Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Η τρελή αγάπη του Θεού'' (14)

 

Η Κρίση

Ο άγιος Παύλος μιλά για την ικανότητα να βλέπει κανείς «χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο» ως μία πρόγευση της Κρίσεως. Η Τελική Κρίση θα είναι όμως η πλήρης θέαση του ολοκληρωμένου ανθρώπου. Η Σιμόν Βέιλ παρατηρεί με βαθιά διορατικότητα: «Ο Πατέρας στους ουρανούς δεν κρίνει... τα ίδια τα δημιουργήματα κρίνουν τον εαυτό τους». Γι’ αυτό για τους μεγάλους μυστικούς η κρίση δεν είναι απειλή τιμωριών, αλλά αποκάλυψη του κόσμου, δηλαδή της θείας αγάπης. Ο Θεός παραμένει αιώνια ο Ίδιος, μέσα στην Αγάπη που Τον ορίζει. «Οι αμαρτωλοί της κολάσεως δεν στερούνται τη θεία αγάπη», λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος· από υποκειμενική άποψη, η ίδια αγάπη «γίνεται οδύνη στους καταδικασμένους και χαρά στους εκλεκτούς». Μετά την αποκάλυψη των εσχάτων, ο Χριστός δεν θα μπορεί παρά να αγαπηθεί· όμως η πνευματική αδράνεια και το κενό των ψυχών θα καταστήσουν ορισμένους ανίκανους να ανταποκριθούν στην αγάπη του Θεού, και από αυτό θα προέλθουν τα απερίγραπτα βάσανα της κολάσεως.
Το Ευαγγέλιο χρησιμοποιεί την εικόνα του χωρισμού των προβάτων από τα ερίφια. Όμως δεν υπάρχει κανένας τέλειος άγιος, όπως και σε κάθε αμαρτωλό υπάρχουν κάποιες έστω λάμψεις του αγαθού. Σύμφωνα με την προς Ρωμαίους Επιστολή, ο νόμος καταδικάζει συγχρόνως την αμαρτία και τον αμαρτωλό, διότι η απλή νίκη του επάνω στο κακό συνεπάγεται την καταστροφή του αμαρτωλού. Πάνω όμως στον Σταυρό ο Χριστός χώρισε την αμαρτία από τον αμαρτωλό· καταδίκασε και κατέστρεψε τη δύναμη της αμαρτίας, ενώ έσωσε τον αμαρτωλό.
Μέσα σε αυτό το φως, η έννοια της κρίσεως πνευματοποιείται, με την έννοια ότι δεν πραγματοποιεί πλέον μια διάκριση έξω από τον άνθρωπο, αλλά μέσα του. Στην περίπτωση αυτή ακόμη και ο «δεύτερος θάνατος» δεν αναφέρεται πλέον στα ανθρώπινα πρόσωπα, αλλά στα δαιμονικά στοιχεία που αυτά φέρουν μέσα τους. Αυτό είναι το αληθινό νόημα της εικόνας της «φωτιάς», η οποία δεν σημαίνει βασανισμό και τιμωρία, αλλά κάθαρση και θεραπεία.
Η ρομφαία του Θεού κατέρχεται στα βάθη του ανθρώπου, διαπιστώνει ότι το δώρο του Θεού δεν έγινε δεκτό και αποκαλύπτει το κενό που δημιουργήθηκε από την άρνηση της αγάπης, καθώς και τη τραγική δυσαναλογία ανάμεσα στον σκοπό της θείας κλήσεως και στην ανταπόκριση του ανθρώπου. Η πολυπλοκότητα της ανάμειξης καλού και κακού κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής —όπως περιγράφεται στην παραβολή του σίτου και των ζιζανίων (Ματθ. 13, 24-30)— καθιστά ανεπαρκή κάθε νομική έννοια και μας φέρνει ενώπιον του μεγάλου μυστηρίου της θείας Σοφίας, όπου η δικαιοσύνη και το έλεος συγκλίνουν. «Στο λυκόφως της ζωής μας θα κριθούμε για την αγάπη», δηλαδή ανάλογα με το μέτρο εκείνων που αγαπήσαμε επάνω στη γη.

Η Κάθοδος στον Άδη

Η ανθρώπινη συγκατάθεση (εκείνο το «γένοιτό μοι» που διακήρυξε η Παρθένος Μαρία εκ μέρους όλων) προϋποθέτει μια ελευθερία όμοια με εκείνη που φανερώνεται στη δημιουργική βούληση του Θεού. Για τον λόγο αυτό ο Θεός αποδέχεται να απορριφθεί, να μην αναγνωρισθεί και να εκδιωχθεί εξαιτίας της εξέγερσης του ίδιου Του του δημιουργήματος.
Πάνω στον Σταυρό ο Θεός πήρε το μέρος του ανθρώπου εναντίον του Θεού. Μετά τον Αδάμ, στη σκοτεινή κατοικία των νεκρών. Η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου λέγει:
«Κατήλθες επί της γης ίνα σώσης τον Αδάμ, και μη ευρών αυτόν επί της γης, Δέσποτα, μέχρις Άδου κατήλθες ζητών αυτόν».
Εκεί λοιπόν θα μεταβεί ο Χριστός για να τον αναζητήσει, φορτωμένος με την αμαρτία και τα στίγματα της σταυρωμένης Αγάπης, γεμάτος από τη αρχιερατική μέριμνα του Χριστού-Αρχιερέως για την τύχη εκείνων που βρίσκονται στον Άδη.
Εάν «η Βασιλεία του Θεού είναι ανάμεσά σας», τότε πιθανότατα και η κόλαση βρίσκεται επίσης εκεί· σε ένα μεγάλο τμήμα του σύγχρονου κόσμου, από το οποίο ο Θεός έχει ήδη αποκλειστεί. Για τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, το Βάπτισμα δεν είναι μόνο θάνατος και ανάσταση εν Χριστώ, αλλά και κάθοδος στον Άδη μαζί με τον Χριστό.
Σε αντίθεση με τον Δάντη, στον οποίο ο Πεγκύ προσάπτει ότι επισκέπτεται την κόλαση ως «τουρίστας», κάθε βαπτισμένος άνθρωπος κατεβαίνει στον Άδη για να συναντήσει εκεί τον Χριστό· αυτή είναι άλλωστε και η αποστολή της Εκκλησίας.
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ως «μια άλλη ελευθερία», και ο κίνδυνος που ανέλαβε ο Ίδιος προδιαγράφει ήδη τον «Άνθρωπο των οδυνών», προβάλλει τη σκιά του Σταυρού, διότι —κατά τους Πατέρες— «όλα είναι δυνατά στον Θεό, εκτός από το να εξαναγκάσει την αγάπη του ανθρώπου».
Μέσα στην αναμονή Του, ο Θεός παραιτείται από την παντοδυναμία και ακόμη και από την πανγνωσία, αναλαμβάνοντας την κένωση με τη μορφή του εσφαγμένου Αρνίου. Η μοίρα Του ανάμεσα στους ανθρώπους εξαρτάται από την ελευθερία τους. Προβλέπει το κακό, και γι’ αυτό η αγάπη Του γίνεται ακόμη πιο προσεκτική, επειδή ο άνθρωπος μπορεί είτε να θεμελιώσει τη ζωή είτε να οικοδομήσει την εξέγερση της άρνησης.
Ποιος θα νικήσει, η αγάπη ή η ελευθερία; Και οι δύο είναι άπειρες, και η κόλαση φέρει αυτό το ερώτημα μέσα στην πύρινη φύση της.


Η ΚΟΛΑΣΗ

Η συνηθισμένη αντίληψη περί αιωνίων βασάνων δεν είναι παρά μια σχολαστική γνώμη, μια απλοϊκή θεολογία «ποινικού» χαρακτήρα, η οποία αγνοεί το βάθος των χωρίων Ιωάν. 3,17 και 12,47. Εκείνο που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι ότι, παράλληλα με την αιωνιότητα της Βασιλείας, ο Θεός θα προετοίμαζε και την αιωνιότητα της κολάσεως· κάτι τέτοιο θα αποτελούσε, κατά κάποιον τρόπο, αποτυχία του Θεού και μερική νίκη του κακού.  Αν κάποτε ο άγιος Αυγουστίνος απέρριπτε τους «ελεήμονες», οπαδούς της ωριγενιστικής αντιλήψεως περί καθολικής σωτηρίας, το έκανε για να εξουδετερώσει την ηθική χαλάρωση και έναν άτοπο συναισθηματισμό· σήμερα όμως το παιδαγωγικό επιχείρημα του φόβου είναι απολύτως αναποτελεσματικό. Αντιθέτως, ο ιερός τρόμος ενώπιον των αγίων πραγμάτων λυτρώνει τον κόσμο από τη χλιαρότητά του, ενώ «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α΄ Ιω. 4,18).
Στα εβραϊκά, ο Ιησούς-Σωτήρας ονομάζεται «Ελευθερωτής» και, όπως θαυμάσια λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Όπως το θέλημα του Θεού είναι μία πράξη που ονομάζουμε “κόσμο”, έτσι και η πρόθεσή Του είναι η σωτηρία, την οποία ονομάζουμε “Εκκλησία”». Πρόκειται για μία ασθένεια, έστω κι αν το μοναδικό της φάρμακο είναι το αίμα του Θεού.
Χωρίς καμία «προκατάληψη», η Εκκλησία αφήνεται στη φιλανθρωπία του Πατέρα και εντείνει την προσευχή της για ζωντανούς και κεκοιμημένους. Οι μεγαλύτεροι άγιοι βρίσκουν το θάρρος και το χάρισμα να προσεύχονται ακόμη και για τους δαίμονες. Ίσως το πιο φοβερό όπλο εναντίον του πονηρού να είναι ακριβώς η προσευχή ενός αγίου. Η τύχη της κολάσεως εξαρτάται από την υπερβατική βούληση του Θεού, αλλά και από την αγάπη των αγίων.
Κάθε ορθόδοξος πιστός που πλησιάζει στην αγία Τράπεζα ομολογεί: «ἐγώ εἰμι πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν», πράγμα που σημαίνει: «ο μεγαλύτερος, ο μόνος αμαρτωλός». Ο άγιος Ισαάκ λέγει: «Εκείνος που βλέπει την αμαρτία του είναι μεγαλύτερος από εκείνον που ανασταίνει νεκρούς». Μια τέτοια θέαση της δικής μας σκληρής πραγματικότητας δείχνει ότι δεν μπορεί κανείς να μιλά για την κόλαση παρά μόνον όταν αυτή τον αφορά προσωπικά. Η δική μου στάση είναι αγώνας εναντίον της δικής μου κολάσεως, που με παραμονεύει εάν δεν αγαπώ τους άλλους για χάρη της σωτηρίας τους.
Ένας πολύ απλός άνθρωπος έλεγε στον άγιο Αντώνιο: «Όλοι θα σωθούν· μόνο εγώ θα καταδικαστώ». Και ο άγιος Αντώνιος απάντησε: «Η κόλαση υπάρχει πράγματι, αλλά μόνο για μένα…».
Αν επαναλάβουμε τη φράση του αγίου Αμβροσίου: «Ο ίδιος άνθρωπος είναι συγχρόνως καταδικασμένος και σωσμένος», μπορούμε να πούμε ότι και ο κόσμος στο σύνολό του είναι ταυτόχρονα «καταδικασμένος και σωσμένος». Τότε ίσως η κόλαση να βρίσκει την υπέρβασή της μέσα στα ίδια της τα βάσανα. Αυτό φαίνεται να είναι το νόημα της προτροπής που απηύθυνε ο Χριστός σε έναν στάρετς των ημερών μας, τον Σιλουανό του Αγίου Όρους:
«Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι…».
Η Ανατολή δεν περιορίζει ούτε το έλεος του Θεού ούτε την ελευθερία του ανθρώπου να το απορρίψει. Πάνω απ’ όλα όμως δεν περιορίζει την τέχνη της ομολογίας και την επινοητικότητα της αγάπης όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με τη δαιμονική διάσταση του κόσμου. Κάθε βαπτισμένος φέρει αοράτως τα στίγματα του Χριστού. «Ο Ιησούς είναι μια πληγή από την οποία δεν θεραπεύεσαι ποτέ», είπε ο Ιμπν Αραμπί. Και ακριβώς αυτή η πληγή, που προκαλείται από τη μοίρα των άλλων, βαθαίνει τη δοκιμασία του Χριστού, ο οποίος «βρίσκεται σε αγωνία μέχρι το τέλος του κόσμου».
Το να ακολουθεί κανείς τον Χριστό σημαίνει να λαμβάνει μορφή κατά τον Χριστό, κατεβαίνοντας μαζί Του στον πυθμένα της αβύσσου που είναι ο κόσμος αυτός. Η κόλαση δεν είναι παρά η αυτονομία του επαναστατημένου ανθρώπου, που τον τοποθετεί έξω από τον τόπο όπου είναι παρών ο Θεός. Η δύναμη να αρνηθεί κανείς τον Θεό αποτελεί την ύψιστη ανθρώπινη ελευθερία, και ο Θεός θέλει αυτή την ελευθερία απεριόριστη. Ο Θεός δεν μπορεί να εξαναγκάσει κανέναν άθεο να Τον αγαπήσει, και αυτό φαίνεται να είναι — μόλις τολμούμε να το πούμε — η κόλαση της θείας Του αγάπης: η κόλαση που δημιουργείται από τη θέα του ανθρώπου βυθισμένου στη νύχτα της μοναξιάς του.
Αν ο Ιούδας καταφεύγει στη νύχτα (Ιω. 13,2-30), το κάνει επειδή ο Σατανάς βρίσκεται μέσα του. Ωστόσο, ο Ιούδας κρατά στο χέρι του, σαν μεγάλο μυστήριο, το κομμάτι του άρτου που απέμεινε από τον Μυστικό Δείπνο. Έτσι η κόλαση περιέχει μέσα της έναν σπόρο φωτός, πράγμα που αντιστοιχεί στη φράση: «Το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι».
Η πράξη του Ιησού υποδεικνύει το έσχατο μυστήριο της Εκκλησίας: είναι το χέρι του Ιησού που προσφέρει θυσιαστικά το Σώμα και το Αίμα Του. Η πρόσκληση απευθύνεται σε όλους, διότι όλοι βρίσκονται υπό την εξουσία του άρχοντος του κόσμου τούτου. Και ακόμη κι αν το φως δεν διαλύει ακόμη το σκοτάδι, το σκοτάδι δεν μπορεί να επεκταθεί επάνω στο αήττητο Φως. Εδώ βρίσκεται η ύστατη ένταση της αγάπης του Θεού.
Ο Θεός δεν είναι «απαθής». Το βιβλίο του Δανιήλ (3,25) μιλά για τους τρεις νέους που ρίχτηκαν στην κάμινο. Ο βασιλιάς διακρίνει την μυστηριώδη παρουσία ενός τετάρτου:
«Ιδού, βλέπω τέσσερις άνδρες λυμένους να περιπατούν μέσα στη φωτιά χωρίς να παθαίνουν τίποτε, και η μορφή του τετάρτου είναι όμοια με υιό θεών».
Σε αυτό το επίπεδο συναντούμε την απαίτηση εκείνης της ελευθερίας που εκφράζει την ελευθερία μας να αγαπούμε τον Θεό. Αυτή γεννά την κόλαση, διότι μπορεί να πει, με το στόμα των επαναστατών: «να μη γίνει το θέλημά Σου», και ούτε ο ίδιος ο Θεός δεν μπορεί να μεταβάλει αυτόν τον λόγο.
Η λογική της καρδιάς μάς κάνει να αισθανόμαστε ότι η εικόνα μας για τον Θεό θα ήταν ανησυχητική, εάν ο Θεός δεν αγαπούσε το πλάσμα Του μέχρι του σημείου να μην το τιμωρεί με το μαρτύριο του χωρισμού· όπως επίσης θα ήταν ανησυχητικό αν ο Θεός έσωζε τον αγαπημένο Του καταπατώντας ή καταστρέφοντας την ελευθερία του.
Όταν ο Πατέρας αποστέλλει τον Υιό, γνωρίζει ότι ακόμη και η κόλαση ανήκει σ’ Εκείνον και ότι οι «πύλες του θανάτου» μεταβάλλονται σε «πύλες της ζωής». Ο άνθρωπος δεν μπορεί να πέσει στην απόγνωση, αλλά μόνο στον Θεό, και ο Θεός δεν απελπίζεται ποτέ.
Στον Όρθρο της νύχτας του Πάσχα, μέσα στη σιωπή που σφραγίζει το Μεγάλο Σάββατο, ο ιερέας και ο λαός εξέρχονται από τον ναό. Η πομπή σταματά έξω, μπροστά στις κλειστές πύλες του περιβόλου. Για μια στιγμή, αυτές οι πύλες συμβολίζουν τον τάφο του Κυρίου, τον θάνατο και την κόλαση. Ο ιερέας χαράσσει επάνω στην πύλη το σημείο του Σταυρού και, υπό την ακατανίκητη δύναμή του, οι πύλες ανοίγουν διάπλατα, όπως οι πύλες του άδη. Τότε ο κόσμος εισέρχεται στον πλημμυρισμένο από φως ναό ψάλλοντας:
«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».
Οι πύλες της κολάσεως έγιναν ξανά Πύλη της Εκκλησίας, δηλαδή Πύλη της Βασιλείας. Δεν μπορεί να προχωρήσει κανείς πιο πέρα στον συμβολισμό αυτής της εορτής. Πράγματι, ο κόσμος στο σύνολό του είναι ταυτόχρονα κόλαση και Βασιλεία του Θεού, ταυτόχρονα καταδικασμένος και σωσμένος.
«Να, αδελφέ, η εντολή που σου δίνω», λέει ο άγιος Ισαάκ· «ας γέρνει πάντοτε η ζυγαριά σου προς το έλεος, έως ότου αισθανθείς μέσα σου το έλεος που ο Θεός δείχνει στον κόσμο».
Οι μεγάλες Εσπερινές που ακολουθούν τη Λειτουργία της Πεντηκοστής περιλαμβάνουν τρεις ευχές του αγίου Βασιλείου. Η τρίτη προσεύχεται για όλους τους νεκρούς, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι σήμερα. Μία φορά τον χρόνο η Εκκλησία προσεύχεται ακόμη και για τους αυτόχειρες.
Η αγάπη της Εκκλησίας δεν γνωρίζει σύνορα· παραδίδει τη μοίρα των επαναστατημένων στα χέρια του Πατέρα, και αυτά τα χέρια είναι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας ανέθεσε όλη την κρίση στον Υιό του Ανθρώπου, και αυτή είναι η «κρίση της κρίσεως», δηλαδή η Εσταυρωμένη Κρίση.
«Ο Πατέρας είναι η Αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η Εσταυρωμένη Αγάπη, το Άγιο Πνεύμα είναι η ακατανίκητη δύναμη του Σταυρού». Αυτή η δύναμη αναπνέει μέσα στην πνοή και στις εκχύσεις του Παρακλήτου, Εκείνου που «είναι κοντά μας», που μας υπερασπίζεται και μας παρηγορεί. Ο Παρηγορητής είναι η χαρά του Θεού και του ανθρώπου, μια Χαρά στην οποία ο Χριστός μας καλεί να εμπιστευθούμε τον εαυτό μας:
«Πορεύομαι να σας ετοιμάσω τόπο […] και πάλιν έρχομαι και θα σας παραλάβω προς Εμαυτόν, ώστε όπου είμαι Εγώ να είστε και εσείς» (Ιω. 14,2-3).
«Ο Κύριος… μακροθυμεί για σας, μη θέλοντας να απολεσθεί κανείς… και πόσο πρέπει εσείς να ζείτε με αγία διαγωγή και ευσέβεια, προσμένοντας και επισπεύδοντας την έλευση της Ημέρας του Κυρίου» (Β΄ Πέτρ. 3,9-11). Διότι η Ημέρα του Κυρίου δεν είναι μόνο ο σκοπός ούτε απλώς το τέλος της ιστορίας, αλλά η πληρότητα του θείου μυστηρίου.

 

 

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ














 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου