλησία μου λέει: «Αφού υποσχέθηκες στον Κύριο τον Θεό ότι δε θα βρίζεις, τέλος, μην το κάνεις. Τόσο απεχθές, άσχημο και μεγάλη η αμαρτία είναι να βρίζεις». Ό,τι σκεφτόμουν, αυτό και είπε. Από τότε δεν κατέφυγα σε βρισιά ούτε μια φορά, ποτέ. Μέχρι και σήμερα δεν μου περνάει βρισιά από το μυαλό μου. Ο παππούλης τις απομάκρυνε από μένα. Τόσο ωραίος τύπος ήταν! Πω-πω! Και προορατικός! Ας πούμε μόλις σε δει, ξέρει τις σκέψεις σου και τι είσαι, και θα σου τα πει όλα».

Τον Αρχιμανδρίτη Παύλο κάποιοι τον θεωρούσαν απλό και έξυπνο χωρικό, όπως είναι και οι άλλοι. Ενώ άλλοι τον έβλεπαν ως άνθρωπο με ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα.

Στο βιβλίο «Αγαπώ τους πάντες» περιλαμβάνονται διηγήσεις πολύ διαφορετικών ανθρώπων για τον παππούλη: απλών και μορφωμένων, νέων και ηλικιωμένων, τόσο αυτών που γνώριζαν τον πατέρα Παύλο για πολύ καιρό όσο και αυτών που τον είχαν συναντήσει μόνο μια φορά. Διαλέξαμε από αυτά τα πιο ηχηρά αποσπάσματα που δίνουν μια ιδέα για τη ζωή αυτού του ιδιαίτερου ασκητή.

Την αγάπη και τη χάρη που κατοικούσαν μέσα στον πατέρα Παύλο, τις ένιωθαν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και κάθε κτίση του Θεού. Διάφορα ζωντανά τον αναζητούσαν και έμεναν κοντά του παντού: στο νεκροταφείο, στη σοφίτα της εκκλησίας, στο ξυλόστεγο, στο υπόγειο, στη σοφίτα του σπιτιού του, στο κελί του παππούλη. Κάποια ακόμα και στα στρώματα και στις πτυχές των ράσων του παππούλη. Ο ίδιος δεν πείραζε κανένα από αυτά.  

Ο πληθυσμός των ζωντανών που περικύκλωναν τον γέροντα, αποτελούνταν από: γάτες, που είχε ο ίδιος, ηλικιωμένες γάτες και σκυλιά που τον επισκέπτονταν τακτικά, χαβαρόνια, κάργιες, κοράκια, την κουκουβάγια, το μπούφο που ζούσε στη σοφίτα της εκκλησίας, αρουραίους, ποντίκια, κοριούς, μυρμήγκια.

Μια μυρμηγκοφωλιά στηριζόταν σε ξύλινο φράχτη της αυλής του από την πλευρά του νεκροταφείου. Ακόμα δύο μυρμηγκοφωλιές υπήρχαν στο ίδιο το νεκροταφείο. Η μια από αυτές βρισκόταν μέσα στο εκκλησάκι, στη θέση της Αγίας Τράπεζας του παλαιού ναού. Ο παππούλης ο ίδιος τάιζε τα μυρμήγκια, αλλά καμιά φορά μου έλεγε και εμένα: «Τόλη, πάρε ένα μισόλιτρο βάζο μαρμελάδα, πήγαινε στη μυρμηγκοφωλιά και ρίξε το εκεί, και αυτά θα τα καθαρίσουν όλα». Μόλις το έριχνες, τα μυρμήγκια κατευθείαν έπεφταν επάνω στο γλυκό και άρχιζαν να το τραβάνε από δω και από κει, τόσο χαρούμενα.

Είναι εκπληκτικό που στον παππούλη ζούσαν μαζί αρουραίοι και ποντίκια, αν και λένε ότι μαζί δεν κάνουν. Εκτός από αρουραίους, ποντίκια και κοριούς τάιζε πολλούς ταυτόχρονα και έλεγε: «Έχω μεγάλη φάρμα, μόνο που είναι ασύμφορη».

…τις νύχτες οι κοριοί με τσιμπούσαν ανηλεώς. Όσοι διανυκτέρευαν στον παππούλη το ένιωθαν. Όταν οι πάσχοντες εξέφραζαν την αγανάκτησή τους, αυτός απαντούσε: «Είναι οι αμαρτίες που σε τσιμπάνε».

(Από τις αναμνήσεις του Ανατόλιϊ Σούσλοβ, δόκιμου του πατέρα Παύλου)

Η επόμενη ιστορία ανάγεται στην εποχή που ο πατήρ Παύλος ζούσε στο Τουτάεβ. Μια κυρία είχε έρθει στον παππούλη για συμβουλή. Αφού μίλησαν, η κυρία ετοιμαζόταν να φύγει για το σπίτι. Ξαφνικά, ο παππούλης λέει στη βοηθό του: «Μάνια, βάλε λίγη σόδα για να πάρει μαζί της». Η κυρία αυτή ξαφνιάστηκε: «Παππούλη, δε μου χρειάζεται σόδα, στο σπίτι έχω και σόδα και σκόνη για πλύσιμο». – «Σώπα, βλάκα. Μάνια, δώσ΄της σόδα». Η βοηθός του, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, βάζει σόδα σε ένα σακουλάκι και το δίνει στην κυρία. «Και τώρα πήγαινε, αλλιώς θα αργήσεις», – είπε ο πατήρ Παύλος και η κυρία έφυγε.

Φτάνει στο σιδηροδρομικό σταθμό, μπαίνει στο τρένο και ξεκινάει. Μετά από λίγο, ξαφνικά ακούει: «Ωχ, κάτι έπαθε το παιδί, καλέστε γιατρό». Εντοπίζεται γιατρός και πηγαίνει να δει το παιδί. Βλέπει ότι το παιδί έχει πάθει δυνατή δηλητηρίαση. Το παιδάκι ήταν μικρό, είχε σπασμούς, έχανε τις αισθήσεις του κιόλας. Ο γιατρός λέει: «Δε θα καταφέρουμε να τον επαναφέρουμε μέχρι τον επόμενο σταθμό. Μήπως έχει κανείς σόδα;» Και εκεί η κυρία αυτή θυμήθηκε ότι έχει ένα σακουλάκι σόδα από τον πατέρα Παύλο. Έφερε το σακουλάκι με τη σόδα, την αραίωσαν σε νερό και την έβαλαν στο στόμα του παιδιού. Εκείνο έκανε εμετό και καλυτέρευσε η κατάστασή του, ώσπου άρχισε να αναπνέει. Στο σταθμό τον παρέλαβε ασθενοφόρο.

(Από τις αναμνήσεις του Σεργκέϊ Χβάτοβ που φιλοξενούνταν στο χωριό Βέρχνε-Νικούλσκοε σε συγγενείς)

Ο παππούλης μου μιλούσε για τους «κατοίκους» του νεκροταφείου: «Αυτόν τον νεαρό τον βάπτισα στα λουτρά. Ζούσε εδώ… μεθούσε. Από μια στιγμή και ύστερα, άρχισε να με παρακαλάει: «Παππούλη, θέλω να βαπτιστώ. Βάπτισέ με, βάπτισέ με». Του είπα: «Όταν είσαι νηφάλιος και έρθεις χωρίς να έχεις πιεί, τότε θα σε βαπτίσω». Και αυτός μου απαντάει: «Αφού πίνω κάθε μέρα, τι να κάνω;» Αυτό συνεχιζόταν για κάμποσα χρόνια. Κάποια μέρα, τον συναντώ στα λουτρά, στο χωριό Μπόροκ. Με πλησίασε και δε με άφηνε. Λέει: «Σήμερα είμαι τελείως καθαρός, δεν έχω πιει καθόλου. Βάπτισέ με». Κόλλησε και δεν με άφηνε. Άρχισαν να με παρακαλάνε και οι άλλοι: «Έλα, πατέρα Παύλε, βάπτισέ τον. Δε βλέπεις πώς σε παρακαλάει;» Ε, σκέφτηκα: «Κύριε, συγχώρεσέ με. Τόσος κόσμος παρακαλάει για αυτόν». Και τον βάπτισα. Εκεί, στα λουτρά. Φαντάζεσαι θέαμα; Στα λουτρά κάθονται όρθιοι γυμνοί άντρες και εγώ με μακριά γενειάδα να τελώ την βάπτιση. Ήταν τόσο χαρούμενος, τόσο ικανοποιημένος μετά τη βάπτιση! Και μετά, ο καημένος, βγήκε από τα λουτρά, πήγε να περάσει το δρόμο απέναντι και τον χτύπησε αυτοκίνητο. Αυτή είναι η ζωή μας. Βασιλεία των Ουρανών του εύχομαι. Πλέον, κείτεται εδώ».

(Από τις αναμνήσεις του Πρωθιερέα Παύλου Νεντοσέκιν, εφημέριου του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδας στις Βρυξέλες)

Συχνά ο πατήρ Παύλος δεν προσευχόταν για κάποιον μόνος του, αλλά ζητούσε και από τους ενορίτες να προσεύχονται. Σε αυτήν την περίπτωση όλος ο ναός γονάτιζε και όλοι παρακαλούσαν τον Θεό για αυτούς που τους βρήκαν θλίψεις ή αρρώστιες. Συνέβαινε, όλη η ενορία να προσεύχεται για ιερείς. Και όταν προσευχόταν ο ίδιος ο παππούλης, φαινόταν ότι μιλάει με τους αγίους όπως μιλάει με ζωντανούς ανθρώπους. Όσοι, μάλιστα, το έβλεπαν αυτό, κυριεύονταν από φόβο.

(Από τις αναμνήσεις της Έλενας Στεπανένκο, που για πολλά χρόνια είχε την πνευματική καθοδήγηση του πατέρα Παύλου)

Συνήθως, ο πατήρ Παύλος περπατούσε στο χωριό ξυπόλυτος. Οι συγχωριανοί διηγούνταν ότι ετοίμαζε τεράστια ποσότητα ξύλων μόνος του, και για το σπιτάκι του και για την θέρμανση του ναού. Μετά τις φυλακές δεν του άρεσε το κρύο.

– Μια φορά, ο παππούλης διηγήθηκε για το πώς είχε πάει στη Μόσχα. Έλεγε: «Έφτασα, αλλά ούτε μια φάρμα, ούτε ένα χωράφι δεν υπάρχει. Όμως, όσο υπάρχουν βλάκες Βάνια και Μάνια, μπορεί και να ζήσουμε ακόμα». Αυτά τα έλεγε για αυτούς που έμειναν στα χωριά και δουλεύουν.

Ο ίδιος ο παππούλης, όσο είχε δυνάμεις, εργαζόταν συνεχώς. Μια ηλικιωμένη γιαγιά τον είχε επισκεφτεί για πρώτη φορά. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος στο σπιτάκι. Ο παππούλης έφερε φαγητό που το είχε μαγειρέψει ο ίδιος και έφαγαν όλοι. Και μετά λέει: «Το πρωί έχουμε ιερή ακολουθία, πρέπει να φτιάξουμε πρόσφορα». Και άρχισε να ζυμώνει. Η γιαγιά έκπληκτη κοίταζε και φώναζε: «Παππούλης! Τι παππούλης είναι αυτός!» Αυτό συνεχίστηκε όλο το απόγευμα. Είχε ενθουσιαστεί πολύ. Είχε δει πολλά στη ζωή της, αλλά ιερέα σαν αυτόν πρώτη φορά έβλεπε. Ωστόσο, ο πατήρ Παύλος δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για τέτοιους θαυμασμούς γύρω από τον εαυτό του και δεν τους ήθελε.

(Από τις αναμνήσεις της Έλενας Στεπανένκο, που για πολλά χρόνια είχε την πνευματική καθοδήγηση του πατέρα Παύλου)

Είναι εκπληκτικό, αλλά ο παππούλης είχε ισχυρή μνήμη μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Θυμόταν τόσα γεγονότα, τόσα περιστατικά από τη ζωή! Θυμόταν σχεδόν κάθε μοναχή από την Ιερά Μονή της Μολόγκας, με τι ασχολούταν και τι έκανε.

Ο πατήρ Παύλος ρωτούσε συχνά: «Όταν πεθάνω, θα προσεύχεσαι για μένα;» Εγώ απαντούσα: «Ναι. Εσύ θα είσαι άγιος, όμως». – «Όχι, δε θέλω. Τότε θα πρέπει να προσεύχομαι εγώ για τους άλλους, ποιος, όμως, θα προσεύχεται για μένα;»

(Από τις αναμνήσεις του Βλαδίμηρου Οβτσίννικοβ, κατοίκου του χωριού Μπόροκ και εργαζόμενου στο Ινστιτούτο Βιολογίας Εσωτερικών Υδάτων)

Για το θάνατό του ο παππούλης έλεγε:

Γεννήθηκα – υπήρξα χρήσιμος, όταν πεθάνω – δε θα σας εγκαταλείψω.

Από εκεί θα σας βλέπω ακόμα καλύτερα.

Εγώ θα πεθάνω, αλλά εσείς να έρχεστε στον τάφο μου και να μου τα λέτε όλα. Θα σας ακούω όλους και θα σας βλέπω.

 

Αποσπάσματα από  τα βιβλία: «Αγαπώ τους πάντες: Αναμνήσεις για τον Αρχιμανδρίτη Παύλο Γκρούζντεβ». «Ο Αρχιμανδρίτης Παύλος Γκρούζντεβ. Έγγραφα για τη βιογραφία. Αναμνήσεις για τον παππούλη. Διηγήσεις του πατέρα Παύλου για τη ζωή του. Επιλεκτικές σημειώσεις από ημερολόγια». 

Στερεί ένας υπολογιστής την ελευθερία ενός ατόμου; (3ο μέρος)

 

Οι αριθμοί φορολογίας υπάρχουν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1960. Ονομάζονται ΑΦΜ εκεί. Στην αρχή εκδίδονταν ανά οικογένεια, στη συνέχεια έγιναν ατομικοί. Όλες οι ενορίες και όλα τα μοναστήρια (συμπεριλαμβανομένων εκείνων στο Άγιο Όρος) έχουν αυτούς τους αριθμούς, και όλοι οι πολίτες της Ελλάδος τους έχουν (συμπεριλαμβανομένων των μοναχών του ρωσικού μοναστηριού στο Άγιο Όρος). Εδώ μπροστά μου είναι ένα εισιτήριο για το πλοίο που μεταφέρει μοναχούς και προσκυνητές στο Άγιο Όρος από την Ουρανούπολη. Το πλοίο, «Άξιον Εστίν», ανήκει στο κοινό του Αγίου Όρους. Και στο εισιτήριο, δίπλα στο όνομα (Αγιορείτικες Γραμμές), είναι αυτό το ίδιο ΑΦΜ – 099645097. Η διαμαρτυρία της Ελληνικής Εκκλησίας δεν είναι κατά των αριθμών, αλλά κατά του ολοκληρωτικού κινδύνου ενός ηλεκτρονικού στρατοπέδου συγκέντρωσης και κατά της χρήσης σατανικών συμβόλων σε κρατικά έγγραφα. Και οι δύο διαμαρτυρίες είναι δίκαιες και κατάλληλες αλλά η δεύτερη δεν έχει αποδειχθεί πλήρως...
Σε κάθε περίπτωση, η πλήρης καταγραφή δίνει στο κράτος τη δυνατότητα να ασκεί αυστηρό έλεγχο στη ζωή των ανθρώπων και θα μπορούσε στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων. Σε αυτή την περίπτωση, εάν ένα άτομο που δεν αντιστέκεται στην εγκαθίδρυση ενός νέου ολοκληρωτισμού διαπράξει αμαρτία, πρόκειται για αμαρτία «εναντίον του εαυτού του», όχι για αμαρτία έναντι ​​του Θεού.
Κάποιος που μετακομίζει από ένα απομακρυσμένο αγρόκτημα στην πόλη γίνεται πιο ευάλωτος στον έλεγχο, καθώς κινείται πιο κοντά στο κέντρο της κρατικής εξουσίας. Κάποιος που ζει με μισθό, γίνεται πιο ευάλωτος στην πίεση, καθώς το εισόδημά του καταγράφεται και παρακολουθείται με σαφήνεια. Κάποιος που εγγράφεται σε υπολογιστή τελικά θα κάνει ολόκληρο το πορτοφόλι του διαφανές... Αλλά τι σχέση έχει αυτό με την άρνηση του Χριστού; Κάποιος που περιπλέκει τη ζωή του μπορεί να κατηγορηθεί για έλλειψη προνοητικότητας, αλλά όχι για άρνηση του Χριστού, και αν αυτό είναι αμαρτία έναντι του εαυτού μου, τότε είναι καιρός να αξιολογήσω μόνος μου σε ποια περίπτωση θα ακολουθήσω το δρόμο των παραχωρήσεων ή θα υψώσω οδοφράγματα...
Τα δεσμά του υπολογιστή αποκτούν σημασία για έναν Χριστιανό μόνο υπό ένα σενάριο: αν το κράτος θεωρεί την ίδια την Ορθοδοξία απαγορευμένη. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος σε αυτό το σύστημα για εκείνους τους ανθρώπους που έχουν συνδέσει ολόκληρη τη ζωή τους με την Εκκλησία (ακόμα και αν παραμένουν λαϊκοί, αλλά εργάζονται σε εκκλησιαστικά ιδρύματα). Είναι επικίνδυνο μόνο για τους «Νικόδημους» — ανθρώπους που πιστεύουν κρυφά, κρύβουν την πίστη τους από τους συναδέλφους τους... Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι στη σοβιετική εποχή. Αλλά στην εποχή του Αντίχριστου, δεν θα υπάρχει χώρος για τέτοια μυστικά. Η νέα τεχνολογία διευκολύνει το ξεσκέπασμα των απόψεων ακόμη και εκείνων των πιστών που δεν τις διαφημίζουν.
Όσοι φοβούνται την παρακολούθηση από την καταγραφή υπολογιστών, ουσιαστικά φοβούνται ότι θα είναι πιο δύσκολο για αυτούς να κρύψουν την Ορθοδοξία τους... Μόνο για αυτή την ομάδα ανθρώπων είναι επικίνδυνη η παρακολούθηση εκ των υπολογιστών. Αλλά εδώ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των κατασκόπων και των υπολογιστών, ένας Χριστιανός πρέπει να είναι σε θέση να ομολογήσει την πίστη του. Τι θα έπρεπε να επιθυμεί ένας Χριστιανός εκείνη τη στιγμή; Να κρυφτεί και, σαν σοφός ψαράς, να επιβιώσει μέχρι το τέλος των διωγμών του Αντίχριστου; Ή μήπως θα έπρεπε να επιθυμεί να του γίνει δεκτή η ομολογία; Έτσι, η παρακολούθηση ανθρώπων μέσω υπολογιστή είναι άβολη μόνο για όσους θέλουν να κρατήσουν μυστικές τόσο τις αμαρτίες τους όσο και την πίστη τους. 
Το παράδοξο της μάχης κατά του αριθμού είναι ότι αυτή η μάχη χρειάζεται μόνο για όσους σκοπεύουν να αποκρύψουν την Ορθοδοξία τους στο μέλλον, αλλά αυτό ακριβώς είναι το αποτέλεσμα που ένα τέτοιο άτομο δεν θα επιτύχει ποτέ διότι θα έχει ήδη προστεθεί σε μια ειδική λίστα: «Στην διάταξή υπ΄ αριθ. 68, ο Μπουκάγιεφ τοποθετεί ορισμένους πολίτες στην κατηγορία των «προβληματικών» (δηλαδή, εκείνων που διαφωνούν με την κωδικοποίηση του Αριθμού)· προτείνει την ένταξή τους σε μια ειδική βάση δεδομένων «μέχρι να ληφθεί απόφαση για την εργασία με προβληματικά άτομα»[1]
Το αντιχριστιανικό κράτος χρειάζεται όλη αυτή την εξειδίκευση των υπολογιστών μόνο για να εντοπίσει με ακρίβεια τους «φανατικά» σκεπτόμενους Χριστιανούς. Και να που είμαστε έτοιμοι να συντάξουμε μόνοι μας τέτοιες λίστες! Έτσι, οι ιδιαίτερα ένθερμοι μαχητές κατά του αριθμού μπορούν να θεωρηθούν βοηθοί του Αντίχριστου (ελπίζω ασυνείδητοι), διότι διευκολύνουν σημαντικά το έργο της αστυνομίας, αναγκάζοντας ουσιαστικά τους Ορθόδοξους Χριστιανούς να εγγραφούν μόνοι τους... Κατόπιν αιτήματός τους, τοποθετείται σφραγίδα στα διαβατήρια των Ορθόδοξων Ουκρανών («Στα διαβατήρια ατόμων που, λόγω των θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεών τους, αρνούνται να δεχτούν αριθμό ταυτότητας, γίνεται σημείωση που υποδεικνύει το δικαίωμά τους να πραγματοποιούν πληρωμές χωρίς αριθμό ταυτότητας»). Έτσι, πολύ σύντομα, ούτε καν ηλεκτρονικά, το ουκρανικό κράτος θα γνωρίζει τα ονόματα όλων των «ορθόδοξων φανατικών» του. 
Υπάρχουν δύο τρόποι κυνηγιού. Ο ένας είναι η μέθοδος των αιλουροειδών: να καταδιώκουν ήσυχα και ύπουλα το θήραμά τους, πλησιάζοντάς το σιωπηλά με ελαφρύ βάδισμα... Η δεύτερη μέθοδος είναι το κυνήγι με σκύλους, με γάβγισμα, πυροβολισμό και τον θόρυβο των σαλπίγγων. Σε αυτήν την περίπτωση, το ίδιο το θήραμα τρέχει έξω από την κρυψώνα του και τρέχει προς την κατεύθυνση που του υποδεικνύεται - προς τον σκοπευτή... Λοιπόν, ακριβώς αυτή η δεύτερη τεχνική - το κυνήγι - λειτουργεί τώρα. Δεν χρειάζεται καν να ψάχνετε για Ορθόδοξους Χριστιανούς - σπεύδουν να εγγραφούν οι ίδιοι ως Ορθόδοξοι. Και ποιος παρατάσσει τους πιστούς για αυτό το είδος εγγραφής; Είναι ακριβώς οι μαχητές κατά του αριθμού![2].

Γράφουν:

«Σύντομα ένα άτομο θα βρεθεί σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ τριών δρόμων: του αριθμού, του θανάτου από έλλειψη μέσων διαβίωσης και της εξόδου σε μακρινές χώρες »[3].

Αυτό σημαίνει ότι οι αντιδρώντες καλούν τους Ορθόδοξους να περιθωριοποιηθούν, να γίνουν απόκληροι που έτσι δεν θα μπορέσουν με κανέναν τρόπο να επηρεάσουν την τύχη της χώρας τους. Πόσο αξιοσημείωτα συμπίπτουν οι στόχοι τους με εκείνους των ριζοσπαστικών «δημοκρατών»!
Ο πατήρ Πέτρος Ανδριέφσκι περιέγραψε σωστά αυτούς τους τρόπους «φυγής»:
«Είναι αξιοσημείωτο ότι ο συγγραφέας, με την επίμονη απόρριψη του Αριθμού, καταλήγει στο συμπέρασμα (ίσως σύμφωνα με τα σχέδια των Τεκτόνων): «Ήρθε η ώρα να εγκαταλείψουμε τις ελπίδες για να παραμείνουμε πιστοί στον Χριστό και ταυτόχρονα να επιβιώσουμε στις μεγάλες πόλεις». Ο συγγραφέας προτείνει την πώληση των περιουσιών από Ορθόδοξους Χριστιανούς και τη φυγή σε απομακρυσμένες περιοχές, μακριά από το κέντρο, ως το ασφαλέστερο μέσο για την επίτευξη της Βασιλείας των Ουρανών. Ας φανταστούμε ότι όλοι οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ακολουθούσαν αυτή τη συμβουλή: εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, τα διαμερίσματά τους, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια και κατέφυγαν σε μακρινές χώρες, επιλέγοντας οικειοθελώς ένα Ορθόδοξο γκέτο... Αισθάνονται οι συγγραφείς τέτοιων άρθρων ότι έχουν κάποια ευθύνη για τις απρόβλεπτες ενέργειες και τις διαλυμένες ζωές πολλών από τους αναγνώστες τους; Και θα ήταν ευάρεστη στον Θεό μια τέτοια αυτοθυσία, που γίνεται μάλλον από φόβο για χάρη ενός φανταστικού Αντιχρίστου (εφόσον εν έχει εμφανιστεί), και καθόλου για χάρη του Χριστού;»[4].
Και υπήρχε ένα ακόμη ερώτημα στο οποίο οι αντιδρώντες δεν μπορούσαν να απαντήσουν· ένα ερώτημα που τους έθεσαν οι ίδιοι οι άνθρωποι που είχαν τρομάξει: «Συνειδητοποιήσαμε ότι η αποδοχή αυτού του αριθμού αναγνώρισης είναι το πρώτο βήμα προς την αποδοχή της σφραγίδας του Αντίχριστου, και θα ήταν καλύτερο να μην δεχτούμε αυτόν τον αριθμό. Αλλά πώς θα συνεχίσουμε να ζούμε; Όσο ο Αντίχριστος δεν είναι εδώ, και κανείς δεν ξέρει ακριβώς πότε θα είναι, και αν, μέσω των προσευχών των αγίων ιερέων, η ώρα του δεν έρθει τώρα, αλλά αργότερα, τι θα κάνουμε τότε; Αν δεν εργαστούμε τώρα, και πεθάνουμε από την πείνα με όλη μας την οικογένεια, δεν θα θεωρηθεί αυτό αυτοκτονία; Άλλωστε, αυτό δεν είναι η πιο τρομερή αμαρτία;»[5].



[1] Στρέλτσικ Ε. «Οι πιστοί θα πληρώνουν φόρους. Στην εφορία έφτασαν νέα ερωτηματολόγια, ειδικά σχεδιασμένα για τους ορθοδόξους», 29.11.2000.

[2] «Απαιτούμε: … Να παρασχεθεί στους Ορθοδόξους πιστούς πολίτες η δυνατότητα να λαμβάνουν και να χρησιμοποιούν διαβατήριο, στο οποίο θα έχει αποκλειστεί η στήλη για την αναγραφή του αριθμού και του γραμμωτού κώδικα, και στο οποίο θα προσαρτάται ειδικό πιστοποιητικό (ένθετο ή σφραγίδα)» (Η Επισκοπή Βλαντιμίρ-Σούζδαλ κατά του ΑΦΜ. Ανοιχτή έκκληση προς τον Πρόεδρο της Ρωσικής Ομοσπονδίας Β. Β. Πούτιν // Ρωσικός Αγγελιαφόρος. 2001, № 7).

[3] «Χωρίς υπογραφή. Μπορεί να αποφευχθεί ο αριθμός; Ποιον να ακούσουμε και σε ποιον να πιστέψουμε.» // Ρωσικός Κήρυκας, αρ. 43–45, 2000.

[4] π. Πέτρος Αντριέφσκι. «Ο Αντίχριστος και η "αριθμοφοβία"» // (Η Χάρις του Αγίου Φωτός), αρ. 6, 2001.

[5] ''Ευαγγελισμός'', 1999, αρ. 19.
σ.σ. Φανταστείτε να πίστευαν στα σοβαρά, οι περισσότεροι χριστιανοί, δηλώσεις όπως εδώ: 
https://www.youtube.com/watch?v=WFmrhS-afc4&t=5374s και εδώ https://www.youtube.com/watch?v=aHbGDsqjdGo&t=1984s
















Η αγάπη του Χριστού είναι δυνατότερη από κάθε σκοτάδι! - Άγιος Σιλουανός Αθωνίτης

 

Ο άνθρωπος της εποχής μας συχνά βρίσκεται περικυκλωμένος από σκοτάδι. Σκοτάδι αμαρτίας, σκοτάδι πειρασμών, σκοτάδι μοναξιάς και φόβου. Όμως, η Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσα από τη διδασκαλία των Αγίων, μας βεβαιώνει ότι η αγάπη του Χριστού είναι ανίκητη, πιο δυνατή από κάθε σκοτάδι και ότι τίποτα δεν μπορεί να την εμποδίσει να φωτίσει την ψυχή που Τον ζητά.
Ο Άγιος Σιλουανός, ο Αθωνίτης, ένας από τους πιο φωτεινούς μάρτυρες της αγάπης του Θεού, έζησε βαθιά τη μάχη με το σκοτάδι, αλλά και την ανίκητη δύναμη του Χριστού που το διαλύει. Η ζωή του Αγίου μας διδάσκει ότι ο Χριστός δεν εγκαταλείπει ποτέ την ψυχή, ακόμη και όταν εκείνη βυθίζεται στα βάθη της απελπισίας. Ο ίδιος πέρασε μαρτύριο πνευματικό, αλλά στο τέλος έλαβε το χάρισμα της άνωθεν ειρήνης. Έτσι γίνεται ο ζωντανός μάρτυρας ότι καμία σκοτεινή δύναμη δεν είναι ισχυρότερη από την αγάπη του Χριστού. Το σκοτάδι που πολιορκεί τον άνθρωπο παίρνει πολλές μορφές. Υπάρχει το σκοτάδι της αμαρτίας όταν η ψυχή παρασύρεται σε πράξεις που την αμακρύνουν από το Θεό. Υπάρχει το σκοτάδι της απελπισίας όταν ο άνθρωπος νιώθει ότι δεν υπάρχει ελπίδα για σωτηρία. Υπάρχει και το σκοτάδι της αθείας όταν ο νους αρνείται την ύπαρξη του Δημιουργού. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε ότι η πιο επικίνδυνη μορφή σκοταδιού είναι η απελπισία, διότι κόβει τον δεσμό με το Θεό και αφήνει τον άνθρωπο έρμαιο στις δυνάμεις της καταστροφής. Όμως τόνιζε με βεβαιότητα ότι όσο βαθύ κι αν είναι το σκοτάδι, αρκεί μια ειλικρινής στροφή προς τον Χριστό για να αρχίσει η ψυχή να φωτίζεται.
Η αγάπη του Χριστού φανερώνεται πρώτα απ' όλα στο Σταυρό Του. Εκεί ο Κύριος έδειξε ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τον σταματά από το να πλησιάσει τον άνθρωπο. Κατέβηκε μέχρι τον άδη, στο απόλυτο σκοτάδι, για να αναστήσει τον άνθρωπο και να του δώσει ζωή αιώνια. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε ότι όποιος θυμάται το Σταυρό του Χριστού δεν πρέπει να απελπίζεται ποτέ, γιατί βλέπει πόσο πολύ μας αγάπησε ο Κύριος. Όπως ο ήλιος φωτίζει ακόμη και τις πιο σκοτεινές χαράδρες, έτσι και η αγάπη του Χριστού εισχωρεί σε κάθε γωνιά της ψυχής, όσο κι αν αυτή έχει σκοτεινιάσει από αμαρτίες και δοκιμασίες. Το μόνο που χρειάζεται είναι η καρδιά να μείνει ανοιχτή, να μην κλείσει με την αδιαφορία ή την απελπισία. Ο Άγιος Σιλουανός πέρασε χρόνια ολόκληρα, παλεύοντας με λογισμούς απιστίας και απελπισίας. Έζησε στιγμές όπου του φαινόταν πως ο Θεός τον είχε εγκαταλείψει. Εκείνες τις ώρες το σκοτάδι ήταν ασφικτικό και η ψυχή του κινδύνευε να βυθιστεί. Αλλά μέσα σε αυτή την αγωνία άκουσε το Χριστό να του λέει τα λόγια που τον σημάδεψαν για πάντα. Αυτή η φράση φανερώνει όλο το μυστήριο της χριστιανικής ελπίδας. Ακόμα κι αν η ψυχή βλέπει τον εαυτό της χαμένο, ακόμα κι αν όλα γύρω μοιάζουν σκοτεινά, δεν πρέπει να αφήσει την απελπισία να την κυριεύσει. Γιατί ο Χριστός είναι εκεί, ακόμη και μέσα στον Άδη, και με την αγάπη του μπορεί να σηκώσει τον άνθρωπο από το βάραθρο και να τον οδηγήσει στο φως.
Η αγάπη του Χριστού δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα. Είναι δύναμη ζωής που μεταμορφώνει τον άνθρωπο. 
Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε ότι όταν η ψυχή γευθεί την αγάπη του Θεού, όλα αλλάζουν. Ο κόσμος παίρνει άλλο νόημα. Ο πόνος γίνεται πιο ελαφρύς. Οι άνθρωποι γύρω μας φαίνονται ως αδέλφια. Η αγάπη του Χριστού φωτίζει όχι μόνο τον εσωτερικό μας κόσμο, αλλά και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Γι' αυτό ο Άγιος επέμενε στην προσευχή για όλο τον κόσμο. Η αγάπη του Χριστού δεν γνωρίζει σύνορα. Αγκαλιάζει φίλους και εχθρούς, δίκαιους και αμαρτωλούς. Όποιος μένει σε αυτή την αγάπη δεν μπορεί να μισεί κανέναν. Ακόμη κι όταν βλέπει την κακία ή την αδικία, η καρδιά του πονά και προσεύχεται, αλλά δεν καταδικάζει.
Το σκοτάδι συχνά παρουσιάζεται ισχυρό. Οι πειρασμοί φαίνονται ανίκητοι. Τα πάθη πανίσχυρα. Ο κόσμος γεμάτος βία και αδικία. Ο άνθρωπος αισθάνεται μικρός και αδύναμος απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις. Ο Άγιος Σιλουανός, όμως, μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη του Χριστού είναι δυνατότερη από όλα αυτά. Εκείνος που κατέβηκε στον Άδη και το συνέτριψε, μπορεί να συντρίψει κάθε σκοτάδι στη ζωή μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι η ταπείνωση. Να παραδεχτούμε ότι μόνοι μας δεν μπορούμε, αλλά με τον Χριστό όλα είναι δυνατά. Η προσευχή, η μετάνοια, η συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία είναι τα όπλα που μας ενώνουν με αυτήν την αγάπη και μας χαρίζουν δύναμη να προχωρούμε μέσα από το σκοτάδι χωρίς να καταποντιζόμαστε. Η εμπειρία του Αγίου Σιλουανού δείχνει ότι το σκοτάδι δεν εξαφανίζεται αυτόματα, αλλά συχνά παραμένει γύρω μας. Όμως, όταν η ψυχή μένει στο Χριστό, το σκοτάδι χάνει τη δύναμή του. Μπορεί να υπάρχει εξωτερικά, αλλά δεν κυριαρχεί πλέον στην καρδιά. Η ειρήνη του Χριστού γίνεται πιο ισχυρή από κάθε φόβο. Αυτό σημαίνει ότι η αγάπη του Χριστού δεν μας υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς δοκιμασίες, αλλά μία καρδιά γεμάτη φως, ακόμη και μέσα στις δοκιμασίες. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε ότι ο άνθρωπος που κρατά το Χριστό μέσα του μπορεί να υπομένει τα πάντα με ειρήνη, διότι ξέρει ότι ο Κύριος είναι μαζί του.
Η διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού μας δίνει ένα μεγάλο μήνυμα ελπίδας για τον σύγχρονο κόσμο. Σήμερα πολλοί άνθρωποι πνίγονται στη μοναξιά, στο άγχος, στην αίσθηση ότι η ζωή δεν έχει νόημα. Αλλά η απάντηση είναι η ίδια, η αγάπη του Χριστού. Μόνο αυτή μπορεί να γεμίσει την καρδιά με ειρήνη και να δώσει σκοπό στην ύπαρξη. Όταν ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στο Χριστό, τότε ακόμη και το πιο πυκνό σκοτάδι δεν μπορεί να τον καταβάλει. Ο Χριστός γίνεται φως μέσα του και τότε η ζωή αποκτά άλλο νόημα. Ο Άγιος Σιλουανός είναι μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας. Από τα βάθη της απελπισίας έφτασε στη χαρά της αγάπης του Θεού και αυτό είναι ελπίδα για όλους μας. Η ζωή και η διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού Αθωνίτη μαρτυρούν με σαφήνεια ότι η αγάπη του Χριστού είναι δυνατότερη από κάθε σκοτάδι. Δεν υπάρχει αμαρτία, δεν υπάρχει θλίψη, δεν υπάρχει απελπισία που να μπορεί να νικήσει αυτήν την αγάπη.
Ο Χριστός κατέβηκε ως το έσχατο βάθος για να σώσει τον άνθρωπο και συνεχίζει να μας κρατά στα χέρια του ακόμη και όταν εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε. Το σκοτάδι θα υπάρχει πάντοτε σε αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν είναι ανίκητο. Η αγάπη του Χριστού είναι η τελική νίκη και όποιος την γευθεί καταλαβαίνει ότι δεν έχει λόγο να απελπίζεται. 
Ακόμη και όταν όλα γύρω μοιάζουν χαμένα, η ψυχή μπορεί να πει «Ο Χριστός είναι μαζί μου». Η αγάπη του είναι πιο δυνατή από το σκοτάδι. Ας μην αφήσουμε λοιπόν την απελπισία να κλείσει την καρδιά μας. Ας εμπιστευθούμε το Χριστό, ας ζητήσουμε το έλεός του και ας μείνουμε στην αγάπη του. Εκεί βρίσκεται η αληθινή ελευθερία, το αληθινό φως και η αιώνια ζωή.








 ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''