Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Πως να προσευχόμαστε εν μέσω φόρτου εργασιών (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

Κάθε πρωὶ νὰ στερεώνετε την προσοχή σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ[1]

Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἐνεργεῖτε ὡς ἑξῆς. Τὸ πρωί, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ προσευχητικοῦ σας κανόνα, ἀγωνιστεῖτε νὰ στερεώσετε την προσοχή σας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε κατόπιν καὶ καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας να παρίστασθε ἐνώπιόν Του, ὅ,τι κι ἂν τύχει να κάνετε. Ἂν κατασταλάξετε σὲ αὐτὴ τὴ διάθεση καὶ ἀκολουθήσετε τὰ λόγια τοῦ προφήτη: «Προωρώμην τον Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός»[2] μὲ τὰ ἁρμόζοντα, ἐννοεῖται, γιὰ την κατάσταση αὐτὴ συναισθήματα, τότε προκεῖται νὰ προσεύχεστε ἀδιαλείπτως. Τότε δὲν θὰ αἰσθάνεστε ἀνία.
Μὴν ἐγκαταλείπετε την προσευχή κανόνα, ὥσπου νὰ ἀναγεννηθεί στην καρδιά σας ή συντριβὴ μαζὶ μὲ τὴν ὑποταγὴ στὸν Θεό. Ἐσεῖς εἶστε σύζυγος, μητέρα, νοικοκυρά. Οι υποχρεώσεις ποὺ συνδέονται μὲ τοὺς ρόλους σας αὐτοὺς εἶναι ἡ σωτηρία σας.

Σχετικὰ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχητική διάθεση[3]

Τί σημαίνει προσεύχομαι ἀδιαλείπτως; Βρίσκομαι ἀδιαλείπτως σὲ προσευχητική διάθεση. Ἡ προσευχητικὴ διάθεση εἶναι ἡ σκέψη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ συνάμα. Σκέφτομαι τὸν Θεὸ σημαίνει σκέφτομαι τὴν ἁπανταχοῦ παρουσία Του, σκέφτομαι ὅτι Αὐτὸς βρίσκεται παντοῦ, ὅλα τὰ βλέπει καὶ τὰ κυβερνά. Το συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι ὁ φόβος Θεοῦ, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ἡ φλογερὴ ἐπιθυμία νὰ εὐαρεστήσω μόνο Αὐτὸν μὲ κάθε τρόπο, παράλληλα μὲ τὴν ἀντίστοιχη ἐπιθυμία νὰ ἀποφύγω ὁτιδήποτε μὴ ἀρεστὸ σὲ Αὐτὸν καὶ τὸ κυριότερο, τὸ νὰ παραδίδω τὸν ἑαυτό μου στὸ ἅγιο θέλημά Του ἀνεπιφύλακτα καὶ νὰ ἐκλαμβάνω ὅ,τι συμβαίνει ὡς ἄμεσα προερχόμενο ἀπὸ τὸ δικό Του χέρι. Τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Θεὸ δύναται νὰ ἔχει θέση σὲ ὅλες μας τις ενέργειες, σὲ ὅλες μας τις ἀσχολίες καὶ ὑπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, μὲ τὴν προϋπόθεση νὰ μὴν τὸ ἀναζητοῦμε μονάχα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἔχουμε ἤδη ὀρθώσει μέσα στην καρδιά μας. Ἡ σκέψη μπορεῖ νὰ ἀποσπᾶται ἀπὸ διάφορα πράγματα. Καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουμε την ευχέρεια νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ ὁποιαδήποτε ένασχόλησή μας νὰ γίνεται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Ὁρίστε λοιπόν που πρέπει νὰ κατευθύνουμε ὅλη μας τη φροντίδα: στη σκέψη μας καὶ στὸ συναίσθημά μας γιὰ τὸν Θεό. Ὅταν αὐτὰ ὑπάρχουν, ὑπάρχει ἡ προσευχή, ἔστω καὶ χωρὶς προσευχητικά λόγια.

Σχετικὰ μὲ τὴν προσευχή του ποὺ γίνεται χωρίς λέξεις[4]

Παραπονιέστε γιὰ ἔγνοιες οἱ ὁποῖες σᾶς διασκορπίζουν την προσοχὴ καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπουν νὰ θυμάστε τὸν Κύριο. Δοκιμάστε νὰ ἐκλαμβάνετε ὅλα σας τα ζητήματα τα σχετικὰ μὲ τὴ διαχείριση τοῦ νοικοκυριοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ ἄλλες ὑποθέσεις ὡς προκαθορισμένα ἄμεσα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο γιὰ ἐσᾶς. Ὄχι μόνο γενικά, ἀλλὰ καὶ κάθε ζήτημα ξεχωριστά ως τέτοιο νὰ τὸ ἐκλαμβάνετε. Τότε, καθὼς θὰ καταπιάνεστε με μία εργασία καὶ θὰ τὴν ἐκτελεῖτε, μπορεῖτε νὰ συγκρατείτε στη σκέψη σας καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δηλαδὴ ἐσεῖς πρέπει νὰ τὴν ἐκτελέσετε μὲ ὅποιον τρόπο θὰ ἦταν ἀρεστὸς στὸν Κύριο. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ σκέψη σας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐργασίας θὰ εἶναι μαζί μὲ τὸν Κύριο. Ἂν στὸ τέλος, ἔχοντας συνειδητοποιήσει τη συνδρομὴ τοῦ Θεοῦ, εὐχαριστήσετε τὸν Κύριο, τότε νά πού και στο τέλος πάλι ὁ Κύριος θὰ ἐμφανίζεται. Ἂν στη συνέχεια εκτελέσετε με τὴν ἴδια τάξη τὴ δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. ἐργασία ως τὸ τέλος τῆς ἡμέρας, τότε νά πού ὁλόκληρη τη μέρα θὰ εἶστε μαζὶ μὲ τὴ σκέψη τοῦ Κυρίου. Μα αὐτὸ ἐξάλλου εἶναι καὶ τὸ ζητούμενο. Ἀπὸ αὐτὸ θὰ προκύψει καὶ τὸ συναίσθημα γιὰ τὸν Κύριο, το συναίσθημα τοῦ φόβου, τῆς εὐλάβειας, τῆς παράδοσης, τῆς εὐγνωμοσύνης. Καὶ εἶναι τὰ συναισθήματα αὐτὰ ποὺ ἀποτελοῦν προσευχές δίχως λέξεις.



[1] Επιστολή 1220, τόμος Β, σελ. 4

[2] Ψαλ. ιε' [15] 8.

[3] Επιστολή 947, τόμος 6, σελ. 20-21

[4] (Επιστολή 279, τόμος 2, σελ. 131-132)

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


Nικηφόρου Θεοτόκη: Ομιλία Μετά την προς τους Γαλάτες Επιστολή του Απ. Παύλου/Περί Ανθρωπαρέσκειας

 

Ἡ διδασκαλία τοῦ θεορρήμονα Παύλου που διαβάσθηκε σήμερα ἀποκαλύπτει, μία ἁμαρτία, ἄγνωστη σε πολλούς, ἄν καί αὐτή εἶναι πηγή πού ἀναβλύζει θανατηφόρο ὕδωρ πολλῶν καί μεγάλων ἁμαρτημάτων. Γνωστό εἶναι σέ ὅσους διαβάζουν τά ἱερά βιβλία, πόσα σκάνδαλα, πόσες ταραχές, καί πόση φθορά προξένησαν στην Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὅσοι δίδασκαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά περιτέμνονται αὐτοί πού πίστευσαν στόν Χριστόν. Αυτοί οι ψευδαπόστολοι καί κακοδιδάσκαλοι ἅπλωσαν τήν ψυχοφθόρα πλάνη τους σε πολλές πόλεις καί τόπους καί έπαρχίες, καί ἔσυραν πολλούς ἀπό τήν εὐαγγελική ἀλήθεια σε θρησκεία ἀλλόκοτη, ἡ ὁποία οὔτε ιουδαϊκή εἶναι οὔτε χριστιανική. Μέ αύτή τάραξαν τούς Ἀποστόλους, σκανδάλισαν τούς μαθητές, χώρισαν τούς πιστούς σέ δύο κομμάτια, ἀμέσως ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τή ζάλη δεν μπόρεσε νά σταματήσει οὔτε αὐτή ἡ ἀποστολική σύνοδος, ἂν καὶ μέσω αὐτῆς τό Πανάγιον Πνεῦμα καί ἔκρινε καί ἀποφάσισε ὅτι ἡ περιτομή εἶναι περιττό βάρος (Πραξ. 15, 28). Ἐρευνῶ ποῖοι ἦταν οἱ πρῶτοι διδάσκαλοι αὐτῆς τῆς παράλογης διδασκαλίας. Βλέπω ὅτι ἦταν ἄνθρωποι Ἰουδαῖοι, πού ἐξῆλθαν ἀπό τήν Ἰουδαία καί πῆγαν στην Ἀντιόχεια, όπου δίδασκαν σε αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, ὅτι χωρίς τήν περιτομή δέν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Καί μερικοί, λέει ὁ ἱερός Λουκᾶς, πού κατέβηκαν ἀπό τήν Ἰουδαία δίδασκαν τούς ἀδελφούς ὅτι, ἐάν δεν κάνετε περιτομή, όπως ορίζει ο Μωϋσῆς, δὲν μπορείτε νά σωθείτε" (Πραξ. 15, 1). Και όχι μόνο Ἰουδαῖοι ἦταν αὐτοί, ἀλλά καί ἀπό τήν αἵρεση τῶν Φαρισαίων, δηλαδή Φαρισαῖοι, όπως μαρτυρεῖ ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, λέγοντας: "Αντέδρασαν όμως μερικοί, ἀπό τήν παράταξη τῶν Φαρισαίων πού εἶχαν πιστέψει καί ἔλεγαν ὅτι πρέπει νά τούς περιτέμνουν (τούς εθνικούς), καί νά τούς παραγγέλνουν να τηροῦν τόν νόμο του Μωϋσή” (Πραξ. 15, 5). Ἐξετάζω ἐπίσης ἀπὸ ποῦ αὐτοί παρακινήθηκαν καί δίδασκαν τήν περιτομή, ἄν καί πίστευσαν στὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Βλέπω ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἦταν άνθρωπάρεσκοι, γιατί έκαναν όλα τά ἔργα τους "γιά νὰ τοὺς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι” (Ματθ. 23, 5). Όταν, λοιπόν, αὐτοί γνώρισαν ὅτι ἡ περιτομή ἄρεσε καί στούς Ἰουδαίους γιά τόν μωσαϊκό νόμο, καί οἱ ἐθνικοί δέν καταδίωκαν τούς περιτμημένους, ἐξαιτίας τῶν διαταγμάτων τῶν αὐτοκρατόρων, κήρυτταν τήν περιτομή, γιά νά ἀρέσουν σε αὐτούς, ὥστε νά ἀποφεύγουν τους διωγμούς καί νά ἀπολαμβάνουν την τιμή καί τήν άνάπαυση. Εὔλογα, λοιπόν, συμπεραίνω ὅτι ἡ ἀνθρωπαρέσκεια προξένησε τά τόσο μεγάλα κακά. Επιβεβαιώνει αὐτό τό συμπέρασμα καί ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος, λέγοντας: “Όσοι θέλουν να φαίνονται ἄξιοι καί νά ἐπαινοῦνται ἀπό τοὺς ἀνθρώπους, αύτοί σᾶς ἀναγκάζουν να κάνετε περιτομή” (Γαλ. 6, 12). Αὐτή ἡ ἀνθρωπαρέσκεια πού προξένησε τότε τόση βλάβη καί διαφθορά, γκρεμίζει μέχρι και σήμερα τούς ἀνθρώπους σε πολλά καί μεγάλα ἁμαρτήματα.
Σχεδόν κάθε ἄνθρωπος ἀνεπαίσθητα κινεῖται στό νά ζητάει τό συμφέρον του. Σκεπτόμενος δέ ὅτι μέ τήν ἀγάπη καί προστασία τῶν ἀνθρώπων ἀπολαμβάνει τά ποθούμενα πράγματα, άγωνίζεται μέ κάθε τρόπο να φανεῖ σέ αὐτούς ἀρεστός. Υπακούει, κολακεύει, δουλεύει, τρέχει στα θελήματά τους, εἴτε εἶναι δίκαια εἴτε ἄδικα εἴτε νόμιμα εἴτε παράνομα. Ἡ δέ φιλαυτία τόσο σκοτίζει τόν νοῦ του, ὥστε δέν γνωρίζει ὅτι εἶναι ἀνθρωπάρεσκος, οὔτε αἰσθάνεται πόσο βλάπτει τήν ψυχή του ή άνθρωπαρέσκεια. Ἔτσι πολλοί λίγοι εἶναι καθαροί από αὐτό τό πάθος. Αὐτό τό πάθος τρέφεται καί αὐξάνει και στηρίζεται ἀπό ἄλλα πάθη. Ὁ φόβος, ή ντροπή, ή φιλοδοξία, ἡ ἐπιθυμία τῆς ἀπολαύσεως, εἶναι αὐτά πού προτρέπουν καί τρέφουν και στηρίζουν τὴν ἀνθρωπαρέσκεια.
Ὅταν ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς φώτισε τόν ἐκ γενετῆς τυφλό, τότε οι προεστῶτες τῶν Ἰουδαίων κάλεσαν τούς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, καί τούς ἔκαναν δύο ερωτήσεις. Πρῶτον, ἐὰν αὐτός ἦταν ὁ υἱός τους, ο ὁποῖος, ὅπως ἔλεγαν αὐτοί, γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 19). Δεύτερον, μέ ποιό τρόπο ἔλαβε τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του. Αὐτοί απάντησαν στο πρῶτο ἐρώτημα καί εἶπαν ὅλη τήν ἀλήθεια, γνωρίζουμε ὅτι αὐτός εἶναι ὁ υἱός μας, καί ὅτι γεννήθηκε τυφλός (Ιωάν. 9, 20). Στο δεύτερο όμως ερώτημα δέν θέλησαν νά ποῦν τήν ἀλήθεια, ἀλλά τήν ἔκρυψαν, λέγοντας: "Αὐτός εἶναι ἐνήλικος, ρωτήστε τον” (Ιωάν. 9, 21). Αλλά γιατί οι ταλαίπωροι δεν φανέρωσαν ποιός ἦταν ὁ θαυματουργός καί εὐεργέτης, που φώτισε τα μάτια του τυφλοῦ υἱοῦ τους; Γιατί ἀπάντησαν ἔτσι; Ὁ εὐαγγελιστής λέει "αυτό τὸ εἶπαν οἱ γονεῖς του γιατί φοβοῦνταν τούς Ἰουδαίους” (Ιωάν. 9, 22) Ἐφοβοῦντο ἐπειδή, ἐὰν ἔλεγαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός τον φώτισε, θα τοὺς ἐξόργιζαν ὑπερβολικά. Ο φόβος γέννησε τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ή ὁποία τοὺς ἔπεισε νά εὐχαριστήσουν τη γνώμη τῶν Ἰουδαίων, και να μὴ φανερώσουν τήν ἀλήθεια. Πόσες φορές ἐμεῖς, ὅταν μας ρωτάνε ἐπίσημοι, ἀπό τόν φόβο νά μήν τούς ἐξοργίσουμε, πέφτουμε στην ἀνθρωπαρέσκεια, καί σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, γιά νά τούς εὐχαριστήσουμε; Πόσες φορές ή αλήθεια τοῦ στόματός μας μπορεί να ἐλευθερώσει τόν ἀθῶο ἀπό τήν καταδίκη, καί αὐτόν πού ἀτιμάζεται ἀπό τή συκοφαντία, ἤ τόν ὀρφανό καί τή χήρα ἀπό τήν ἀδικία, ἐμεῖς ὅμως γιά νά ἀρέσουμε στούς ἀνθρώπους, σιωποῦμε τήν ἀλήθεια, καί μέ τή σιωπή μας βλάπτουμε τόν πλησίον μας;
Μή νομίσετε ὅτι σέ αὐτή τήν ἁμαρτία πέφτουν μόνο οι ἁπλοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ γιά τόν φόβο τῶν μεγιστάνων καί τῶν ἀρχόντων. Γιατί καί αὐτοί οἱ προεστῶτες καί οἱ ἄρχοντες, νικώμενοι ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, καταποντίζονται σε παρόμοια βάραθρα παρανομίας. Πολλοί ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων πίστευσαν στόν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀλλά σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Γιατί αὐτό; Αὐτοί ἦταν ἄρχοντες, πλούσιοι, ἀξιωματικοί. Ποιόν, λοιπόν, ἐφοβοῦντο ἤ ποιόν ντρέπονταν; Οἱ Φαρισαῖοι ἀποφάσισαν ὅτι, ὅποιος ὁμολογήσει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ προσδοκώμενος Χριστός, νά διωχθεῖ ἀπό τή συναγωγή. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες, μή υποφέροντας αὐτή τή ντροπή καί ἀτιμία, σιωποῦσαν τήν ὁμολογία τῆς πίστεώς τους. Θέλησαν νά κάνουν τό άρεστό στους Φαρισαίους, καί ὄχι τό ἀρεστό στόν Θεόν. “Γιατί ἀγάπησαν, λέει ὁ θεῖος εὐαγγελιστής, περισσότερο τή δόξα τῶν ἀνθρώπων, παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ" (Ιωάν. 12, 43). Σε πόσα στόματα ἀρχόντων καί ἀξιωματικῶν καί προεστώτων βάζει χαλινάρι καί φίμωτρο ή άνθρωπαρέσκεια; Καί πόσοι γιά νά μήν ἐξοργίσουν τούς ἀνθρώπους, δηλαδή γιά νά ἀρέσουν στους ἀνθρώπους, σιωποῦν τήν ὁμολογία τῶν δογμάτων τῆς πίστεως, τη νουθεσία στούς ἀτάκτους, τόν ἔλεγχο σε αυτούς πού ἁμαρτάνουν, τούς φοβερισμούς στούς παραβάτες τῶν νόμων; Πόσοι κλείνουν τό στόμα ὅταν πρέπει νά τό ἀνοίξουν καί νά μιλήσουν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως καί τούς νόμους τῆς δικαιοσύνης; Οι δυστυχεῖς καὶ πανάθλιοι προσπαθοῦν νά ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους, καί ἀγαποῦν περισσότερο τη δόξα τῶν ἀνθρώπων παρά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἀκοῦστε καί ἄλλο πολύ βαρύτερο. Ὁ δικαστής όταν κάθεται στην ἕδρα τοῦ δικαστηρίου, ἐξεικονίζει το πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γι' αὐτό ὁ Θεός απαγόρευσε ἀπό τά κριτήρια κάθε ανθρώπινη προσπάθεια καί κάθε φιλοπροσωπία καί ἀνθρωπαρέσκεια. Γι' αυτό εἶπε ὅτι ἡ κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ. “Στη δίκη δέν θά υπολογίζεις πρόσωπα, θά κρίνεις δίκαια καί τόν μικρό καί τόν μεγάλο, δέν θά σέ ἐπηρεάσει το πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, γιατί ή κρίση εἶναι τοῦ Θεοῦ” (Δευτ. 1, 17). Καί ὅμως ἡ ἀνθρωπαρέσκεια ἔρχεται καί στα κριτήρια. Οἱ Ἰουδαῖοι φέρνουν τόν Ἰησοῦν Χριστόν δεμένο στο κριτήριο του Πιλάτου, καί κάθεται ό Πιλάτος στην καρέκλα τοῦ κριτηρίου, γιά νά κρίνει τόν Ἰησοῦν. Καί τά μὲν πρῶτα ἔργα τῆς κρίσεως ἦταν καλά καί δίκαια. Εξέτασε τόν Ἰησοῦν Χριστόν, κατάλαβε ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τόν παρέδωσαν στο κριτήριό του ἐξαιτίας τοῦ φθόνου τους (Μαρκ. 15, 10), ὁμολόγησε μέ θάρρος ὅτι ὁ Ἰησοῦς δέν ἔκανε κανένα κακό (Μαρκ. 15, 14). Είπε φανερά ὅτι δέν βρίσκει τίποτα εναντίον του (Λουκ. 23, 4). Ἔπειτα ἀπέλυσε τόν Βαρραβά τόν ἀρχιληστή, καί μαστίγωσε τόν ἀναμάρτητο Ἰησοῦν καί τόν παρέδωσε νά σταυρωθεί. Παράνομε καί παράλογε, γνώρισες ὅτι γιά φθόνο τόν παρέδωσαν, ὁμολόγησες ὅτι δέν ἔκανε κανένα κακό, εἶπες ὅτι δέν βρίσκεις σε Αύτόν σφάλμα, καί ἔπειτα τόν δέρνεις καί τόν παραδίδεις σε σταυρικό θάνατο; Γιατί αὐτή ἡ παράλογη ἀπόφαση; Πῶς ἔγινε αὐτή ἡ ἀλλόκοτη μεταβολή; Ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια, ἀδελφοί. Ή άνθρωπαρέσκεια ἦλθε στήν καρδιά του, καί τάραξε τά λογικά του, καί σκότισε τόν νοῦ του. “Ο δέ Πιλάτος, λέει ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος, θέλοντας νά ίκανοποιήσει τόν ὄχλο, ἄφησε ἐλεύθερο τόν Βαρραβά καί παρέδωσε τόν Ἰησοῦν, ἀφοῦ τόν μαστίγωσε, γιά νά σταυρωθεί” (Μαρκ. 15, 15). Ὁ λαός πείσθηκε από τούς ἀρχιερεῖς καί ζήτησε νά άπολυθεῖ ὁ Βαραββάς, καί περισσότερο φώναξαν, σταύρωσέ τον (Μαρκ. 15, 14). Τότε ὁ Πιλάτος νικήθηκε ἀπό τήν ἀνθρωπαρέσκεια καί ἔκανε τό αρεστό στον λαό, μετέβαλε τή δίκαιη κρίση σέ ἄδικη απόφαση, καί τόν μέν ληστή ἀπέλυσε, τόν δέ δίκαιο σταύρωσε. Πόσοι ἄραγε Πιλάτοι ὑπάρχουν καί στίς ἡμέρες μας; Πόσοι γνωρίζουν ποιός εἶναι ὁ ἀθῶος καί ποιός εἶναι ὁ ἔνοχος; Ποιός εἶναι ὁ δίκαιος καί ποιός εἶναι ὁ ἄδικος; Καί ὅμως, γιά νά ευχαριστήσουν τούς συγγενεῖς ἤ τούς φίλους ἤ τους μεσίτες, ἀπολύουν τον Βαρραβά και σταυρώνουν τόν Ἰησοῦν, δηλαδή δικαιολογοῦν τόν ἔνοχο καί τόν ἀδικητή, καί τιμωροῦν τόν ἀθῶο καί δίκαιο;
Ἀκοῦστε καί τό περισσότερο παράδοξο. Τολμάει ή άνθρωπαρέσκεια νά ἀνεβαίνει καί σέ αύτούς τούς βασιλικούς θρόνους, καί νά εἰσέρχεται στις καρδιές τῶν βασιλέων. Ὁ βασιλέας Ηρώδης κακοποίησε μερικούς από αυτούς που πίστευσαν στον Χριστόν, καί θανάτωσε τὸν Ἰάκωβο, τὸν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννη (Πραξ. 12, 1-2). Αὐτά ἦταν ἔργα τοῦ ἀκράτητου θυμού του καί τῆς παράλογης ὁρμῆς του. Καί ἀφοῦ ἡσύχασαν αὐτὰ τὰ ἄγρια πάθη, τότε ξεσηκώθηκε ἐναντίον του καί τό πονηρότατο πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας. Ἀφοῦ ἔμαθε ὅτι αὐτὰ τὰ ἄδικα και παράνομα έργα εἶναι ἀρεστά στούς Ἰουδαίους, γιὰ νὰ φανεῖ ἀρεστός σε αυτούς, πρόσθεσε παρανομία ἐπάνω στις παρανομίες του, καί ἀδικία επάνω στίς ἀδικίες του, καί συνέλαβε τον κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων Πέτρο, τόν ἔβαλε στη φυλακή δεμένο με αλυσίδα, καί φρουρούμενο από πολλούς στρατιῶτες, ὥστε ὅταν περάσει τό πάσχα νά τόν φονεύσει μπροστά σὲ ὅλο τόν λαό (Πραξ. 12, 3-4). Αὐτό εἶναι παράδειγμα φανερό που διδάσκει τούς βασιλεῖς καί διεγείρει την προσοχή τους, ὥστε νά μή θέλουν νὰ ἀρέσουν στούς ἀνθρώπους καί νά ἐξοργίζουν τόν Θεόν μέ τήν παράβαση τῶν νόμων.
Ακούσατε, ἀγαπητοί μου αδελφοί, μέχρι πού φθάνει τό βδελυρό πάθος τῆς ἀνθρωπαρέσκειας; Ἀκούσατε ὅτι γίνονται άνθρωπάρεσκοι ὄχι μόνο οι υπήκοοι καί άπλοί καί εὐτελεῖς ἄνθρωποι, ἀλλά καί οἱ βασιλεῖς καί οἱ ἄρχοντες καί οἱ ἀξιωματικοί; Ακούσατε πόσα φοβερά ἁμαρτήματα προξενεῖ ἡ ἀνθρωπαρέσκεια; Ναί, λέτε, ἀκούσαμε, ἀλλά ὁ λόγος αὐτός εἶναι πολύ σκληρός, γιατί αὐτός διδάσκει νά μή φανοῦμε ἀρεστοί στον προστάτη μας, καί νά μή κάνουμε τό άρεστό σέ ἐκεῖνον, ἀπό τόν ὁποῖο ἐλπίζουμε βοήθεια, καί νά μήν προσπαθήσουμε νά ἀρέσουμε στούς ανθρώπους. Εάν κάνουμε αὐτά, πῶς μποροῦμε νά ζήσουμε στον κόσμο καί νά ἐπικοινωνοῦμε μέ τούς ἀνθρώπους; Εἶναι ἀνάγκη νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο καί νά κατοικήσουμε στις ερήμους. Κανένας λόγος οὔτε νόμος διορίζει νά κάνετε αυτά. Μάλιστα τά άντίθετα διδάσκει ό θεόπνευστος Παῦλος, λέγοντας: “Φροντίζοντας νά φαινόμαστε ἀκατηγόρητοι ὄχι μόνο μπροστά στόν Κύριον, ἀλλά καί μπροστά στούς ἀνθρώπους” (β Κορ. 8, 21), “νά εἶσθε προνοητικοί τῶν καλῶν ἔργων καί νά ἔχετε ζωή ἀσκανδάλιστη ἀπέναντι σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους” (Ρωμ. 12, 17). Καί ὄχι μόνο δίδαξε αυτά μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα ἔδειξε, ὅτι μέ κάθε τρόπο αγωνίσθηκε νά εύχαριστήσει τούς ἀνθρώπους. “Καί ἔγινα στούς Ἰουδαίους σάν Ἰουδαῖος, γιά νά κερδίσω τούς Ἰουδαίους (ὅταν ἔκανε περιτομή στον Τιμόθεο). Σ' αὐτούς πού ἦταν κάτω ἀπό τόν νόμο, ἔγινα σάν νά ἤμουν καί ἐγώ κάτω ἀπ' τόν νόμο (ὅταν ξύρισε τό κεφάλι του καί πρόσφερε τις θυσίες γιά τόν άγνισμό), γιά νά κερδίσω αὐτούς πού εἶναι κάτω ἀπό τόν νόμο. Σ' αὐτούς πού δέν ἔχουν νόμο ἔγινα σάν ἄνομος, (ἄνομους λέγει αὐτούς πού δέν ἦταν Ἰουδαῖοι) ἄν καί δέν ἤμουν ἔξω ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νομοταγής στον νόμο τοῦ Χριστοῦ, γιά νά σώσω τούς ἀνόμους. Στούς ἀσθενεῖς στήν πίστη (τούς Κορινθίους) ἔγινα σάν ἀσθενής, γιά να κερδίσω τούς ἀσθενεῖς. Σὲ ὅλους ἔγινα τά πάντα μήπως σώσω μερικούς” (α Κορ. 9, 20-22). Νά ἄνθρωπος ἀνθρωπάρεσκος. Σημείωσε τόν σκοπό τῆς άνθρωπαρέσκειάς του. Γιά νά κερδίσω, λέει, μήπως σώσω μερικούς. Μέ αὐτόν τόν σκοπό γίνε καί ἐσύ ἀνθρωπάρεσκος. Ἄρεσε όσο θέλεις καί εὐχαρίστησε ὅσο θέλεις, καί κάνε ὅλα τά άρεστά, ὄχι μόνο στούς προστάτες σου καί τούς ευεργέτες σου, ἀλλά καί στούς διώκτες καί ἀδικητές σου. Ὄχι μόνο στούς συγγενεῖς καί φίλους σου, ἀλλά καί στούς ξένους καί ἐχθρούς σου. Ἀλλά ἄρεσε σέ αύτούς ὄχι γιά νά ζημιώσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις, ὄχι γιά νά χάσεις, ἀλλά γιά νά κερδίσεις καί αὐτούς καί τήν ψυχή σου. 
Γίνε ἀρεστός στούς ἀνθρώπους ὅσο θέλεις, αλλά μήν παραβεῖς τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀρέσεις στούς ἀνθρώπους. Ὅταν σε ρωτοῦν, μήν ἀπαντήσεις μέ ψεῦδος, γιά νά φανεῖς ἀρεστός στον συγγενῆ σου. Ὅταν σε καλοῦν γιά μάρτυρα, μήν ψευδομαρτυρήσεις, γιά νά εὐχαριστήσεις τον προστάτη σου. Στις συναναστροφές σου μήν ἀποκρύψεις τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεώς σου καί τήν ἀλήθεια τῶν νόμων, γιά νά ευχαριστήσεις τους παρευρισκόμενους ἀπίστους. Στις συμβουλές και νουθεσίες μή σιωπᾶς τήν ὠφέλιμη συμβουλή καί τήν πρέπουσα νουθεσία, φοβούμενος μήπως ἐξοργίσεις αυτούς πού ἀκοῦν. Ἐάν εἶσαι κριτής, μήν κρίνεις ἄδικα, γιά νά εὐχαριστήσεις τόν εὐεργέτη σου. Μήν ἀδικήσεις τόν ὀρφανό, μή βλάψεις τή χήρα, γιά τή ντροπή ἤ τόν φόβο τῶν ἀρχόντων πού τούς ἀδίκησαν. Μέ ἕνα λόγο, σε κάθε υπόθεση μήν καταφρονήσεις τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ευχαριστήσεις τούς ἀνθρώπους. 
Πόσο πλανεμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού προτιμοῦν τό πλάσμα ἀπό τόν Πλάστη, προσπαθώντας νά εύχαριστήσουν τούς ἀνθρώπους καί ὄχι τόν Θεόν. “Μήν ἐλπίζετε σέ ἄρχοντες, σέ ἀνθρώπους πού δέν μποροῦν νά σᾶς σώσουν” (Ψαλ. 145, 3). Οι υιοί τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀσθενεῖς καί ἀδύνατοι, εὔκολα αλλάζουν γνώμη, πολλές φορές κρίνουν ἄδικα, κάθε ημέρα φαίνονται αχάριστοι, συχνά ἀθετοῦν τήν υπόσχεσή τους. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι τέλος πάντων φθαρτοί και πρόσκαιροι. Σήμερα φαίνονται καί κινοῦνται καί ἐνεργοῦν, αὔριο γίνονται χῶμα ἀναίσθητο καί ἀκίνητο καί ἀνενέργητο. Γιατί δεν ἀφιερώνουμε ὅλη τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσοχή μας στην ευχαρίστηση τοῦ Θεοῦ “σὲ Αὐτόν πού δημιούργησε τόν οὐρανό καί τή γῆ, τή θάλασσα καί ὅλα ὅσα υπάρχουν σε αυτά; Σε Αυτόν που τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις του αιώνια; Σε Αὐτόν πού ἀποδίδει δικαιοσύνη σέ αὐτούς πού ἀδικοῦνται, σε Αὐτόν πού δίνει τροφή στους πεινασμένους”; (Ψαλ. 145, 6-7). Ὅταν ἀφιερώσεις τήν καρδιά σου σε Αὐτόν, ἐάν εἶσαι δυστυχής, λύνει τά δεσμά τῶν συμφορῶν σου. "Ο Κύριος λύνει τά δεσμά τῶν φυλακισμένων”. Ἐάν ώς τυφλός δέν γνωρίζεις τό συμφέρον σου, Αὐτός φωτίζει τα τυφλά σου μάτια γιά τήν κατανόηση τῆς εὐτυχίας σου. " Ὁ Κύριος δίνει σοφία σέ αὐτούς πού εἶναι τυφλοί" (Ψαλ. 145, 8). Ἐάν πέσεις στα βάραθρα τῆς ἁμαρτίας, Αὐτός σέ σηκώνει. “Ο Κύριος ἀνορθώνει αὐτούς πού εἶναι συντετριμμένοι στην καρδιά”. Εάν βαδίζεις τόν δρόμο τῆς δικαιοσύνης, Αὐτός σέ ἀγαπάει. "Ο Κύριος αγαπάει τούς δίκαιους”. Ἐάν προσέλθεις σέ Αὐτόν μέ πίστη καί εὐλάβεια, Αὐτός σέ διαφυλάττει καί σέ σκεπάζει μέ τίς θεῖες του πτέρυγες. "Ο Κύριος προστατεύει αὐτούς πού ἔρχονται στην πίστη” (Ψαλ. 145, 9). Αὐτός εἶναι ὁ πατέρας τοῦ ὀρφανοῦ καί προστάτης τῆς χήρας. “Αναλαμβάνει ὑπό τήν προστασία του τά ὀρφανά καί τίς χῆρες". Αὐτός ἐξαφανίζει τά ἔργα τῶν πονηρῶν πού ἐξεγείρονται ἐναντίον σου. “Καί θά ἀφανίσει τήν πορεία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ὁ Θεός τῆς Σιών, Αὐτός εἶναι ὁ Βασιλέας σου, ὁ Κύριός σου, ὁ Θεός σου, ὁ ἀθάνατος, Αὐτός πού βασιλεύει στον αιώνα τοῦ αἰώνα, σε γενεά καί γενεά. “Θά βασιλεύσει ὁ Κύριος αἰώνια, ο Θεός σου Σιών, θά βασιλεύσει σέ ὅλες τίς γενιές" (Ψαλ. 145, 10). Γιατί, λοιπόν, δέν ἀγωνιζόμασθε μέ ὅλες μας τις δυνάμεις, γιά νά ἀρέσουμε σε Αὐτόν, ἀλλά προσπαθοῦμε, ὅσο μποροῦμε, νά εὐχαριστήσουμε τις πονηρές επιθυμίες τῶν ἀνθρώπων; Ἀδελφοί, θυμηθεῖτε τόν λόγο τοῦ Κυρίου: "Κανείς δέν μπορεῖ νά δουλεύει σε δύο αφεντικά. Γιατί ἤ τόν ἕνα θά μισήσει καί τόν ἄλλο θά ἀγαπήσει, ἤ τόν ἕνα θά ἀντέξει καί τόν ἄλλο θά καταφρονήσει” (Ματθ. 6, 24).
Ἀδελφοί, μήν πλανᾶσθε, δέν μπορεῖτε νά ἀρέσετε καί στούς πονηρούς ἀνθρώπους καί στόν πανάγαθο Θεόν. "Δέν μπορεῖτε να δουλεύετε στόν Θεόν καί στόν μαμωνά". Τό ἴδιο δίδαξε καί ὁ θεσπέσιος Παῦλος, λέγοντας: “Γιατί, ἐάν ἀκόμη ἤθελα νά ἀρέσω στούς ἀνθρώπους, δέν θά ἤμουν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ” (Γαλ. 1, 10).

 

ΠΗΓΗ: KYΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΘΕΟΤΟΚΗ. Β΄ ΤΟΜΟΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ. ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΟ ΕΡΜΟΛΑΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ.


 

 

ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

 


Η προτροπή να αγαπούμε τον Κύριο και με ποιον τρόπο μαρτυρείται αυτή η αγάπη (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

 

Την προηγούμενη φορά, με τα λόγια του Κυρίου «Μη γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός», σας προέτρεψα να είστε πιστοί στον Κύριο. Σήμερα, με αυτό το τόσο χαρακτηριστικό παράδειγμα πιστότητας, μας υποδεικνύεται και το αποτελεσματικότερο μέσο για να το επιτύχουμε: η αγάπη. Επομένως, εάν θέλετε να παραμείνετε για πάντα πιστοί στον Κύριο, αγαπήστε τον Κύριο. Από τη στιγμή που θα Τον αγαπήσετε, δεν θα χρειάζεται πλέον να συζητάμε για την πιστότητα· διότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης είναι η σταθερή προσήλωση και η πιστότητα προς τον αγαπημένο.
Όμως, αδελφοί μου, καθώς σας λέω «αγαπήστε τον Κύριο», ο ίδιος διστάζω στη σκέψη, επειδή φοβάμαι μήπως προκαλέσω την αντίδρασή σας, σαν να αμφισβητώ την πίστη σας. Διότι εύλογα θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: Σε ποιους τα λες αυτά; «Αγαπήστε τον Κύριο»; Μήπως δεν γνωρίζουμε ποιος είναι για εμάς ο Κύριός μας και τι είμαστε εμείς χωρίς Αυτόν; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν πρόβατα που είχαν αποπλανηθεί, ενώ Εκείνος, ως ο Καλός Ποιμένας, μας αναζήτησε, μας πήρε στους ώμους Του και μας έφερε στον ουράνιο Πατέρα Του (Λουκ. 15:5); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οδοιπόροι που πέσαμε στα χέρια ληστών, μας γύμνωσαν και μας προκάλεσαν θανάσιμες πληγές, ενώ Εκείνος, αφού έγινε ο πλησίον μας, έσκυψε πάνω από εμάς που κείτονταν καταγής και θεράπευσε τις πληγές μας με το έλαιο της ευσπλαχνίας Του (Λουκ. 10:30–35); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν αιχμάλωτοι, δεμένοι με τα δεσμά του εχθρού μας, ενώ Εκείνος, ισχυρός και κραταιός, έδεσε τον εχθρό μας, έλυσε τα δεσμά μας και απελευθέρωσε τις αιχμάλωτες ψυχές μας; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν παραβάτες και αποστάτες, αποκομμένοι από την παρουσία του Θεού, ενώ Εκείνος υπερασπίστηκε την υπόθεσή μας ενώπιον της θείας κρίσεως και έγινε μεσίτης, πρεσβευτής και συμφιλιωτής ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οφειλέτες, ανίκανοι να εξοφλήσουμε το χρέος μας και καταδικασμένοι να το αποπληρώνουμε με αιώνια τιμωρία, ενώ Εκείνος ανέλαβε το χρέος μας και το εξόφλησε ολοκληρωτικά, αποδίδοντας για χάρη μας ό,τι απαιτούσε η δικαιοσύνη του Θεού;
Και όλα αυτά τα έκανε για εμάς όχι μέσω κάποιου άλλου, αλλά ο ίδιος, με το δικό Του πρόσωπο. Ο ίδιος περιόδευσε στη γη για να αναζητήσει εμάς που είχαμε αποπλανηθεί. Ο ίδιος δεσμεύτηκε και με τα δικά Του δεσμά διέρρηξε τα δικά μας. Ο ίδιος πληγώθηκε και με τη δική Του πληγή θεράπευσε εμάς τους πληγωμένους. Ο ίδιος δεν πλήρωσε το χρέος μας με ασήμι και χρυσάφι, αλλά με το τίμιο Αίμα Του. Ο ίδιος, για χάρη εμάς που ήμασταν νεκροί, πέθανε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, και με τον θάνατό Του θανάτωσε τον δικό μας θάνατο. Με τον Σταυρό Του άνοιξε για εμάς την πύλη προς την αιώνια ζωή και τη μακαριότητα. Πώς, λοιπόν, να μην αγαπούμε έναν τέτοιο Κύριο;
Δίκαιη είναι αυτή η γεμάτη ζήλο υπέρ του Κυρίου 
oμολογία σας, αδελφοί μου! Και εγώ μαζί σας θα αναφωνήσω: Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο και Σωτήρα μας, Αυτόν που με αγάπη προσκυνούν και δοξάζουν οι Άγγελοι και όλοι οι Άγιοι; Πώς να μην αγαπούμε τον Ιησού Χριστό, που είναι η δικαίωσή μας, η ελπίδα μας, η ζωή μας, η δόξα μας, ο βοηθός και υπερασπιστής μας, ο νικητής του θανάτου, του άδη και όλων των εχθρών μας; Πώς να μην αγαπούμε έναν τέτοιο ύψιστο Ευεργέτη, του οποίου τις ευεργεσίες δεν μπορεί να περιγράψει επάξια ανθρώπινος λόγος;
Όμως, αδελφοί μου, ας μην αγαπούμε μόνο με τα λόγια, αλλά με τα έργα και με την αλήθεια. Διότι η Βασιλεία του Θεού δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στη δύναμη. Το ερώτημα «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;» είναι ένα ερώτημα που μας επιβάλλει την υποχρέωση της αγάπης. Το ερώτημα όμως «Αγαπούμε πράγματι τον Κύριο;» είναι διαφορετικό· μας οδηγεί στην αυτοεξέταση και στην προσεκτική διερεύνηση του εαυτού μας. Ας σταθούμε, λοιπόν, τώρα ενώπιον του δικαστηρίου της αλήθειας, εξετάζοντας τα έργα μας, για να δούμε αν υπάρχει πράγματι μέσα μας αγάπη, η απουσία της οποίας θα έπρεπε να μας προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Δείτε πώς μας διδάσκει ο Άγιος Τύχων να πραγματοποιούμε αυτή την αυτοεξέταση! (Μέρος 5ο, σελ. 250 κ.ε.).

1) «Όποιος αγαπά», λέει ο Άγιος Τύχων, «επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται μαζί με τον αγαπημένο του και να μην αποχωρίζεται από αυτόν». Έτσι, ο φίλος επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αχώριστα μαζί με τον αγαπημένο του φίλο, όχι μόνο στις ευτυχισμένες στιγμές, αλλά και στις δυστυχίες. Και όταν κάποτε οι φίλοι αποχωρίζονται, αισθάνονται πόνο, θλίβονται και κλαίνε, διότι η αγάπη δεν ανέχεται τον αποχωρισμό από τον αγαπημένο. Ακόμη κι αν οι πιστοί και αγαπημένοι φίλοι χωρίζονται κάποτε σωματικά, παραμένουν ενωμένοι κατά το πνεύμα και την καρδιά, διότι η αγάπη συνενώνει και συνδέει δύο ανθρώπους σε έναν.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό με την καρδιά του, επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αδιάσπαστα ενωμένος μαζί Του, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος μαρτυρούσε ότι είχε την επιθυμία να αναχωρήσει από την παρούσα ζωή και να είναι μαζί με τον Χριστό (Φιλ. 1:23), ή όπως η νύμφη στο Άσμα Ασμάτων, η οποία αναφωνούσε: «Είμαι πληγωμένη από αγάπη» (Άσμ. 5:8).

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

2) «Όποιος αγαπά, φέρει πάντοτε τον αγαπημένο μέσα στην καρδιά του». Διότι η αγάπη έχει τη θέση της στην καρδιά και γίνεται ένα με τον αγαπημένο. Έτσι, ο γιος κρατά μέσα στην καρδιά του τον πατέρα του και ο φίλος τον αγαπημένο του φίλο, ακόμη κι όταν εκείνος απουσιάζει. Γι' αυτό και συχνά τον θυμάται, τον σκέφτεται και συνομιλεί με άλλους γι' αυτόν.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, Τον περιέχει και Τον φέρει πάντοτε πνευματικά μέσα στην καρδιά του. Από αυτό προκύπτει ότι συχνά Τον μνημονεύει, συλλογίζεται και αναλογίζεται τη φιλάνθρωπη και σωτήρια πρόνοιά Του, τη Γέννησή Του, τη ζωή Του επάνω στη γη, την υπομονή Του, τα Πάθη Του, τον θάνατό Του, την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του και την εκ δεξιών του Θεού Πατρός καθέδρα Του. Και γι' αυτά χαίρεται, θαυμάζει και Τον ευχαριστεί με ζήλο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

3) «Όποιος αγαπά, ακολουθεί και μιμείται τον χαρακτήρα του αγαπημένου του». Αληθινή φιλία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων, που έχουν κοινό φρόνημα και όμοιο τρόπο ζωής. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία ανάμεσα στον ταπεινό και τον υπερήφανο, στον εγκρατή και τον μέθυσο, στον αγνό και τον ακάθαρτο, στον ελεήμονα και τον σκληρόκαρδο και άρπαγα.

Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό αγωνίζεται να ακολουθεί τα πανάγαθα και θεία ήθη Του. Γίνεται ταπεινός και υπομονετικός, ειλικρινής και καθαρός στην καρδιά, ελεήμων και συμπονετικός, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο Χριστός είναι τέτοιος και διαθέτει αυτά τα ήθη και τις αρετές.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

4) «Όποιος αγαπά, έχει την ίδια σκέψη με τον αγαπημένο του για όλα τα πράγματα». Και όχι μόνο σκέφτεται όπως εκείνος, αλλά οικειοποιείται και τις λέξεις του και τις εκφράσεις του λόγου του. Θεωρεί μάλιστα τιμή και ευχαρίστησή του να επιβεβαιώνει τα δικά του λόγια με τα λόγια του αγαπημένου του και να δικαιολογεί τις δικές του σκέψεις με τις σκέψεις εκείνου. Έτσι, όποιος αγαπά τον Χριστό σκέπτεται για όλα με το φρόνημα του Χριστού και συνομιλεί για όλα με τον λόγο του Ευαγγελίου. Σε κάθε ερώτημα δίνει με σταθερότητα μία και μοναδική απάντηση: «Έτσι είπε ο ίδιος ο Κύριος Χριστός και έτσι μας διέταξε όλους να μιλούμε και να σκεπτόμαστε». Ρώτησέ τον: «Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός, ενώ είναι ένας ως προς την ουσία, είναι τριαδικός ως προς τα Πρόσωπα;» Θα απαντήσει: «Επειδή έτσι είπε ο Κύριος Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι η μοναδική σωτηρία μας βρίσκεται στην πίστη προς τον σταυρωμένο και αναστημένο Κύριο;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί υπακούεις με τόση προθυμία στην Εκκλησία;» «Επειδή έτσι διέταξε ο Χριστός».
«Γιατί συμμετέχεις στα Μυστήρια;» «Επειδή έτσι τα θέσπισε ο Χριστός».
«Γιατί προσδοκάς την ανάσταση και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος;» «Επειδή έτσι μας διαβεβαίωσε ο Χριστός». Και ο άνθρωπος που αγαπά τον Χριστό δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκέπτεται για κανένα ζήτημα διαφορετικά από ό,τι όρισε ο Κύριος να σκεπτόμαστε.

Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;

5) «Όποιος αγαπά, εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου του». Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό συμφωνεί σε όλα με το άγιο θέλημά Του. «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρεῖ», λέει ο ίδιος ο Κύριος.

Όποιος αγαπά τον αγαπημένο του, προσέχει να μην τον προσβάλει. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό και Κύριο φυλάγεται από κάθε αμαρτία, αποκλειστικά και μόνο επειδή με αυτήν προσβάλλεται ο Χριστός. Όποιος αγαπά, λυπάται όταν με κάποιον τρόπο προσβάλει τον αγαπημένο του. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό, όταν αμαρτήσει ενώπιόν Του, συντρίβεται, λυπάται, κατακρίνει τον εαυτό του και, με ταπείνωση και θερμή εξομολόγηση της αμαρτίας του, πέφτει ταπεινά ενώπιόν Του, θεωρώντας τον εαυτό του άξιο κάθε τιμωρίας. Όποιος αγαπά, αγαπά και εκείνον που αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά τον Χριστό αγαπά κάθε άνθρωπο για χάρη του Χριστού. Όποιος αγαπά, δεν αγαπά εκείνο που δεν αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά δεν αγαπά τον κόσμο ούτε όσα βρίσκονται μέσα στον κόσμο, διότι «ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν». Η αληθινή αγάπη φθάνει μέχρι του σημείου ώστε εκείνος που αγαπά να μη διστάζει να πεθάνει για χάρη του αγαπημένου του. Έτσι και για εκείνον που αγαπά αληθινά τον Χριστό είναι προτιμότερο να υποστεί κάθε θλίψη και ακόμη και τον θάνατο, παρά να χωριστεί από τον Χριστό και την αγάπη Του.

Έτσι συμβαίνουν όλα αυτά και με εμάς, αδελφοί μου;

Τέτοια είναι τα γνωρίσματα και οι εκδηλώσεις της αληθινής αγάπης προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό! Ας τα τοποθετήσουμε στη μία πλευρά και ας τοποθετήσουμε στην άλλη τα δικά μας λόγια, έργα, σκέψεις, αισθήματα και διαθέσεις. Ας εξετάσουμε αν υπάρχει αντιστοιχία και ομοιότητα ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αχ, αδελφοί μου, μακάρι να μη χρειαστεί, ύστερα από αυτή την εξέταση, να αναρωτηθούμε με απορία: Πώς είναι δυνατόν να λείπει από μέσα μας η αγάπη, η οποία, όπως φαινόταν, δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει μέσα μας; Και αντί να είμαστε βέβαιοι και να διακηρύσσουμε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;», να μην αναγκαστούμε να αναζητήσουμε με ταραχή και ανησυχία: Ποιος θα μας διδάξει και ποιος θα μας οδηγήσει κοντά στον Κύριο Χριστό; Και αντί να δικαιολογούμε τον εαυτό μας λέγοντας: «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;», να εκφράσουμε την ταπεινή επιθυμία να διδαχθούμε πώς να Τον αγαπήσουμε με αληθινή αγάπη! Όποια κι αν είναι η απάντηση της συνειδήσεώς σας σε αυτό το ερώτημα, θα σας πω ότι, εάν πράγματι υπάρχει σε κάποιον έλλειψη αγάπης προς τον Κύριο, αυτή δεν οφείλεται σε τίποτε άλλο παρά στην παρουσία της αγάπης προς τον κόσμο. Δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς δύο αντίθετα πράγματα: τον κόσμο και τον Χριστό. Όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον κόσμο, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον Χριστό· και αντιστρόφως, όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον Χριστό, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον κόσμο. Αυτές είναι δύο δυνάμεις που βρίσκονται στις αντίθετες πλευρές μιας ζυγαριάς και η μία υπερισχύει της άλλης.
Εάν θέλετε να ενισχύσετε την αγάπη σας προς τον Κύριο, περιορίστε την αγάπη σας προς τον καταδικασμένο σε απώλεια κόσμο και προς όλα τα κοσμικά πράγματα. Και ταυτόχρονα αρχίστε να ασκείστε με μεγαλύτερη συνέπεια στις εκδηλώσεις της αγάπης προς τον Χριστό. Εκεί όπου υπάρχει αγάπη, αυτή εκδηλώνεται με τις πράξεις που αναφέραμε παραπάνω. Μπορεί όμως να γίνει και το αντίστροφο: ακόμη κι αν δεν υπάρχει ακόμη αγάπη, άρχισε να ασκείσαι στις πράξεις της αγάπης και θα αποκτήσεις την αγάπη. Άρχισε από τα μικρά και αυτά θα σε οδηγήσουν στα μεγαλύτερα. Η αύξηση των πράξεων της αγάπης θα αυξήσει και την ίδια την αγάπη, διότι ο κόπος και η άσκηση θερμαίνουν την καρδιά. Και όλος αυτός ο κόπος χρειάζεται μόνο μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η καρδιά θα αξιωθεί να γευθεί έστω και λίγο την αγάπη προς τον Κύριο. Όταν όμως τη γευθεί, τότε, για χάρη αυτής της γλυκύτητας, θα τα προσφέρει όλα, χωρίς να λυπάται τίποτε και χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό της.
«Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33:9). Θα δείτε τότε ότι κάθε αγαθό μας βρίσκεται σε Αυτόν. Και όταν το αντιληφθούμε αυτό, πού αλλού θα πάμε, αφού σε Αυτόν θα έχουμε βρει την πηγή της αιώνιας ζωής;

Είθε ο Κύριος να χαρίσει αυτό σε όλους μας. Αμήν.

3 Μαΐου 1864


Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.



ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

 


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ