Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Περί της καρδιάς που φλέγεται για τον Κύριο. (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

«Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἂν τὴν πραγματοποιοῦμε μηχανικά, δεν προσφέρει τίποτα, ὅπως καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσευχὴ ποὺ προφέρεται ἁπλὰ μὲ τὴ γλώσσα.
Δοκιμάστε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ νὰ σκέφτεστε εντονότερα ὅτι ὁ Κύριος βρίσκεται πλησίον, καθοδηγεῖ τὴν ψυχή σας καὶ προσέχει ὁτιδήποτε συμβαίνει μέσα σὲ αὐτή. Θα ξυπνήσετε ἔτσι στην ψυχή σας τη δίψα τῆς σωτηρίας καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν ἔχετε νὰ περιμένετε τη σωτηρία παρά μόνο ἀπὸ τὸν Κύριο. Ὕστερα ἀναφωνῆστε πρὸς Αὐτὸν ποὺ νοερά βλέπετε ἐνώπιόν σας: «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν» ἤ «Φιλεύσπλαχνε Κύριε, σῶσον με». Τὸ ζήτημα δὲν βρίσκεται καθόλου στὶς λέξεις, ἀλλὰ στὰ συναισθήματα ἔναντι τοῦ Κυρίου. Ἡ πνευματικὴ θέρμη τῆς καρδιᾶς πρὸς τὸν Κύριο εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Αὐτὴ ὑποδαυλίζεται ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Κυρίου στην καρδιά. Καθὼς Αὐτὸς εἶναι σὲ ὅλη του την ουσία ἡ ἀγάπη, τὸ ἄγγιγμά Του στὴν καρδιὰ αὐτομάτως πυροδοτεῖ καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Κι ἀπ' τὴν ἀγάπη γεννιέται ἡ θέρμη τῆς καρδιᾶς πρὸς Αὐτόν. Αὐτὸ λοιπὸν πρέπει καὶ νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενο τῆς ἀναζήτησης. Ἡ τέλεση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι μονάχα τὸ ἐργαλεῖο ἢ καλύτερα ὁ ἀγώνας ποὺ καταδεικνύει τὴν ἰσχυρή ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς νὰ βρεῖ τὸν Κύριο.
Στὰ χείλη ἂς ὑπάρχει ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ, στὸν νοῦ ἡ κατενώπιόν σας θεωρία τοῦ Κυρίου, στὴν καρδιὰ ἡ δίψα γιὰ τὸν Θεὸ ἢ γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Ὅταν ὅλα αὐτὰ θὰ συνυπάρχουν σταθερά, τότε ὁ Κύριος, βλέποντας πῶς ἐπιβάλλεστε στὸν ἑαυτό σας, θὰ δώσει τὸ ποθούμενο.
Συλλογιστείτε τα ὅλα αὐτά, ἔχετέ τα ὡς ὁδηγὸ καὶ νὰ τὰ διαβάζετε συχνότερα, ὥστε νὰ φρεσκάρετε στη μνήμη σας μὲ ποιὸν τρόπο πρέπει νὰ ἐνεργεῖτε».

(Επιστολή 339, τόμος 2, σελ. 208-209. Ἐπιστολὴ 1338. τόμος 8, σελ. 93-94)

 

Το βασικό σημείο είναι ότι η προσευχή του Ιησού δεν είναι απλή επανάληψη λέξεων, αλλά  εσωτερική κατάσταση της ψυχής. Δεν αρκεί δηλαδή να βρίσκεται η ευχή στα χείλη, εάν ο νους και η καρδιά παραμένουν μακριά από τον Χριστό.
Ο Άγιος ουσιαστικά περιγράφει μια τριπλή ενότητα: στα χείλη η ευχή, στον νου η επίγνωση της παρουσίας του Κυρίου και στην καρδιά η δίψα για κοινωνία μαζί Του. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της νοεράς προσευχής. Δεν πρόκειται για κάποια τεχνική, αλλά για προσπάθεια ολόκληρου του ανθρώπου να στραφεί προς τον Θεό.
Σκοπός είναι να ξυπνήσει μέσα στην ψυχή η συναίσθηση ότι ο Χριστός είναι παρών και ότι από Αυτόν και μόνο προσδοκά τη σωτηρία, γι’ αυτό και συνδέει την προσευχή με την αγάπη προς τον Κύριο. Όταν ο άνθρωπος στραφεί πραγματικά προς τον Χριστό, τότε η καρδιά θερμαίνεται και αυτή η «θέρμη» δεν είναι απλώς ένα συναισθηματικό βίωμα· είναι καρπός ζωντανής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό.
Με λίγα λόγια, ο Άγιος Θεοφάνης δεν μας διδάσκει απλώς πώς να λέμε την ευχή, αλλά πώς να στεκόμαστε ενώπιον του Χριστού όταν την λέμε διότι μπορεί η ευχή να βρίσκεται αδιάκοπα στα χείλη και ο άνθρωπος να παραμένει εσωτερικά αδιάφορος. 

 


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [29]

 

B΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

Εἰδικό Μέρος

β΄. Αἴσθημα κατωτερότητος-Ὁμιλίες σε συνάξεις νέων


Σημείωμα φοιτήτριας: Παλαιότερα είχατε μιλήσει γιὰ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, μειονεκτικότητος. Ἐάν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναφερθείτε πάλι σ' αὐτό το θέμα, γιατί ἐμεῖς οἱ νεώτεροι δὲν τὸ ἀκούσαμε, ἀλλὰ εἶναι καὶ κάτι που ἄμεσα μὲ ἀφορᾶ.

Εὐχαρίστως νὰ ἐπανέλθουμε σ' αὐτό το θέμα.
Ἂν ὁ Θεός βοηθήσει, πιστεύω ὅτι θα μπορέσουμε, ὅσο γίνεται, νὰ τὸ δοῦμε ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Και θὰ δεῖτε ὅτι εἶναι χρήσιμο να τα ξανακούσουμε, ἔστω κι ἂν τὰ ἔχουμε πεῖ πολλές φορές.
Το κάθε πλασματάκι πού ἔρχεται σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπό μωρουδάκι ἀκόμη πού εἶναι μέσα στην κούνια του, θέλει, λέει ὁ Ἄντλερ –ἕνας ἀπὸ τοὺς θεμελιωτές τῆς ψυχολογίας τοῦ βάθους– νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὕπαρξή του. Βέβαια, τὸ ἀπολυτοποιεῖ ὁ Ἄντλερ, ἀλλά, ἐν πάση περιπτώσει, εἶναι μια ἀλήθεια. Θέλει νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ὕπαρξή του, μὲ τὴν ἔννοια, νὰ αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ὅτι στέκεται στα πόδια του, ὅτι ὑπάρχει, καὶ συγχρόνως νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι. Αὐτὸς εἶναι ὅλος ὁ καημός καὶ ὅλος ὁ κόπος τοῦ ἀνθρώπου. Και καθώς, ἔτσι ἢ ἀλλιῶς, δὲν τὰ καταφέρνει κανείς ὅπως θά ἤθελε ή νομίζει ότι δὲν τὰ καταφέρνει, δημιουργείται τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς κατωτερότητος. Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἐξωτερικό· εἶναι καὶ ἐσωτερικό. Καί μια ζωή μπορεῖ νὰ ταλαιπωρεῖται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴν ξέρει τι τοῦ φταίει.

Εἰσαγωγικά γιὰ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος

Ὅμως, νὰ τὸ δοῦμε τὸ θέμα κάπως ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὅσοι εἶναι σε σχιζοφρενική κατάσταση καὶ γενικά σε κατάσταση πού δέν λογικεύονται καί δέν ἐλέγχουν τὸν ἑαυτό τους, εἶναι ξεχωριστή περίπτωση. Οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτε, καί ὅ,τι θα γίνει, θὰ τὸ κάνει ὁ Θεός γι' αὐτούς. Καί δέν ἀποκλείεται αὐτοί νὰ εἶναι σε καλύτερη θέση ἀπό ὅλους, διότι δὲν φέρουν καμιά εὐθύνη, καί ἐντελῶς δωρεάν ὁ Θεός θα τους πάρει στόν παράδεισο. Δέν ξέρουμε τα μυστήρια τοῦ Θεοῦ.
Ἐξ ὅσων ἐγώ ἔχω καταλάβει -μπορεῖ νὰ κάνω λάθος- νομίζω ὅτι στούς ἀνθρώπους πού κάπως μποροῦν νὰ λογικευθοῦν, ἡ χειρότερη, ή δυσκολότερη περίπτωση, ή πιο συχνή περίπτωση, ἐκείνη πού ταλανίζει λίγο πολύ ὅλους, εἶναι τὸ αἴσθημα κατωτερότητος.
Παλαιότερα οἱ ἄνθρωποι, εἴτε ζοῦσαν στα χωριά κάνοντας τίς ἀγροτικές δουλειές εἴτε στις πόλεις μὲ τὰ μαγαζάκια τους ἤ κάνοντας ὅποια ἄλλη δουλειά, δὲν εἶχαν πολύ ἀνταγωνισμό, καί ἑπομένως δέν διερωτόταν ὁ καθένας: «Μήπως δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους;» καὶ δὲν συνειδητοποιοῦσε βαθύτερα, δὲν ξεχώριζε βαθύτερα μέσα του μια τέτοια μειονεκτική κατάσταση. Πιο πολύ αὐτό εἶναι φρούτα τῆς ἐποχῆς μας, καθώς ἡ ζωή, ὅπως εἶναι τώρα, έχει πολύ ανταγωνιστικό χαρακτήρα.
Ἡ ὅλη δομὴ καὶ τὸ ὅλο πνεῦμα τῆς κοινωνίας εἶναι τέτοιο, ποὺ λίγο πολύ τον καθένα τὸν βγάζει ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ θέμα άρρωστο ἄλλον περισσότερο καὶ ἄλλον λιγότερο. Ἀκόμη κι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν αἴσθημα ὑπεροχῆς, γιατί τὸ ἔχουν, καὶ αὐτό ἀπὸ κεῖ ξεκινάει. Όπως δηλαδή το αίσθημα κατωτερότητος εἶναι ἐγωισμός, κι ἐκεῖνος ποὺ τὸ ἔχει δὲν το καταλαβαίνει καὶ οὔτε πάει το μυαλό του ὅτι ἔχει ἐγωισμό, ἐνῶ εἶναι ἐγωισμός καθαρός ἀλλὰ σε ἀρρωστημένη μορφή, ἔτσι τὸ αἴσθημα ὑπεροχής στη βάση του καὶ αὐτό εἶναι κατωτερότητα.
Εἶναι λοιπόν ἕνα πολύ σοβαρό θέμα, που τα λανίζει καὶ ταλαιπωρεί πολλούς. Εἶναι ἕνα θέμα, ἕνα πρόβλημα, τὸ ὁποῖο δουλεύει μέσα στις ψυχές, καὶ κατά κανόνα δὲν τὸ γνωρίζουν αὐτοί που το ἔχουν, δὲν τὸ συνειδητοποιούν, δὲν μποροῦν νὰ δοῦν συγκεκριμένα τί ἀκριβῶς συμβαίνει ἁπλῶς ἄγονται καὶ φέρονται ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτή. Μόνο σε πάρα πολύ χτυπητές περιπτώσεις κάτι καταλαβαίνει κανείς.
Ἡ ταπεινή μου γνώμη εἶναι ὅτι δὲν μποροῦμε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τὸ προσπερνοῦμε ἢ νὰ ἀδιαφοροῦμε γι' αὐτό. Εἶναι κρίμα. Ἀφοῦ καλούμαστε να γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ τὸν γνωρίσουμε καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖο. Στις σωματικές καταστάσεις, ποὺ δὲν ἐπηρεάζουν καὶ πολὺ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως ὅταν ἔχει κανείς κάτι τὸ ὁποῖο ποῦ καὶ ποῦ λίγο μπορεῖ νὰ τὸν ἐνοχλεῖ με πόνους χωρίς κανέναν ἄλλο κίνδυνο καὶ καμιά ἄλλη ἐνόχληση, καὶ πάλι, βλέπετε, πηγαίνει ὁ καθένας καὶ στὴν Ἀμερική, ἂν χρειαστεί, γιὰ νὰ ἐξετάσει καλὰ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ δεῖ τί ἔχει. Πόσο μᾶλλον πρέπει νὰ ψάξουμε τὸν ἑαυτό μας καί νὰ τὸν ἐρευνήσουμε, γιὰ νὰ δοῦμε ψυχικά πῶς εἴμαστε.

Οἱ τρεῖς «περιοχές» τοῦ ἀνθρώπου

Καὶ ἀμέσως-ἀμέσως θὰ μποροῦσα νὰ πῶ ὅτι, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σῶμα καὶ ψυχή, οἱ «περιοχές» ὅμως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι τρεῖς. Εἶναι ἡ καθαρῶς σωματική περιοχή, εἶναι ἡ καθαρῶς πνευματική περιοχή, ἄς ποῦμε τὰ τῆς ψυχῆς, καὶ εἶναι καί ὁ τρίτος χώρος, ὅπου συνεργάζεται ή ψυχή μέ τὸ σῶμα. Τά ψυχολογικά προβλήματα δημιουργοῦνται κάπου ἐκεῖ, στη συνεργασία σώματος καί ψυχῆς. Γι' αὐτό, ὅταν ὑποφέρει ἡ ψυχή, ὑποφέρει καί τὸ σῶμα. Καί ἐπειδή τὸ σῶμα ἐπηρεάζει την ψυχή, ὅταν ὑποφέρει τὸ σῶμα, ὑποφέρει καί ἡ ψυχή, καί δημιουργοῦνται αὐτὰ τὰ προβλήματα.
Θα λέγαμε, ὁ ἄνθρωπος ἀπό σωματικῆς ἀπόψεως ἔχει καθῆκον να κάνει συνεχῶς ὅ,τι μπορεῖ, γιὰ νὰ ἔχει τὴν ὑγεία του. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ψυχολογική πλευρά, ἐγώ θὰ ἔλεγα, πρέπει να κάνει κανείς ὅ,τι χρειάζεται· ὥστε, ἄν μή τι ἄλλο, να ξέρει τουλάχιστον τί τοῦ συμβαίνει. Ταπεινά φρονῶ, ἐξ ὅσων γνωρίζω, ὅτι αὐτό μποροῦν νὰ τὸ κάνουν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὅ,τι κι ἂν παθαίνουν, ὅσο κι ἄν ζορίζονται, τελικά το ἔχουν το μυαλό τους. Με την εὐκαιρία αὐτὴ νὰ πῶ ὅτι κυρίως τὸ ἔχουν το μυαλό τους ὅλοι ἐκεῖνοι που νομίζουν πώς θα τρελαθούν. Το λέω γιὰ πάντα, καὶ νὰ τὸ ξέρετε ὅποιος νομίζει ὅτι θὰ τρελαθεῖ, αὐτὸς δὲν πρόκειται να τρελαθεί ποτέ. Ναί, ἔτσι εἶναι. Επομένως, ψηλά το κεφάλι, μὲ τὴν καλή ἔννοια. Μή φοβάστε.
Να δούμε λοιπόν τὴν ψυχολογική πλευρά, να δοῦμε φυσικά καὶ τὴν πνευματική πλευρά καὶ ἔτσι να γνωρίζουμε τον ὅλο ἑαυτό μας. Καὶ να κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται, γιὰ νὰ θεραπευθεῖ ὁ ἑαυτός μας. Θα ἔλεγα στο σημεῖο αὐτὸ ὅτι για τις σωματικές ασθένειες ἔχουμε ὅλο τὸ ἐλεύθερο ἀπὸ τὴν πλευρά τοῦ Θεοῦ νὰ φροντίζουμε, ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς κάνει ὑγιεῖς καί ὄχι ἀρρώστους. Ἔχουμε τὸ ἐλεύθερο -θά ἔλεγα μάλιστα, ἔχουμε καθήκον- να φροντίζουμε για την ὑγεία τοῦ σώματος. Ἀλλά, ἐν πάση περιπτώσει, καί ἄν ἔχει τὸ σῶμα κάποια κουσούρια, αὐτὸ δὲν ἐπηρεάζει και πολύ τὸν ἄνθρωπος ἀπλῶς ταλαιπωρείται κανείς.
Ὅταν ὅμως ὑπάρχουν σ' αὐτὸ τὸ μεταίχμιο μεταξύ ψυχῆς καὶ σώματος, στην κοινή λειτουργία τῶν δύο αὐτῶν στοιχείων τοῦ ἀνθρώπου ἀρρωστημένα πράγματα, αὐτὰ δὲν μπορεῖ κανείς, δὲν πρέπει νὰ τα παραβλέπει. Μολονότι πάλι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόλυτο. Δηλαδή, μπορεῖ τελικά κανείς νὰ ἔχει κάποια ψυχολογικῆς φύσεως προβλήματα, χωρίς να σημαίνει ὅτι, ἅμα δέν ξεπεραστοῦν, θα χάσει την ψυχή του. Ὄχι· εἶναι καί αὐτά συμπτώματα. Ωστόσο ὅμως ἐπηρεάζεται κανείς καὶ πνευματικά, ἂν δὲν τακτοποιήσει τὰ ψυχολογικά του προβλήματα, ἂν δὲν τακτοποιήσει ὅλα αὐτά που δημιουργοῦνται στη σχέση ποὺ ἔχει τὸ σῶμα μὲ τὴν ψυχή, στην κοινή λειτουργία τους.
Καὶ φυσικά, μένει ἔπειτα καί ἡ περιοχή ή πνευματική. Δὲν μπορεῖ κανείς νὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του ἔτσι. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ νὰ κάνουμε ὅ,τι χρειάζεται, γιὰ νὰ γνωρίσουμε καλά τὸν ἑαυτό μας -τίς ἁμαρτίες μας, τὰ πάθη, τίς ἀδυναμίες, τὰ ἐλαττώματά μας- καὶ ἐπίσης για να γνωρίσουμε το θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συμμορφωθοῦμε πρός αὐτό. Ἔτσι λοιπὸν νὰ γιατρευτεῖ τὸ σῶμα μας, ὅσο μπορεῖ νὰ γιατρευτεί, να γιατρευτεῖ ὁ χῶρος μεταξύ σώματος καί ψυχῆς, καὶ νὰ γιατρευτεῖ ἡ ψυχή καὶ ἀπό καθαρῶς πνευματική πλευρά.

Από πότε ὑπάρχει σε κάποιον τὸ αἴσθημα κατωτερότητος


Νομίζω -μπορεῖ νὰ κάνω λάθος- ὅτι στις πιο πολλές περιπτώσεις τὸ αἴσθημα κατωτερότητος δέν εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο δημιουργείται μετά τη γέννηση τοῦ ἀνθρώπου. Δέν εἶναι βέβαια αὐτό ἀπόλυτο. Μπορεῖ, ἐνόσω ζεῖ κανείς, για κάποιους λόγους να καταληφθεῖ ἀπὸ αἴσθημα κατωτερότητος, ἤ σε κάποιον νὰ αὐξηθεῖ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος. Ἀλλά κατά κανόνα, κατά τη δική μου βέβαια γνώμη, το αἴσθημα κατωτερότητος ξεκινάει ἀπό αὐτὴν καθ' ἑαυτὴν τὴν ὕπαρξη.
Ο κάθε ἄνθρωπος που έρχεται στον κόσμο αὐτὸ ἔχει τις καταβολές τῶν προγόνων του, καὶ εἶναι ἕνα μεγάλο μυστήριο πῶς εἶναι αὐτὲς οἱ καταβολές στον καθένα. Μπορεῖ οἱ ἴδιοι γονεῖς νὰ ἔχουν ἕνα παιδί τὸ ὁποῖο νὰ μὴν ἔχει καθόλου άσχημες καταβολές ἢ ἄσχημη ψυχοσύνθεση καὶ νὰ εἶναι ἀρκετά νορμάλ, καὶ ἕνα ἄλλο παιδί τους νὰ ἔχει. Μπορεῖ ἀπὸ τοὺς παππούδες, ἀπὸ τοὺς προπαππούδες, ἀπὸ πιο παλιά ἀκόμη νὰ ἔρχονται κάποιες καταβολές, καὶ ἕνα παιδί ἀκόμη ἀπὸ τὴ σύλληψή του, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή που δημιουργεῖται, νὰ ἔχει κάποια άρρωστημένα στοιχεία μέσα του, καὶ ἕνα ἄλλο νὰ μὴν ἔχει.
Ἐγώ δέν εἶμαι γιατρός. Δὲν ξέρω νὰ τὰ πῶ πιο συγκεκριμένα. Πρακτικά τα λέω, ἀλλά νομίζω πώς εἶμαι κοντά στήν ἀλήθεια. Πιστεύω λοιπόν ὅτι μέσα στην ἴδια τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή ἡ ὅλη ψυχοσύνθεση εἶναι ἔτσι, οἱ καταβολές εἶναι ἔτσι, ποὺ τὸ παιδί αὐτό, το νέο αὐτό πλασματάκι, ἐνῶ ἀκόμη κυοφορείται μέσα στη μητέρα του, πολύ περισσότερο ἀφοῦ γεννηθεῖ, ζεῖ αὐτὴ τὴν πραγματικότητα τῆς μὴ ὑγιοῦς ψυχοσυνθέσεως.
Γιὰ νὰ συνεννοηθοῦμε, ἄς ποῦμε κάτι ἄλλο, που το καταλαβαίνουμε καλύτερα. Ἐάν κάποιος πάθει φυματίωση -παλαιότερα ἔκανε θραύση αὐτή ἡ ἀσθένεια, ἀλλά τώρα καταπολεμεῖται ἀπὸ τὴν ἰατρική ἀποτελεσματικά- δὲν παθαίνει φυματίωση ἁπλῶς ἐπειδὴ δὲν διατρεφόταν καλά, ἐπειδή δέν βρέθηκε σε καλό περιβάλλον ἢ ἐπειδὴ δὲν ἔπλυνε τὰ χέρια του. Εἶναι καὶ αὐτά, ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως εἶναι ὁ ὀργανισμός του, ὁ ὁποῖος ἔχει προδιάθεση για κάτι τέτοιο. Ένας ὀργανισμός εἶναι τέτοιος που, με τις χούφτες νὰ τρώει κανείς τοὺς βακίλους τοῦ Κώχ, δὲν θὰ πάθει τίποτε. Ἐνῶ ἄλλος ὀργανισμός εἶναι ἔτσι που, καὶ ἕνας βάκιλος νὰ βρεθεῖ σὲ ἕνα χώρο, σ' αὐτὸν θὰ πάει. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχει προδιάθεση ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ὅλη κατασκευή του, ή ὅλη δομή του σὰν νὰ εἶναι πρόσφορο έδαφος γιὰ τὴ φυματίωση.
Έτσι λοιπόν ορισμένοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, ἀπό τή στιγμή πού ἀρχίζουν νὰ ὑπάρχουν, πρῶτα μέσα στην κοιλιά τῆς μητέρας τους και στη συνέχεια ὅταν γεννηθοῦν, ἔρχονται σ' αὐτόν τόν κόσμο μὲ μιὰ, ἂν θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσουμε, προδιάθεση –ἐγὼ δὲν θὰ τὴν ὀνόμαζα οὔτε ἔτσι- με μια προδιάθεση για αἴσθημα κατωτερότητος.

Πῶς λειτουργεῖ ἡ ψυχή ποὺ ἔχει προδιάθεση γιά μειονεξία

Γεννιέται το παιδί, μεγαλώνει, καί αὐτή ἡ προδιάθεση δουλεύει μέσα του ἀρνητικά. Το παιδί εἴδηση δεν παίρνει, ἁπλῶς ζεῖ ἀνάλογα βιώματα, ἀλλά δέν καταλαβαίνει τί ἀκριβῶς συμβαίνει. Δηλαδή, ἄγχεται, στενοχωριέται, το φέρνει βαρέως το ὅτι ὑστερεῖ ἔναντι τῶν ἄλλων παιδιῶν, ὅτι τὸ κοροϊδεύουν τὰ ἄλλα παιδιά πού ὑστερεῖ ἔτσι ἤ ἔτσι, ἀλλά σε ποιόν νὰ τὸ πεῖ;
Όμως, τὸ θέμα δέν εἶναι ἁπλῶς τί θέση παίρνουν τὰ ἄλλα παιδιά. Το θέμα δέν εἶναι ἁπλῶς τί γίνεται τὴν ὥρα τῶν παιχνιδιῶν. Ὄχι· τὸ θέμα εἶναι πῶς τὰ ζεῖ τὸ παιδί ὅλα αὐτά βαθιά μέσα στην ψυχή του. Έχει μια τέτοια κατάσταση μέσα του, πώς δέν εἶναι ὅπως τὰ ἄλλα παιδιά. Όχι τόσο ὅτι τὴ συνειδητοποιεί λογικά, ὅσο ὅτι τὴ ζεί. Χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ τὸ συνειδητοποιεί, χωρίς νὰ μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει λογικά, ὅμως τὸ ζεῖ ὡς βίωμα ὅτι κάτι συμβαίνει στη δική του υπόσταση, που δεν συμβαίνει στα ἄλλα παιδιά. Αὐτὸ λοιπόν δουλεύει μέσα του, καὶ τὸ παιδί συνέχεια ἔχει ἀνάλογα βιώματα, τὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι ὀδυνηρά.
Δηλαδή, ἕνα παιδάκι ποὺ ἀκριβῶς λόγῳ αὐτῆς τῆς βαθύτερης ἐσωτερικῆς καταστάσεως ἄγχεται, ζεῖ αὐτὸ τὸ βίωμα τοῦ ἄγχους. Το βίωμα αὐτό εἶναι οδυνηρό, καὶ δὲν ἀντέχει νὰ τὸ κρατήσει στο συνειδητό, γιὰ νὰ τὸ δουλέψει ἔτσι ὥστε νὰ τὸ ἀφομοιώσει, καὶ θέλει, ἄν εἶναι δυνατόν, να το διώξει από κει. Το σπρώχνει, και πάει στο υποσυνείδητο. Ἐκεῖ μαζεύονται τέτοια βιώματα, ἄν ὄχι ἀπό τότε που το παιδί ήταν μέσα στην κοιλιά τῆς μητέρας του, ἀλλά τουλάχιστον ἀπό τότε που γεννήθηκε καὶ ἔπειτα. Καί ὅσο μεγαλώνει, μαζεύονται περισσότερα βιώματα.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση








ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [14]

 

18. Η ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών είναι προϋπόθεση ισορροπημένης και ειρηνικής ζωής

Τώρα πια ας στρέψουμε, επιτέλους, τη σκέψη μας στη λύση του κύριου προβλήματός μας: “Πως πρέπει να ζει κανείς;”. Ας συνοψίσουμε, όμως, πρώτα ότι έχουμε πει ως τώρα.
Ένας άνθρωπος έχει τρία επίπεδα ζωής: το πνευματικό, το διανοητικό και το σωματικό. Καθένα απ’ αυτά έχει ορισμένες φυσικές ανάγκες, από τις οποίες άλλες είναι ανώτερες και άλλες κατώτερες. Η ισόρροπη ικανοποίηση των φυσικών αναγκών δίνει στον άνθρωπο ειρήνη. Κορυφαίες ανάγκες είναι οι πνευματικές.
Όταν αυτές ικανοποιούνται, έστω κι αν όλες οι άλλες όχι, υπάρχει ειρήνη. Όταν όμως, οι πνευματικές ανάγκες δεν ικανοποιούνται, τότε δεν υπάρχει ειρήνη, έστω κι αν οι άλλες ικανοποιούνται απόλυτα. Γι’ αυτό ακριβώς οι πνευματικές ανάγκες αποτελούν εκείνο το ένα και μοναδικό που χρειάζεται (Λουκ. 10:42).
Οι πνευματικές ανάγκες, όταν εκπληρώνονται, διδάσκουν τον άνθρωπο να εναρμονίζει μ’ αυτές την ικανοποίηση όλων των άλλων αναγκών, έτσι ώστε οι διανοητικές και οι σωματικές ανάγκες όχι μόνο να μην παρεμποδίζουν την πνευματική ζωή, αλλά και να την υποβοηθούν. Μ΄ αυτόν τον τρόπο επικρατεί πλήρης αρμονία σ’ όλες τις κινήσεις της ψυχής και τις εκδηλώσεις της ζωής του ανθρώπου, αρμονία σκέψεων, συναισθημάτων, επιθυμιών, ενασχολήσεων, σχέσεων, απολαύσεων. Να ο παράδεισος!
Απεναντίας, όταν δεν ικανοποιείται το πνεύμα, όταν λησμονείται αυτό το ένα και μοναδικό που χρειάζεται, τότε η αρμονία ανατρέπεται. Κάθε διανοητική και σωματική ανάγκη, αυτονομημένη πια, απαιτεί πιεστικά την ικανοποίηση της. Και όλες μαζί, με τις κραυγές τους και με την αναταραχή που προξενούν στην ψυχή – σαν την οχλοβοή μιας πολυσύχναστης αγοράς – ξεκουφαίνουν τον ταλαίπωρο άνθρωπο, που τρέχει εδώ κι εκεί σαν αλλοπαρμένος, προσπαθώντας να τις ικανοποιήσει.
Αλλά δεν έχει ποτέ ειρήνη, γιατί, όταν ικανοποιήσει μιαν ανάγκη, απαιτούν την ικανοποίηση τους και οι άλλες, ζηλεύοντας, θαρρείς, την ανάγκη που ικανοποιήθηκε. Είναι σαν τα μικρά παιδιά: Όταν μια μητέρα ταΐζει το ένα της παιδί, τα υπόλοιπα, ζηλεύοντας, ζητούν με κλάματα να τα ταΐσει κι αυτά. Να γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος έχει μέσα του τόση ταραχή, τόση ανησυχία, τόση σύγχυση.
Να γιατί δεν ικανοποιείται ποτέ. Να γιατί έχει πάντα δυσκολίες. Ψάχνεται και θέλει να κάνει κάτι για τον εαυτό του, αλλά δεν ξέρει από που ν’ αρχίσει. Έτσι, μπερδεμένος και αμήχανος, τριγυρνάει πέρα-δώθε. Τι κενότητα, τι ξεπεσμός της ψυχής!
Το ερώτημα, λοιπόν, “Πώς πρέπει να ζει κανείς;”, πρέπει να διατυπωθεί αλλιώς: Τι πρέπει να γίνει, ώστε η πνευματική πλευρά να κυριαρχήσει μέσα μας και, κατευθύνοντας τα πάντα, να βάλει τη ζωή μας σε τάξη;
Το ερώτημα αυτό, βέβαια, θα ήταν άσκοπο, αν η ζωή μας εξελισσόταν φυσιολογικά. Γιατί τόσο οι σωματικές όσο και οι διανοητικές ανάγκες του ανθρώπου είναι φυσικές, όπως ακριβώς και οι πνευματικές. Αυτή καθ’ εαυτή η ικανοποίηση τους, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργήσει αναστάτωση, ταραχή και σύγχυση στη ζωή μας, όπως δεν δημιουργεί και η ικανοποίηση των πνευματικών αναγκών. Όταν όλες αναπτύσσονται και ικανοποιούνται αρμονικά, σε μια φυσική αλληλοϋποταγή, τότε η ανθρώπινη ζωή εξελίσσεται ομαλά.
Φύτεψε ένα σπόρο, πότισε τον διατήρησε τον στη σωστή θερμοκρασία, και να! Θα πετάξει πρώτα ένα βλαστάρι, ύστερα φύλλα, και τελικά ένα ωραίο λουλούδι. Έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει και με τον άνθρωπο. Αν αφήσει τον εαυτό του ανοιχτό στη φυσική τάξη, γίνεται ένα εξαίσιο πρόσωπο. Γιατί όμως, δεν βλέπουμε αυτή την εξαισιότητα σ’ εμάς ή στους άλλους; Πώς διαστρέφεται η ζωή μας;
Θυμήσου πως ένιωθες, όταν βυθίστηκες για λίγο μέσα σ’ εκείνη τη δίνη της γεμάτης ταραχή ζωής. Πραγματικά, δοκίμασες μεγάλη εσωτερική σύγχυση. Αν αυτό γινόταν κάμποσες φορές ακόμα, αν δεν έπαιρνες κάποιες προφυλάξεις, η δίνη εκείνη θα σε κατάπινε. Και τότε θα ζούσες μια ζωή μάταιη, τότε θα είχες χάσει τη ζωή του πνεύματος. Αν μάλιστα, είχες οικειοποιηθεί απόλυτα την κατάσταση της ταραχής και της συγχύσεως των κοσμικών ανθρώπων, δεν θα μπορούσες ν’ αντιληφθείς την πραγματικότητα, όπως την περιγράψαμε ως τώρα.
Καθοριστική για την αντιληπτική σου ικανότητα είναι η ανατροφή που έχεις πάρει από τους ευσεβείς γονείς σου. Άλλοι, μεγαλώνοντας μέσα σε οικογένειες δίχως ευσέβεια, σε οικογένειες όπου βασιλεύει η ταραχή και η σύγχυση, οικειοποιούνται αυτή την κατάσταση από τη νηπιακή τους ηλικία και τη θεωρούν φυσική, μολονότι δεν είναι.
Πώς επικράτησε, όμως, η σύγχυση, η ταραχή, η αναστάτωση ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί υπάρχει στις οικογένειες και στην κοινωνία; Είναι απλό: Ότι υπάρχει έξω από τον άνθρωπο, είναι εκδήλωση εκείνου που υπάρχει μέσα του. Από τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, η σύγχυση και η ταραχή περνούν στην οικογένεια και στην κοινωνία. Στη συνέχεια το εξωτερικό επιστρέφει στο εσωτερικό ότι έχει πάρει απ’ αυτό. Κι έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Τώρα, όμως, θα με ρωτήσεις: Πώς εισχώρησαν στον άνθρωπο η σύγχυση και ή ταραχή; Θα έλεγα πως η εξωτερική ταραχή επηρεάζει τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και αναπαράγεται εκεί. Η ανθρώπινη ψυχή, βλέπεις, έχει ήδη μέσα της τα σπέρματα της ταραχής και τη σχετική προδιάθεση.
Κι εσύ, λοιπόν, καθώς ομολόγησες, ήσουν ταραγμένη και δεν μπορούσες να βρεις ειρήνη. Γιατί; Δεν σου το είπα τότε, γιατί δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα σου το πω τώρα. Για δυο μέρες η ταραχώδης κοσμική ζωή σε είχε συνεπάρει. Η καρδιά σου ανταποκρινόταν θετικά, αν όχι σε όλα όσα έκανες, πάντως σε πολλά. Απ’ αυτή την ανταπόκριση, απ’ αυτή την εσωτερική αποδοχή της κοσμικής ζωής ήταν που γεννήθηκε στην ψυχή σου εκείνη η ταραχή.
Όταν συνήλθες, διαπίστωσες ότι κάτι είχε αλλάξει μέσα σου. Η συνείδησή σου σε πληροφόρησε πως η αλλαγή είχε προκληθεί από σένα την ίδια και πως ήταν άτοπη. Έτσι άρχισε να σε ελέγχει και να σε καταδικάζει. Ευτυχώς, αφουγκράστηκες τη φωνή της και την πήρες στα σοβαρά. Έτσι, εξέτασες προσεκτικά και αξιολόγησες σωστά την κοσμική ζωή.
Τώρα πια, λοιπόν, αν συμβεί να ξαναβρεθείς σε παρόμοιο περιβάλλον και αν, όπως σου έχω πει, φυλάξεις την καρδιά σου, ώστε να μην παρασυρθεί από τις εμπαθείς επιθυμίες της, τότε και αυτή θ’ αρχίσει ν’ απομακρύνεται από τα πράγματα που την ελκύουν, και εσύ δεν θα ξαναδοκιμάσεις την οδύνη που δοκίμασες.
Πώς όμως, παρουσιάστηκε ξαφνικά σ’ εσένα, που έζησες ως τώρα μέσα στην τάξη και την ηρεμία, μια αρέσκεια για την αταξία και την ταραχή; Συλλογίσου το, και θα διαπιστώσεις ότι αυτή η αρέσκεια υπήρχε από πριν μέσα σου, αλλά ήταν κρυμμένη. Τώρα εκδηλώθηκε. Οι εξωτερικές επιδράσεις δεν δημιουργούν κάτι νέο, απλά ενεργοποιούν και αποκαλύπτουν ότι ήδη υπάρχει μέσα μας.
Θα σου πω ένα παράδειγμα: Έχω δει λεπρούς. Τα παιδιά τους γεννιούνται υγιή και φαίνονται φυσιολογικά. Μεγαλώνουν και αναπτύσσονται ως υγιή. Έρχεται, όμως, κάποια μέρα που εκδηλώνεται και σ’ αυτά ή λέπρα. Και σιγά-σιγά γίνονται σαν τους γονείς τους και όλους τους άλλους λεπρούς. Από που προήλθε ή λέπρα; Από μέσα τους! Και πως μπήκε μέσα τους; Δεν μπήκε. Την είχαν από τη γέννηση τους.
Εύκολα τώρα μπορείς να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι, αν κυριευόμαστε από ταραχή και σύγχυση στους λογισμούς, στα συναισθήματα, στις επιθυμίες, στις υποχρεώσεις, στις ενέργειες και αν στροβιλιζόμαστε μέσα στη δίνη τους, είναι γιατί τα σπέρματά τους έχουν εισχωρήσει στη φύση μας. Όταν, λοιπόν, αφήνουμε ανεξέλεγκτες τις δυνάμεις και τις ανάγκες μας, τότε δρουν ανεξέλεγκτα και τα σπέρματα αυτά, μας προξενούν ταραχή και γεμίζουν τη ζωή μας σύγχυση.
Από που προέρχονται, όμως, τα σπέρματα της ταραχής και της συγχύσεως; Για σκέψου το! Και σου λέω να το σκεφτείς, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να βρούμε ικανοποιητική απάντηση στο αναπάντητο ακόμα ερώτημά μας: Πώς πρέπει να ζει κανείς;
Όποιος θέλει να θεραπεύσει με επιτυχία μιαν ασθένεια, πρέπει να βρει την αιτία της. Διαφορετικά, η όποια θεραπευτική αγωγή δεν θα έχει επιτυχή εξέλιξη και κατάληξη.
Να με τι θ’ ασχοληθούμε, λοιπόν, στη συνέχεια.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ