Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Ο «Νασί» στον Ιεζεκιήλ, η Μεσσιανική Προσδοκία και ο Ναός. (5ο μέρος)

Εισαγωγικώς μπορούμε να πούμε, πως όχι μόνο οι σύγχρονοι, αλλά και οι παλαιότεροι ερμηνευτές‚''πάλεψαν''με τον δυσπρόσιτο και πολλάκις ασύνδετο χαρακτήρα του οράματος του ναού. Η έννοια της κανονικότητας και της συνοχής του έργου του Ιεζεκιήλ απασχόλησε πολύ τον ραββινικό Ιουδαϊσμό. Εντύπωση προκαλεί ότι συγκεκριμένα για το όραμα του ναού (Ιεζ 40-48) και για τα πρώτα τρία κεφάλαια του Ιεζεκιήλ, ο Ιερώνυμος αναφέρει έναν εβραϊκό κανονισμό, κατά τον οποίο όσοι ήταν κάτω των τριάντα ετών δεν επιτρεπόταν να τα διαβάζουν, λόγω του ‚επικίνδυνου χαρακτήρα των κεφαλαίων[1]. Τρεις φορές το Ταλμούδ αναφέρει την ιστορία του Ανανία του Εζεκία, ο οποίος έκαψε τριακόσια λίτρα ελαίου εργαζόμενος την νύχτα, προσπαθώντας να γεφυρώσει τις διαφορές ανάμεσα στην Τορά και στην ''Νέα Τορά'' του Ιεζεκιήλ[2]. Στο b. Menahot 46a αναφέρεται πως μόνο όταν έλθει ο Ηλίας στην μεσσιανική εποχή[3] θα εξηγηθούν οι ασυμφωνίες. Οι ραββίνοι προβληματίζονταν με το περιεχόμενο, χωρίς όμως να αμφισβητήσουν την ιερότητα του κείμενου[4]. Παρόλη την αναφορά του Ιώσηπου για δύο βιβλία του Ιεζεκιήλ,[5] η ραββινική παράδοση δεν απέρριπτε την ενότητα του προφητικού βιβλίου.[6]
Εξ αρχής δίνεται χρονικός προσδιορισμός, και ακριβής μάλιστα, της οραματικής εμπειρίας του προφήτη. Σην δέκατη ημέρα του πρώτου μήνα, εικοσιπέντε χρόνια μετά την εξορία του Ιωαχίν, και δεκατέσσερα χρόνια μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ (40,1). Ο αριθμός εικοσιπέντε δεν είναι τυχαίος, και έχει να κάνει με τα πολλαπλάσια του αριθμού εικοσιπέντε που κατακλύζουν τις μετρήσεις στο όραμα του ναού. O αριθμός αυτός συνδέεται με την μέση του Ιωβηλαίου, και προμηνύει την απελευθέρωση του Ισραήλ από την βαβυλώνια αιχμαλωσία. Το όραμα απέχει χρονικά από όσα περιγράφονται στα πρότερα κεφάλαια τουλάχιστον μια δεκαετία.[7] Η ημερομηνία, η δέκατη ημέρα του πρώτου μήνα, συνδέεται πάλι με μια απελευθέρωση, σύμφωνα με το (Εξ 12,2), όταν ο Ισραήλ γιόρταζε την αρχή του έτους την Έξοδο από την σκλαβιά της Αιγύπτου.
Ισχυροί δεσμοί συνδέουν το τελικό όραμα του ναού με το κεφ. 20. Η ανανέωση της διαθήκης και η αποκατάσταση των εξόριστων στην γη του Ισραήλ (20,37-38), και η υπόσχεση του Γιαχβέ για την μελλοντική βασιλεία του στον Ισραήλ (20,33) αντανακλά στο (43,7) όπου επιστρέφει η Δόξα Γιαχβέ και απεικονίζεται ένθρονη, έτσι ώστε προκηρύσσεται η αιώνια βασιλεία του. Όλη η ενότητα 40-48 εκπληρώνει την προαναγγελία του Γιαχβέ στο (37,26-28) για επιστροφή και μόνιμη κατοικία του στον ναό του ανάμεσα στον λαό. Δεν εκπλήσσει ότι στον Πάπυρο 967 το τελικό όραμα του ναού τοποθετείται ακριβώς μετά το κεφ. 37.[8] Τα δε κεφάλαια 38 και 39 με την ήττα των Γωγ και Μαγώγ, δείχνουν την ήττα των αντιπάλων του Γιαχβέ και προλειαίνουν την έλευση του τελικού οράματος της αποκατάστασης.
Σο όραμα του ουράνιου ναού είναι η αποκορύφωση του βιβλίου του Ιεζεκιήλ, και έρχεται μετά τις υποσχέσεις για αποκατάσταση των κεφαλαίων 37-39. Ο ναός είναι τόπος λατρείας, θυσίας και τόπος της θεϊκής παρουσίας, ενώ η λειτουργία της περιγραφής του νέου ναού είναι απαραίτητη. Όσον αφορά τις παλαιοδιαθηκικές παραδόσεις, είναι πιθανόν να υπάρχει ως υπόβαθρο του οράματος του Ιεζεκιήλ το όραμα του Ησαΐα στον ναό (Ησ κεφ. 6).[9] Η όλη συνάφεια των κεφαλαίων αυτών δείχνει ότι ο ναός είναι μια εσχατολογική πραγματικότητα. Οι προφητείες αποκατάστασης του Ισραήλ (Ιεζ 21-29∙ 34) και το όραμα του ναού ανήκουν στην παράδοση της αποκατάστασης της Σιών που έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην αιχμαλωσιακή προφητεία (βλ. Ησ 31,19∙ 39).



[1] Βλ. S. S. Tuell, The Law of the Temple in Ezekiel 40-48, εκδ. Scolars Press, Harvard University, 1992, σελ. 2.

[2] Βλ. The Babylonian Talmud, Seder Moed, vol. i, b. Shabbat 13b, σελ. 54-56, Seder Moed, vol. iv, b. Hagigah 13a, σελ. 73-78, Seder Kodashim, vol. i, b. Menahot 45a-46a, σελ. 269-279, εκδ. Sochino Press, London 1935-1961.

[3] Για τις αντιλήψεις περί Μεσσία στο Ταλμούδ βλ. σχετικά: Κ. Ζάρρα, Ταλμούδ, εκδ. Έννοια, Αθήνα 2015, σελ. 294-300 και A. Cohen, Le Talmud, εκδ. Payot, Paris 1991, σελ. 413-424.

[4] The Babylonian Talmud, Seder Nezikin, vol. ii, b. Baba Bathra 14b-15a, σελ. 69-74..

[5] Βλ. Ιώσηπος, Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 10.5.1

[6] Βλ. S. S. Tuell, The Law of the Temple in Ezekiel 40-48, εκδ. Scolars Press, Harvard University, 1992, σελ.2.

[7] Βλ. D. I. Block, The Book of Ezekiel, σελ. 495.

[8] Ο.π. σελ. 498.

[9] Βλ. Α. Gunnel, Ecstatic Prophecy in the Old Testament, Scripta Instituti Donneriani Aboensis, Vol 11, εκδ. Nils, Holm 1982, σελ. 191.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ






Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ (3)

«Κατά το μέτρο της έλλειψης υπάρχει και ο φόβος· γιατί εκείνος που είναι χωρίς φόβο έχει γεμίσει από αγάπη»[1], διδάσκει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης. Αὐτό ἔχει ἐφαρμογή στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον: ὅποιος ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του δέν τόν φοβᾶται πλέον. Ἀφορᾶ ὅμως ουσιαστικότερα την πρός τόν Θεό ἀγάπη πού ἀποκλείει όλες τις μορφές τοῦ ἐγκόσμιου φόβου καί ἰδιαίτερα τό φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση[2]. Μέσω τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος δέχεται «κάποια δύναμιν πεποιθήσεως», πού νικά κάθε φόβο[3]. Ενώνεται μ ̓ Αὐτόν στόν Ὁποῖο ὑποτάσσονται τα πάντα καί τίποτε δέν μπορεῖ νά τόν βλάψει[4]. Από τώρα και στο ἑξῆς, μέ τήν ἀγάπη, ὁ ἄνθρωπος ζεῖ, σε στενή σχέση μέ τό Θεό, ἀπομακρυσμένος ἀπ' ὅλα τά γήϊνα, τά ἐξωτερικά ἤ τά ἐσωτερικά, – πού μπορεῖ νά ὑποδαυλίσουν τό φόβο –, καί ἀπολαμβάνει τά πνευματικά ἀγαθά, τά ὁποῖα δέν εἶναι δυνατόν νά τοῦ τά λεηλατήσει ἤ νά τοῦ ἀφαρπάσει κάποιος. Ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος παρατηρεῖ: «Όσο βρίσκεσαι μαζί με τους ανθρώπους, να περιμένεις θλίψεις και κινδύνους και επιθέσεις από τους νοητούς ανέμους· όταν όμως φτάσεις σε εκείνα που σου έχουν ετοιμαστεί, τότε θα είσαι άφοβος.[5]».
Πρέπει νά ὑπογραμμιστεῖ ὡστόσο, ὅτι ἂν ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά τείνει στη θεραπεία του πάθους τοῦ φόβου, δέν πρέπει πάντως ν' ἀπορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «δεν είναι κάθε φόβος πάθος»[6]. Υπάρχει ὁ ἐνάρετος φόβος, τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἔδωσε στόν ἄνθρωπο, ὡς μέσο σωτηρίας, καί τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες ὀνομάζουν γιά τό λόγο τοῦτο «σωτήριον φόβον» χρησιμοποιοῦν ἀκόμη καί ἄλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ὁ συγκεκριμένος φόβος συνιστά αὐτό πού ἡ ἀσκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θεοὔ». Ὁ φόβος-πάθος πρέπει νά ἐξαφανίζεται καί νά παραχωρεῖ τή θέση του στόν ἐνάρετο φόβο. Καί οἱ δύο μορφές του θεμελιώνονται πραγματικά στήν ἴδια φυσική τάση του ἀνθρώπου να φοβάται[7]. Στην πρώτη περίπτωση ὅμως ἀναφέρεται σ' αὐτό τόν κόσμο, ἀντί ν' ἀναφέρεται στο Θεό, σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τῆς ἴδια τῆς φύσης του. Εναπόκειται στόν ἄνθρωπο νά τή μεταστρέψει καί νά τήν κατευθύνει καί πάλι πρός τό Θεό. Οἱ δύο φόβοι ἀποκλείουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἐπειδή θεμελιώνονται στήν ἴδια ροπή: Ο φόβος-πάθος ἀποβάλλει το φόβο του Θεοῦ καί ὁ τελευταῖος, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τόν ἀποκτᾶ, ἀποβάλλει τον πρώτο. Να γιατί ἕνα ἀπό τά κύρια φάρμακα τοῦ φόβου πάθους εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ πού, ὅταν βαθμιαῖα αὐξάνει στόν ἄνθρωπο, περιορίζει τό πάθος καταλαμβάνοντας τή θέση του. Ἔτσι ὁ Σειράχ διαπιστώνει: «Ἐκεῖνος ποὺ φοβεῖται τὸν Κύριον, δὲν θὰ φοβηθῇ τίποτε ἄλλο καὶ δὲν θὰ δειλιάσῃ πρὸ οὐδενός, διότι αὐτὸς οὗτος ὁ Κύριος εἶναι ἡ ἐλπίς του.» (Σοφ. Σειρ. 34,14). Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης [Σημ.: Στή συνάφεια αὐτή, χαρακτηρίζει ὡς «ἄφοβον φόβον» τήν «τελείαν τοῦ θανάτου αἴσθησιν», πού ἐκτοπίζει κάθε ἄλλο φόβο ἀπό τόν ἄνθρωπο], ὑπενθυμίζοντας το φόβο τοῦ Θεοῦ γράφει ὅτι ὁ φόβος τοῦτος ἀποβάλλει κάθε ἄλλο φόβο[8]. Ὁ ἴδιος παρατηρεῖ ἐπιπλέον: «Όποιος έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθεί μόνο τον δικό του Δεσπότη· ενώ εκείνος που δεν τον φοβάται ακόμη, πολλές φορές φοβάται και τη σκιά του.[9]». Ὁ Ἀββᾶς Σεραπίων ἐπισημαίνει ὅτι «Ο άνθρωπος, αν προσέχει ενώπιον του Θεού με φόβο κάθε ώρα, τίποτε από τον εχθρό δεν μπορεί να τον εκφοβίσει.[10]». Από την πλευρά του ὁ Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος διαπιστώνει: «Αυτός που φοβάται τον Θεό δεν φοβάται τις ορδές των δαιμόνων ούτε τις ασθενικές επιθέσεις τους, αλλά ούτε και τις κακές απειλές των ανθρώπων.[11]».
Ο φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατόν να θεωρηθεί θεμελιώδης ἀρετή ἀπό πολλές ἐπόψεις. Στήν Ἁγία Γραφή συναντάμε συχνές νύξεις γιά τήν ἀρετή αυτή[12]· οἱ Πατέρες πάλι παρουσιάζουν ὡς προϋπόθεση σωτηρίας τό νά τή διαθέτει ὁ ἄνθρωπος[13]. Ὁ Ἅγιος Κασσιανός γράφει ὅτι ἀρχή τῆς σωτηρίας μας καί τῆς σοφίας μας ἀποτελεῖ, σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή, «ὁ φόβος τοῦ Κυρίου»[14]. Καί ὁ Ἅγιος Βαρσανούφιος ἀναφέρει: «Εάν δεν φανερώσουμε με έργα τη μνήμη του φόβου του Θεού και την κατάνυξη που προέρχεται από αυτήν, κατακρινόμαστε.[15]». Ἀπό τήν πλευρά του, ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ βεβαιώνει: «Αρχή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ»[16].

 


[1]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 30, 10.

[2] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.

[3] Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.

[4] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστολή, 137.

[5] . ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 8.

[6] ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματεῖς, 2, 8, 40.1.

[7] Στοιχεῖο πού ἐπιτρέπει σε πολλούς Πατέρες να συμβουλεύουν: «Φοβηθῶμεν τόν Κύριον ὡς τά θηρία». Ἡ διατύπωση αυτή χρησιμοποιεῖται ἰδιαί τερα από δύο ἀπό τούς μεγαλύτερους δασκάλους τῆς ἄσκησης: τούς Ἁγίους Μακάριο Αἰγύπτιο (ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογαί διάφοροι, Αἰθίοπες Πατέρες 417) καί Ἰωάννη Σιναΐτη (Κλίμαξ, 1, 27). Βλ. ἐπίσης: ΑΠΟΦΘΕΓ ΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, ελληνική συλλογή, XV, 127.

[8] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 6, 11. Πρβλ. 16.

[9]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 20, 10. Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 100.

[10] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Σεραπίων, 3.

[11]  ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κεφάλαια διάφορα, 1, 68. Πρβλ. 69.

[12]  Γιά τήν Καινή Διαθήκη, βλ.: Λουκ. 18,2.4 23,40. Πράξ. 9,31· 10,2.22- 13,16.26. Ρωμ. 3,18. Β ́ Κορ. 5,117,1. Ἐφεσ. 5,21. Φιλιπ. 2,12. Α ́ Πέτρ. 1,17 2,17. Αποκ. 14,7 15,4 19,5.

[13] Βλ. για παράδειγμα, ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλ λογή, Εὐπρέπιος, 6.

[14] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 4, 43.

[15] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 397.

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (2)

Οἱ Πατέρες υπογραμμίζουν ὅτι ἡ αἰτία τῆς λύπης ἐντοπίζεται μόνο μέσα σ' ἐμᾶς τούς ἴδιους· δέν τή συναντάμε σ' αὐτούς μέ τούς ὁποίους ἔχουμε ἐξοργιστεῖ καί σ' ὅσους διατηροῦμε μνησικακία οὔτε τή βρίσκουμε σ' αὐτούς πού μᾶς ἔχουν προσβάλει. Επομένως στην περίπτωση τούτη, δεν ἀποτελεῖ ἱκανοποιητική θεραπευτική ή διακοπή κάθε σχέσης μέ τά ἀφορώμενα πρόσωπα. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός γράφει ὅτι ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός τῶν πάντων, Αὐτός πού γνωρίζει καλύτερα ἀπ' ὅλους πώς να θεραπεύσει το πλάσμα του, ξέρει ὅτι ἡ ρίζα καί ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτιῶν μας δέ βρίσκεται στα πράγματα αλλά σέ μᾶς τούς ἴδιους· ὁ Θεός λοιπόν δέν ἐντέλλεται νά ἐγκαταλείψουμε τη συναναστροφή με τους ἀδελφούς μας οὔτε ν' ἀποφεύγουμε ὅσους ἔχουμε ζημιώσει ή βλάψει ἤ ἐκείνους ἀπό τούς ὁποίους, πιστεύουμε ὅτι, ἔχουμε ἀδικηθεί[1]. Στην περίπτωση αυτή, ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν ἄλλον ἐπιτρέπει, ἀντίθετα, την ταχύτερη θεραπεία σε σύγκριση μέ τήν ἀπομόνωση. Αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ἀποτελεῖ γιά τόν ἄνθρωπο μιά δοκιμασία πού τόν φέρνει ἀντιμέτωπο μέ τίς δυσκολίες που προέρχονται ἀπό τή λύπη που νιώθει· ἔτσι ἡ συναναστροφή τοῦ ἐπιτρέπει να θεραπεύεται ευκολότερα καί ταχύτερα. Μ' ἄλλα λόγια, ὁ κίνδυνος θά ἦταν να γίνουν οἱ δυσκολίες τοῦτες λιγότερο ή περισσότερο ἀνεπίγνωστες καίτοι παραμένουν ενεργές και διατηροῦν τόν ἄνθρωπο βυθισμένο στη λύπη. Από τήν ἄλλη πλευρά γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀνάμνηση τῶν ὕβρεων, οἱ προσβολές, ἡ μνησικακία και γενικά ὅλα τά επακόλουθα τῆς ὀργῆς δέν ἐμφανίζουν την τάση να κοπάζουν αυτόματα αντίθετα τείνουν ν' ἀναπτύσσονται ὑπόγεια, νά ἐνισχύονται μέ τήν κυρίαρχη επίδραση τῆς φαντασίας καί νά διαχέονται ὡς δηλητήριο που δηλητηριάζει βαθμιαῖα ὅλη τήν ψυχή. Καί πάλι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός ἀναφέρει ὅτι ἡ λύπη ἀνήκει σ' ἐκεῖνα τά πάθη πού γιατρεμένα μέ τή νοερά προσευχή τῆς καρδίας καί τήν ἐκτενή νήψη, θεραπεύονται ἐπίσης μέ τή συναναστροφή τῶν ἀδελφῶν καί τή συνεχή πρόκληση από μέρους τους: ὅσο συχνότερα ἐκδηλώνονται οἱ ἐνοχλήσεις αὐτές καί μᾶς κατηγοροῦν, τόσο ταχύτερα καταφέρνουμε να θεραπευτοῦμε ἀπό αὐτές[2]. Ἀλλοῦ πάλι παρατηρεί ότι για τα πάθη αυτά η κοινωνία (Σ.τ.μ.: Μέ τό νόημα τῆς συναναστροφής, της επικοινωνίας] δέ βλάπτει· ἀντίθετα προσφέρει τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα σε όποιον ἐπιθυμεῖ πραγματικά να επανορθώσει. Ἀπογυμνώνονται με τις σχέσεις και τις δοσοληψίες των ἀνθρώπων· καί μέσω αὐτῶν πάλι, τα πάθη που εκδηλώνοντας συχνότερα με διάφορες αφορμές, τά ἴδια ἐπιτρέπουν και την ταχύτερη θεραπεία[3].
Στη συγκεκριμένη προοπτική, οἱ Πατέρες παραγγέλλουν ὄχι μόνο νά μή διακείμεθα ἐχθρικά πρός ὅποιον μᾶς ἀδικεῖ, ἀλλά νά τόν θεωροῦμε ὡς εὐεργέτη, ὡς ἰατρό που (ἀπ)εργάζεται τή θεραπεία τῆς ψυχῆς μας, καί νά τόν εὐχαριστοῦμε. Ἄν ἕνας ἀδελφός σου σε προσβάλει ή σε θλίψει μ' άλλο τρόπο, λέγει ἕνας Γέροντας[4], να προσεύχεσαι γι' αὐτόν ὅπως ἔχουν πεῖ οἱ Πατέρες, μέ τή σκέψη ὅτι σου παρέχει μεγάλες εὐεργεσίες καί ὅτι εἶναι ἰατρός πού σε θεραπεύει ἀπό τή φιληδονία. Καί ἕνας ἄλλος συμβουλεύει, ὅτι ἂν κάποιος διατηρεῖ ἀνάμνηση ἑνός προσώπου πού τόν ἔθλιψε, τόν ἀδίκησε ἤ τόν προσέβαλε, ὀφείλει νά τόν θυμᾶται ὡς κάποιο ἰατρό σταλμένο ἀπό τό Χριστό καί νά τόν θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη. Για τί ἄν λυπεῖσαι μέ τέτοια περιστατικά, ἡ ψυχή σου εἶναι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν πραγματικά ἄρρωστος δέ θά ὑπέφερες. Οφείλεις λοιπόν εὐχαριστίες στόν ἀδελφό, ἐπειδή χάρη σ' αὐτόν γνωρίζεις τήν ἀσθένειά σου πρέπει να προσεύχεσαι γι' αὐτόν καί νά δέχεσαι, ὅτι προέρχεται ἀπό αὐτόν, ὡς φάρμακα σταλμένα ἀπό τόν Κύριο. Ἄν, ἀντίθετα, θυμώνεις [Σ.τ.μ.: Λυπᾶσαι, στενοχωριέσαι] ἐναντίον του, εἶναι σά νά λεγες στόν Ἰησοῦ: “δέ θέλω να πάρω τα φάρμακά σου[5].
Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἔκβαση τῶν πραγμάτων, πρέπει να συγχωροῦμε τόν ὑβριστή μας, ν' ἀφήνουμε κάθε μνησικακία ἐναντίον του καί ἀντίθετα νά τοῦ δείχνουμε καλοσύνη και ἀγάπη. Ἔχουμε τη δυνατότητα, ἰδιαίτερα με την προσευχή γι' αὐτόν, να κάνουμε πράξη μια τέτοια στάση και να βάλουμε τέλος στη λύπη". Εξηγεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος: «Η λύπη είναι συνδεδεμένη με τη μνησικακία· όταν λοιπόν ο νους βλέπει μέσα του το πρόσωπο του αδελφού με λύπη, είναι φανερό ότι έχει μνησικακία εναντίον του»[6].
«Εάν εσύ κρατάς μνησικακία εναντίον κάποιου, να προσεύχεσαι γι’ αυτόν και έτσι σταματάς την κίνηση του πάθους, χωρίζοντας με την προσευχή τη λύπη από τη μνήμη του κακού που σου έκανε· και όταν γίνεις άνθρωπος γεμάτος αγάπη και φιλανθρωπία, εξαφανίζεις τελείως το πάθος από την ψυχή.[7]».
Αντί νά κατηγορεῖ τόν ὑβριστή του, θά ἦταν προτιμότερο ὁ ἀδικηθείς νά μέμφεται τόν ἑαυτό του: εἴτε παραδέχεται ὅτι «ἀξίζει» την προσβολή ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτητικῆς κατάστασής του εἴτε ἀναγνωρίζει ὅτι προκλήθηκε ἀπό ἕνα λόγο, μιά ἀνάγωγη στάση ἤ μία χειρονομία, τοῦ ἄλλου[8]. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης διδάσκει: «Πράγματι, αν κάποιος εξετάσει τον εαυτό του με φόβο Θεού, βρίσκει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με έργο είτε με λόγο είτε με τη στάση του.[9]».
3) Παράλληλα μέ τίς μορφές λύπης, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατόν να καθοριστεῖ ἡ αἰτία μέ ἀκρίβεια, εἴδαμε ὅτι ὑπάρχει καί ἡ «ἀναιτιολόγητη» λύπη: μπορεῖ νά ἐμφανίζεται στην ψυχή χωρίς συγκεκριμένο λόγο και στην πλειονότητα τῶν περιπτώσεων ὑποκινεῖται ἀπό δαιμονική παρέμβαση αμεσότερη σε σύγκριση μέ τίς ὑπόλοιπες μορφές λύπης. Τη συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι ἀδύνατο ν' ἀντιμετωπίσουμε μέ εἰδικό φάρμακο· ἁρμόζει νά ἐφαρμόσουμε μια γενικοῦ χαρακτήρα θεραπευτική: τήν ἴδια πού ἄλλωστε συμπληρώνει τις συγκεκριμένες μεθόδους θεραπείας ἀναφορικά μέ τίς μορφές λύπης πού μελετήσαμε προηγουμένως.
Γιά ὅποιον βρίσκεται ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς λύπης εἶναι σημαντικό νά μή ἀποσύρεται [Σ.τ.μ.: Νά μή κλείνεται] στον ἑαυτό του, γεγονός πού θά εὐνοοῦσε τήν παραπέρα ἀνάπτυξη τῆς νόσου· ἀντίθετα ἔχει σημασία ν' ἀνοίγεται, νά ἐξαγορεύεται τούς λογισμούς του σέ ἔμπειρους πνευματικούς και να συζητάει μαζί τους. Μ' αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπό τούς λογισμούς του και ν' ἀκούει λόγους παρακλητικούς [Σ.τ.μ. Παρηγορητικούς] πού θ ̓ ἀποτελέσουν γι' αὐτόν ἀναντικατάστατη βοήθεια.

 


[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 7.

[2]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 6, 3.

[3]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 5, 4. Πρβλ. 19, 6.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, 15, 136.

[5] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, 16, 17.

[6] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 89.

[7] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 90.

[8] Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ἐπιστολή, 7, 82.

[9] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 7, 82.




 (συνεχίζεται)


''ΑΝΤΙΦΩΤΟΜΑΧΙΚΑ'' Ν. ΛΟΓΑΔΗ (Η΄)


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ