Κατά δεύτερο λόγο
συνίσταται στη θλίψη πού αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν βλέπει τόν ἴδιο τόν πλησίον
του ν' ἀπομακρύνεται ἀπό τό Θεό, να στερεῖται τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, να
στενοχωρεῖται ἀπό τά σφάλματα καί τίς ἀδυναμίες του[1].
Οἱ Πατέρες ἀδιάκοπα και σταθερά ἐντοπίζουν τήν ἀντίθετη τῶν δύο μορφῶν λύπης: ὑπογραμμίζουν
τα λάθη τῆς πρώτης και προσκαλοῦν νά τήν ἐγκαταλείψουμε· μᾶς προτρέπουν ν' ἀποκτήσουμε
τη δεύτερη, τῆς ὁποίας δικαιολογοῦν τή χρήση, δείχνουν τήν ἀξία, ἀκόμη καί τήν ἀναγκαιότητα
γιά τήν πνευματική ζωή καί τό ἔργο τῆς σωτηρίας. Τήν ὀνομάζουν γι' αὐτό, ἀκολουθώντας
τον Απόστολο Παῦλο (Β ́ Κορ. 7,9-11) «λύπην κατά Θεόν» ἤ ἀκόμη «λύπην θεοφιλῆ»,
«σωτήριον λύπην», «ἁγίαν λύπην», «ὠφέλιμον λύπην», «λύπην ἐπωφελῆ», «καλήν
λύπην»[2],
«ἡδεῖαν λύπην», «μακαρίαν λύπην[3],
κ.λπ. Αὐτήν ὑπενθυμίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν γράφει: «λύπη μεγάλη ὑπάρχει
μέσα μου καὶ ἀδιάκοπη ὀδύνη στὴν καρδιά μου.» (Ρωμ. 9,2). Αυτήν μᾶς προσκαλεῖ
να διαθέτουμε καί ὁ Ἐκκλησιαστής, ὅταν γράφει: «Ὁ νοῦς τῶν εὐσεβῶν σκέπτεται τὸ
σπίτι ποὺ πενθεῖ» (Ἐκκλ. 7,4).
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέτει ρητά τήν ἀντίθεση, γράφοντας: «ἡ θεία λύπη
φέρνει μετάνοια γιὰ σωτηρία, γιὰ τὴν ὁποία δὲν μεταμελεῖται κανείς. Ἀντιθέτως ἡ
κοσμικὴ λύπη φέρνει θάνατο» (Β ́ Κορ. 7,10). Στη συνέχεια, ἡ Ἁγία Συγκλητική
διδάσκει: «Έτσι υπάρχει λύπη ωφέλιμη, και υπάρχει λύπη που προκαλεί φθορά. Της
ωφέλιμης λύπης, ένα είδος είναι να στενάζει κανείς για τις δικές του αμαρτίες·
άλλο είναι και για την άγνοια του πλησίον· άλλο είναι να μη χάσει τη σταθερή
του προαίρεση· και άλλο ακόμη να φθάσει στο τέλος της αγαθότητας. Υπάρχει όμως
και κάποια άλλη λύπη, που την υποβάλλει ο εχθρός [...]. Πρέπει λοιπόν αυτό το
πνεύμα [...] να το αποδιώχνουμε...»[4].
Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ἀντιπαραθέτει στή(ν) «Λύπη [...] είναι
εκείνη η παράλογη, που βασανίζει την ψυχή των πολλών εξαιτίας στερήσεως παθών ή
υλικών πραγμάτων, επειδή κάνουν τις ορμές τους παρά φύση προς όσα δεν πρέπει,
και τις αποφυγές τους από όσα δεν πρέπει· ενώ [υπάρχει] και η λογική [λύπη],
που έχει εγκριθεί από εκείνους που είναι σοφοί στα θεία [και που υποδηλώνει το
παρόν κακό].»[5].
Καί ἀλλοῦ γράφει: «Όποιος αγαπά τον Θεό [...] δεν λυπάται για πρόσκαιρα
πράγματα· αλλά για μία μόνο λύπη λυπάται και αυτή είναι σωτήρια.»[6].
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συμβουλεύει: «Ὦ πιστέ, δίωξε την παρούσα λύπη και
φόρεσε αὐτή τήν ἄλλη, πού ὁ Ἀπόστολος ὀνομάζει «κατά Θεόν λύπη» [Σ.τ.μ.: Β ́
Κορ. 7,10] καί πού εἶναι ἱκανή νά ὁδηγήσει στην σωτηρία μας: μέ ἄλλα λόγια στη
μετάνοια, γιά ὅσες ἁμαρτίες διέπραξες[7].
Καί ἀλλοῦ προσδιορίζει: ὁ Ἰησοῦς Χριστός «Μακάρισε εκείνους που πενθούν, όχι
εκείνους που απλώς πενθούν για την απώλεια των δικών τους, αλλά εκείνους που
έχουν συντριβή καρδιάς και πενθούν τα δικά τους αμαρτήματα ή και των άλλων.»[8].
Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός γράφει ότι πρέπει νά ἀποβάλλουμε κάθε μορφή
λύπης, πού ὡς «λύπη τοῦ αἰῶνος τούτου» γεννᾶ τό θάνατο καί νά τήν ἀπελάσουμε ἀπό
τήν καρδιά μας· ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἐκείνη ἡ λύπη πού ἀπεργάζεται τη μετάνοια πού
ὁδηγεῖ στή σωτηρία, καθώς καί τήν ἀναζήτηση τῆς τελειότητας ἢ τήν ἐπιθυμία τῶν
μελλοντικῶν ἀγαθῶν[9].
Δεν πρόκειται λοιπόν να καταργήσουμε όλες τις μορφές τῆς λύπης ἀλλά μόνο τη λύπη-πάθος.
Ἐδῶ, τό νά βάλουμε τέλος στο πάθος δέ σημαίνει ν' ακυρώσουμε τη λειτουργία της
λύπης καθεαυτή, ἀλλά νά τή θεραπεύσουμε, ὥστε νά τῆς δώσουμε τη δυνατότητα να ξαναβρεῖ
τή φυσική και φυσιολογική χρήση της και ν' ἀσκεῖται ἐκ νέου μέ ὑγιή τρόπο.
Επιπλέον στο σημεῖο αὐτό, ἡ θεραπεία παίρνει το χαρακτήρα μιας μεταστροφῆς, μιᾶς
ἀλλαγῆς πορείας τῆς συγκεκριμένης λειτουργίας: ἡ ἐμπαθής και παρά φύση χρήση
της αναστρέφεται στήν ἐνάρετη, πού τῆς ἁρμόζει. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης τό
δηλώνει με σαφήνεια· ἔτσι ἀφοῦ διαβεβαιώσει ὅτι «Έπρεπε [...] ο νους να
κατευθύνει σωστά όλα όσα υπάρχουν μέσα μας και καθεμία από τις δυνάμεις της
ψυχής, τις οποίες ο Δημιουργός μάς κατασκεύασε σαν κάποια όργανα ή σκεύη, ώστε
να τις χρησιμοποιούμε κατάλληλα και προς το αγαθό.», γράφει: «Και το γνώρισμα
της λύπης είναι, σε καιρό μετανοίας, η λύπη για αμαρτήματα [...], επειδή ποτέ
δεν είναι χρήσιμη παρά μόνο για αυτήν ακριβώς την υπηρεσία»[10]. Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης
ὁ Χρυσόστομος παρατηρεῖ ὅτι «Ας επανέλθουμε στον εαυτό μας, κάνοντας τα μέλη
του σώματός μας όπλα δικαιοσύνης και όχι όπλα αμαρτίας.», καί σημειώνει στό ἴδιο
πνεῦμα ὅτι ἡ λύπη δέν πρέπει ν' ἀπορριφθεῖ, ἀλλά νά χρησιμοποιηθεῖ σύμφωνα μέ
τούς κανόνες τοῦ λόγου καί τῆς φρόνησης[11]. Καί γράφει εἰδικότερα
ὅτι ὁ ἁμαρτωλός [...] ὀφείλει να καταφύγει στη λύπη για ν' ανακουφίσει την ψυχή
του καί νά τήν ἐπαναφέρει σε καλύτερη κατάσταση[12]. «Την αθυμία»,
εξηγεί, «την έβαλε ο Θεός στη φύση μας [...] ώστε να κερδίζουμε από αυτήν τα
μέγιστα. Και πώς είναι δυνατό να κερδίσουμε; Όταν τη χρησιμοποιούμε στον
κατάλληλο καιρό. Καιρός αθυμίας δεν είναι όταν πάσχουμε κακά, αλλά όταν
βλέπουμε κακώς»[13].
Σ' άλλο σημείο επισημαίνει: «Μεγάλη είναι η τυραννία της αθυμίας και πολλή
ανδρεία μας χρειάζεται, ώστε να σταθούμε γενναία απέναντι σε αυτό το πάθος και,
κρατώντας ό,τι χρήσιμο προέρχεται από αυτό, να αφήνουμε το περιττό· γιατί έχει
και κάτι χρήσιμο. Όταν δηλαδή αμαρτάνουμε εμείς ή άλλοι, τότε μόνο είναι καλό
να λυπούμαστε· όταν όμως πέφτουμε σε ανθρώπινες περιστάσεις, τότε η χρήση της
αθυμίας είναι πλέον ανώφελη.»[14].
Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος συμβουλεύει λακωνικότερα: «Δεν πρέπει να λυπηθεί κανείς
καθόλου για κάποιο πράγμα αυτού του κόσμου, αλλά μόνο για την αμαρτία.»[15].
Ουσιαστικά, ἡ ἐνάρετη λύπη δέν εἶναι διαφορετικῆς φύσης ἀπό τή λύπη-πάθος.
Διαφέρουν μόνο ὡς πρός τό στόχο πού ὁ ἄνθρωπος θέτει για την κάθε μορφή λύπης
καί ὄχι ὡς πρός τό ἀντικείμενο στό ὁποῖο τις κατευθύνει. Ο συγκεκριμένος στόχος
ὅμως δίνει διαφορετική μορφή στη λύπη ἀνάλογα μέ τήν περίπτωση. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης
Κασσιανός παρουσιάζει τά ἀντίστοιχα χαρακτηριστικά τους ὡς ἑξῆς: ἡ λύπη-πάθος εἶναι
ὀξεία, ανυπόμονη, δυσμεταχείριστη, γεμάτη ἀπό μνησικακία, ἀπό στείρα πνευματικά
πικρία καί ἀπό στενόχωρη ἀπελπισία· παραλύει τη δράση τοῦ ἀνθρώπου που καταλαμβάνει
καί τόν ἐκτρέπει ἀπό τό πόνο που σώζει, έπειδή, εἶναι παράλογη. Αντίθετα, «η
κατά Θεόν λύπη», ἡ ὁποία «φέρνει μετάνοια γιὰ σωτηρία, γιὰ τὴν ὁποία δὲν
μεταμελεῖται κανείς» (Β ́ Κορ. 7,10), εἶναι ὑπάκουη, ευγενική, ταπεινή, πραεία,
γεμάτη από ἁβρότητα καί ὑπομονή, καθώς προέρχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Χάρη
στην ἐπιθυμία τῆς τελειότητας, ἐξαπλώνεται χωρίς νά ἐξαντλείται σέ ὅλους τούς
σωματικούς πόνους και στη συντριβή του νοός· κατά κάποιο τρόπο εἶναι χαρούμενη
καί ἡ πρόοδός της τήν ἐνισχύει, διατηρεῖ πάντα την καλοσύνη καί τό μεγαλείο της
στην ψυχή, ἔχοντας ἡ ἴδια στην κατοχή της ὅλους τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος πού ἀπαριθμεῖ ὁ Ἀπόστολος: «ἀγάπην, χαράν, εἰρήνην, μακροθυμίαν,
χρηστότητα, ἀγαθωσύνην, πίστιν, πραότητα, ἐγκράτειαν» (Γαλ. 5,22-23)[16].
[1] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14· Ομιλία-ἀνδριάντες, 18, 2. 3· Ἑβραῖοι ὁμιλία, 15, 4· Φιλιππήσιοι ὁμιλία, 3, 4. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατ' ἐπιτομήν, 31. Ὁμιλία 4 (Εἰς τήν μάρτυρα Ἰουλίτταν, 9. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 9, 29. THEODORE STUDITE, Petites catecheses, ἔκδ. Auvray, σ. 25. ΠΕΤΡΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Βιβλίον 1,
[2] Ἡ διατύπωση αὐτή ἀποτελεῖ κατά κάποιο τρόπο την κεντρική ἰδέα τοῦ Β ́ Κορ. 7,10. Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 55. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 5, 23.
[3] ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 60. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 27. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 58. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-Μετάνοια, 7, 6. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 37. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 11.
[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21.
[5] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 58, PG 90, 600.
[6] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 41.
[7] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Sermones II de consolatione mortis, 2,8, PG 56, 304-305.
[8] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Φιλιππήσιοι ὁμιλία, 14, 1.
[9] . ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 5, 12.
[10] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας, 18, 2, 3.
[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 491.
[12] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14.
[13] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 491.
[14] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ἰωάννης ὁμιλία, 78, 1.
[15] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 676.
[16] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De
institutis coenobiorum, 9, 11.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου