Την προηγούμενη φορά, με τα λόγια του Κυρίου «Μη γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός», σας προέτρεψα να είστε πιστοί στον Κύριο. Σήμερα, με αυτό το τόσο χαρακτηριστικό παράδειγμα πιστότητας, μας υποδεικνύεται και το αποτελεσματικότερο μέσο για να το επιτύχουμε: η αγάπη. Επομένως, εάν θέλετε να παραμείνετε για πάντα πιστοί στον Κύριο, αγαπήστε τον Κύριο. Από τη στιγμή που θα Τον αγαπήσετε, δεν θα χρειάζεται πλέον να συζητάμε για την πιστότητα· διότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγάπης είναι η σταθερή προσήλωση και η πιστότητα προς τον αγαπημένο.
Όμως, αδελφοί μου, καθώς σας λέω «αγαπήστε τον Κύριο», ο ίδιος διστάζω στη σκέψη, επειδή φοβάμαι μήπως προκαλέσω την αντίδρασή σας, σαν να αμφισβητώ την πίστη σας. Διότι εύλογα θα μπορούσατε να με ρωτήσετε: Σε ποιους τα λες αυτά; «Αγαπήστε τον Κύριο»; Μήπως δεν γνωρίζουμε ποιος είναι για εμάς ο Κύριός μας και τι είμαστε εμείς χωρίς Αυτόν; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν πρόβατα που είχαν αποπλανηθεί, ενώ Εκείνος, ως ο Καλός Ποιμένας, μας αναζήτησε, μας πήρε στους ώμους Του και μας έφερε στον ουράνιο Πατέρα Του (Λουκ. 15:5); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οδοιπόροι που πέσαμε στα χέρια ληστών, μας γύμνωσαν και μας προκάλεσαν θανάσιμες πληγές, ενώ Εκείνος, αφού έγινε ο πλησίον μας, έσκυψε πάνω από εμάς που κείτονταν καταγής και θεράπευσε τις πληγές μας με το έλαιο της ευσπλαχνίας Του (Λουκ. 10:30–35); Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν αιχμάλωτοι, δεμένοι με τα δεσμά του εχθρού μας, ενώ Εκείνος, ισχυρός και κραταιός, έδεσε τον εχθρό μας, έλυσε τα δεσμά μας και απελευθέρωσε τις αιχμάλωτες ψυχές μας; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν παραβάτες και αποστάτες, αποκομμένοι από την παρουσία του Θεού, ενώ Εκείνος υπερασπίστηκε την υπόθεσή μας ενώπιον της θείας κρίσεως και έγινε μεσίτης, πρεσβευτής και συμφιλιωτής ανάμεσα σε εμάς και τον Θεό; Μήπως δεν γνωρίζουμε ότι ήμασταν οφειλέτες, ανίκανοι να εξοφλήσουμε το χρέος μας και καταδικασμένοι να το αποπληρώνουμε με αιώνια τιμωρία, ενώ Εκείνος ανέλαβε το χρέος μας και το εξόφλησε ολοκληρωτικά, αποδίδοντας για χάρη μας ό,τι απαιτούσε η δικαιοσύνη του Θεού;
Και όλα αυτά τα έκανε για εμάς όχι μέσω κάποιου άλλου, αλλά ο ίδιος, με το δικό Του πρόσωπο. Ο ίδιος περιόδευσε στη γη για να αναζητήσει εμάς που είχαμε αποπλανηθεί. Ο ίδιος δεσμεύτηκε και με τα δικά Του δεσμά διέρρηξε τα δικά μας. Ο ίδιος πληγώθηκε και με τη δική Του πληγή θεράπευσε εμάς τους πληγωμένους. Ο ίδιος δεν πλήρωσε το χρέος μας με ασήμι και χρυσάφι, αλλά με το τίμιο Αίμα Του. Ο ίδιος, για χάρη εμάς που ήμασταν νεκροί, πέθανε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, και με τον θάνατό Του θανάτωσε τον δικό μας θάνατο. Με τον Σταυρό Του άνοιξε για εμάς την πύλη προς την αιώνια ζωή και τη μακαριότητα. Πώς, λοιπόν, να μην αγαπούμε έναν τέτοιο Κύριο;
Δίκαιη είναι αυτή η γεμάτη ζήλο υπέρ του Κυρίου oμολογία σας, αδελφοί μου! Και εγώ μαζί σας θα αναφωνήσω: Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο και Σωτήρα μας, Αυτόν που με αγάπη προσκυνούν και δοξάζουν οι Άγγελοι και όλοι οι Άγιοι; Πώς να μην αγαπούμε τον Ιησού Χριστό, που είναι η δικαίωσή μας, η ελπίδα μας, η ζωή μας, η δόξα μας, ο βοηθός και υπερασπιστής μας, ο νικητής του θανάτου, του άδη και όλων των εχθρών μας; Πώς να μην αγαπούμε έναν τέτοιο ύψιστο Ευεργέτη, του οποίου τις ευεργεσίες δεν μπορεί να περιγράψει επάξια ανθρώπινος λόγος;
Όμως, αδελφοί μου, ας μην αγαπούμε μόνο με τα λόγια, αλλά με τα έργα και με την αλήθεια. Διότι η Βασιλεία του Θεού δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στη δύναμη. Το ερώτημα «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;» είναι ένα ερώτημα που μας επιβάλλει την υποχρέωση της αγάπης. Το ερώτημα όμως «Αγαπούμε πράγματι τον Κύριο;» είναι διαφορετικό· μας οδηγεί στην αυτοεξέταση και στην προσεκτική διερεύνηση του εαυτού μας. Ας σταθούμε, λοιπόν, τώρα ενώπιον του δικαστηρίου της αλήθειας, εξετάζοντας τα έργα μας, για να δούμε αν υπάρχει πράγματι μέσα μας αγάπη, η απουσία της οποίας θα έπρεπε να μας προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Δείτε πώς μας διδάσκει ο Άγιος Τύχων να πραγματοποιούμε αυτή την αυτοεξέταση! (Μέρος 5ο, σελ. 250 κ.ε.).
1) «Όποιος αγαπά», λέει ο Άγιος Τύχων, «επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται μαζί με τον αγαπημένο του και να μην αποχωρίζεται από αυτόν». Έτσι, ο φίλος επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αχώριστα μαζί με τον αγαπημένο του φίλο, όχι μόνο στις ευτυχισμένες στιγμές, αλλά και στις δυστυχίες. Και όταν κάποτε οι φίλοι αποχωρίζονται, αισθάνονται πόνο, θλίβονται και κλαίνε, διότι η αγάπη δεν ανέχεται τον αποχωρισμό από τον αγαπημένο. Ακόμη κι αν οι πιστοί και αγαπημένοι φίλοι χωρίζονται κάποτε σωματικά, παραμένουν ενωμένοι κατά το πνεύμα και την καρδιά, διότι η αγάπη συνενώνει και συνδέει δύο ανθρώπους σε έναν.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό με την καρδιά του, επιθυμεί πάντοτε να βρίσκεται αδιάσπαστα ενωμένος μαζί Του, όπως ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος μαρτυρούσε ότι είχε την επιθυμία να αναχωρήσει από την παρούσα ζωή και να είναι μαζί με τον Χριστό (Φιλ. 1:23), ή όπως η νύμφη στο Άσμα Ασμάτων, η οποία αναφωνούσε: «Είμαι πληγωμένη από αγάπη» (Άσμ. 5:8).
Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;
2) «Όποιος αγαπά, φέρει πάντοτε τον αγαπημένο μέσα στην καρδιά του». Διότι η αγάπη έχει τη θέση της στην καρδιά και γίνεται ένα με τον αγαπημένο. Έτσι, ο γιος κρατά μέσα στην καρδιά του τον πατέρα του και ο φίλος τον αγαπημένο του φίλο, ακόμη κι όταν εκείνος απουσιάζει. Γι' αυτό και συχνά τον θυμάται, τον σκέφτεται και συνομιλεί με άλλους γι' αυτόν.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όποιος αγαπά τον Χριστό, τον Υιό του Θεού, Τον περιέχει και Τον φέρει πάντοτε πνευματικά μέσα στην καρδιά του. Από αυτό προκύπτει ότι συχνά Τον μνημονεύει, συλλογίζεται και αναλογίζεται τη φιλάνθρωπη και σωτήρια πρόνοιά Του, τη Γέννησή Του, τη ζωή Του επάνω στη γη, την υπομονή Του, τα Πάθη Του, τον θάνατό Του, την Ανάστασή Του, την Ανάληψή Του και την εκ δεξιών του Θεού Πατρός καθέδρα Του. Και γι' αυτά χαίρεται, θαυμάζει και Τον ευχαριστεί με ζήλο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;
3) «Όποιος αγαπά, ακολουθεί και μιμείται τον χαρακτήρα του αγαπημένου του». Αληθινή φιλία δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων, που έχουν κοινό φρόνημα και όμοιο τρόπο ζωής. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία ανάμεσα στον ταπεινό και τον υπερήφανο, στον εγκρατή και τον μέθυσο, στον αγνό και τον ακάθαρτο, στον ελεήμονα και τον σκληρόκαρδο και άρπαγα.
Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό αγωνίζεται να ακολουθεί τα πανάγαθα και θεία ήθη Του. Γίνεται ταπεινός και υπομονετικός, ειλικρινής και καθαρός στην καρδιά, ελεήμων και συμπονετικός, αποκλειστικά και μόνο επειδή ο Χριστός είναι τέτοιος και διαθέτει αυτά τα ήθη και τις αρετές.
Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;
4) «Όποιος αγαπά, έχει την ίδια σκέψη με τον αγαπημένο του για όλα τα πράγματα». Και όχι μόνο σκέφτεται όπως εκείνος, αλλά οικειοποιείται και τις λέξεις του και τις εκφράσεις του λόγου του. Θεωρεί μάλιστα τιμή και ευχαρίστησή του να επιβεβαιώνει τα δικά του λόγια με τα λόγια του αγαπημένου του και να δικαιολογεί τις δικές του σκέψεις με τις σκέψεις εκείνου. Έτσι, όποιος αγαπά τον Χριστό σκέπτεται για όλα με το φρόνημα του Χριστού και συνομιλεί για όλα με τον λόγο του Ευαγγελίου. Σε κάθε ερώτημα δίνει με σταθερότητα μία και μοναδική απάντηση: «Έτσι είπε ο ίδιος ο Κύριος Χριστός και έτσι μας διέταξε όλους να μιλούμε και να σκεπτόμαστε». Ρώτησέ τον: «Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός, ενώ είναι ένας ως προς την ουσία, είναι τριαδικός ως προς τα Πρόσωπα;» Θα απαντήσει: «Επειδή έτσι είπε ο Κύριος Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και προνοεί γι' αυτόν;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί πιστεύεις ότι η μοναδική σωτηρία μας βρίσκεται στην πίστη προς τον σταυρωμένο και αναστημένο Κύριο;» «Επειδή έτσι είπε ο Χριστός».
«Γιατί υπακούεις με τόση προθυμία στην Εκκλησία;» «Επειδή έτσι διέταξε ο Χριστός».
«Γιατί συμμετέχεις στα Μυστήρια;» «Επειδή έτσι τα θέσπισε ο Χριστός».
«Γιατί προσδοκάς την ανάσταση και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος;» «Επειδή έτσι μας διαβεβαίωσε ο Χριστός». Και ο άνθρωπος που αγαπά τον Χριστό δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκέπτεται για κανένα ζήτημα διαφορετικά από ό,τι όρισε ο Κύριος να σκεπτόμαστε.
Έτσι συμβαίνει και με εμάς, αδελφοί μου;
5) «Όποιος αγαπά, εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου του». Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό συμφωνεί σε όλα με το άγιο θέλημά Του. «Ὁ ἀγαπῶν με τὰς ἐντολάς μου τηρεῖ», λέει ο ίδιος ο Κύριος.
Όποιος αγαπά τον αγαπημένο του, προσέχει να μην τον προσβάλει. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό και Κύριο φυλάγεται από κάθε αμαρτία, αποκλειστικά και μόνο επειδή με αυτήν προσβάλλεται ο Χριστός. Όποιος αγαπά, λυπάται όταν με κάποιον τρόπο προσβάλει τον αγαπημένο του. Έτσι και εκείνος που αγαπά τον Χριστό, όταν αμαρτήσει ενώπιόν Του, συντρίβεται, λυπάται, κατακρίνει τον εαυτό του και, με ταπείνωση και θερμή εξομολόγηση της αμαρτίας του, πέφτει ταπεινά ενώπιόν Του, θεωρώντας τον εαυτό του άξιο κάθε τιμωρίας. Όποιος αγαπά, αγαπά και εκείνον που αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά τον Χριστό αγαπά κάθε άνθρωπο για χάρη του Χριστού. Όποιος αγαπά, δεν αγαπά εκείνο που δεν αγαπά ο αγαπημένος του. Έτσι και ο Χριστιανός που αγαπά δεν αγαπά τον κόσμο ούτε όσα βρίσκονται μέσα στον κόσμο, διότι «ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν». Η αληθινή αγάπη φθάνει μέχρι του σημείου ώστε εκείνος που αγαπά να μη διστάζει να πεθάνει για χάρη του αγαπημένου του. Έτσι και για εκείνον που αγαπά αληθινά τον Χριστό είναι προτιμότερο να υποστεί κάθε θλίψη και ακόμη και τον θάνατο, παρά να χωριστεί από τον Χριστό και την αγάπη Του.
Έτσι συμβαίνουν όλα αυτά και με εμάς, αδελφοί μου;
Τέτοια είναι τα γνωρίσματα και οι εκδηλώσεις της αληθινής αγάπης προς τον Κύριό μας Ιησού Χριστό! Ας τα τοποθετήσουμε στη μία πλευρά και ας τοποθετήσουμε στην άλλη τα δικά μας λόγια, έργα, σκέψεις, αισθήματα και διαθέσεις. Ας εξετάσουμε αν υπάρχει αντιστοιχία και ομοιότητα ανάμεσα σε αυτά τα δύο.
Αχ, αδελφοί μου, μακάρι να μη χρειαστεί, ύστερα από αυτή την εξέταση, να αναρωτηθούμε με απορία: Πώς είναι δυνατόν να λείπει από μέσα μας η αγάπη, η οποία, όπως φαινόταν, δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει μέσα μας; Και αντί να είμαστε βέβαιοι και να διακηρύσσουμε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού;», να μην αναγκαστούμε να αναζητήσουμε με ταραχή και ανησυχία: Ποιος θα μας διδάξει και ποιος θα μας οδηγήσει κοντά στον Κύριο Χριστό; Και αντί να δικαιολογούμε τον εαυτό μας λέγοντας: «Πώς να μην αγαπούμε τον Κύριο;», να εκφράσουμε την ταπεινή επιθυμία να διδαχθούμε πώς να Τον αγαπήσουμε με αληθινή αγάπη! Όποια κι αν είναι η απάντηση της συνειδήσεώς σας σε αυτό το ερώτημα, θα σας πω ότι, εάν πράγματι υπάρχει σε κάποιον έλλειψη αγάπης προς τον Κύριο, αυτή δεν οφείλεται σε τίποτε άλλο παρά στην παρουσία της αγάπης προς τον κόσμο. Δεν είναι δυνατόν να αγαπά κανείς δύο αντίθετα πράγματα: τον κόσμο και τον Χριστό. Όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον κόσμο, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον Χριστό· και αντιστρόφως, όσο αυξάνεται η αγάπη προς τον Χριστό, τόσο μειώνεται η αγάπη προς τον κόσμο. Αυτές είναι δύο δυνάμεις που βρίσκονται στις αντίθετες πλευρές μιας ζυγαριάς και η μία υπερισχύει της άλλης.
Εάν θέλετε να ενισχύσετε την αγάπη σας προς τον Κύριο, περιορίστε την αγάπη σας προς τον καταδικασμένο σε απώλεια κόσμο και προς όλα τα κοσμικά πράγματα. Και ταυτόχρονα αρχίστε να ασκείστε με μεγαλύτερη συνέπεια στις εκδηλώσεις της αγάπης προς τον Χριστό. Εκεί όπου υπάρχει αγάπη, αυτή εκδηλώνεται με τις πράξεις που αναφέραμε παραπάνω. Μπορεί όμως να γίνει και το αντίστροφο: ακόμη κι αν δεν υπάρχει ακόμη αγάπη, άρχισε να ασκείσαι στις πράξεις της αγάπης και θα αποκτήσεις την αγάπη. Άρχισε από τα μικρά και αυτά θα σε οδηγήσουν στα μεγαλύτερα. Η αύξηση των πράξεων της αγάπης θα αυξήσει και την ίδια την αγάπη, διότι ο κόπος και η άσκηση θερμαίνουν την καρδιά. Και όλος αυτός ο κόπος χρειάζεται μόνο μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η καρδιά θα αξιωθεί να γευθεί έστω και λίγο την αγάπη προς τον Κύριο. Όταν όμως τη γευθεί, τότε, για χάρη αυτής της γλυκύτητας, θα τα προσφέρει όλα, χωρίς να λυπάται τίποτε και χωρίς να κρατά τίποτε για τον εαυτό της.
«Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33:9). Θα δείτε τότε ότι κάθε αγαθό μας βρίσκεται σε Αυτόν. Και όταν το αντιληφθούμε αυτό, πού αλλού θα πάμε, αφού σε Αυτόν θα έχουμε βρει την πηγή της αιώνιας ζωής;
Είθε ο Κύριος να χαρίσει αυτό σε όλους μας. Αμήν.
3 Μαΐου 1864
Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.
ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου