«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. 22:37).

Φαίνεται πως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: για ποιον λόγο να μας δοθεί εντολή να αγαπούμε τον Θεό; Ρωτήστε οποιονδήποτε και ο καθένας θα πει ότι αγαπά τον Θεό, ενώ κανενός η γλώσσα δεν θα μπορέσει να προφέρει ότι δεν Τον αγαπά. Επιπλέον, το αίσθημα της αγάπης είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο, ώστε ο καθένας, επιθυμώντας να έχει μέσα του ειρήνη και πνευματική παρηγοριά, θα φροντίσει από μόνος του να το καλλιεργήσει μέσα του.
Παρά ταύτα, όμως, η εντολή της αγάπης προς τον Θεό επαναλαμβάνεται σε εμάς από τον Κύριο και τους Αγίους Αποστόλους όχι μία και δύο φορές, αλλά σχεδόν σε κάθε σελίδα της Αγίας Γραφής, και μάλιστα με τόση επιμονή, ώστε, σύμφωνα με τον Απόστολο, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, ας είναι αναθεματισμένος – Μαράν αθά!
Αυτό σημαίνει ότι, παρά το πόσο φυσική φαίνεται η αγάπη προς τον Θεό, είναι δυνατόν να μην αγαπά κανείς τον Θεό, αφού ο ίδιος ο Θεός μεριμνά να εμφυτεύσει μέσα μας αυτή την αγάπη με την εντολή Του και να την περιφρουρήσει με απειλές. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατόν, ενώ λέμε πως αγαπούμε τον Θεό, να μην έχουμε αυτή την αγάπη και, με αυτόν τον τρόπο, να εξαπατούμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους.
Ναι, αδελφοί μου, αυτό είναι δυνατόν. Αλλά να τι συμβαίνει: μπορούμε να παραπλανήσουμε τον εαυτό μας και να εξαπατήσουμε τους άλλους, ποτέ όμως δεν μπορούμε να εξαπατήσουμε τον ίδιο τον Θεό. Εκείνος βλέπει και τα πλέον απόκρυφα βάθη της καρδιάς μας και, επειδή τα βλέπει, κάποτε θα ανταποδώσει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Σε ποιους άραγε θα πει Εκείνος κατά την ώρα της Κρίσεως: «Φύγετε... δεν σας γνωρίζω»; Σε εκείνους που δεν είχαν αγάπη προς Αυτόν, μολονότι νόμιζαν ότι την είχαν και οι άλλοι τούς θεωρούσαν ανθρώπους που την είχαν.
Τι πικρή πλάνη! Και τόσο περισσότερο πικρή, επειδή τότε πλέον δεν θα υπάρχει καμία δυνατότητα να διορθωθεί. Βλέπετε, λοιπόν, αδελφοί μου, ότι αξίζει τον κόπο να βεβαιωθούμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι. Και αν διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει, ας φροντίσουμε να την αποκτήσουμε· ή, αν αρχίζει να σβήνει, να την αναζωπυρώσουμε· και, αν εξασθενεί, να την ενισχύσουμε. Διότι «ὁ μὴ ἀγαπῶν μένει ἐν τῷ θανάτῳ». Ας εισέλθουμε, λοιπόν, στο εσωτερικό του εαυτού μας και ας εξετάσουμε προσεκτικά τα πράγματα γύρω μας, ώστε να συγκεντρώσουμε ορισμένα απλά και προσιτά σε όλους γνωρίσματα, βάσει των οποίων θα μπορέσουμε να κρίνουμε χωρίς πλάνη σχετικά με αυτό το ζήτημα.

1) Όποιος αγαπά κάποιον, εκείνος δεν μιλά παρά μόνο για το αγαπημένο του πρόσωπο ή αντικείμενο· με όποιον κι αν τύχει να συναντηθεί, είτε αρχίζει αμέσως να μιλά γι' αυτό είτε γρήγορα στρέφει τη συζήτηση προς αυτό. Έτσι, όποιος αγαπά τον Θεό, ευχαριστείται να συνομιλεί μόνο γι' Αυτόν και σπεύδει να κατευθύνει προς Εκείνον κάθε συζήτησή του. Και όταν αρχίσει να μιλά γι' Αυτόν, δεν μπορεί να σταματήσει· μόνο εκεί αισθάνεται ευχαρίστηση, όπου γίνεται λόγος για τον Θεό και τα έργα Του, ενώ βαριέται εκεί όπου ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Θεό, δεν θα αρχίσει ποτέ από μόνος του να μιλά γι' Αυτόν και αποφεύγει εκείνους που αγαπούν να συζητούν για Εκείνον. Αυτός ευχαριστείται όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις υποθέσεις της καθημερινής ζωής, τις εμπορικές συναλλαγές, τις δικαστικές υποθέσεις, τα στρατιωτικά ζητήματα ή, ενδεχομένως, τα επιστημονικά θέματα, αρκεί να μην έχουν σχέση με τον Θεό. Ευχαρίστως κάθεται εκεί όπου ασχολούνται με ειδήσεις, μόδες και κουτσομπολιά, ενώ απομακρύνεται από εκεί όπου μιλούν για τον Θεό και τα έργα Του.
Αυτός δεν εξαντλείται ποτέ όταν μιλά για πράγματα μάταια, κενά και κοσμικά· όταν όμως η συζήτηση αγγίξει τον Θεό και τη σωτηρία της ψυχής, δυσκολεύεται να πει δυο-τρεις λέξεις, και αυτό είναι όλο· ή ακόμη και ούτε αυτές δεν λέει... Διότι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ». Για όσα είναι γεμάτη η καρδιά, γι' αυτά μιλά και πολύ το στόμα.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είναι οι δικές μας συνομιλίες και έτσι θα ανακαλύψουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι.

2) Όποιος αγαπά κάποιον, σπεύδει με προθυμία εκεί όπου ελπίζει είτε να συναντήσει τον ίδιο τον αγαπημένο του και τους οικείους του είτε να λάβει κάποια είδηση γι' αυτόν είτε να βρει κάτι που του τον θυμίζει. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, σπεύδει με προθυμία στον ναό του Θεού, όπου ο Κύριος φανερώνει με ιδιαίτερο τρόπο την παρουσία Του, όπου οι πιστοί εισέρχονται σε στενότερη κοινωνία με τους Αγίους του Θεού, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον των οφθαλμών τους μέσα από τις ιερές εικόνες, και όπου ακούνε τον λόγο περί Αυτού.
Όποιος αγαπά τον Κύριο, επιζητεί με πόθο να γίνει μέτοχος των Αγίων Μυστηρίων, διότι μέσω αυτών ο Θεός πλησιάζει προς αυτόν και εκείνος προς τον Θεό. Αυτός καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να παρακολουθήσει ολόκληρη την ακολουθία των εκκλησιαστικών τελετών και προσευχών, διότι μέσα σε αυτές αισθάνεται την ευωδία του Χριστού. Γι' αυτόν ο ναός είναι τόπος γλυκύτητας και θαλπωρής, σαν το σπίτι του πατέρα του. Εκεί προσέχει με επιμέλεια κάθε ιερή ακολουθία και προσευχή. Και όπως σπεύδει με πόση προθυμία στην έναρξη της ακολουθίας, έτσι, όταν αυτή τελειώσει, περνά το κατώφλι του ναού με κάποια λύπη.
Εκείνον όμως που δεν αγαπά τον Κύριο δεν μπορείς να τον πείσεις να πάει στον ναό. Όταν οι άλλοι κατευθύνονται προς αυτόν, εκείνος σπεύδει σε κάποιο άλλο μέρος. Και αν ακόμη τύχει κάποτε να μπει στον ναό, το κάνει απρόθυμα, ούτε από την αρχή της ακολουθίας ούτε με σκοπό να προσευχηθεί. Μόνο η ανάγκη, η συνήθεια και η ντροπή τον αναγκάζουν κάπως να νηστεύσει και να κοινωνήσει, ενώ για τις υπόλοιπες εκκλησιαστικές διατάξεις ή ακολουθίες δεν υπάρχει καν λόγος να μιλήσουμε...
Μόνο και η σκέψη της Εκκλησίας και οποιουδήποτε εκκλησιαστικού πράγματος του προκαλεί ψυχρότητα. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ποια είναι η δική μας στάση απέναντι στην Εκκλησία και σε ολόκληρη την εκκλησιαστική της τάξη, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.

3) Όποιος αγαπά κάποιον, δεν βγάζει από τον νου του τις σκέψεις γι' αυτόν και, όταν μένει μόνος, συνομιλεί νοερά μαζί του, αναπαριστώντας την εικόνα του και αναπολώντας την με αγάπη. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, δεν απομακρύνεται από τη σκέψη Του και, μόλις βρει λίγο ελεύθερο χρόνο, στρέφεται νοερά προς Αυτόν και συνομιλεί μαζί Του με θερμότητα καρδιάς.
Αυτός, αφού εκπληρώσει τα νόμιμα καθήκοντά του, όσα απαιτούν η οικογένεια, η υπηρεσία ή το επάγγελμά του, δεν αναζητεί διασκεδάσεις, αλλά σπεύδει να απομονωθεί, για να μείνει μόνος με τον Κύριό του. Είτε για να αφοσιωθεί στη θεωρία του Θεού, είτε για να συλλογιστεί, λόγου χάριν, τις απέραντες τελειότητες του Θεού, τη θεία οικονομία της σωτηρίας μας, την τελική μας κατάληξη και άλλα παρόμοια· είτε για να σταθεί σε προσευχή και να προσευχηθεί· είτε για να ανοίξει κάποιο ψυχωφελές βιβλίο· είτε για να ανανεώσει και να αναζωογονήσει τον νου του με τις άγιες αλήθειες που εκτίθενται σε αυτό.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, δεν του αρέσει να μένει μόνος και, μόλις τελειώσει τις αναγκαίες ασχολίες του, σπεύδει να αναζητήσει διασκεδάσεις, να πάει σε περιπάτους ή σε κάτι ακόμη χειρότερο. Αν η ανάγκη τον αναγκάσει να μείνει μόνος, τι κάνει τότε; Αδρανεί, ονειροπολεί για μάταια πράγματα, καταστρώνει μηχανορραφίες ή διαβάζει ανώφελα βιβλία.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είμαστε και ως προς αυτό, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.
Αυτά είναι μερικά από τα πιο άμεσα και προσιτά σε εμάς γνωρίσματα της αγάπης και της έλλειψης αγάπης προς τον Θεό! Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι όποιος αγαπά τον Κύριο φροντίζει με κάθε τρόπο να Τον ευαρεστεί, εκπληρώνοντας το άγιο θέλημά Του· τόσο εκείνο που έχει διατυπωθεί στις εντολές Του όσο και εκείνο που φανερώνεται στον καθένα μας μέσα από τις περιστάσεις της ζωής μας.
Διότι ποια αγάπη προς τον Θεό μπορεί να υπάρχει σε εκείνον που δεν τηρεί τις εντολές Του, αλλά τις παραβαίνει φανερά και συνειδητά; Μόνο στην περίπτωση εκείνων που, αφού παραβούν με κάποιον τρόπο μια εντολή του Θεού, αμέσως μετανοούν και η καρδιά τους πονά επειδή προσέβαλαν τον Κύριο, σπεύδοντας να καθαρίσουν την αμαρτία τους με τη μετάνοια και την υπόσχεση ότι δεν θα αμαρτήσουν πλέον, μόνο σε αυτούς μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη αγάπης.
Εκείνος όμως που, αφού αμαρτήσει, όχι μόνο δεν αισθάνεται πόνο γι' αυτό, αλλά επιπλέον δικαιολογεί τον εαυτό του, είναι άνθρωπος σχεδόν ολοκληρωτικά χαμένος!
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο... Και αυτά τα γνωρίσματα αρκούν για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη ή όχι και, ανάλογα, είτε να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας είτε να προβληματίσουμε και να ανησυχήσουμε την ψυχή μας.
Εάν διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό, έστω και στα πρώτα της σπέρματα, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο γι' αυτό, διότι Εκείνος ο ίδιος άρχισε να εκχέει στις καρδιές μας αυτή τη ζωοποιό δύναμη.
Εάν όμως διαπιστώσουμε ότι είμαστε ψυχροί απέναντι στον Θεό, ας πονέσουμε γι' αυτό και ας σπεύσουμε να αναπληρώσουμε αυτή τη σωτήρια φωτιά... Με ποιον τρόπο; Διαφυλάσσοντας όλα εκείνα που, όπως είπαμε, αποτελούν γνωρίσματα της αγάπης προς τον Θεό· διαφυλάσσοντάς τα, έστω και χωρίς προθυμία, με εξαναγκασμό και με βία προς τον ίδιο μας τον εαυτό... Και ο Κύριος θα βοηθήσει.
Το ξύλο από τη φύση του είναι ψυχρό. Όταν όμως αρχίσουν να τρίβουν το ένα ξύλο πάνω στο άλλο, αυτά θερμαίνονται και παράγουν φλόγα. Παρόμοια, όταν κάποιο μέλος του σώματος μουδιάσει από το κρύο ή από κάποια άλλη αιτία, αρχίζουν να το τρίβουν και έτσι διεγείρουν μέσα του την αίσθηση που είχε χαθεί.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν αρχίσουμε να τρίβουμε την ψυχή μας, η οποία έχει ψυχρανθεί απέναντι στον Κύριο, με την προσέλευσή μας στους ναούς, με τις κατ' οίκον προσευχές, με την ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων, με τις πνευματικά ωφέλιμες συνομιλίες, με τη συχνή προετοιμασία για τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή μας στα Άγια Μυστήρια, χωρίς παράλληλα να παραλείπουμε καμία ευκαιρία για την εκπλήρωση των εντολών, τότε, ασφαλώς, η απολιθωμένη καρδιά μας θα μαλακώσει και θα αρχίσει να θερμαίνεται από αγάπη προς Εκείνον.
Αρκεί μόνο, στην αρχή, να μη λυπηθούμε τον εαυτό μας, αλλά να τον αναγκάσουμε και να τον πιέσουμε... Θα περάσει λίγος καιρός και εκείνα προς τα οποία προηγουμένως δεν έκλινε η ψυχή μας, θα αρχίσουν να της γίνονται ευχάριστα. Και όσο περισσότερο καιρό θα εξαναγκάζουμε τον εαυτό μας, τόσο πιο ευχάριστα και γλυκά θα μας γίνονται αυτά τα έργα. Και ύστερα θα ανάψει και η φωτιά μέσα στην καρδιά, η οποία θα μεταμορφώσει την ψυχή μας σε πύρινο Σεραφείμ, που θα φλέγεται ακατάπαυστα από αγάπη προς τον Κύριο...
Είθε να μας αξιώσει όλους μας να το βιώσουμε αυτό Εκείνος που ήρθε στη γη για να ρίξει αυτή την ουράνια φωτιά. Αμήν.


13 Σεπτεμβρίου 1859
Κυριακή ΙΔ΄ μετά την Πεντηκοστή.



Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.



ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top