Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Ἡ Ἀνάσταση. (8ο μέρος)


Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ἀρχικά περιγράψει μέ εἰδυλλιακό τρόπο τη Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἡ ἐκεῖ ζωή δεν περιλαμβάνει κανένα ἀπό τά μειονεκτήματα καί τά παραπτώματα τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ὑπογραμμίζει τον κυριότερο λόγο τῆς χαρᾶς πού θα γευτοῦν οἱ δίκαιοι: «Και το μεγαλύτερο από όλα αυτά είναι το να απολαμβάνει κανείς αδιάκοπα τη συναναστροφή με τον Χριστό, μαζί με αγγέλους, μαζί με αρχαγγέλους, μαζί με τις ανώτερες ουράνιες δυνάμεις.»[1]. Αὐτή ἡ χαρὰ ἤ μακαριότητα δέν θά εἶναι μόνο τελεία, αλλά καὶ ὁριστική, ἀμετάκλητη καί αἰώνια, ἀφοῦ, ὅπως λέγει καί ὁ εὐαγγελιστής Ιωάννης, «καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ' ὑμῶν» (Ἰω. 16,22).
Είναι μέ τίς χορεῖες αὐτῶν τῶν οὐρανίων δυνάμεων και των ἀντιστοίχων τῶν Ἁγίων πού οἱ δίκαιοι θά ὑμνοῦν ἀενάως τόν Θεό[2]. Καί ἐπειδή θά τούς ἀποκαλυφθεί πλήρως ἡ δόξα Του καί οἱ ἀρετές Του, ὁ ὕμνος αὐτός θά ἀναπηδήσει ἀπό ὅλο τους τό εἶναι[3], ὡς μια κραυγή θαυμασμοῦ, λατρείας καί ἀγάπης.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ανακεφαλαιώνει τίς ἀνωτέρω προσεγγίσεις ὡς ἀκολούθως: «εκείνοι που έπραξαν τα αγαθά θα λάμψουν σαν τον ήλιο μαζί με τους αγγέλους, εις την ζωή την αιώνια, μαζί με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, βλέποντάς Τον πάντοτε και βλεπόμενοι από Αυτόν, απολαμβάνοντας την ατέλειωτη ευφροσύνη που προέρχεται από Αυτόν και υμνώντας Τον μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους απέραντους αιώνες των αιώνων.»[4].
Ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ὑπό τό φῶς τῆς δόξας Του ὄχι μόνον θά ἑνώσει ἐν Θεῷ τούς δικαίους μέ τέλειο τρόπο, ἀλλά καί θά τούς μεταμορφώσει καί θά ὁλοκληρώσει την τέλεια καθομοίωσή τους μέ Αὐτόν. Ὅπως τό διατυπώνει ὁ εὐαγγελιστής Ιωάννης: «Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καί οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δέ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αυτόν καθώς έστι»[5] (Α' Ιω. 3,2).
Γιά νά τό διατυπώσουμε διαφορετικά, τότε ἡ διαδικασία τῆς θεώσεως τῶν δικαίων[6] θα φτάσει στο απόγειό της, καί διά τῆς χάριτος θά τούς κάνει αὐτό πού εἶναι ὁ Θεός κατά φύσιν, ἐπιτρέποντάς τους ἔτσι νά φθάσουν ἐν Θεῷ καί διά τοῦ Θεοῦ στην πληρότητα τῆς θείας φύσεως, ὅπως ἄλλωστε ἦταν τό θεῖο σχέδιο ἐξ ἀρχῆς γιά τόν ἄνθρωπο προκειμένου να ολοκληρωθεῖ κατά φύσιν «... δι' ὧν τά τίμια ἡμῖν καί μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διά τούτων γένησθε θείας κοινωνοί φύσεως»[7] (Β ́ Πέτρ. 1,4), καθιστάμενος ἔτσι κοινωνός τῆς αἰωνιότητάς του, ὅμοιος μέ Αὐτόν καί θεοποιημένος διά τῆς χάριτός Του[8].
Ἡ μακαριότητα τῶν δικαίων, πού θά εὑρεθοῦν στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, θά διακρίνεται σε διάφορους βαθμούς, αναλόγως τῆς πνευματικῆς τους καταστάσεως[9]. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἄλλωστε, τό ἀποκάλυψε μέ τούς ἀκόλουθους λόγους: «ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν· εἰ δέ μή, εἶπον ἄν ὑμῖν· πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν»[10] (Ιω. 14,2). Παρομοίως, και ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «ἕκαστος δέ τόν ἴδιον μισθόν λήψεται κατά τόν ἴδιον κόπον» (Α' Κορ. 3,8) ἤ σέ ἄλλο σημεῖο: «ἄλλη δόξα ἡλίου, καί ἄλλη δόξα σελήνης, καί ἄλλη δόξα ἀστέρων· ἀστήρ γάρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ» (Α ́ Κορ. 15,41). Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σχολιάζοντας τό ἀνωτέρω χωρίο, γράφει: «όπως υπάρχει διαφορά στα επίγεια σώματα, έτσι υπάρχει και στα επουράνια, και μάλιστα όχι οποιαδήποτε διαφορά, αλλά ακόμη και μέχρι των εσχάτων. Διότι δεν υπάρχει μόνο διαφορά του ήλιου προς τη σελήνη ούτε της σελήνης προς τα άστρα, αλλά και των άστρων μεταξύ τους. Διότι, αν και όλα βρίσκονται στον ουρανό, άλλα μετέχουν σε περισσότερη και άλλα σε λιγότερη δόξα.[11]». Παρομοίως, και ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει επί τούτου: «Τότε λοιπόν δεν θα φαίνονται όλοι να έχουν αξιωθεί την ίδια τάξη και θέση· αλλά άλλος τη μία και άλλος την άλλη, ανάλογα, νομίζω, με το μέτρο της προσωπικής καθάρσεως του καθενός.[12]». Ὁ Γρηγόριος Σιναΐτης διαβεβαιώνει ἐπίσης ὅτι οἱ ἀνταμοιβές τῶν ἀγαθῶν εἶναι διάφορες[13], ἀφοῦ ἡ ποσότητα καί ἡ ποιότητα πού θά λάβουν οἱ δίκαιοι θα εξαρτηθεῖ ἀπό τήν κατάσταση της ενέργειας τῶν ἀρετῶν τους[14]. Ο Νικόλαος Καβάσιλας ἐπίσης ἀναφέρει ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά μέρη στό ἐπέκεινα ὥστε νά ἀνταμειφθοῦν ὅλοι οἱ βαθμοί ἀρετῶν[15]. Ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος γράφει επί τούτου: «Όπως ακριβώς ο καθένας απολαμβάνει τον αισθητό ήλιο ανάλογα με την καθαρότητα της οπτικής του δυνάμεως και αντιλήψεως· και όπως ένας λύχνος φωτίζει μέσα σε ένα σπίτι, αλλά η λάμψη του γίνεται αντιληπτή διαφορετικά από τον καθένα, χωρίς το φως να διαμοιράζεται σε πολλές λάμψεις· έτσι και στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι δίκαιοι κατοικούν σε έναν και τον ίδιο τόπο αδιαίρετα, και ο καθένας φωτίζεται από έναν νοητό ήλιο σύμφωνα με το μέτρο του, και απολαμβάνει κατά την αξία του τη χάρη και την ευφροσύνη, σαν να προέρχονται από έναν και τον ίδιο αέρα, τόπο, έδρα, θεωρία και μορφή... ενώ η εξωτερική θεωρία και η χαρά είναι μία και η ίδια για όλους.»[16].



[1]  ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Προτρεπτικός πρός Θεόδωρον, Α', 11. PG 47, 291.

[2] Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Ἐπιστολαί, Α', PG 91, 388.

[3] Βλ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ, La Cité de Dieu, XXΙΙ, 30.

[4] Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ, 27. PG 94, 1228. 28. Βλ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περί τῶν θείων ὀνομάτων, Α', 4.

[5] «Ἀγαπητοί, τώρα εἴμεθα παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν φανερώθηκε τί θὰ εἴμεθα στὸ μέλλον. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι, ὅταν φανερωθῇ, θὰ εἴμεθα ὅμοιοι μ’ αὐτόν, καὶ θὰ τὸν βλέπουμε ὅπως εἶναι».

[6] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος ΚΑ', 2.

[7] «μὲ τὰ ὁποῖα ἔχουν χαρισθῇ σὲ μᾶς τὰ μέγιστα καὶ πολύτιμα ἀγαθὰ ποὺ εἶχεν ὑποσχεθῆ, γιὰ νὰ γίνετε μ’ αὐτὰ κοινωνοὶ τῆς θείας φύσεως..»

[8] 31. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Ἐπιστολαί, ΚΔ ́.

[9] Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Περί ἁγίου Πνεύματος, ΙΣΤ ́, 40· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί ψυχῆς καί ἀναστάσεως, ΠΒ'· ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Πρός Θαλάσσιον, ΝΘ'.

[10] «Στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μου ὑπάρχουν πολλοὶ τόποι διαμονῆς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχαν, θὰ σᾶς τὸ ἔλεγα. Πηγαίνω γιὰ νὰ σᾶς ἑτοιμάσω τόπο».

[11] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς Α' προς Κορινθίους Επιστολήν, ΜA. PG 61, 358.

[12] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Λόγος Μ', 11. PG 36, 637C.

[13] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Λόγοι διάφοροι, ΛΓ.

[14] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Πρός Θαλάσσιον, ΙΑ'.

[15] Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας, ΜΕ'.

[16] Λόγοι ἀσκητικοί, ΝΣΤ ́.



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ (4)

Αντίστοιχες πρός τίς δύο βαθμίδες τῆς ἀρετῆς αὐτῆς[1] εἶναι καί οἱ δύο μορφές του φόβου τοῦ Θεοῦ[2]:

α) Ἡ πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο τῆς θείας κρίσης, τόσο τῆς παρούσας[3] ὅσο καί τῆς μέλλουσας[4] καί τῶν βασάνων πού εἶναι δυνατόν να προκύψουν από αυτή[5]. Περιγράφεται συχνά ἀπό τούς Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Με τόν ὅρο αὐτό δέν πρέπει να κατανοεῖται ἡ τιμωρία / ποινή πού ἕνας ἐκδικητής καί ἄσπλαχνος Θεός θά ἐπέβαλλε σ' ὅσους παραβαίνουν το νόμο του, ἀλλά οἱ ἐσωτερικές ὀδύνες πού συνδέονται μέ τή διακοπή τῆς κοινωνίας μέ τό Θεό καί μέ τή στέρηση τῶν θείων ἀγαθῶν. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος καταδικάζει τόν ἑαυτό του, μέ τήν ἁμαρτία, στα βάσανα αὐτά· ἡ θεία κρίση ἁπλῶς ἀποκαλύπτει το εὖρος τῆς ἁμαρτίας[6].
Ἡ πρώτη αυτή μορφή εἶναι ὁ «εισαγωγικός φόβος», πού χαρακτηρίζει τούς ἀρχάριους[7]. Για το λόγο αυτό, ἔχει γραφεῖ: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110,10· πρβλ. Παροιμ. 1,7 9,10).
Οἱ Πατέρες αναφέρουν ὅτι τρεῖς αἰτίες εἶναι δυνατόν ν' ἀποστρέψουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό πονηρό καί νά τόν ἑνώσουν με το Θεό: ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, ἡ ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν καί ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό[8]. Οι δύο πρῶτες ἀποτελοῦν ἰδιότητα τῶν ἀνθρώπων πού ἀναζητοῦν τήν πρόοδο[9], (Σ.τ.μ.: Στον πνευματικό αγώνα] χαρακτηρίζουν ακόμη και τοὺς δούλους (πρβλ. Γαλ. 4,1). Η τρίτη εἶναι ἴδιον τοῦ Θεοῦ καί ὅσων ἔχουν φθάσει στήν ὁμοίωσή Του χαρακτηρίζει τούς τελείους στούς ὁποίους συγκαταλέγονται ὄχι πλέον οἱ δοῦλοι Του, ἀλλά οἱ φίλοι Του καί οἱ υἱοί Του (πρβλ. Γαλ. 4,7). Γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανός: Ἄν λοιπόν κάποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας ἀπό τήν πρώτη βαθμίδα, αυτή τοῦ φόβου, ὄντας κυριολεκτικά δουλοπρεπῆς, [...] θ ̓ ἀνέλθει προοδεύοντας συνεχῶς μέχρι τίς ὑψηλότερες ὁδούς τῆς ἐλπίδας καί κατόπιν ἀπό ἐκεῖ στήν τρίτη βαθμίδα, αὐτή τῆς ἀγάπης [...]. Ἄς προσπαθήσουμε λοιπόν μέ ζῆλο ν' ἀνεβοῦμε ἀπό τό φόβο στήν ἐλπίδα καί ἀπό τήν ἐλπίδα στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀρετῶν.
Βλέπουμε ὅτι ὅταν οἱ Πατέρες ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ἡ πρώτη μορφή τοῦ φόβου χαρακτηρίζει τούς ἀρχάριους, ἐννοοῦν ὅσους δέν ἔχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα καί δέν εἶναι ἀκόμη ὑγιεῖς. Επομένως τοῦτο τό φόβο, ἀκόμη καί ὅσοι ἔχουν προχωρήσει πνευματικά εἶναι δυνατόν καί ὀφείλουν νά τόν δοκιμάζουν[10]. Χωρίς δισταγμό, ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει πρός τούς μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος τῆς καταστάσεως ἡμῶν ἐστίν»[11].
Ωστόσο, ο φόβος αὐτός καλεῖται να καταργηθεῖ καί νά ξεπεραστεῖ στό πλήρωμα τῆς ἀγάπης, όπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Ἅγιος Ἰωάννης: «Φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ ̓ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τον φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δέ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ[12]» (Α ́ Ἰωάν. 4,18). Στη συνέχεια ὁ Ἅγιος Μάξιμος γράφει: «Τον πρώτο φόβο τον αποδιώχνει η τέλεια αγάπη της ψυχής που την έχει αποκτήσει, επειδή πλέον δεν φοβάται την κόλαση»[13]. Ἔτσι ὁ Μέγας Ἀντώνιος μπορεῖ νά λέγει: «Εγώ οὐκέτι φοβοῦμαι τόν Θεόν, ἀλλ ̓ ἀγαπῶ α[Α]ὐτόν. Ἡ γάρ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον»[14].
Πρέπει να σημειωθεῖ ὅτι μόνο μέ τήν τέλεια αγάπη, ὅπως ὑπογραμμίζουν σκόπιμα ὁ Ἀπόστολος Ἅγιος Ἰωάννης και οἱ Πατέρες, ὁδηγεῖ τό φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Καί τελικά στήν ἐξαφάνιση]. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν καθαρίζεται ἐντελῶς ἀπό τά πάθη του, δέν ἀποκτᾶ τήν ἀπάθεια καί δέν φθάνει στο πλήρωμα τῆς ἀγάπης, ὁ φόβος διατηρεῖ τό λόγο τῆς ὕπαρξής του καί ἀποδεικνύεται χρήσιμος. Ὁ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς γράφει με σαφήνεια: «Ο φόβος ανήκει στους δικαίους που ακόμη καθαρίζονται, μαζί με κάποια μεσότητα αγάπης· ενώ η τέλεια αγάπη ανήκει σε εκείνους που έχουν ήδη καθαρισθεί, στους οποίους δεν υπάρχει φόβος· διότι «η τελεία αγάπη», λέγει η Γραφή, «διώχνει έξω τον φόβο». (Α ́ Ἰωάν. 4,18). […]. Γι’ αυτό άλλοτε λέγει η Γραφή· «φοβήθητε τόν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ» (Ψαλμ. 33,10), και άλλοτε· «ἀγαπήσατε τον Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ» (Ψαλμ. 30,24), για να μάθουμε καθαρά ότι στους δικαίους που ακόμη καθαρίζονται ανήκει ο φόβος του Θεού, μαζί με κάποια μεσότητα αγάπης, όπως ειπώθηκε· ενώ σε εκείνους που έχουν καθαρισθεί ανήκει η τέλεια αγάπη. Σ’ αυτούς δεν υπάρχει πλέον καμία έννοια φόβου, αλλά αδιάκοπη φλόγωση και προσκόλληση της ψυχής προς τον Θεό, μέσω της ενέργειας του Αγίου Πνεύματος.»[15].

 


[1] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 7. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49.

[2] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 81. 82. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 7. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49.

[3] . Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 13.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Ηλίας, 1: «Εγώ τρία πράγματα φοβοῦμαι: ὅταν μέλλῃ ἡ ψυχή μου ἐξελθεῖν ἀπό τοῦ σώματος, καί ὅταν μέλλω τῷ Θεῷ ἀπαντῆσαι, καί ὅταν μέλλῃ ἡ ἀπόφασις ἐξελθεῖν κατ' ἐμοῦ».

[5]  Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 81. 82. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47-49. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ,  Ἄσμα ασμάτων ὁμιλία, 1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 13. 27, 75.

[6] Βλ. σχετικά ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Παιδαγωγός, 1, 8. 69, 1. ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αἱρέσεων, 5, 27, 2. 28, 1.

[7]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 13. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 47. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατά πλάτος, 4.

[8] Πρβλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατά πλάτος, Προοίμιον, PG 31, 896. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 48-49.

[9] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 43. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 6. 44. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 11, 7.

[10] Ὁ Ἅγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ τό ἐπιβεβαιώνει συχνά καί μέ ζωντανή ὁρολογία. Βλ. Κλίμαξ, 7, 13. 27, 75. 28, 8. 33. 30, 11.

[11] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 4, 49.

[12] Φόβος στὴν ἀγάπη δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη διώχνει τὸ φόβο, διότι ὁ φόβος εἶναι βασανιστικός, καὶ ὅποιος φοβᾶται δὲν ἔχει φθάσει στὴν τελεία ἀγάπη.

[13] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 82. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 30, 10.

[14] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Ἀλφαβητική συλλογή, Αντώνιος, 32:

[15]  ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 16.


 (συνεχίζεται)

«Ὅποιος παίρνει τη χριστιανική ζωή ἔτσι, πού νά θέλει να γλιτώσει ἀπό τά μαρτύρια, δέν εἶναι εὔθετος στη βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Δέν εἶναι γιά ἄλλους ἔτσι καί γιά ἄλλους ἀλλιῶς ἡ σωτηρία. Γιά ὅλους τό ἴδιο εἶναι, καί δέν ἐξαιρεῖται κανένας ἀπό τό μαρτύριο. Ὅσοι τελικά θα θελήσουν να σωθοῦν, θά βρεθοῦν σ ̓ αὐτόν τόν δρόμο. Καί ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶ κανείς τόν Κύριο καί παραδίδεται σ ̓ αὐτόν, τόσο το μαρτύριο θα μεγαλώνει. Δέν εἶναι τά πράγματα ἔτσι, ὅπως ἐμεῖς τά παίρνουμε, ἀλλά ὅπως τά κατάλαβαν και τά ἔζησαν οἱ ἅγιοι. Κανείς δέν ἔκανε πίσω στο μαρτύριο, κανείς δέν παρακάλεσε νά μή μαρτυρήσει. Καί στά χρόνια τῶν διωγμῶν, τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος καί στά χρόνια τά ἐπίπονα ἐκεῖ στίς ἐρήμους, καί ἔπειτα καί μέχρι σήμερα, ὅλοι ἀγάπησαν αὐτόν τόν δρόμο τοῦ μαρτυρίου, καί ὅσο τόν ἀγάπησαν, τόσο ὁ Θεός τούς τόν ἔδωσε.
Ὅποιος παίρνει τη χριστιανική ζωή ἔτσι, πού νά θέλει να γλιτώσει ἀπό τά μαρτύρια, δέν εἶναι εὔθετος στη βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θά μείνει πίσω, θα μείνει στήν ἄκρη.

(π. Συμεών Κραγιοπούλου, Πνευματικά Μηνύματα)