Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Σχετικά με την ευλάβεια, τον φόβο Θεού, και την δοκιμή για την προσευχή. (Όσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

«Μπροστὰ στὸν βασιλιά ποιός μπορεῖ νὰ σταθεῖ χωρίς φόβο; Πολύ περισσότερο μάλιστα μπροστά στον Θεό! Στο Κίεβο, στὴ Λαύρα, ἦταν ἕνας ἀδελφὸς ποὺ ἔλεγε: «Προσέξτε μὴν ἀποκτήσετε μεγάλη οικειότητα μὲ τὸν Θεό». Το σημαντικὸ εἶναι ὁ φόβος Θεοῦ καὶ τὸ συντετριμμένο πνεῦμα. Ἡ θέρμη καὶ ἡ γλυκύτητα εἶναι καλὲς στὸ πνευματικό ζήτημα, δεν πρέπει ωστόσο βάσει αὐτῶν νὰ καθορίζουμε τὴν ἀξία τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Ἄλλωστε, ἡ προσευχὴ δὲν γίνεται γιὰ τὴ γλυκύτητα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχει χρέος νὰ ὑπηρετήσουμε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν Θεό. Ἡ γλυκύτητα εἶναι ἀναγκαῖο παρελκόμενο τῆς ἀληθινῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν Θεό.
Ἐπιπλέον, τὸ σημαντικό στὴν προσευχὴ εἶναι να στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ τόν νοῦ βουτηγμένο στην καρδιά, μὲ τὴν εὐλάβεια καὶ μὲ τὸν φόβο ποὺ φρονηματίζει, ποὺ ἀπωθεῖ ὁποιαδήποτε ἰδιοτροπία καὶ ἐμφυτεύει στὴν καρδιὰ τὴ γεμάτη πόνο ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Αὐτὰ τὰ συναισθήματα: ὁ φόβος Θεοῦ καὶ ἡ γεμάτη πόνο ἀγάπη ἢ ἀλλιῶς «ἡ συντετριμμένη καὶ τεταπεινωμένη καρδία» εἶναι τά βασικά χαρακτηριστικά της ἀληθινῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς καὶ ἡ δοκιμή για κάθε προσευχή. Σύμφωνα μέ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ὀφείλουμε νὰ κρίνουμε ἂν ἡ προσευχή μας ἀκολουθεῖ τὴν πρέπουσα τάξη ἢ ὄχι. Ὅταν αὐτὰ ὑπάρχουν, ἡ προσευχὴ εἶναι ἐντάξει. Ὅταν δὲν ὑπάρχουν, ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ἐντάξει καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε στη θέση ποὺ τῆς ἁρμόζει. Ἂν αὐτὰ ἀπουσιάζουν, ἡ γλυκύτητα καὶ ἡ θέρμη μπορεῖ νὰ γεννήσουν τὴν οἴηση, πράγμα τὸ ὁποῖο συνιστᾶ πνευματικὴ ἀλαζονεία καὶ τοῦτο μὲ τὴ σειρά του θὰ ἀποτελέσει ὀλέθρια πνευματικὴ πλάνη. Τότε ἡ γλυκύτητα καὶ ἡ θέρμη θὰ ἀπομακρυνθοῦν, θὰ ἀπομείνει μόνη ἡ θύμησή τους, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ θὰ συνεχίσει νὰ νομίζει ὅτι τίς ἔχει. Αὐτὸ νὰ φοβᾶστε καὶ νὰ ἀναθερμαίνετε περισσότερο τον φόβο Θεοῦ, τὴν ταπείνωση καὶ τὴ γεμάτη πόνο διάθεση νὰ «γείρετε» πρὸς τὸν Θεὸ ζώντας πάντα ὡς κατ' ἐνώπιόν Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ βασικό!»

 (Επιστολή 902, τόμος 5, σελ. 176. Ἐπιστολὴ 291. τόμος 2, σελ. 145-156)



Ο Άγιος Θεοφάνης ξεκινά από τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Η οικειότητα με τον Θεό δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μια επιπόλαιη εξοικείωση, σαν να έχουμε απέναντί μας κάποιον με τον οποίο μπορούμε να συμπεριφερόμαστε όπως θέλουμε. Ο Θεός είναι Πατέρας, αλλά είναι και Θεός και ακριβώς επειδή είναι Θεός, η προσέγγισή Του χρειάζεται ευλάβεια, φόβο Θεού και συναίσθηση της δικής μας αναξιότητας.
Η πνευματική ζωή δεν μετριέται από το πόσο όμορφα αισθανόμαστε μέσα στην προσευχή. Ο άνθρωπος μπορεί να προσεύχεται και να αισθάνεται θέρμη, γλυκύτητα, συγκίνηση, εσωτερική ανάταση και αυτό δεν είναι κάτι κακό. Ο Άγιος Θεοφάνης όμως προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να τα κάνουμε μέτρο της πνευματικής μας κατάστασης γιατί τότε υπάρχει ένας μεγάλος κίνδυνος: να αρχίσουμε να θεωρούμε ότι επειδή αισθανόμαστε κάτι ευχάριστο στην προσευχή, σημαίνει και ότι προοδεύουμε πνευματικά. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου μπορεί να αρχίσει η πλάνη. 
Η προσευχή δεν γίνεται για να αισθανθούμε ωραία. Δεν στεκόμαστε ενώπιον του Θεού για να αναζητήσουμε μια πνευματική «εμπειρία». Προσευχόμαστε πρώτα απ' όλα επειδή είμαστε οφειλέτες απέναντι στον Θεό και έχουμε χρέος να Τον υπηρετούμε. Επομένως, ακόμη και όταν δεν υπάρχει καμία γλυκύτητα, καμία ιδιαίτερη συγκίνηση και καμία εσωτερική «αίσθηση», ο άνθρωπος συνεχίζει να προσεύχεται και αυτό είναι πολύ πιο σημαντικό απ' όσο νομίζουμε γιατί είναι εύκολο να προσεύχεσαι όταν αισθάνεσαι μέσα σου θέρμη. Το δύσκολο είναι να γονατίσεις και να προσευχηθείς όταν η καρδιά σου είναι στεγνή, ο νους σου διασκορπισμένος και δεν αισθάνεσαι απολύτως τίποτε. Εκεί φαίνεται αν ο άνθρωπος αναζητά πραγματικά τον Θεό ή αν αναζητά κυρίως το ευχάριστο συναίσθημα που του δημιουργεί η προσευχή. Ο Άγιος Θεοφάνης, επομένως, μεταφέρει το βάρος από το συναίσθημα στη στάση της καρδιάς.
Το βασικό δεν είναι να αισθάνομαι κάτι. Το βασικό είναι πού βρίσκεται ο νους μου και πώς στέκομαι ενώπιον του Θεού. Ο νους πρέπει να κατέβει στην καρδιά και ο άνθρωπος να σταθεί ενώπιον του Θεού με ευλάβεια, φόβο και συντριβή. Ο φόβος Θεού δεν παρουσιάζεται ως κάτι αρνητικό ή ως ένας φόβος πανικού. Είναι φόβος που φρονηματίζει τον άνθρωπο, που τον συγκρατεί από την αυθαιρεσία, από την ιδιοτροπία, από την υπερηφάνεια. Είναι αυτός που του θυμίζει διαρκώς ενώπιον τίνος βρίσκεται γι' αυτό ο Άγιος συνδέει τον φόβο Θεού με τη συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδιά και αυτό είναι το πραγματικό κριτήριο της προσευχής.
Ο λόγος του Αγίου γίνεται ιδιαίτερα αυστηρός όταν λέει ουσιαστικά ότι ακόμη και κάτι που φαίνεται πνευματικά καλό μπορεί να γίνει αφορμή πτώσεως, όταν δεν συνοδεύεται από ταπείνωση. Η γλυκύτητα και η θέρμη από μόνες τους δεν αποτελούν απόδειξη πνευματικής προόδου. Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος αρχίσει να τις θεωρεί απόδειξη της δικής του πνευματικής ανωτερότητας, τότε αυτό που θεωρούσε ευλογία μπορεί να μετατραπεί σε τροφή της οίησης και η οίηση δεν είναι κάτι μικρό διότι από εκεί μπορεί να περάσει κανείς στην πνευματική αλαζονεία και τελικά στην πνευματική πλάνη.
Το ακόμη πιο επικίνδυνο, όμως, είναι αυτό που επισημαίνει στη συνέχεια ο Άγιος: μπορεί η γλυκύτητα να έχει ήδη φύγει, να έχει μείνει μόνο η ανάμνησή της, αλλά ο άνθρωπος να εξακολουθεί να πιστεύει ότι την έχει. Δηλαδή, να μην έχει πλέον την πραγματικότητα, αλλά να έχει κρατήσει μέσα του την ιδέα ότι βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση και αυτός είναι ένας από τους πιο λεπτούς κινδύνους της πνευματικής ζωής: ο άνθρωπος μπορεί να εξαπατήσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Να νομίζει ότι προσεύχεται σωστά επειδή κάποτε αισθάνθηκε κάτι. Να θεωρεί ότι έχει πνευματική κατάσταση επειδή κάποτε γνώρισε μια εσωτερική γλυκύτητα. Να παίρνει μια παλαιότερη εμπειρία και να την κάνει μέτρο της σημερινής του καταστάσεως. Γι' αυτό ο Άγιος δεν λέει να κυνηγάμε περισσότερο τη γλυκύτητα αλλά το αντίθετο: να αναθερμαίνουμε τον φόβο του Θεού, την ταπείνωση και τη συντετριμμένη διάθεση της καρδιάς. Αυτό είναι το ασφαλές έδαφος. Να ζει ο άνθρωπος σαν να βρίσκεται πάντοτε ενώπιον του Θεού. Να μη θεωρεί ότι επειδή απέκτησε κάποια πνευματική εμπειρία, απέκτησε και βεβαιότητα για την πνευματική του κατάσταση. Να παραμένει προσεκτικός, ταπεινός και συντετριμμένος και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το κεντρικό μήνυμα του αποσπάσματος.
Ο Άγιος Θεοφάνης μας προειδοποιεί να μην μπερδέψουμε την πνευματική κατάσταση με το πνευματικό συναίσθημα. Το συναίσθημα μπορεί να υπάρχει και μπορεί να μην υπάρχει, να έρθει και μπορεί να φύγει ακόμη και να γίνει αφορμή υπερηφανείας. Η ταπείνωση όμως, ο φόβος Θεού και η συντριβή της καρδιάς είναι αυτά που κρατούν τον άνθρωπο στη σωστή θέση απέναντι στον Θεό. Γι' αυτό και το τελευταίο «Αὐτὸ εἶναι τὸ βασικό!» είναι ουσιαστικά το συμπέρασμα ολόκληρης της διδασκαλίας: Να φροντίζεις να στέκεσαι ενώπιόν Του με φόβο, ταπείνωση και συντριβή γιατί μπορεί κάποιος να έχει πολλή θέρμη και λίγη ταπείνωση, μπορεί να έχει πολλή γλυκύτητα και πολλή οίηση, ή μπορεί να έχει συγκίνηση, δάκρυα και εσωτερικές εμπειρίες, αλλά να μην έχει τη συντετριμμένη καρδιά που ζητά ο Θεός, ενώ ένας άλλος άνθρωπος να προσεύχεται χωρίς να αισθάνεται τίποτε ιδιαίτερο, αλλά να στέκεται ενώπιον του Θεού με φόβο, συναίσθηση της αναξιότητάς του και πραγματική ταπείνωση και αυτή είναι η διάκριση που θέλει να μας διδάξει ο Άγιος Θεοφάνης.

 

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ // Γράμματα σε μια ψυχή [15]

 

19. Η αιτία της εσωτερικής συγχύσεως και ταραχής βρίσκεται στο προπατορικό αμάρτημα. Η δυνατότητα θεραπείας του ανθρώπου από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος

Σε παρακίνησα να σκεφτείς από που μπορεί να προέρχονται τα σπέρματα της εσωτερικής συγχύσεως και ταραχής, και σου υποσχέθηκα να το συζητήσουμε. Είναι αλήθεια, όμως, πως ήδη γνωρίζεις την προέλευση τους. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να σκεφτείς, αλλά μόνο να θυμηθείς ποια είναι η σχετική πίστη μας.
Πιστεύουμε πως αυτά τα σπέρματα δεν τα έβαλε ο Δημιουργός μέσα στη φύση του ανθρώπου, όταν τον έπλασε. Μπήκαν αργότερα, μετά την πτώση των προπατόρων μας, που, με την παράβαση της εντολής, διέφθειραν και διέστρεψαν τη φύση μας. Έτσι διεφθαρμένη και διεστραμμένη τη μεταβίβασαν στους απογόνους τους, δηλαδή σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Έτσι διεφθαρμένη και διεστραμμένη, λοιπόν, έχει φτάσει μέχρι κι εμάς. Η μεταπτωτική αυτή κατάσταση της φύσεως μας αποτελεί την αιτία της εσωτερικής μας συγχύσεως και ταραχής. Απ’ αυτήν, πάλι, προκαλείται όλη η εξωτερική αναταραχή στην προσωπική ζωή κάθε ανθρώπου, στην οικογενειακή ζωή και στην κοινωνική ζωή.
Τα σπέρματα, λοιπόν της συγχύσεως και ταραχής, μολονότι υπάρχουν μέσα μας εκ γενετής, δεν είναι φυσικά. Δεν είναι συστατικά της φύσεως μας. Δεν μπορούμε να πούμε, δηλαδή, ότι ένας άνθρωπος που δεν τα έχει, δεν είναι άνθρωπος.
Απεναντίας, δίχως αυτά ο άνθρωπος γίνεται αληθινός άνθρωπος. Η κατάσταση της συγχύσεως και της ταραχής είναι η αρρώστια μας. Και μόνο όταν απαλλαγούμε απ’ αυτήν, γινόμαστε υγιείς, έτσι όπως πρέπει να είμαστε από τη φύση που μας έδωσε ο Δημιουργός.
Θυμάμαι την επιθυμία σου να βρεθείς ‘‘στο επίπεδο της ανθρώπινης αξίας”. Θεράπευσε την παραπάνω αρρώστια, που έχεις μέσα σου, και θα φτάσεις σ’ αυτό το επίπεδο.
Μην ξεχνάς πως η σύγχυση και η ταραχή είναι έμφυτες, όχι όμως και φυσικές. Δεν αποτελούν ουσιώδες μέρος της φύσεως μας. Επηρεάζουν, πάντως, τα ουσιώδη μέρη της, προκαλώντας διαταραχή στη λειτουργία του καθενός και στις αμοιβαίες σχέσεις τους. Αν η σύγχυση και η ταραχή ήταν φυσικές, η παρουσία τους δεν θα μας έκανε να υποφέρουμε και να βασανιζόμαστε, όπως συμβαίνει. Φυσικό είναι ότι ευφραίνει και αναπαύει την ψυχή, ενώ αφύσικο ότι την καταπιέζει και την κουράζει.
Από το άλλο μέρος, αν η σύγχυση και η ταραχή ήταν φυσιολογικές, τότε, όποιος ήταν απαλλαγμένος και καθαρός απ’ αυτές, δεν θα ήταν άνθρωπος. Ξέρουμε, ωστόσο, έναν Άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο Χριστό, που, μολονότι ήταν ολότελα καθαρός από σύγχυση και ταραχή, είχε τέλεια την ανθρώπινη φύση. Ξέρουμε, επίσης, ότι όποιος ντύνεται τον Χριστό, παίρνει απ’ Αυτόν τη δύναμη να καθαρίσει τον εαυτό του και να γίνει όμοιος του στην καθαρότητα.
Να θυμάσαι, επαναλαμβάνω, ότι η σύγχυση και η ταραχή είναι εγγενείς, όχι όμως και φυσικές• να το θυμάσαι και να το πιστεύεις ακλόνητα. Έτσι θα επιθυμήσεις σφοδρά και τη θεραπεία σου. Γιατί, αφού αυτή η κατάσταση δεν είναι φυσιολογική, τότε μπορείς να θεραπευθείς, φτάνει να το θέλεις. Και είναι δυνατό να μην το θέλεις; Υγιής και καθαρή η φύση μας είναι υπέροχη.
Οι ίδιοι οι άγγελοι την ατενίζουν με αγάπη και δέος. Δεν θα θέλαμε, λοιπόν, να τη δούμε κι εμείς έτσι; Αναμφίβολα, όλη η ευτυχία και η ευδαιμονία μας εξαρτάται από τη θεραπεία μας. Γιατί, όταν θα έχουμε απαλλαγεί πια απ’ αυτή την αρρώστια, τι άλλο θα μας στερήσει τη μακαριότητα;
Είπα πριν, πως, επειδή ή κατάσταση της ταραχής και της συγχύσεως δεν είναι φυσική, μπορεί κανείς να θεραπευθεί. Τώρα λέω, υποθετικά, το αντίθετο: Αν ήταν φυσική, δεν θα μπορούσε κανείς να θεραπευθεί, όσο σκληρά κι αν αγωνιζόταν. Πιστεύοντας κάτι τέτοιο, θα έχανες το θάρρος σου. “Έτσι είμαι και δεν μπορώ ν’ αλλάξω”, θα σκεφτόσουν και θα κυριευόσουν από την ολέθρια απόγνωση. Ολέθρια, ναι! Γιατί, όταν κυριεύσει τους ανθρώπους, τότε αυτοί παραδίνονται στην αμαρτία και εκτελούν κάθε λογής βρώμικη πράξη δίχως φραγμό.
Θα το ξαναπώ: Διατήρησε την πεποίθηση ότι η ταραχή μας δεν είναι φυσική. Μην ακούς εκείνους που λένε, “Είναι ανώφελο να το συζητάμε, γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι και δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε”. Δεν είμαστε φτιαγμένοι έτσι. Και, αν αγωνιστούμε, μπορούμε ν’ αλλάξουμε.
Στη συνέχεια θα εξετάσουμε πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ